Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, μαύρα καθαρά λεφτά


«Βρε, βρε, μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε» λέμε εκείνες τις σπάνιες φορές που μπαίνει κανένα ψιλό στην τσέπη μας. Έχουμε μάθει πλέον να ζούμε μ’ αυτά τα μικρά ευχάριστα ξαφνιάσματα, αυτές τις μικρές χαρές που μας δίνει το λίγο χρήμα που ξεφύτρωσε από το πουθενά, έχοντας προσφέρει μια μικρή υπηρεσία, αυτό που καλλιεργήσαμε, ή κάτι που φτιάξαμε με τα χεράκια μας.
Όλοι τη βγάζουμε όπως μπορούμε. Ρωτάς τον άλλον με τι ασχολείται και σου λέει πχ ότι ήταν δημοσιογράφος και να είναι καλά οι ελιές στο χωριό που μπορεί τώρα και πουλάει το λάδι χωρίς μεσάζοντες και τη βγάζει κουτσά στραβά. Έχει κι ένα φίλο γραφίστα ο οποίος δούλευε σε μια εταιρεία και, τώρα που απολύθηκε, κάνει καμιά ψιλοδουλειά από δω κι από κει. Έχει και μια γκόμενα που είναι ηθοποιός, αλλά τώρα πλέκει ζιπουνάκια και τα πουλάει σε εργαζόμενες μητέρες που δεν έχουν καιρό για τέτοια, ενώ καμιά φορά, νταντεύει και τα παιδιά τους. Κι ευτυχώς που ο κόσμος τα προτιμάει πλέον αυτά τα προϊόντα, αλλιώς θα αναγκαζόταν να χαρίσει το λάδι όπως το χάριζε μέχρι τώρα για να καταλήξει στη μεγάλη εταιρεία που το μοσχοπουλάει στον καταναλωτή.
Κι η μεγάλη εταιρεία; Τι κάνει η μεγάλη εταιρεία; Τι πουλάει και ποιος τα αγοράζει; Το κύκλωμα της αγοράς με όλες τις εμπλεκόμενες μεγάλες εταιρείες ποιος θα το συντηρήσει άμα ο κόσμος αγοράζει από τον παραγωγό ή το χειροτέχνη; Και μετά η εταιρεία πώς θα μπορεί, στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (αυτό το υπέροχο τέχνασμα διαφήμισης και φοροαπαλλαγής), να κάνει καλές πράξεις για τον άνθρωπο και το περιβάλλον; Και, κυρίως, πώς θα πληρώσει φόρους; Κάτι τέτοια είναι που θα καταστρέψουν την ελληνική οικονομία.
Είμαι σίγουρη ότι σύντομα θα βγούνε να μας ενημερώσουν. Με το κόλπο της διαφήμισης. Μπορεί να μη χρειαστεί καν να κάνουν καινούργιες και να βγάλουν από το ψυγείο αυτές που έχουν ήδη παίξει. Όπως αυτή με το επικίνδυνο για την υγεία λάδι που παίρνουμε από τον παραγωγό, που τη βλέπαμε κάποτε τρομοκρατημένοι, επειδή όλοι είχαμε στα σπίτια μας λάδι που το είχαμε πάρει από κάποιο γνωστό που έχει δέντρα στο χωριό του.
Οι διαφημίσεις τους ήταν φτιαγμένες έτσι ώστε να γίνουμε σωστοί πολίτες. Θυμάμαι μία μεταπολιτευτική για το ΙΚΑ. Δεν έπρεπε να δουλεύουμε χωρίς ασφάλιση. Σωστό αυτό, αλλά τελικά αποδείχτηκε μούφα αυτή η ιστορία. Μπήκαν όλοι οι εργαζόμενοι στο ΙΚΑ, τους γίνονταν οι κρατήσεις από το μισθό τους και τα ταμεία του ιδρύματος, για κάποιο λόγο, ήταν άδεια. Σιγά σιγά οδηγούμαστε στο να συνταξιοδοτούμαστε στα 80, για να δεις γιατρό (σε κάνα μήνα, πρώτα ο Θεός) πρέπει να κλείσεις τηλεφωνικό ραντεβού που θα το πληρώσεις ακριβά κι όταν πας να εξεταστείς, ο γιατρός θα σε βρει απολύτως υγιή, για να μη σου γράψει φάρμακα, γιατί τέτοια εντολή πήρε. (Βέβαια, άμα πας στο ιδιωτικό του ιατρείο, θα σου γράψει όλο το φαρμακείο, για λόγους που μόνο αυτός γνωρίζει). Καταλήγεις λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η ασφάλιση (ειδικά αυτού του τύπου) είναι περιττή και δεν έχεις άδικο. Και καταλαβαίνεις πόσο επιπόλαια σκεφτόσουν όταν πίστευες πως είσαι ασφαλισμένος κι ασφαλής. Αποφασίζεις να μην το ξανακάνεις.
Στη δεκαετία του ’90 έπαιζε διαφήμιση που μας παρακινούσε να κόβουμε αποδείξεις. Οι άτιμοι οι μαρκετίστες χτυπούσαν τον πατριωτισμό μας και πατούσαν πάνω στις ευαισθησίες μας. Σκέτη παλιανθρωπιά δηλαδή. «Αγαπάς την Ελλάδα; Απόδειξη». Άμα ήθελες ας μην έκοβες. Υπήρχε φόβος να σου κολλήσουν τη ρετσινιά του ανθέλληνα, να σου κόψουν την καλημέρα, να σε δείχνουν με το δάχτυλο και να φωνάζουν «να αυτός που δεν αγαπάει την Ελλάδα, λιθοβολήστε τον», να σε απομονώσουν, να σε περιθωριοποιήσουν, να σου ρίχνουν ροχάλες όσοι σε συναντούν στο δρόμο.
Πήγαιναν κι έρχονταν οι αποδείξεις από τους γνήσιους πατριώτες. Τα δήλωναν όλα και απέδιδαν το ΦΠΑ τους σε τακτά χρονικά διαστήματα. Απόδειξη της αγάπης στην Ελλάδα είναι και ο ΦΠΑ. Ο οποίος, να θυμίσω, είναι ένας ευρωπαϊκός φόρος. Δηλαδή είναι η απάντηση σε όσους προσπαθούν να μας πείσουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εκείνο το ευαγές ίδρυμα που μοιράζει λεφτά στην Ελλάδα επειδή την αγαπάει και θέλει να την κάνει ανταγωνιστική. (Επίσης κάτι μου λέει ότι αυτοί που προσπαθούν να μας πείσουν γι’ αυτό, έχουν τσεπώσει από αυτά τα λεφτά για να κάνουν τις επενδύσεις τους –αυτές που μας οδήγησαν στην ανάπτυξη που ζούμε- και γι’ αυτό κάνουν αγαπουλίτσες στους Ευρωπαίους, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).
Ας επανέλθω στο θέμα μου. Οι άνεργοι αυτής της χώρας, που δεν είναι και λίγοι (που στην πραγματικότητα είναι περισσότεροι από τους δηλωμένους), αλλά και όσοι δεν είναι άνεργοι, αλλά τραβάνε τα δικά τους ζόρια, βρήκαν τρόπο να επιβιώσουν. Σ’ αυτό βοήθησε και η αλλαγή της νοοτροπίας των καταναλωτών. Έτσι άρχισε το μεταξύ μας αλισβερίσι. Βρίσκουμε άκρη μέσα από δίκτυα διακίνησης χωρίς μεσάζοντες, στις γειτονιές στήνονται δράσεις, ο ένας πιάνεται στον άλλον και όλοι μαζί αγωνιζόμαστε να βγούμε από το μπατάκι που μας έχουν βυθίσει.
Δημιουργούνται τράπεζες χρόνου, οι οποίες σύντομα θα απειλήσουν τις τράπεζες που μέχρι τώρα γνωρίζαμε. Στήνονται παζάρια και γίνονται ανταλλαγές προϊόντων και υπηρεσιών, δράσεις που προβλέπεται να τσακίσουν τις μεγάλες εταιρείες. Άσε που οι μεγαλοεπενδυτές, που η κυβέρνηση βλέπει στον ύπνο της πως δεν προλαβαίνουν να έρχονται, θα φύγουν τρέχοντας. Και οι συλλογικές κουζίνες, πού θα πάει, θα τα κλείσουν τα πανάκριβα γκουρμεδορεστοράν. Ξεκινώντας από τις ανταλλαγές, το μεταξύ μας πάρε-δώσε και άλλες αλληλέγγυες δράσεις, θα καταλήξουμε να φτιάχνουμε κολεκτίβες οι οποίες θα ανταγωνιστούν και θα αντικαταστήσουν τις εταιρείες της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας (αυτές που τσέπωσαν τα λεφτά από την ΕΕ, από το ΦΠΑ που όλοι πληρώνουμε και κανείς μας χαΐρι δεν είδε). Με άλλα λόγια, δράσεις αναρχικές έρχονται να αντιμετωπίσουν την αποτυχία του καπιταλισμού.
Και βέβαια, όλα αυτά τα (λιγοστά αλλά πολύτιμα) χρήματα και αγαθά που διακινούνται μεταξύ μας, είναι αφορολόγητα. Μαύρα, που λέμε. Βέβαια το κράτος καταβάλλει προσπάθειες να εμποδίσει αυτές τις δράσεις και να τιμωρήσει τους κακούς φοροφυγάδες, κυνηγώντας τους ψιλικατζήδες (ενώ από την άλλη χαρίζουν στα μεγάλα αρπακτικά κάποια από τα εκατομμύρια του χρέους τους) οι οποίοι όμως είναι πολλοί και δε θα ξέρουν από ποιον να ξεκινήσουν.
Προβλέπω πως οι διαφημιστικές θα τρέχουν και δε θα προλαβαίνουν σε λίγο καιρό. Θα στηθούν καμπάνιες αντιμετώπισης αυτής της μάστιγας. Θα μας εκβιάσουν και πάλι. Αν αγαπούμε την Ελλάδα, απόδειξη. Θα μας βάλουν να καταγγείλουμε το διπλανό μας που κάνει ένα μερεμέτι για να ταΐσει το παιδί του και δε δίνει τα μισά στην εφορία και τα άλλα μισά στο ΦΠΑ. Αυτή τη φορά όμως, δε νομίζω πως θα πιάσει. Το κράτος που μας επιβάλλει με τρόπο εκβιαστικό και σαδιστικό να το στηρίξουμε, θα πάρει τους όρχεις μας στους οποίους θα βρει γραμμένο το όνομά του με μεγάλα, καλλιγραφικά και ανεξίτηλα γράμματα. Γιατί στο μεταξύ, θα έχουμε μάθει να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον. Και θα μας αρέσει.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Η Ελλάδα τώρα τελειώνει


Μη σε μπερδεύει ο τίτλος. Κατά βάθος, δε φαντάζεσαι πόσο συμφωνώ με το μήνυμα του πρωθυπουργού. Ναι. Η Ελλάδα τώρα ξεκινάει. Ίσως όχι τώρα αμέσως, αλλά σύντομα. Γιατί πρώτα πρέπει να τελειώσει, αφού δεν μπορεί να ξεκινήσει κάτι, αν δεν τελειώσει κάτι άλλο. Να τελειώσουν όλα όσα ξέραμε. Να τα καταστρέψουμε. Να τα γκρεμίσουμε. Να τα ρίξουμε στην πυρά. Να τα βγάλουμε από το μυαλό μας. Να τα αντικαταστήσουμε. Να ανακαλύψουμε αξίες ξεχασμένες, να μάθουμε να ζούμε μ’ αυτές. Κι αν δε βουτήξουμε καλά, με το κεφάλι και χωρίς αναπνευστήρα μέσα στο λάκκο με τα σκατά, δε θα έχουμε λόγο να τελειώσουμε μια κατάσταση, ώστε να ξεκινήσουμε κάτι άλλο.
Αυτό το τέλος μπορεί να συμπέσει με το τέλος του κόσμου, που λένε ότι έρχεται. Μπορεί δηλαδή όλος ο κόσμος να αλλάξει, να ξεκινήσει κάτι άλλο, αφού πρώτα ξερμπερδέψει με αυτό που ισχύει μέχρι τώρα. Τι καλά. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι, κύριε πρωθυπουργέ μου, που μπαίνουμε σε τέτοιες διαδικασίες. Γιατί για να ξεκινήσει η Ελλάδα, πρέπει να τελειώσεις εσύ και οι όμοιοί σου. Δεν ξέρω ποιος θα κάνει το ξεκίνημα και πώς, αλλά θα φανεί στην πορεία. Εξάλλου, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, ποιος περίμενε ότι θα γίνεις πρωθυπουργός και μάλιστα με τη ΝΔ; Ξέρεις καλύτερα απ’ όλους πως έχει ο καιρός γυρίσματα.
Καιρό τώρα παρατηρώ πως γινόμαστε αλλιώτικοι, σα να ετοιμαζόμαστε γι’ αυτό το ξεκίνημα. Αναγκαστικά αλλάζουμε. Χάνουμε, χανόμαστε και προσπαθούμε να βρούμε τρόπο να επιζήσουμε. Να βρούμε τρόπο να σωθούμε. Όλοι κάτι χάσαμε. Άλλος τα προνόμια, άλλος τη δουλειά του. Άλλος τα πολλά λεφτά, άλλος τα λίγα. Άλλος την ικανότητα να τα σπάει κάθε βράδυ στα μπουζούκια κι άλλος την ικανότητα να εξασφαλίσει το γάλα των παιδιών του.
Όλοι αλλάζουμε. Αλλά όπως δεν έχουμε χάσει τα ίδια πράγματα, έτσι δεν έχουμε όλοι την ίδια αλλαγή. Για παράδειγμα, εσύ κύριε πρωθυπουργέ μου, έγινες πρωθυπουργός από κει που ήσουν μια τρίχα από τα… εχμμμ… στελέχη (είμαι ευτυχής που βρήκα την αντίστοιχη λέξη, συνώνυμη μ’ αυτήν που σκέφτηκα αρχικά, αλλά δεν ήταν σωστό να αναφέρω) του κόμματός σου. Τεράστια αλλαγή. Μας τα μασάς και στέλνεις κλαψομούνικα μηνύματα ενότητας (που οι εικόνες στο βίντεο μόνο ενότητα δε δείχνουν, αλλά δεν έχω σκοπό να το σχολιάσω), ενώ πριν γίνει αυτή η αλλαγή στην ιδιότητα και το αξίωμά σου, ήσουν αποφασιστικός και αδιαπραγμάτευτος.
Οι αλλαγές μας εξαρτώνται από το ποιοι είμαστε και τι κουβαλάμε μέσα μας. Η κρίση θα αποκαλύψει ποιοι είμαστε. Να και πάλι οι όροι που έχουν να κάνουν με το τέλος του κόσμου. Κρίση, αποκάλυψη, και στο τέλος καταστροφή του παλιού, του σαθρού και του κενού, για να κάνουμε αυτό το ξεκίνημα. Άρχισε, λοιπόν. ήδη να αποκαλύπτεται τι είναι ο διπλανός μας. Μίλησα για τον διπλανό μας και θυμήθηκα τη μέγαιρα της διπλανής πόρτας, την οποία θα φέρω ως παράδειγμα. Το τέρας που μένει στο διπλανό διαμέρισμα, δουλεύει ως καθαρίστρια και προσπαθεί να πείσει τους ενοίκους ότι η καθαρίστρια της πολυκατοικίας δεν κάνει καλή δουλειά, για να τη διώξουν και να πάρουν αυτήν. Είναι το παράδειγμα του κακού ανθρώπου, χωρίς αρχές, ήθος και αξίες, που έχει μάθει να επιπλέει στα σκατά, βουτώντας μέσα κάποιον άλλον. Η κρίση αναδεικνύει αυτά της τα χαρακτηριστικά και την κάνει χειρότερη. Κι αν αυτό συμβαίνει μεταξύ καθαριστριών, αντιστοίχως, κάποιοι με πιο σημαντικές θέσεις και πιο βαρβάτα αξιώματα, θα πατήσουν στα πτώματα που θα έχουν δημιουργήσει για να σταθούν ψηλά σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Από την άλλη μεριά, βλέπουμε τους καλούς να γίνονται καλύτεροι. Να συσπειρώνονται, να αλληλοβοηθιούνται και να στηρίζει ο ένας τον άλλον με τον τρόπο που μπορεί. Ανακαλύπτουν ξεχασμένες αξίες, επιστρέφουν κοντά στη φύση και εκτιμούν τα αγαθά της. Ξέρουν πως θα μπορέσουν να πάρουν δύναμη από τον άλλον, αρκεί να είναι κι αυτός δυνατός.
Παρατηρώ τις συμπεριφορές μας να αλλάζουν καθημερινά. Άλλοι έρχονται κοντά ο ένας στον άλλον και γίνονται καλύτεροι κι άλλοι προσπαθούν να επιβιώσουν κάνοντας τα χειρότερα. Σε λίγο καιρό, το καλό και το κακό θα είναι εντόνως εμφανή στην κοινωνία μας και θα πρέπει να επιλέξουμε με ποιο θα πάμε. Ακόμη κι αν είχαμε χάσει το δρόμο μας, στον καιρό της πλαστής ευμάρειας, πιστεύω πως οι περισσότεροι θα οδηγηθούμε στο σωστό σημείο. Το κακό θα είναι πια ανίσχυρο. Τόσο που θα αναγκαστεί να προσαρμοστεί. Σταδιακά, θα οδηγηθούμε στην αλλαγή της κοινωνίας μας. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πότε, αλλά αυτή η αλλαγή ξεκίνησε ήδη.
Η Ελλάδα, αλλά κι ο κόσμος όλος, τώρα ξεκινάει. Σωστά μιλάς, πρωθυπουργάρα μου. Δεν ξέρω όμως αν θα μπορέσετε να προσαρμοστείτε στις αλλαγές που θα φέρει το ξεκίνημα, εσύ κι η φάρα σου. Αναγκαστικά, θα το κάνετε, όπως όλοι μας.


Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Σκύψιμο και στήσιμο για καλύτερο στύψιμο


Βρε μανάρι μου, βρε γενναίε και λεβέντη Έλληνά μου. Χαλάρωσε, πουλάκι μου. Όχι, μη… μην ξαναπείς για χούντα. Μην παρεκτρέπεσαι, μετρίασε το πάθος σου και κάνε λίγο ζάφτι αυτό το μεσογειακό σου ταμπεραμέντο που σε παρασέρνει. Δεν υπάρχει χούντα κι άσε τις υπερβολές.
Όλα γίνονται με απολύτως δημοκρατικό τρόπο. Γιατί ναι. Εμείς οι γενναίοι και λεβέντες Έλληνες ανακαλύψαμε τη δημοκρατία (όταν οι άλλοι κρέμονταν από τα δέντρα, μην το ξεχνάμε αυτό) και ξέρουμε να τη διατηρούμε, μαζί με όλες τις αξίες που μας κληροδότησαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Μην ξεχνάς ότι πριν από λίγους μήνες, εκμεταλλεύτηκες την τεράστια αυτή ευκαιρία που σου έδωσε αυτή η αξία που ξέρεις να διατηρείς και ψήφισες αυτούς που θέλουν να σε κυβερνήσουν. Εσύ, γενναίε και λεβέντη Έλληνά μου, εξέλεξες την παλιά σου φίλη τη ΝΔ (που ξεκίνησε την καταστροφή σου), για να κυβερνήσει μαζί με το ΠΑΣΟΚ (που σου έδωσε τη χαριστική βολή) μαζί με τη γιαλαντζί αριστερά, που ήταν η μόνη που εμπιστευόσουν, γιατί οποιαδήποτε άλλη αριστερά θα έθετε σε κίνδυνο τις καταθέσεις σου (που άμα ξεπερνούν τα χίλια ευρώ μέσο όρο θα κάτσω να με χέσεις), χώρια ότι θα έβαζαν χέρι στην ακίνητη περιουσία σου, αυτή που χρωστάς στις τράπεζες και είναι πιο τίμιο να επιστρέψει σ’ αυτές.
Αυτούς εξέλεξες. Για να αποφασίσουν για σένα. Τους εμπιστεύτηκες. Πίστεψες ότι θα σε σώσουν από την καταστροφή. Σ’ αυτό το σώσιμο θα συμβάλουν και τα χρυσαύγουλα, καθαρίζοντας τον τόπο από τους ξένους, που αυτοί φταίνε για το χάλι σου. Τους εμπιστεύτηκες κι αυτούς, γιατί σε έπεισαν πως θα σε βοηθήσουν να μη στήνεις μόνο εσύ κώλο, αλλά να γαμάς κιόλας μόλις δεις ξεβράκωτο κι ανήμπορο (γιατί μόνο αυτούς θα μπορείς).
Όλα μια χαρά είναι για σένα, γενναίε και λεβέντη Έλληνα. Όπως τα οργάνωσες. Έχεις τη δημοκρατία που σου αξίζει. Με δημοκρατικές διαδικασίες έφτιαξες κυβέρνηση, η οποία με δημοκρατικές διαδικασίες (εντάξει, άμα γίνεται και κάνα κουλό μέσα στη βουλή, για το καλό της δημοκρατίας που διάλεξες είναι) παίρνει αποφάσεις για να σε τσακίσει. Μη μιλάς. Εσύ το διάλεξες. Εσύ δημιούργησες αυτό το τέρας που σε τσακίζει.
Σιωπή και μούγκα τώρα. Που μου κατεβαίνεις και στο Σύνταγμα και διαμαρτύρεσαι και σου φταίνε τα χημικά και οι αύρες που σε καταβρέχουν με δημοκρατικό τρόπο. Μούγκα λέμε. Ήταν η επιλογή σου και θα τη λουστείς.
Σκασμός, γενναίε μου. Ασχολήσου και σήμερα με τον Ολυμπιακό, όπως έκανες μια μέρα πριν αποφασίσεις να διαμαρτυρηθεί. Και σήμερα και αύριο και πάντα. Αυτό πρέπει να είναι το ζόρι σου. Ποιος θα βάλει την μπάλα στα δίχτυα. Μη σε νοιάζει αν είσαι εσύ η μπάλα και σε κλοτσάνε μέχρι να σε κουρελιάσουν.
Ήταν η επιλογή σου. Έτσι θα ζήσεις. Σκασμός, λοιπόν. Δεν έχεις δικαίωμα να διαμαρτύρεσαι και να μιλάς για χούντες. Δεν έχεις και πολλές επιλογές. Σκασμός, σκύψιμο (με στήσιμο και στύψιμο) και χειροκρότημα. Αυτά.






Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Άνθρωπος αγράμματος... υπερέχει αλλού

Πριν από λίγες μέρες βρέθηκα στην πλατεία της Καισαριανής όπου γινόταν προβολή γνωστής αντινεοναζιστικής ταινίας. Σκέφτηκα ότι ανάλογες εκδηλώσεις πρέπει να γίνονται σε κάθε πλατεία, σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, κάθε μέρα, κάθε ώρα και οι πολίτες να είναι υποχρεωμένοι να ξεστραβωθούν, βλέποντάς την, αφού δεν κατάφεραν να ξεστραβωθούν μέσω της παιδείας ή οποιουδήποτε άλλου τρόπου μόρφωσης που, όπως είναι γνωστό, στη χώρα μας, άμα δεν το κυνηγήσεις μόνος σου, δε θα σε βοηθήσει η πολιτεία.
Καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, και έχοντας μεσολαβήσει διάφορα περιστατικά με πρωταγωνίστρια τη χρυσή αυγή, σκέφτηκα ότι αυτό είναι το πρόβλημα στην Ελλάδα. Η έλλειψη παιδείας. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. 
Είδαμε υστερικές Χριστιανοπούλες να χτυπιούνται με λύσσα επειδή θεώρησαν προσβλητικό το ρόλο του Χριστού σε κάποιο έργο. Από δίπλα το κόμμα του Καιάδα που δεν τον έχω και για πολύ Χριστιανό. Τη χριστιανική υστερία, που καμία σχέση δεν έχει με την αγάπη που δίδαξε ο Χριστός, κάποτε τη βλέπαμε ως φαινόμενο γελοίο και γραφικό. Τώρα μετατράπηκε σε άγριο τσαμπουκά.
Στη συνέχεια, Χριστιανός αοιδός που κάθε Πάσχα μας έκανε να ζούμε του Χριστού τα πάθη με τη φωνή του που αντηχούσε παντού, δήλωσε ότι του αρέσουν οι τσαμπουκάδες. Τον είδανε οι θείτσες (γιατί μόνο σε θείτσες αρέσει η φωνή του και το στυλ του) και παθιάστηκαν με τα γούστα του. Τώρα γουστάρουν κι αυτές τσαμπουκά.
Στα καπάκια βγαίνει και στηρίζει τη χρυσή αυγή και άλλος αηδής αοιδός, αυτός που ήρθε πριν από κάτι χρόνια να αποτελειώσει τη λειψή παιδεία μας. Αυτός διαμόρφωσε την αισθητική του μέσου χλαπάτσα μικροαστού νεοελληναρά, με σκυλάδικο, ξεκωλοτσιφτετάλια και αρκουδοζεϊμπέκικα, ντύσιμο αστραφτερό, φαβορίτα στιλέτο, επίδειξη με χρήμα που δε μας ανήκει και όλα όσα χρειάζονται για να μετατραπεί το κενό σε σπουδαίο, μίλησε για μετανάστες που του χαλούν την αισθητική. Αυτή η αισθητική που τόση αναγούλα μας προκάλεσε, αυτή η αισθητική που τόση ασχήμια προκάλεσε, αυτή η αισθητική που τόσα δάνεια πήραν κάποιοι για να την αντιγράψουν, βρέθηκε τρόπος να χαλάσει.
Αυτή είναι η αισθητική μας. Ανάλογη είναι και η ηθική μας. Χριστιανική, όπως μας τη δίδαξαν μέσα από κηρύγματα. Καμία σχέση με σεβασμό προς τον άλλον. Ο άλλος έπρεπε να μας σέβεται γιατί είμαστε καλύτεροι.
Τόσα χρόνια μας τραβούσε το φανταχτερό κι ας ξέραμε πως είναι κούφιο. Ζούσαμε σε ψεύτικο κόσμο και δε μας ένοιαζε γιατί είχαμε τυφλωθεί από τη λάμψη του. Πήγαμε στα πανεπιστήμια για να κάνουμε καριέρα και να ανέβει ο μισθός μας και χεστήκαμε για τη μόρφωσή μας. Απαίδευτοι και κενοί, βρεθήκαμε στο κενό και δεν είχαμε τη γνώση να το αντιμετωπίσουμε. Χάσαμε καριέρα και μισθό και τώρα μας φταίνε οι άλλοι κι όχι εμείς που με την ψήφο μας στηρίζαμε ένα σύστημα που τάιζε τους δικούς του, ελπίζοντας να γλείψουμε κάνα κόκαλο. 
Τα γεγονότα δε σταμάτησαν. Θαυμάσαμε τον αρχηγό των νεοναζί στην τηλεόραση. Του πήρε τον αέρα του δημοσιογράφου που τα παίρνει από το κανάλι που τα παίρνει από το λαό. Καμαρώσαμε τη γενναιότητά του, καθώς ξεμπρόστιαζε το βρώμικο σύστημα των ΜΜΕ. Ναι, φταίνε τα ΜΜΕ που υπάρχουν κι όχι δεν είμαστε εμείς που τα στηρίζουμε. Εμείς την ουρά μας τη βγάζουμε απ' έξω.
Κι επειδή η ηλιθιότητα δεν έχει τέλος, ήρθαν οι απαίδευτοι υπεύθυνοι εκπομπής να κάνουν άθλια φάρσα στην Κανέλλη, περιμένοντας να γελάσουμε, θεωρώντας σάτιρα τη βία. Και, ναι. Πολλοί από εμάς, το ευχαριστηθήκαμε και τη χλευάσαμε. Αντί να πάμε να χτυπήσουμε το κεφάλι μας μέχρι να καταλάβουμε ότι τη βία, το φασισμό, τη γελοιότητα, την αμορφωσιά, τη χοντροκοπιά, όλα τα σκατά στα οποία έχουμε βουλιάξει, εμείς τα δημιουργήσαμε. 
Τα πράγματα είναι πραγματικά επικίνδυνα, γιατί άμα ξεσηκωθούν οι απαίδευτοι μικροαστοί, τα αποτελέσματα θα είναι τραγικά. Αν σκεφτούμε πώς απέκτησε εξουσία ο Χίτλερ, θα καταλάβουμε ότι είμαστε στον ίδιο δρόμο. Ήταν καλός ο Χίτλερ. Αντίστοιχα κι ο Μουσολίνι στην Ιταλία κι ο Φράνκο στην Ισπανία. Δεν ήξεραν τότε. Και, τόσο μυαλό είχαν, που δεν μπορούσαν να φανταστούν. Οι μικροαστοί της Γερμανίας, αυτοί που δεν είχαν ιδέα από πολιτική, προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν το οικονομικό τους πρόβλημα (το ηθικό δεν το έβλεπαν, όπως κι εμείς τώρα) έχασαν την ταξική τους συνείδηση και ένιωσαν την ανάγκη να νιώσουν εθνική υπερηφάνεια. Αυτό πάθαμε κι εμείς. Που η ταξική μας συνείδηση είναι χαμένη από τότε που παριστάναμε τους πλούσιους, ξοδεύοντας δάνεια και επιδοτήσεις σε τραγουδισταράδες όπως ο Notis. Είμαστε έτοιμοι να αγαπήσουμε το φασισμό κι ας ξέρουμε τι σημαίνει αυτό.
Θέλουμε δουλειά για να αλλάξουμε γιατί έχουμε ήδη διαμορφώσει χαρακτήρα με ροπή στο φασισμό.  Ωστόσο μπορούμε να κάνουμε κάποιες προσπάθειες. Να κλείσουμε τις τηλεοράσεις, όχι επειδή δε γουστάρει τα κανάλια ο Μιχαλολιάκος, αλλά επειδή μας έχουν κάνει ζημιά. Να ανοίξουμε κάνα βιβλίο. Δανεικό, αν τα φάγαμε όλα τα λεφτά μας, κι ας μην εγκρίνει το δανεισμό η Δημουλίδου, της οποίας τα βιβλία είναι τα πρώτα που οφείλουμε να αποφύγουμε. Να δούμε καλό θέατρο, καλό κινηματογράφο, ν' ακούσουμε καλή μουσική. Να μην ξαναπατήσουμε στον Notis. 
Να απαιτήσουμε από το δήμο μας να προβάλλει κάθε βράδυ αντινεοναζιστικές ταινίες στις πλατείες, όπως αυτή που πέτυχα να προβάλλεται ένα βράδυ στην πλατεία της Καισαριανής.

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Γίνε το σωστό λιπαντικό, γιατί στεγνώσαμε και δε λέει να βρέξει



Το έχω ξαναπεί και επιμένω. Για εμάς τα κορίτσια, η καλύτερη παρέα στα ψώνια είναι ο γκέι φίλος μας. Ξέρει από μόδα, έχει στυλ και γούστο, μας φροντίζει (ειδικά άμα είμαστε «Θεές») και, στην τελική, είναι η αντρική ματιά που χρειαζόμαστε και δε θα την έχουμε ποτέ από άλλο άντρα, γιατί οι στρέιτ σιχαίνονται τα ψώνια, τις πρόβες και την αναποφασιστικότητά μας μπροστά στο υποψήφιο απόκτημα.
Τώρα βέβαια, θα μου πεις, ποια ψώνια, μαρή ψωνισμένη, που δεν έχουμε μήτε για να φάμε. Δίκιο θα ‘χεις. Εννοείται πως δεν ψωνίζουμε. Απλώς βγαίνουμε βόλτα στα μαγαζιά, όπως παλιά, κοιτάμε τα ρούχα, τα δοκιμάζουμε και τα αφήνουμε πίσω, καθώς κάνουμε σχέδια για το μέλλον, τύπου «εγώ αυτό μια μέρα θα βρω τα δέκα ευρώ και θα το αποκτήσω». Διότι κρατάμε την υπόσχεση που δώσαμε στον εαυτό μας, ότι δε θα αγοράσουμε ρούχο που κοστίζει πάνω από τρία ευρώ. Γι’ αυτό καταλήγουμε σε στοκατζίδικα και άλλα φτηνομάγαζα, επιδιώκοντας το πετυχημένο ντιλ, την ευκαιρία «δεν-πουλάμε-χαρίζουμε» που δεν πρέπει να χάσουμε.
Διαπιστώνω πως έχω ξεφύγει από το θέμα μου, στο μεταξύ. Άλλο ξεκίνησα να λέω και –όπως πάντα- αλλού ήθελα να καταλήξω. Αλλά αυτά παθαίνει κανείς όταν δεν μπορεί να ξεφύγει ψωνίζοντας. Ξεφεύγει γράφοντας. Ας επανέλθω.
Σε ένα τέτοιο στοκατζίδικο-πολυμάγαζο ήμουν με τον γκέι φίλο μου και ψάχναμε τη γαμάτη ευκαιρία. Σε κάποια φάση χωριστήκαμε. Αυτός ήταν στα αντρικά και ενθουσιαζόταν με ένα παντελόνι των πέντε ευρώ κι εγώ στα γυναικεία και απελπιζόμουν γιατί δεν έβρισκα κάτι κάτω από πέντε ευρώ, άσε που όλα είχαν τα χάλια τους και δεν έκαναν ούτε για μεταποίηση. Του τηλεφώνησα και του είπα ότι δεν έχω λόγο να μένω εκεί μέσα και θα τον περιμένω στην έξοδο. Μου είπε ότι θα δοκιμάσει το γαμάτο παντελόνι και θα έρθει να με βρει. Σκέφτηκα ότι έχω χρόνο κι είπα να χαζέψω κάτι κοσμήματα κι ας ήταν πανάκριβα και πανάθλια. Κάποια στιγμή, ένιωσα πίσω μου έναν ψηλό άντρα με την αύρα του φίλου μου. Περίμενα να απομακρυνθεί για να γυρίσω να κοιτάξω, μην είναι κάνας άλλος και διανοηθεί να πιστέψει ότι έριξα το βλέμμα μου πάνω του και πάρει θάρρος κι έχουμε άλλα. Ήταν ο φίλος μου που τελικά τσιγκουνεύτηκε το τάλιρο και δεν πήρε το παντελόνι κι έβγαινε έξω. Βγήκα κι εγώ.
«Καλά, περνάς από δίπλα μου, σχεδόν με ακουμπάς και δε με βλέπεις; Και να πω ότι δε φαίνομαι, δυο μέτρα γυναίκα» του είπα.
«Ε, ξέρεις τώρα, άμα μυριστώ μουνί, γυρνάω απ’ την άλλη» μου απάντησε. Παρά το ότι το μάτι του γκέι λειτουργεί σαν σκάνερ προηγμένης τεχνολογίας σε ένα χώρο, αυτό είναι φυσικό, όταν βλέπει γυναίκα. Διότι, από τη μια, πρόκειται για κάτι που δεν τον αφορά, κι από την άλλη, υπάρχει φόβος να πάρει θάρρος η γκόμενα και να νομίζει ότι τη γουστάρει και να έχει τρεχάματα. Κάτι σαν αυτό που έκανα εγώ και δε γύρισα να κοιτάξω ποιος πέρασε από πίσω μου.
Με αφορμή αυτό το γεγονός, και παρά το ότι κατά βάθος γνώριζα την απάντηση, βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω κάτι που τόσα χρόνια κολλητηλικίου, δεν το είχα ρωτήσει. Πήγε ποτέ με γυναίκα;
«Δεν είμαι λεσβία, κούκλα μου» μου απάντησε προσβεβλημένος. Όχι πως έχει πρόβλημα με τις λεσβίες, αλλά γλείφουν τα απαυτά τους. Και τα απαυτά τα γυναικεία τα βλέπουν οι γκέι και κάνει μήνες να τους ξανακάνει κούκου. Δεν είναι τυχαίο το ότι στα καλιαρντά το μουνί το λένε μουτζό (δηλαδή καμία σχέση με κάτι σκωπτικά τραγούδια όπου το λένε Γιώτα. Όσο για τον πούτσο που τον λένε Παναγιώτα στα τραγούδια, στα καλιαρντά έχει πολλές ονομασίες, ανάλογα με το μέγεθος). Κάτι τέτοια ονόματα, αποδεικνύουν πόση εκτίμηση έχουν οι γκέι στο γυναικείο όργανο. Το ότι το γυναικείο στήθος είναι μουτζαντίβαρο ή κατσικανό ή γαλοφουσκού, δείχνει επίσης ότι δε θα ήθελαν ποτέ και με κανέναν τρόπο να του ορμήξουν με πάθος και να εκδηλώσουν με διάφορους τρόπους το θαυμασμό τους και την καύλα τους γι’ αυτό. Δηλαδή, έχουμε κοινά γούστα. Κι εμείς τα κοριτσάκια, όχι πως δεν εκτιμούμε αυτό που κουβαλάμε, αλλά συνήθως θέλουμε από το άλλο, αυτό που δεν έχουμε.
«Και πώς γλίτωσες από όλες αυτές τις θαυμάστριες που εμφανίζονται κατά καιρούς;» τον ξαναρώτησα. Εκεί μου είπε τον πόνο του. Δεν παλεύονται οι γυναίκες που θέλουν να τον κάνουν άντρα, να τον βάλουν στο σωστό δρόμο, να τον βοηθήσουν ώστε να πάψει πια να χαραμίζεται, διότι τέτοιο ωραίο παιδί, κρίμα είναι. Δε λένε να καταλάβουν ότι του αρέσουν οι άντρες. Ότι δεν του κάνει κούκου ούτε με τα κάλλη τους ούτε με τα κόλπα τους. Και τον φέρνουν σε δύσκολη θέση. Κι άμα, λέμε άμα, διότι συμβαίνουν κι αυτά, άμα κάποιος γκέι κάτσει σε γυναίκα, δε θα είναι επειδή τον θάμπωσε η ομορφάδα της, το στυλ της και η θηλυκότητά της. Το πιο πιθανό είναι να το θύμισε τον Μπάμπη, που δεν του κάθισε επειδή επιμένει να είναι στρέιτ και αδίκως παρασύρθηκε από την εμφάνισή του και το μουστάκι του και τον πέρασε για γκέι. Είναι καραστρέιτ και είναι χίπστερ. Γι’ αυτό έχει τέτοια εμφάνιση. Σ’ αρέσει εσένα, κούκλα μου, να του κάνει του γκέι κούκου μαζί σου επειδή του θύμισες τον Μπάμπη;
Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει σε πολλές γυναίκες είναι πάθηση, την οποία θα ονομάσουμε λουγκρολαγνεία και θα πούμε με σιγουριά ότι φταίνε οι άντρες. Οι στρέιτ. Το κατάλαβα από την πρώτη φορά που μπήκα σε γκεόμπαρο και κατάλαβα γιατί δε γυρνούσαν να με κοιτάξουν οι ωραίοι άντρες που συναντούσα στο δρόμο. Και εδώ είναι που μπαίνω για τα καλά στο θέμα μου. Γιατί είμαι καλός άνθρωπος και θέλω να βοηθήσω τους άντρες (τους στρέιτ ντε) να βρούνε το δρόμο τους, ώστε να τους κάτσει καμιά γκόμενα, που όλες τρέχουν πίσω από τις αδερφές και δεν εκτιμούν τη βαρβατίλα.
Όχι, αγόρια μου. Δεν εκτιμούμε τη βαρβατίλα. Δε γουστάρουμε σαν άντρα το χοντροκομμένο αρτάγκουλα, που ξύνει τ’ αρχίδια του καθώς πίνει την μπίρα του και ρεύεται με κρότο, ενώ την ίδια στιγμή, στάζουν ζουμιά από το γύρο με τζατζίκι. Δε γουστάρουμε αυτόν που ο ιδρώτας του, επειδή έχει να πλυθεί απ’ το Σάββατο, βρωμάει ξινίλα, καθώς στάζει στο λευκό σλιπάκι το Μινέρβα με ρεβέρ, φορεμένο κι αυτό από το Σάββατο κι είναι Πέμπτη. Δε μας αρέσει αυτός που μετράει τα ατσαλένια μπράτσα του και παθαίνει υστερία άμα χάσουν κάνα πόντο και δείχνει λιγότερο άντρακλας. Δε γουστάρουμε έναν άντρα ντυμένο σαν τον Μπάμπη το Σουγιά, ούτε μας κάνει κούκου με αυτό το χαρακτήρα που φωνάζει και ξεδίνει στα γήπεδα. Δε γουστάρουμε τον άντρα – τσαμπουκά, ούτε τον άντρα – τραμπούκο. Δε μας καυλώνει ο άντρας – άρχοντας με τα απλωμένα πόδια στο τραπέζι και την εφημερίδα που περιμένει τον καφέ στα πόδια και το μουνί στο πιάτο. Αυτός που το μουνί το παίρνει, κάνοντας επίδειξη το ζοριλίκι του και τη βαρβατίλα του (συνήθως και τα λεφτά του), που αγκομαχώντας στο κρεβάτι (ή όπου αλλού) και προσπαθώντας να φανεί άντρας βαρύς κι ασήκωτος, καταλήγει να ικανοποιεί τον εαυτό του και μόνο. Αυτοί οι άντρες που θέλουν να φαίνονται πολύ άντρες, το πολύ πολύ να αρέσουν σε άλλους άντρες, που θέλουν επίσης να είναι έτσι.
Λοιπόν, αγόρια μου. Δε μας αρέσει αυτός ο τύπος του άντρα. Μας αρέσει ο άντρας ο σωστός, ο ευαίσθητος, αυτός που θα μας καταλάβει, γιατί δε θα φοβάται να αποδεχτεί τη θηλυκή πλευρά του (που όλοι οι άντρες έχουν και όλες οι γυναίκες έχουμε λίγο από αρσενικό στη φύση μας κι άμα δεν το αποδεχτούμε, το αρσενικό που βρίσκεται δίπλα μας, τη γάμησε). Μας αρέσει αυτός που σέβεται τη φύση μας, που είναι σε θέση να καταλάβει τι θέλουμε και γιατί είμαστε έτσι. Μας καυλώνει ο άντρας που μπαίνει στην κουζίνα, που πιάνει τη σκούπα, που απλώνει τα ρούχα. Που ξέρει από πού να μας πιάσει και τι να κάνει για να μας απογειώσει και θέλει να νιώσει αυτή την απογείωση.
Είστε έτσι εσείς αγόρια; Όχι. Γι’ αυτό στέλνετε τις γυναίκες στους γκέι και μένετε με το πουλί στο χέρι. Το θέμα είναι ότι κι αυτές αδίκως ξεροσταλιάζουν, ελπίζοντας να κάνουν τον (γκέι) άντρα των ονείρων τους ν’ αλλάξει γούστα. Δε αλλάζουν τα γούστα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους γκέι που πιστεύουν ότι όλοι οι άντρες μπορούν να γίνουν γκέι, αρκεί να δοκιμάσουν και να καταλάβουν τι χάνουν. Αυτοί χάνουν αλλού, γιατί το θέμα είναι εγκεφαλικό. Άμα το καράβι τους το σέρνει μουνί, δε θα το σύρει τίποτα άλλο και καλά θα κάνει.
Εδώ ήθελα να καταλήξω (και επιτέλους τα κατάφερα). Πρέπει να δεχτούμε τη φύση μας, αυτό που κουβαλάμε κι αυτό που θέλουμε και να σεβαστούμε και τη φύση του άλλου. Διαφορετικά, δε θα ξέρουμε τι θέλουμε. Και θα έχουμε προβληματικές σχέσεις, ανοργασμικές επαφές, καθόλου επαφές (αφού θα είναι περιττές), μίσος για το άλλο φύλο, εχθρότητα για το διαφορετικό, κόμπλεξ, και στο τέλος θα μείνουμε στεγνοί, στυγνοί κι ανέραστοι. Δηλαδή περιφερόμενα προβλήματα.
Τέλος, επειδή είμαι καλός άνθρωπος και δε θέλω να ρίχνω κανέναν, να δώσω τη συμβουλή μου και στα κορίτσια για πετυχημένες σχέσεις. Οι άντρες δεν αντέχουν τις γυναίκες που μοιάζουν με σκύλες και στο βάθος είναι γατούλες. Θέλουν τη σκύλα που μοιάζει με απροστάτευτη γατούλα. Γι’ αυτό προσοχή στη συμπεριφορά μας. Αν κάνουν αυτοί προσπάθεια να αλλάξουν για να μας αρέσουν, οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο.
Και να κλείσω, αφού ευχηθώ καλή επιτυχία στην όποια προσπάθεια κι αν κάνετε για να έρθετε πιο κοντά στον άλλον. Ακόμη και στην προσπάθεια κάποιου χωρίς χιούμορ να έρθει κοντά στη σκέψη μου χωρίς να πάρει στα σοβαρά την κάθε μου λέξη.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Το ψωμί της ξενιτιάς είναι μπριός, αλλά θα πάρω ξεροκόμματο

Αυτές τις μέρες, πολύ δικό μου πρόσωπο ετοιμάζει τα μπαγκάζια του για τα ξένα. Ποια ξένα, θα μου πεις; Στη Γερμανία θα πάει. Ευρώπη. Ίδιο νόμισμα. Και με τόσο στενές επαφές που έχουμε τον τελευταίο καιρό (ας παίζει και η βιαιοτητα και ο σοδομισμός) θα έπρεπε να τη νιώθουμε σαν σπίτι μας αυτή τη χώρα. Μου πρότειναν να πάω κι εγώ. Αν και εκτιμώ πως θα είναι η καλύτερη λύση για την κατάστασή μου (άνεργη από καιρό και χωρίς εισοδήματα), λέω να το παλέψω κι άλλο. Όχι μόνο επειδή ξέρω ότι ακόμα και οι Έλληνες που ζούνε εδώ και χρόνια στη Γερμανία, είναι επιφυλακτικοί, αν όχι εχθρικοί σε όσους μεταναστεύουν λόγω της κρίσης. Όχι μόνο επειδή δεν έχω πλέον τα κουράγια να μαθαίνω μια ξένη γλώσσα για την οποία ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα. Είναι κι άλλοι λόγοι, τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια.
Πρώτα θα κάνω μια μικρή αναφορά στα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα που είχε αυτή η χώρα. Το πρώτο ήταν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κυνηγημένοι και κατατρεγμένοι Έλληνες, σε ζόρικες εποχές, με πολέμους και διωγμούς, αναζητούσαν καλύτερη τύχη στο Αμέρικα. Περισσότερα στη σχετική ταινία του Καζάν.

Πολλοί Έλληνες παστώθηκαν σαν σαρδέλες στα υπερωκεάνια και διέσχιζαν τον Ατλαντικό (όπως αυτό που δείχνει η παραπάνω φωτογραφία, από το Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη), είτε άνθρωποι που αναζητούσαν καλύτερη ζωή, είτε απλοί τυχοδιώκτες, είτε εγκληματίες από τους οποίους απαλλασσόμασταν με τον εκτοπισμό τους σε ξένη χώρα. Γιατί ναι, εκείνο τον καιρό, δε χάσαμε τα καλύτερα παιδιά μας, τους πιο δημιουργικούς μας νέους, τα καμάρια της πατρίδος. Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες είχαν ανεβάσει στα ύψη την εγκληματικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άσε που σε πολλά τραγουδάκια του μεσοπολέμου, διαπιστώνουμε ότι μία ποινή για τους εγκληματίες ήταν να τους ξαποστέλνουν. Διάλεξα ένα νταλγκαδιάρικο του Τούντα με τη Θεά Ρίτα Αμπατζή, η οποία τραγουδάει ως άντρας που έγινε εγκληματίας για να αρέσει στην γκόμενα και κατέληξε τιμωρημένος να μαραζώνει στα ξένα. (Άτιμαι γεναίκαι).

Στη δεκαετία του '60 η Γερμανία ζητούσε ελληνικά εργατικά χέρια για τα εργοστάσιά της. Καλοδέχτηκαν τους Έλληνες, τους οποίους μεταχειρίζονταν ως τεμάχια και τους στοίβαζαν σε παραπήγματα. Οι κακές γλώσσες μίλησαν για συνθήκες σκλαβοπάζαρου, άλλοι δύσπιστοι που θέλουν να μας πείσουν ότι οι Γερμανοί δε μας αντιμετώπισαν με τρυφερότητα, στοργή και προδέρμ, μπορεί να πούνε ότι η αντιμετώπιση των μεταναστών θύμιζε Νταχάου. Κομπλεξισμοί. Για να μας στρώσουν το έκαναν, επειδή είμαστε κακομαθημένοι.
Ανήκω σ' αυτή τη γενιά που μεγάλωσε με μια θεία στην Αυστραλία που έστελνε δολάρια και δέματα και που στο σχολείο υπήρχαν παιδάκια που ζούσαν με τη γιαγιά γιατί οι γονείς τους βρίσκονταν στη Γερμανία κι όταν έρχονταν τους φέρνανε κάτι καραμέλες αρκουδάκια που εδώ δεν κυκλοφορούσαν και μας δίνανε μόνο μία να δοκιμάσουμε, να δούμε τι χάνουμε που δεν έχουμε κι εμείς γονείς στο εξωτερικό και ακούγοντας στο ραδιόφωνο τον Καζαντζίδη να τραγουδάει "το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό" και άλλα σχετικά σουξέ. Εγώ επειδή ήμουν πάντα λίγο πιο κουλτουριάρα, τρομάρα μου, προτιμούσα τα αντίστοιχα τραγούδια του Μαρκόπουλου.

Μετά ήρθε μια φάση ευημερίας. Δηλαδή έτσι νομίζαμε. Δε γίνεται να έχεις ευημερία όταν δεν παράγεις τίποτα κι όταν το μόνο που πουλάς είναι υπηρεσίες και πάλι το κάνεις λάθος, γιατί για να πουλήσεις υπηρεσία σωστά, θα πρέπει να γίνεις υπηρέτης κι όχι να κάνεις το βαρύ πεπόνι. Αλλά ας μην ξεφύγω από το θέμα. Αυτή η ευημερία μας έκανε πολύ δυσκίνητους και δύσκαμπτους. Χρειαζόμασταν εργατικά χέρια για τις βαριές δουλειές. Εμείς θα μπορούσαμε να αναλάβουμε την επίβλεψη, να γίνουμε βοηθοί του επιβλέποντος, οι γραμματείς του, οι διευθυντάδες του, υπήρχαν τόσα που μπορούσαμε να κάνουμε για να νιώσουμε ανώτεροι από κάτι ανθρωπάκια που μετανάστευαν από τα φτωχά Βαλκάνια (είδες; ο κομμουνισμός φταίει για όλα) κι αργότερα από περιοχές όπου οι μεγάλες δυνάμεις έχουν φυτέψει πολέμους και βιαιότητες και ξεβράζονταν στη χώρα μας στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν και εγκλωβίζονταν σ' αυτήν.
Μαλθακέψαμε. Μάθαμε να πουλάμε το τίποτα και να κερδίζουμε πολλά. Κι όταν η ξεφούσκωσε το αερόστατο που μας είχε σηκώσει, γκρεμοτσακιστήκαμε και μας κακοφάνηκε. Κι έτσι όπως ήμασταν καλοζωισμένοι, δεν ξέραμε και πώς να το αντιμετωπίσουμε. Τι κάνουμε για τα κομμένα πόδια; Ξανακολλάνε τα κομμένα φτερά; Κλένουν οι πληγές; Κι αποφασίσαμε. Μας φταίει η χώρα που εμείς την αγαπάμε κι αυτή μας πρόδοσε. Θα φύγουμε να γλιτώσουμε.
Έφτασε η ώρα για το άλλο μεγάλο ρεύμα μετανάστευσης. Όπου κι αν βρεθώ, συναντώ κάποιον που σκέφτεται να φύγει. Ή ακούω για μια φίλη, ένα γείτονα, μια ξαδέρφη, έναν παλιό συμμαθητή που έφυγε, εντάξει, δεν είναι και διευθυντής, αλλά παίρνει καλό μισθό, δεν τον γδέρνουν στο σουπερμάρκετ, έχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη επιπέδου και τα παιδιά του θα πάνε σε σχολείο όπου θα μορφωθούν χωρίς να μπει στη μέση η παραπαιδεία. Υπάρχουν τέτοιοι μαγικοί τόποι που σέβονται τους πολίτες τους, οι οποίοι πληρώνουν φόρους που δεν πετιούνται στα σκυλιά. Κι η Ελλάδα δε θα γίνει ποτέ έτσι. Η Ελλάδα δε θα γίνει ποτέ έτσι, γιατί, άμα σηκωθούμε να φύγουμε, θα την αφήσουμε στο έλεος αυτών που δεν έχουν κανένα πρόβλημα, γιατί αυτοί το δημιούργησαν. Η Ελλάδα θα γίνει χειρότερη.
Ας σκεφτούμε ποιοι έφευγαν κάποτε και ποιοι φεύγουν τώρα. Στο πρώτο κύμα έφευγαν κατατρεγμένοι και κακοποιοί. Στο δεύτερο, βιοπαλαιστές και άνθρωποι χωρίς στον ήλιο μοίρα, που το σημαντικότερο προσόν ήταν η καλή υγεία (που την έχασαν στις φάμπρικές) και η καλή σωματική διάπλαση. Τώρα όμως φεύγουν άνθρωποι μορφωμένοι και καλλιεργημένοι. Άνθρωποι που έχουν να δώσουν σ' αυτόν τον τόπο. Όμως και άνθρωποι που δεν έχουν αντοχές. Το ότι δεν ευθύνονται αυτοί για τους πολιτικούς που έχουμε και για την κοινωνία που φτιάξαμε, δε σημαίνει ότι δε θα ευθύνονται και για την εγκατάλειψη της χώρας στο έλεος όσων μας έφτασαν ως εδώ.
Δεν ευθύνομαι για όσα μας έφεραν ως εδώ, αλλά δεν παίρνω κι όρκο. Επέτρεψα να συμβεί αυτό που ζούμε. Όλοι το επιτρέψαμε κι ας αναλάβουμε τις ευθύνες μας για όσα κάναμε γιατί θα είναι πιο βαριά η ευθύνη για όσα θα συμβούν.
Καταλήγω πως το καλύτερο που έχω να κάνω, είναι να μείνω. Και, πού θα πάει, θα βρω μια δουλειά και θα ζήσω. Και θα παλέψω προσπαθώντας για το καλύτερο. Κι άμα το κάνουμε όλοι, όλο και θα συμβεί.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Ελλάδα vs Βουλγαρία


Προσφάτως βρέθηκα στο εξωτικό Σαντάνσκι. Είναι η πιο κοντινή μεγάλη πόλη από τον Προμαχώνα Σερρών. Από τις γύρω περιοχές, πηγαίνουν έτσι για πλάκα. Για ψώνια, για καφέ, για νυχτερινή διασκέδαση, για πουτάνες και για καζίνο.
Ήταν μια ημερήσια εκδρομή. Με πήγαν και με φέρανε κι έτσι δεν μπόρεσα να κάνω σε βάθος εξερεύνηση. Ωστόσο διαπίστωσα ότι οι γείτονες το έχουν ανεβάσει πολύ το επίπεδο. Ή μήπως είμαστε εμείς που το ρίξαμε;
Οι Βούλγαροι είναι φτωχοί άνθρωποι. Αλλά αξιοπρεπείς. Έχουν ανατραφεί σε αυστηρό κομμουνιστικό περιβάλλον και προφανώς αυτός είναι ένας λόγος που, ακόμα και οι πιο κακομοίρηδες, μοιάζουν μορφωμένοι και καλλιεργημένοι.
Το πρώτο πράγμα που σου λέει κάποιος όταν μαθαίνει ότι θα πας Βουλγαρία, είναι να προσέχεις μη σου κλέψουν το αυτοκίνητο και σου το κάνουν τάλαρα. Πανικόβλητος το βάζεις σε ανοιχτό πάρκινγκ και από το άγχος σου ξεχνάς ανοιχτό το παράθυρο και το κινητό φαρδύ πλατύ πρώτη μούρη, να μην παιδευτεί ο άλλος να το πάρει. Όταν το θυμάσαι, πας και βρίσκεις έναν άσχετο της περιοχής, που δε σου κάνει και πολύ καθωσπρέπει να σου λέει σε σπαστά ελληνικά: "Δικό σου είναι; Έριξα το κινητό πιο μέσα για να μην το δει κανείς και το πάρει". Εκεί διαπιστώνεις ότι όχι μόνο δεν κλέβουν αυτοκίνητα, αλλά μπορεί να βρεις και κάποιον που θα σε προστατεύσει από τους κλέφτες.
Ψάχνεις να βρεις φαγάδικο και κάνεις κέφι για βουλγάρικο φαγάκι, καυτερό, μαγειρεμένο στο τσουκάλι. Καταλήγεις σε κάποιο από τα πολλά με τις ελληνικές επιγραφές. Ο σερβιτόρος, με σπαστά ελληνικά, σου εξηγεί ότι τα φαγητά τους απευθύνονται σε ελληνικά γούστα κι έτσι καταλήγεις να τρως αυτό που έχει σιχαθεί ο οργανισμός σου: Μπριζόλα στη σχάρα.
Περπατώντας στον κεντρικό δρόμο που, σε αντίθεση με την Πανεπιστημίου, είναι πεζόδρομος, διαπιστώνεις πόσο κοντά μας βρίσκονται. Όλα τα μαγαζιά απευθύνονται σε Έλληνες. Μπαίνεις μέσα και συνεννοείσαι στα ελληνικά, γιατί δε μιλάς βουλγάρικα και δε μιλούν αγγλικά. Παρατηρείς γύρω σου και βρίσκεις λογιστικό γραφείο στα ελληνικά, οδοντιατρείο στα ελληνικά, αλλά και τη νέα μόδα που έχει κατακλύσει τη χώρα μας, τα ενεχυροδανειστήρια, τώρα σε όλα τα Βαλκάνια.
Περπατάς στο Σαντάνσκι και σκέφτεσαι ότι οι Βούλγαροι είναι οι καλοί άνθρωποι που φτιάχτηκαν για να διευκολύνουν τους γείτονές τους. Αυτό το καταλαβαίνεις με το που περνάς τα σύνορα, όπου σε καλωσορίζουν, χωρίς καν να κοιτάξουν ποιος είσαι. Κι όσο τους γνωρίζεις, τόσο καταλαβαίνεις πόσο πάνω απ' αυτούς βρίσκονται.
Η βόλτα στην πόλη θυμίζει βόλτα στην Κηφισιά, μόνο που αν κάτσεις να πιεις καφέ, θα τον πληρώσεις 1 ευρώ (δέχονται και τέτοια) και όχι 5.
Η Zagorka, η πράσινη μπίρα τους, είναι καλύτερη από την Άλφα μας. Άσε που κοστίζει 1,5 ευρώ το δίλιτρο και γι' αυτό φορτώνεσαι δυο εξάδες απ' αυτά φεύγοντας και σε κοιτάνε οι τελωνειακοί με μισό μάτι.
Ο Αζίς τραγουδάει καλύτερα το ίδιο τραγούδι από τον Κιάμο. Άσε που την κλοπή του άσματος την κάναμε εμείς.
Το αιθέριο έλαιο τριαντάφυλλου είναι ανώτερης ποιότητας από αυτά που κυκλοφορούν στη δική μας αγορά και μπορείς να πάρεις μεγάλη ποσότητα χωρίς να φτωχύνεις.
Τα κομμουνιστικά μπλοκ εργατικών πολυκατοικιών βρίσκονται μέσα σε χώρους με πράσινο και με τις σχετικές υποδομές. Δηλαδή είναι φτιαγμένα με προδιαγραφές, άρα καμία σχέση με τα δικά μας εργατικά γκρεμούλια.
Σέβονται τους επισκέπτες τους. Μπορεί να μην είναι γελαστοί και πρόσχαροι, αλλά άμα σε δούνε να ψάχνεσαι, θα έρθουν μόνοι τους να σε ρωτήσουν (στα ελληνικά πάντα) αν θέλεις βοήθεια. Εμείς βλέπουμε ξένο και, εκτός του ότι ορμάμε να τον ληστέψουμε στα μαγαζιά, χλευάζουμε τα πάντα. Από τη φάτσα τους μέχρι το πέδιλο με την κάλτσα.
Ζούνε μια ήρεμη ζωή. Περπατάς στο δρόμο ή το τεράστιο πάρκο τους και δεν ακούς φωνές. Οι άνθρωποι μιλάνε, αλλά δε σε αναγκάζουν να τους ακούσεις. Δεν κράζουν, δεν κραυγάζουν, δεν καγκουριάζουν. Βέβαια, σε μια πόλη σαν το Σαντάνσκι, δίπλα στα σύνορα, μπορεί μια παρέα Ελλήνων να διαταράξει αυτή την ηρεμία.
Με βάση όλα τα παραπάνω και λογικά σκεπτόμενη, μπορώ να είμαι σίγουρη ότι οι ενεχυροδανειστές τους κάνουν τη δουλειά τους με ευνοϊκότερους όρους, σε σχέση με τους Έλληνες συναδέλφους τους. Γι' αυτό και, χωρίς να θέλω να κάνω διαφήμιση, αλλά θα την κάνω, συνιστώ να τους προτιμήσουμε.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Για Τεχεράνη καλά πάμε;



Κάποτε χρειάστηκε να ζητήσω τη βοήθεια της δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος. Ήταν τότε που κάποια περιέφερε τη μούρη μου στο φέισμπουκ με το όνομα Sara Kavla και με τρόπο που με έκανε να φαίνομαι κάτι παραπάνω από απλώς διαθέσιμη και έτοιμη για όλα.
Εννοείται πως δεν προσέτρεξα κατευθείαν στις αστυνομίες και στις μεγάλες δυνάμεις για να μου λύσουν το θέμα. Πρώτα έστειλα μήνυμα στην ίδια ζητώντας της να κατεβάσει τη φωτογραφία μου. Όμως ο τσουλίστικος τρόπος της, ο οποίος δε διέφερε από το ύφος της σελίδας της, με ανάγκασε να λειτουργήσω αλλιώς.
Οι άνθρωποι της δίωξης ήταν ευγενέστατοι. Ήταν ολοφάνερο ότι πολύ τους στεναχώρησε το ότι διασύρομαι στο διαδίκτυο με τέτοιο τρόπο. Όμως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Ήταν ξεκάθαροι. Σε φεϊσμπουκοδουλειές δεν ανακατεύονται.
Λίγους μήνες μετά, γνωστός συγγραφέας -δε λέω το όνομά του για να μην αναστατωθούν οι νοικοκυραίοι- δέχεται απειλές από κάτι τύπους που τώρα μπήκαν στη βουλή. Στην προσπάθειά του να ζητήσει βοήθεια από την ίδια υπηρεσία, η απάντηση ήταν πως πρέπει να διαπιστωθεί έγκλημα για να παρέμβει. Δηλαδή, άμα τον τρώγανε λάχανο, η δίωξη θα προχωρούσε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες να βρει από πού προέρχονταν τα απειλητικά μηνύματα.
Οι τύποι που λέγαμε, αυτοί που τώρα μπήκαν στη βουλή, οι οποίοι δε φημίζονται και για την καλή τους σχέση με το Χριστιανισμό -να δω τον Καιάδα να ανάβει το κερί του στον Άγιο Παντελεήμονα (της Αχαρνών, εννοείται) και να προσκυνά με δέος και κατάνυξη την εικόνα της Παναγιάς και τι σταδιάλα- θίχτηκαν από την ύπαρξη του Γέροντα Παστίτσιου και την προσπάθεια δημιουργίας της θρησκείας του πασταφαριανισμού (που κανονικά θα έπρεπε να θιχτούν οι ρασταφάριανς, αλλά δεν είναι όλοι άρρωστοι σ’ αυτόν τον πλανήτη) και, εκτιμώντας ότι ο τύπος χλευάζει τον Παΐσιο και όχι το ρασταφαριανισμό, προκάλεσαν τέτοια ταραχή, που ξαφνικά η δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος, βρήκε σοβαρό λόγο για να λειτουργήσει.
Εγώ πάλι αυτόν τον Παστίτσιο πολύ τον είχα συμπαθήσει και δεν τον είχα για βλάσφημο. Και απόρησα όταν έμαθα ότι συνελήφθη. Σκεφτόμουν ότι το εγκλημά του ίσως ήταν ο προσηλυτισμός. Κι αυτό, γιατί, αν δεν άλλαξε κάτι στο σύνταγμα, ο καθένας μπορεί να έχει όποιο θρήσκευμα θέλει σ’ αυτή τη χώρα. Και ναι, η πάστα, για εμάς τους καλοφαγάδες, είναι θρησκεία. Το ίδιο και η μπεσαμέλ.
Κάποιοι δηλώνουν ως θρησκεία τον ΠΑΟΚ, την ΑΕΚ, τον Ολυμπιακό, τη θύρα 13 (για να κάνει και ρίμα). Και, παθιασμένοι με τη θρησκεία τους, μετατρέπουν τα γήπεδα σε ναούς των ταλιμπάν. Μπορώ να ορκιστώ στην αγία ταλιατέλα ότι οι ίδιοι άνθρωποι, με το ίδιο πάθος, υπερασπίζονται και το Γέροντα Παΐσιο που ποτέ δε γνώρισαν και ποτέ δεν έμαθαν τι είπε και τι έκανε.
Κάποιοι άνθρωποι έχουν αξίες. Πατρίδα, θρησκεία και οικογένεια. Πήραν αρχές από τα σπίτια τους. «Η θρησκεία πάνω απ’ όλα» ούρλιαζε ο πατέρας τους, καθώς έδερνε τη μάνα τους επειδή δεν είχε κάνει το σταυρό της πριν από το φαγητό. Άλλωστε κι ο Παΐσιος δε θα διαφωνούσε και θα του ‘δινε και την ευχή του. Γιατί στη σωστή, τη χριστιανική οικογένεια, ο άντρας πρέπει να αφεντεύει τη γυναίκα.
Ο νεοέλληνας, αυτός που έχτισε τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, δε σηκώνει αστεία. Και όχι, δε φταίει το ότι με την κρίση έχουμε χάσει το χιούμορ μας. Έτσι είμαστε. Ο ήρωας του ’21 και ο παπάς της ενορίας είναι αξίες ανεκτίμητες για αυτόν τον τύπο. Τον βοηθούν να αποκτήσει υπόσταση, τον κάνουν να νιώθει έξυπνος, δυνατός, ικανός και νομίζει πως παίρνει τουλάχιστον δέκα πόντους μήκος στο πουλί του.
Έκατσα και παρακολούθησα ποιοι παθιάζονται πιο πολύ με το θέμα, αντιδρώντας με βρισιές και χωρίς επιχειρήματα. Ποιοι νομίζουν ότι θίχτηκαν τα ιερά και τα όσιά τους. Ποιοι χρειάζονται τέτοια ιερά και όσια. Και δε χάρηκα με τη διαπίστωση. Οι περισσότεροι είναι νέοι, από αυτούς που σε άλλες εποχές, οι γονείς τους θα φιλούσαν κατουρημένες ποδιές για να τους βολέψουν κάπου -καθώς ήταν ανίκανοι να κάνουν κάτι μόνοι τους και να πετύχουν-, αλλά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, δε θα βολευτούν πουθενά και τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα για αυτούς. Έτσι, οι κοπέλες ποζάρουν στα προφίλ τους με το μαγιό ή με το καυτό το φόρεμα και το λάγνο βλέμμα, περιμένοντας να βρεθεί κάποιος που θα συγκινηθεί από τα κάλλη τους, τα μόνα προσόντα που διαθέτουν. Τα αγόρια ποζάρουν δίπλα σε κακομούτσουνες γκόμενες, καμαρώνοντας που ακόμα κι αυτές τους κάτσανε. Οι ίδιες καμαρώνουν επειδή τους έκατσε γκόμενος κι ας είναι και κάγκουρας με μυαλό αμοιβάδας. Πέρα από την προσωπική τους ζωή που είναι ευτυχισμένη, υπάρχει μια αγανάκτηση γιατί οι πολιτικοί είναι κλέφτες και μας κοροϊδεύουν και μας κλέβουν κι εμείς τους μουντζώνουμε και πατσίζουμε.
Σε τι σπίτια μεγάλωσαν αυτά τα παιδιά και τι αξίες πήραν; Σε τι σχολεία μορφώθηκαν; Με τι παρέες συναναστράφηκαν; Τι βιβλία διάβασαν; Τι ταινίες είδαν; Μπροστά σε τι είδους τηλεόραση πέρασαν το χρόνο τους. Από τι είδους εκπομπές ενημερώθηκαν; Τι γνώμη απέκτησαν με όλα αυτά και με ποιον την αντάλλαξαν;
Αυτά τα παιδιά είχαν αυτές τις δυνατότητες σ’ αυτήν την κοινωνία. Δε θα κάνουν κάτι για να την αλλάξουν. Θα διατηρήσουν τις αξίες τους και θα περιμένουν τον άγιο να κάνει το θαύμα του, βρίζοντας όποιον προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει χιούμορ για να τους πει ότι δε διαφέρουν από τους μουσουλμάνους που μισούν επειδή είναι βάρβαροι, και στέλνοντας στην πυρά όποιον τους θυμίσει ότι, χάρη σ' αυτούς, ο μεσαίωνας δεν τελείωσε ακόμη.
«Η θρησκεία και οι νόμοι είναι δύο πατερίτσες που χρειάζονται οι άνθρωποι με αδύνατα πόδια» είχε πει ο Ντιντερό. Εύχομαι αυτά τα παιδιά να δυναμώσουν και να λιγοστέψουν οι ανάγκες τους. Και δε θα κάνω άλλες αναφορές στο τι έχει ειπωθεί για τη θρησκεία. Ούτε θα υποστηρίξω ότι είναι το όπιο του λαού, όπως κάνουν πολλοί. Δε ζούμε πλέον στην εποχή του Μαρξ και του οπίου. Οι καιροί αλλάζουν, γίνονται άγριες οι εποχές, οι καταστάσεις γίνονται πιο ζόρικες, και τα ναρκωτικά πιο σκληρά.

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Στους άντρες δεν αρέσουν οι κατίνες (απόσπασμα κεφαλαίου ΚΓΠ, εις μνήμην Μιχάλη Μενιδιάτη)

................................................................
Ας υποθέσουμε ότι ο τύπος είναι πολυγαμικός και όπου βλέπει μουνί, θέλει να πηδήξει. Κι εσύ το έχεις πάρει χαμπάρι και του λες ευθέως ότι αν δεν πάψει να αναζητάει άλλα μουνιά, το δικό σου δε θα το ξαναδεί. Εννοείται ότι θα σε πάρει και θα σε σηκώσει, που τόλμησες να πιστέψεις κάτι τέτοιο. Είσαι κατίνα, πιεστική και βλέπεις φαντάσματα, που καλύτερα να έβλεπες κανέναν ειδικό.
Πώς θα σου φαινόταν όμως να πάει αυτός σε ειδικό, για να θεραπεύσει αυτήν την πάθηση, με δική του πρωτοβουλία και να σε ευχαριστήσει που, επιτέλους, ξεπέρασε το πάθος του με τις γυναίκες και τώρα παθιάστηκε με τη μία και μοναδική γυναίκα της ζωής του: εσένα; Δεν είναι δύσκολο. Θα πας και θα ψαχουλέψεις στο ίντερνετ αποφθέγματα που έχουν σχέση με την πίστη στο σύντροφο, τη μονογαμία, την αποκλειστικότητα, το γάμο… Θα του στέλνεις κάθε πρωί την καλημέρα σου μαζί με ένα απόφθεγμα, είτε στο κινητό είτε στο μέιλ του. Μετά θα πάρεις μερικά τέτοια, τα οποία θα τα συνδυάσεις με άλλα που μιλάνε για την αγάπη και τον αιώνιο έρωτα και θα κάνεις ένα βίντεο με καρδούλες και νεράιδες και μουσική με άρπες και θα το ανεβάσεις στο youtube. Εννοείται ότι θα του το αφιερώσεις. Γέμισέ τον ενοχές. Και να τον αντιμετωπίζεις με γλυκύτητα, τρυφερότητα, πραότητα, έως και πλαδαρότητα. Έναν τόσο γλυκό άνθρωπο ήθελε πάντα δίπλα του. Που να ανέχεται όλα όσα κάνει. Που θα σταματήσει να τα κάνει.
Επίσης έχουμε το κλασικό κόλπο με το τηλέφωνο. Σου το έχει πει κι η μάνα σου κι εσύ γέλασες γιατί το θεώρησες κατινιά.
Τι κάνεις με το τηλέφωνο όταν τον παίρνεις; Μη μου πεις ότι ρωτάς πού είναι. Άσε με να μαντέψω την απάντηση.
«Καλά, είσαι άρρωστη. Τι ερώτηση είναι αυτή; Έτοιμη για ανάκριση είσαι. Όπου θέλω είμαι. Λογαριασμό θα σου δώσω; Δεν μπορείς άμα δε με ελέγχεις; Δεν αντέχω άλλο έλεγχο. Με πνίγεις, το καταλαβαίνεις; Με πνίγεις. Άφησέ με να ανασάνω».
Και εσύ απαντάς μουδιασμένη: «Ρώτησα μήπως είσαι σε δουλειά και ενοχλώ. Κι έλεγα, αν είσαι έξω και μπορείς, να ερχόσουν να φάμε, που μαγείρεψα γιουβαρλάκια που σου αρέσουν».
Ασφαλώς, μετά από μια τέτοια απάντηση, θα φωνάζει ακόμα πιο πολύ:
«Δε βγάζει άκρη κανείς μαζί σου. Από τη μια ο έλεγχος και η ιερά εξέταση κι από την άλλη τα γιουβαρλάκια. Μην πας να το μαζέψεις γιατί δε σε παίρνει».
Έτσι ακριβώς. Δε βγάζεις άκρη με την ευθύτητα και την ειλικρίνεια. Αυτές οι συμπεριφορές είναι απαγορευμένες σε όσες θέλουμε να τηρήσουμε τους κανόνες του κώδικα γυναικείας πουτανιάς, ο οποίος επιβάλλει κατινιά και επιφέρει επιτυχία στη σχέση. Πρόσεξε πώς πρέπει να το χειριστείς. Πρώτα πρώτα, δεν παίρνεις ποτέ τηλέφωνο.
«Τι κάνεις αύριο το βράδυ; Μπορούμε να βρεθούμε;» σε ρωτάει ο χαλβάς.
«Στο σπίτι θα είμαι, μωρό μου. Θα τινάζω τα χαλιά και θα πλέκω μια κουβέρτα με το βελονάκι, όλη δαντέλα. Πάρε με τηλέφωνο» απαντάει η καπάτσα.
Την παίρνει ο χαλβάς στο σπίτι, δεν απαντάει αυτή. «Μπορεί να είναι στο μπαλκόνι, να τινάζει τα χαλιά και να μην το ακούει» είναι η πρώτη σκέψη. Την ξαναπαίρνει μετά από πέντε λεπτά με το ρολόι. Αυτή το κοιτάει και δεν απαντάει. Ο χαλβάς αρχίζει να προβληματίζεται. Σε τρία λεπτά με το ρολόι, ξαναπαίρνει. Αυτή ξανά δεν απαντάει. Την ξαναπαίρνει αμέσως μετά. Εννοείται ότι κανείς δεν απάντησε. Την παίρνει στο κινητό. Αυτή το κοιτάει και κάνει πως δεν το ακούει. Σε τρία λεπτά με το ρολόι, ξαναπαίρνει στο κινητό. Ξανά χωρίς απάντηση. Της στέλνει μήνυμα: «Μωρό μου πού είσαι; Σε ψάχνω. Είσαι καλά; Θα βρεθούμε;» Χωρίς απάντηση κι αυτό. Σε πέντε λεπτά, με το ρολόι, την ξαναπαίρνει. Κάθεται ήδη σε αναμμένα κάρβουνα. Του περνάει από το μυαλό να πάει να της γκρεμίσει την πόρτα, αλλά είναι αποφασισμένος να φερθεί σαν κύριος. Καπνίζει ένα πακέτο τσιγάρα σε μία ώρα. Τόσο αποφάσισε να κρατηθεί και μετά θα την ξαναπάρει. Δεν έχει πάρει τα μάτια του από το τηλέφωνο, αν και ρίχνει κλεφτές ματιές στο ρολόι. Μόλις φτάνει στο τέλος χρόνου, αρπάζει το τηλέφωνο και την ξανακαλεί. Στο έβδομο χτύπημα, το σηκώνει λαχανιασμένη και αναστατωμένη.
«Έλα, μωρό μου» του απαντάει σα να μη συμβαίνει τίποτα.
«Σε παίρνω εδώ και δύο ώρες και δεν το σηκώνεις. Πού είσαι;» τη ρωτάει πιο αναστατωμένος.
«Αχ, μωρό μου, κάτι μου έτυχε… είχα μια δουλειά» δικαιολογείται δήθεν χάνοντας τα λόγια της.
«Τι δουλειά;» ρωτάει ο χαλβάς που τρέμουν τα πόδια του στο μεταξύ.
«Ε, τι να σου λέω τώρα, κάτι δικά μου… εσύ, καλά;» αλλάζει κουβέντα δήθεν για να τον αποπροσανατολίσει. Στην πραγματικότητα έχει ήδη χεστεί πάνω του και δε βλέπει την ώρα να πάει να αναζητήσει τα πειστήρια του εγκλήματος.
«Καλά… είχες πει ότι θα είσαι σπίτι και θα βρισκόμασταν».
«Ναι, ναι, να βρεθούμε» του λέει ξεροκαταπίνοντας για να φανεί ότι κάτι κρύβει. «Αλλά όχι ακόμη. Σε κάνα δίωρο είναι καλά;».
Πόσα έχει κάνει μέσα σ’ αυτό το διάστημα και πόσα ακόμη θα κάνει μέσα σ’ αυτό το δίωρο; Είναι ολοφάνερο ότι έχει ενοχές για κάτι. Θα το ανακαλύψει. Αλλά σημασία έχει να μην τη χάσει.
Όταν φτάνει η ώρα της συνάντησης, αυτός φρικαρισμένος κάνει διάφορες πλάγιες ερωτήσεις με σκοπό να μάθει τι σκατά δουλειά ήταν αυτή που δεν τολμάει να του αναφέρει. Αυτή αποφεύγει να απαντήσει με διάφορους επίσης πλάγιους τρόπους και καταλήγει στο «για ποια με πέρασες» και άλλα τέτοια που λένε οι υπεράνω πάσης υποψίας γκόμενες.
Ένα άλλο κόλπο είναι να του πετάξεις στα μούτρα την περιφρόνηση. Σου ζητάει να βρεθείτε πχ αύριο κι εσύ του λες ότι έχεις κανονίσει και τι κρίμα που δεν μπορείς και να σου το έλεγε νωρίτερα κι ότι δε γίνεται να περιμένεις πότε θα αποφασίσει να βρεθείτε και άλλα τέτοια που θα τον γεμίσουν ενοχές.
Την άλλη μέρα, μπαίνεις στο φέισμπουκ και ανεβάζεις φωτογραφίες σου από μέρος εξωτικό, όπου υποτίθεται πήγες εκδρομή με τον τάδε, ας είναι κι από πρόπερσι, δε μας πειράζει. Εννοείται ότι βάζεις λεζάντα τύπου «μια υπέροχη μέρα με τον υπέροχο τάδε», όπου ο τάδε μπορεί να είναι κι ένας άσχετος φίλος σου που έχεις κανονίσει να μπει και να πει ότι η μέρα ήταν υπέροχη γιατί είσαι υπέροχη κι εσύ και άλλα παπαρίσματα που θα κάνουν το χαλβά σου να μην αφήνει μέρα χωρίς να τρέξει σαν σκυλάκι από πίσω σου.
Ο άντρας φοβάται, λέει, μη χάσει την ελευθερία του. Η πραγματικότητα είναι ότι δε συμβιβάζεται με μέτριες καταστάσεις. Άμα είναι να τη χάσει, πρέπει να τη χάσει για τα καλά. Να γίνει δούλος μιας γκόμενας που θα τον σέρνει από το χαλκά που θα του έχει περάσει στη μύτη, χώρια οι αλυσίδες. Αρκεί να ξέρει ότι δεν έκλεψε αυτή την ελευθερία του, αλλά αυτός τη δική της.
Πρόσεξε τώρα το τελευταίο μάθημα. Σου έχω παλιό λαϊκό, πονεμένο και μαζοχιστικό άσμα που πρέπει να παρατηρήσεις καλά τους στίχους του. Πρόκειται για μία συγκλονιστική έμπνευση του στιχουργού Γιώργου Σαμολαδά (τη μουσική είχε γράψει ο Καλδάρας και το έκανε σουξέ ο Μενιδιάτης, αν θες να ξέρεις, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας). Κανείς δεν έχει εκφράσει καλύτερα το πώς βλέπει ο άντρας μια σχέση. Σημείωνε. Ή βγάλε καμιά φωτοτυπία να την κάνεις αφίσα.
«Περιφρόνα με γλυκιά μου, γέλα με τον έρωτά μου, στην καρδιά μου μίσος δεν κρατώ. Γέλα και μη με προσέχεις, μα δικαίωμα δεν έχεις να μου λες να μη σε αγαπώ».
Ο αντρικός μαζοχισμός σε όλο του το μεγαλείο. Της το ζητάει ευθέως. «Ρίξε μου χλαπάτσα κι άσε με να γίνω το σκυλάκι σου» ή «γίνε καριόλα και θα γίνω σκλάβος σου» ή «γουστάρω περιφρόνηση, ξεφτίλα, κολάρο και λουρί». Αυτές οι γκόμενες αρέσουν στους άντρες. Αυτές που τους περιφρονούν. Που τους κάνουν να τρέμουν μην τις χάσουν. Ακόμη και με κατινίστικα κόλπα που μας δίδαξε η μαμά.
Βέβαια, μη νομίζεις ότι οι άντρες είναι τόσο χάπατα που δεν τα πιάνουν αυτά τα κόλπα. Αλλά θέλουν να πιστεύουν ότι δεν είναι κόλπο, αλλά ότι αυτή τη γυναίκα που τους περιφρονεί, θα την κερδίσουν. Ότι θα καταφέρουν να δέσουν (με τα δεσμά του γάμου, ασφαλώς) αυτήν την γκόμενα που κάθε τόσο τους παίζει και τους βασανίζει. Να δούμε όταν θα ζούνε στο ίδιο σπίτι, πού θα πάει να κρυφτεί.
Τέτοια σκέφτονται κι ας ξέρουν ότι δε χρειάζεται να παιδευτούν πολύ για να την πείσουν να τους χαρίσει την ελευθερία της. Κι ας ξέρουν πόσο εύκολο είναι να τους την κάνει ακόμα και κάτω από τη μύτη τους και μπροστά στα μάτια τους.



Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Ε, δεν είμαστε και όλοι ίδιοι, μάνα μου



Όταν έφυγα από την επαρχιακή πόλη που ζούσα μέχρι πριν από λίγα χρόνια, με τη μικροαστική νεοπλουτίστικη νοοτροπία της, με την καγκουριά, την αρχοντοχωριατιά και όλα τα χαρακτηριστικά της κλειστής κοινωνίας, αποφάσισα πως δε θα ξαναζήσω τέτοιες καταστάσεις. Και αποφάσισα να εγκατασταθώ στα Εξάρχεια που έχουν μια εναλλακτική νοοτροπία, πιο ανοιχτά μυαλά, καλλιεργημένους ανθρώπους και καλλιτεχνοκαταστάσεις.
Ας αφήσω για μια άλλη φορά το θέμα της καγκουριάς που κατοικεί στο διπλανό διαμέρισμα και απειλεί να εισβάλει στο δικό μου με την αδιακρισία της κι ας ελπίσω πως θα συνεχίσουν να μην πληρώνουν ενοίκιο και πως θα φύγουν σύντομα. Κι ας περιοριστώ στην εναλλακτικότητα της περιοχής. Η οποία το έχει παραχέσει.
Από τη μια βλέπω με ικανοποίηση να ξεφυτρώνουν αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι, να γίνονται δράσεις αλληλεγγύης και να προχωράει ένα νέο, ανθρώπινο είδος ανάπτυξης. Και χαίρομαι που διάλεξα να ζήσω σε μια περιοχή που αγαπάει τον άνθρωπο.
Τον αγαπάει, αλλά δεν τον σέβεται. Για την ακρίβεια, άμα δεν είναι σαν τα μούτρα του, του πετάει τα σκατά του στα μούτρα. Κάτι τέτοια σκέφτομαι όταν μου γυρνάει το μυαλό. Κυρίως όταν διαπιστώνω πως η υπερβολική αλτερνατιβιά έχει χάσει το δρόμο της κι ότι από την αλληλεγγύη και τους αγώνες που ξεκίνησαν να γίνονται, περάσαμε στο εναλλακτικό στυλάκι και υφάκι. Δηλαδή ξεφύτρωσε ένα νέο λάιφ στάιλ, το οποίο ξεκινάω να αναλύω:
  1. Βαριέμαι. Εγώ βαριέμαι. Όχι οι εναλλακτικοί τύποι που είναι αραγμένοι σε παγκάκια, γρασίδια, πεζούλια, γενικώς, έχουν γίνει ένα με τη φύση, βρε παιδί μου. Φυτά. Και παρακαλώ, δε θα ήθελα να παρεξηγηθώ. Όταν λέω φυτά, εννοώ πως έχουν βγάλει ρίζες εκεί που αράζουν και σε καμία περίπτωση δεν υπονοώ πως δεν είναι σκεπτόμενοι. Αράζουν, φυτρώνουν, ποτίζονται με μπίρες και σκέφτονται. 
  2. Μπόχα. Τη νιώθεις όταν βρίσκεσαι πέριξ του σημείου που αράζουν οι εναλλακτικοί τύποι με τις μπίρες στο χέρι. Η μπίρα φέρνει κάτουρο κι ο εναλλακτικός τύπος είναι υπέρ της επιστροφής στη φύση και υποστηρίζει αυτή τη θέση, επιστρέφοντας στη φύση τις μπίρες που ήπιε. Επίσης, επειδή νοιάζεται για το περιβάλλον και το νερό που τελειώνει, δεν το ξοδεύει αλόγιστα. Πλένει τα χέρια του μια φορά στις δύο μέρες, τα μούτρα του μια φορά την εβδομάδα και το σώμα του μια φορά στο τρίμηνο. Έτσι πετυχαίνει δύο καλά. Συμμετέχει ενεργά στην προστασία του περιβάλλοντος και μυρίζει μητέρα φύση. Να σημειώσω ότι δεν πίνει ποτέ μοχίτο γιατί το πίνουν οι άλλοι. Δεν του έχει πει κανείς ότι το έπινε ο Χέμινγουεϊ στην ηρωική Κούβα κι ότι δεν είναι και τόσο καπιταλιστικό. (Αλλά δεν είναι ο καπιταλισμός το πρόβλημά τους).
  3. Ρατσισμός. Κι εκεί που λέγαμε ότι δεν είναι καλό πράμα ο ρατσισμός και ότι πρέπει να δεχόμαστε το διαφορετικό, τσουπ, ανακαλύπτουμε πως επιβάλλεται να είμαστε διαφορετικοί και να το φωνάζουμε. Να προσέχουμε να μη μοιάζουμε ούτε για πλάκα στους άλλους, στους πολλούς, στους ίδιους. Και να μην ανεχόμαστε ούτε τον ίδιο αέρα να αναπνέουμε. Γιατί έτσι πρέπει να είναι ο σωστός εναλλακτικός. Θα σου φέρω ένα παράδειγμα μπας και το νιώσεις. Πώς έχει ο αστός την πλέμπα; Ε, ο εναλλακτικός έχει τους μη εναλλακτικούς. Είναι άνθρωποι που δε νοιάζονται για τα ανώτερα πράγματα ρε παιδί μου. Δε μας κάνουν. Φτου. Όσο για κείνους που τρώνε κρέας, να σαπίσουν τα κρέατά τους.
  4. Τρόμος μπροστά στο ωραίο. Είπαμε, ρε φίλε. Να μην είσαι της υπερβολής, να αρκείσαι στα χρήσιμα και σε όσα σε κάνουν να νιώθεις καλά. Αλλά και το ωραίο; Γιατί το απορρίπτεις; Το ωραίο ρούχο, το ωραίο μαγαζί, το ωραίο σπίτι, η ωραία γκόμενα… Αυτή η απέχθεια κι αυτός ο φόβος για το κάλλος, καταντάει κάλος. Κάλος βρε. Όχι κόμπλεξ. Δεν είπα εγώ τέτοιο πράγμα.
  5. Εναλλακτικότης ούμπερ άλες. Κοίτα να δεις, δε θα αμφισβητήσεις εσύ, ο κάθε τελευταίος την εναλλακτικότητά μου. Τόσο το φωνάζω μέσα στη βρωμιά μου και την αθλιότητά μου. Και για να καταλάβεις πόσο εναλλακτικός είμαι, έχω απαρνηθεί τη σπιταρόνα του μπαμπά στα βόρεια (και τον έχω φρικάρει) για ένα παλιό, υγρό και σκοτεινό υπόγειο στα Εξάρχεια και κάνω ξαπλωτό αγώνα κατά του συστήματος. Μια μέρα όμως θα σηκωθώ και θα πάω να καλλιεργήσω βιολογικά σέσκουλα. Δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά θα το κάνω. Για ένα καλύτερο αύριο. Και εναλλακτικό.

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Στην αναμπουμπούλα ο λύκος τρέμει

Δεν ξέρω αν πρέπει να λυπηθώ ή να χαρώ που τελειώνει αυτή η προεκλογική περίοδος. Βέβαια, θα μου πεις ότι θα πρέπει να περιμένω τα αποτελέσματα για να δω αν θα βάλω πλερέζα ή θα χορέψω καρσιλαμά χτυπώντας τα κουτάλια, αν θα βρίσω την άχρηστη ράτσα μας ή θα πάρω πίσω όσα σκατά έχω πετάξει κατά καιρούς στην ελληνική καφρίλα. Όπως και να ‘χει πάντως, αυτή η προεκλογική περίοδος, κατά την οποία η απειλή για κυβέρνηση της αριστεράς πλακώνει πάνω από τα κεφάλια μας, μου έδωσε πολλές χαρές.
Αυτή η περίοδος της αβεβαιότητας, της ακυβερνησίας, του μίσους και του αλληλοσπαραγμού, της αποσύνθεσης, της συνωμοσίας, αυτή η περίοδος της αναταραχής, για μένα, που δεν έχω τι άλλο να χάσω, αλλά και για τους πολλούς που είναι σαν εμένα, ήταν άκρως διασκεδαστική. Εγώ που έχω πάψει πλέον να φοβάμαι, αφού έχω ζήσει τα χειρότερα, βλέπω το φόβο και την ταραχή σε ορισμένους και χαίρομαι.
Βλέπω τους αστούς να τρέμουν μην καταρρεύσει το σύστημά τους κι έρθει η στιγμή να ζητήσει η πλέμπα δικαιώματα.
Βλέπω τους φασίστες να προσπαθούν με λύσσα να εκμεταλλευτούν τη φτώχεια και την ασχετοσύνη αυτής της πλέμπας για να ρυθμίσουν την κατάσταση, όσο είναι καιρός.
Βλέπω τους βολεμένους να έχουν χεστεί, μην τύχει και χάσουν το βόλεμα. Και δεν έχουν μάθει να ζούνε αλλιώς.
Βλέπω τους Χριστιανούς να ξορκίζουν το κακό, γιατί άμα χάσει η Εκκλησία τα προνόμιά της, ποιος ξέρει, μπορεί να έρθει κι ο Αντίχριστος.
Βλέπω τους νοικοκυραίους που, κρυμμένοι στα καβούκια τους, παρακολουθούν στην τηλεόραση τις εξελίξεις και παρακαλούν να μη γίνει κάτι που θα χαλάσει τη φιλήσυχη μιζέρια τους.
Βλέπω αυτούς που είχαν μέχρι τώρα εξουσία, να ξεπερνούν τα όρια της κατινιάς για να μην τη χάσουν. Και τρομοκρατούν με κάθε τρόπο.
Με διαφημίσεις με παιδάκια που ο καημός τους είναι αν θα έχουμε ευρώ κι όχι αν έχουν μέλλον σ’ αυτόν το σκατότοπο.
Ή με κάποιον που τρώει και πίνει παρέα με τη χαζογκόμενα και δε θέλει να πληρώσει το λογαριασμό. Και η πλάκα είναι ότι τον λένε Αλέξη κι όχι Βαγγέλη, Αντώνη, Κωστάκη, Γιωργάκη, Άκη. Μ’ άλλα λόγια, η φράση «άλλος γαμάει, άλλος πληρώνει» πρέπει να γίνει τρόπος ζωής σ’ αυτή τη χώρα. Αντί να τους κάνουμε καροτσάκι και να τους διώξουμε από τη ζωή μας.
Τρομοκρατούν φορτώνοντας τον κάθε Αμυρά στο κόμμα που απειλεί να προκαλέσει την αναταραχή που φοβούνται, παρουσιάζοντάς τον ακόμη και ως βουλευτή του.
Μέχρι και το βόλεμα φορτώνουν στην αριστερά, που δε βόλεψε κανένα δικό της παιδί, αυτοί που βόλευαν υψηλόμισθους συμβούλους για τους συμβούλους των συμβούλων που συμβούλευαν συμβούλους συμβούλων.
Παρομοιάζουν τον Τσίπρα με τον Παπανδρέου, εκμεταλλευόμενοι το ενδεχόμενο της αλλαγής. Από την άλλη, ψάχνω να βρω έναν καλύτερο ηγέτη κατά τη μεταπολίτευση και δεν μπορώ.
Είναι μια υπέροχη προεκλογική περίοδος, γιατί ήρθαν τα πάνω κάτω. Είναι η μόνη αναμπουμπούλα όπου ο λύκος έχει κλειστεί στο μαντρί γιατί νιώθει ότι απειλείται από τα πρόβατα. Δεν ξέρω μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ταραχή αυτών των λύκων και πόσους θα θάψουν κάτω από τη λάσπη τους. Δεν ξέρω αν θα καταλάβουν ότι δεν είναι εύκολο να πιάσει το κόλπο με τα ευρώ που θα χάσουμε, αφού δε μας νοιάζει και πολύ για τα ευρώ των άλλων, τη στιγμή που εμείς δεν τα έχουμε. Δεν ξέρω αν θα το καταλάβουν, γιατί ποτέ δε βρέθηκαν στη θέση μας. Δεν ξέρω αν θα βρούνε καινούργιο τρόπο να μας τρομοκρατήσουν μέσα σε λίγες μέρες.
Δεν έχουν καταλάβει ότι εμείς είμαστε ήδη τιμωρημένοι από το ίδιο μας το κράτος. Κι ότι είναι πολύ μικρό το ζόρι μας για το αν θα μας τιμωρήσουν και οι Ευρωπαίοι. Κι ότι ευχόμαστε αυτή η τιμωρία μας να γίνει η αφορμή για να γκρεμιστεί όλη αυτή η σαπίλα που συντηρούσαμε μέχρι τώρα και στη θέση της να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο.
Κυρίως δεν κατάλαβαν ότι έχουμε ξυπνήσει από το λήθαργο που μας είχε ρίξει το λάιφ στάιλ άλλων εποχών. Μάθαμε να σκεφτόμαστε και ανακαλύψαμε την πολιτική. Πιστεύω ότι όλο και περισσότεροι από εμάς είναι ικανοί να ψηφίσουν. Και δεν εννοώ τον τίμιο αστό, που με το δίκιο του θα ψηφίσει δημιουργία ξανά, αλλά το φοβισμένο άσχετο που θα ξαναψηφίσει ΝΔ επειδή το ΠΑΣΟΚ τα σκάτωσε.
Βέβαια, δεν περιμένουμε και θαύματα, γιατί ο σοσιαλισμός είναι τελειωμένη υπόθεση. Όσο κι ο καπιταλισμός. Αλλά ελπίζουμε σε κάτι καινούργιο. Σε ένα κλείσιμο της ψαλίδας, ένα κοινωνικό κράτος, λιγότερη καύλα για το κεφάλαιο κι αυτή τη φούσκα που την ονόμασαν οικονομία και περισσότερο ενδιαφέρον για τον άνθρωπο κι αυτήν την πολύτιμη ουσία που τη λένε κοινωνία.
Γι’ αυτό πρέπει να τολμήσουμε. Για να γκρεμίσουμε την κοινωνία που έχτισαν. Για να τσακίσουμε τα ήθη τους. Για να απολαύσουμε το φόβο τους. Για να πάρει ο καθένας αυτό που του αξίζει. Για το γαμώτο.


Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Κάνε κι εσύ μια επανάσταση


Περπατούσα –τι πρωτότυπο- στα Εξάρχεια. Μπροστά μου περπατούσαν δυο κοπέλες, γύρω στα 25. Και συζητούσαν:
«Θα ήθελες να μένεις εδώωωω;»
(Εμφανώς καυλωμένη). «Αχ, ναι. Πολύυυυυ».
(Έχει φτάσει σε οργασμό). «Αχ κι εγώωωω».
Αφού το θέλουν (κι αφού δε φαίνεται να έχουν οικονομικό πρόβλημα), γιατί δεν το κάνουν; Κι εγώ το ήθελα (που είχα και οικονομικό πρόβλημα) και το έκανα. Συνεχίζουν προς πλατεία, ενώ εγώ στρίβω για σπίτι. Έτσι, δεν ακούω τι λένε. Αλλά μπορώ να φανταστώ.
«Στην Κηφισιά είναι όλα αποστειρωμένααααα».
«Στη Φιλοθέη να δεις. Δεν υπάρχει δράσηηηη».
Φαίνονταν κορίτσια από σπίτι. Και ήταν ολοφάνερο ότι δεν έχουν κάνει επανάσταση. Ενώ κάτι άλλα γειτονόπουλά τους έχουν δώσει ισχυρή γροθιά στο σύστημα. Γι’ αυτό προτείνω να κάνουν μια επανάσταση τώρα που είναι καιρός. Μετά από 20 χρόνια σπουδών που θα πληρώσουν οι γονείς τους, θα πρέπει να βγουν επιτέλους στην παραγωγή και δε θα έχουν λόγο να την κάνουν.
Έχω πετύχει τέτοια επαναστατημένα παιδάκια στο λεωφορείο που κατεβαίνει από Κηφισιά και κάνει στάση Εξάρχεια. Πάνε όλα μαζί, έχουν ύφος σκληρό και άγριο, έχουν πιάσει γαλαρία, ακούνε μουσική δυνατά και μιλάνε για ζοριλίκια με μπινελίκια.
Ναι, ρε. Γουστάρουν να κάνουν τους καθωσπρέπει γονείς τους να φρικάρουν. Εξάλλου, μόνο άμα τους φρικάρουν έχουν ελπίδα να τους προσέξουν. Κι από την άλλη, πότε θα τα κάνουν αυτά; Όταν θα έρθει η ώρα να αναλάβουν το δικηγορικό γραφείο του μπαμπά;
Βλέπω και κάτι επαναστάτριες. Τις τουπεδιάρες κουλτουριάρες. Κι αυτές κυκλοφορούν στα Εξάρχεια με ύφος «έχω φάει την κουλτούρα με το κουτάλι». Από εμφάνιση, θυμίζουν τελειωμένα φρικιά. Η μασχάλη αξύριστη, οπότε φαντάσου αλλού τι γίνεται. Έχουν κάνει σπουδές από φιλοσοφική και πάνω και συνεχίζουν με, άχρηστα για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, μεταπτυχιακά. Είναι προγραμματισμένο να αναλάβουν τη διαφημιστική του μπαμπά, αλλά δε νιώθουν μορφωμένες με λιγότερα από είκοσι χρόνια σπουδών.
Αυτές θα καθίσουν και θα αναλύσουν τα θέματα που τις απασχολούν, με πολύ αλκοόλ σε κάποιο από τα καφενεία των Εξαρχείων. Θα μιλήσουν για το Μάο, το Στάλιν, θα εκφράσουν προβληματισμούς τύπου «Μαρξ ή Μπακούνιν;», θα συνεχίσουν χλευάζοντας την απολιτίκ ντεκαντάνς ομάδων τύπου «αγανακτισμένοι του Συντάγματος» και θα καταλήξουν να μιλάνε για τις Φιλιππινέζες τους.
Γι’ αυτό σας λέω, βρε κορίτσια. Κάντε τώρα την επανάστασή σας και εγκατασταθείτε για λίγο στα Εξάρχεια. Όταν θα αναλάβετε το εργοστάσιο του μπαμπά, θα είναι αργά.

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Ίδρυμα ή ίδρωμα;


Ο έρωτας είναι για να σε απογειώνει. Να σε παίρνει και να σε σηκώνει. Να βρίσκεσαι δίπλα στην ασχήμια και να μην τη βλέπεις. Η ζωή να είναι όμορφη. Έτσι λέω εγώ, η νεραϊδοπαρμένη.
Ο έρωτας είναι για τους νέους. (Εμείς, που δεν είμαστε και τόσο νέοι, να βγούμε στη σύνταξη, να πάμε για απόσυρση, να στρωθούμε στον καναπέ με παντόφλα και χαμαίμηλο, να γκρινιάζουμε βλέποντας ειδήσεις). Έτσι λένε οι πολλοί, οι ανέραστοι.
Αποφάσισα να προσαρμοστώ. Και να μην ασχοληθώ με ηλικίες πολύ κάτω από τη δική μου. Όμως οι μεγαλύτεροι είχαν μια δυσκολία στην απογείωση. Ξενέρωνα. Δεν φταίω που δεν τα κατάφερα.
Τουλάχιστον, ας γινόταν να βρεθεί κάποιος έτοιμος. Όχι να παραλαμβάνω βόδια και να παραδίδω τεφαρίκια στην επόμενη. Δε βρέθηκε έτοιμος. Αντιθέτως, όλοι κουβαλούσαν κουσούρι που τους το δημιούργησε η πρώην τους ή η μάνα τους (ευνουχισμό το λένε) και έβγαζαν τα άγχη και τους φόβους τους πάνω μου. Είχα γίνει ίδρυμα.
Τέτοιες ιστορίες μισανδρίας έγραφα στο blog μου. Τις βρήκε διασκεδαστικές. (Οι μεγαλύτεροι φρικάρουν). Και μου έστειλε μήνυμα να μου το πει. Τον ευχαρίστησα, αποφεύγοντας το κουβεντολόι. Ψαχούλεψε για μένα, ο αδίστακτος. Και κουβαλήθηκε στο μαγαζί. Περνούσε τυχαία (λατρεύω αυτά τα ψέματα) και μπήκε να με γνωρίσει από κοντά. Τρόμαξα όταν μου αποκάλυψε ποιος είναι, αλλά θαύμασα το θράσος του. Ένα σοκ έπαθα ακούγοντας την ηλικία του κι ένα διαβάζοντας το τρυφερό μηνυματάκι που έλαβα το βράδυ στο inbox μου. Αυτό ήταν. Απογειώθηκα.
Κατά τη διάρκεια της πτήσης, διαπίστωσα: Οι μικρότεροι δεν έχουν προλάβει να ευνουχιστούν. Δε θέλουν ντάντεμα. Δεν θέλουν μαμά. Θέλουν γυναίκα. Παραδόξως, οι μεγαλύτεροι θέλουν υποκατάστατο της μαμάς. Θέλουν να παίρνουν. Και δε δίνουν. Δε δίνουν ψυχή. Την έχουν θωρακίσει. Ίσως την έχασαν. Ευχαρίστως ρουφάνε τη δική σου, αν καταλάβουν ότι σου περισσεύει. Μπορούν να σε χρησιμοποιούν ως κυτίο παραπόνων, σάκο του μποξ, ή τρύπα. Όχι ως γυναίκα.
Είμαι ευτυχής που συνάντησα κάποιον πριν προλάβει να χαλάσει. Ποιος συνομήλικός μου θα είχε όρεξη για νυχτερινές βολτούλες κάτω από την Ακρόπολη; Ποιος απ’ αυτούς τους ξενέρωτους θα μου γέμιζε το inbox με ερωτικά γράμματα, αφήνοντάς με μέ ηλίθιο χαμόγελο και βλέμμα που αναρωτιέται αν είναι αληθινό αυτό που συμβαίνει; Σε ποιον θα επέτρεπε η ξινίλα του να μου χαρίζει αγκαλιά για χάσιμο μεγάλης διάρκειας; Ποιος προσγειωμένος θα μπορούσε να με απογειώσει; Κανείς. Χάσιμο χρόνου. Ένα ξεχαρμάνιασμα στα γρήγορα, να φεύγουμε, διότι έχουμε και δουλειές.
Στο μεταξύ, η μάνα μου ανησυχεί. Πρέπει να βρω κάποιον της ηλικίας μου, σοβαρό και νοικοκύρη. Να αποκατασταθώ. Και να προσέχω. Μην πληγωθώ. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι τόση τρυφερότητα και τόση μαγεία, μόνο να κλείσει πληγές μπορεί.


Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Άρτος και vision

Αυτοί είμαστε και αυτό χρειαζόμαστε. Ξεγελιόμαστε με άρτο (ξερό αλλά μοσχοπληρωμένο) και θεάματα (ανούσια αλλά μοσχοπληρωμένα) και τα προβλήματα σβήνουν από το λειψό, απαίδευτο μυαλό μας.
Δεν πήρα χαμπάρι ότι το Σάββατο το βράδυ έπαιζε γιουροβίζιον. Και, ευτυχώς, ούτε η φίλη μου, ούτε η άλλη φίλη που είχαμε μαζευτεί στο σπίτι της πρώτης. Για κάτι τέτοια τις αγαπώ. Είναι στον κόσμο τους και μακριά από τον κόσμο που πάνε να μας επιβάλουν. Και για αυτόν τον κόσμο μιλούσαμε, από τον οποίο δεν ξεφεύγεις εύκολα, αφού σε ρίχνουν μέσα από παιδί.
Στέλνεις για παράδειγμα το παιδί σου στο σχολείο να μορφωθεί. Και συνοδεύοντάς το σε ημερήσια εκδρομή, διαπιστώνεις ότι τα άλλα παιδάκια έχουν φέρει μαζί τους σιντί με σκυλολαϊκοπόπ τραγουδίστριες του συρμού, τα δίνουν στη δασκάλα (αυτή την κότα στην οποία εμπιστεύεσαι τη μόρφωση του παιδιού σου), αυτή τα δίνει στον οδηγό του λεωφορείου να τα βάλει να παίζουν και τραγουδάει, μαζί με τα παρτσακλά 8χρονα, τραγούδια που αναφέρονται σε αυτά που κάνουν οι χαζογκόμενες για να ρίξουν τον γκόμενο στο κρεβάτι, χωρίς καν να υπάρχει συναίσθημα. Ή πας με το παιδί σου σε πάρτι συμμαθήτριας σε παιδότοπο και, αφού ακούσουν την μπεμπέ Λιλή, πέφτει το σκυλοξεκωλοπόπ. Όλα τα κοριτσάκια κουνιούνται σαν λυσσασμένα, τα αγοράκια κοιτάνε αμήχανα, αντιλαμβανόμενα ότι αυτό το κούνημα μπορεί να επηρεάσει το πουλάκι τους και οι μαμάδες καμαρώνουν για τις γνώσεις που έχουν τα παιδιά τους.
Αυτά τα παιδάκια, θα μάθουν να ενθουσιάζονται με τα φαντασμαγορικά θεάματα -αυτά με τα φώτα που σε τυφλώνουν για να μη δεις την ουσία που τους λείπει- και να χειροκροτάνε με ενθουσιασμό. Θα μάθουν να κουνάνε σημαίες και να πανηγυρίζουν όταν κάτι ανούσιο θα τους κάνει να νιώθουν σημαντικοί. Αυτά τα παιδάκια θα κάτσουν με γουρλωμένα μάτια να παρακολουθήσουν τη γιουροβίζιον. Τα κοριτσάκια θα νομίζουν ότι αυτό το βύζιον ίσως θα χρειαστεί σιλικόνη όταν μεγαλώσουν και τα αγοράκια θα σκέφτονται πώς θα είναι άραγε της Λιλίκας το βύζιον όταν θα μεγαλώσει. Θα θαμπωθούν από τα φώτα, θα ονειρευτούν μια ζωή φανταχτερή κι ας είναι ανούσια. Αν είσαι σοβαρός άνθρωπος, ξέρεις ότι όλα αυτά πρέπει να απαγορεύονται σε χώρους όπου υπάρχουν ανήλικα, με τρόπο δημοκρατικό: Διά ροπάλου.
Ξεκινάμε λοιπόν με τέτοιες βάσεις. Χτίζουμε σε γερά θεμέλια την κοινωνία μας. Μαθαίνουμε στα παιδιά μας από μικρά πως η γυναίκα πρέπει να είναι η χαζογκόμενα που κάνει τα κουνήματα και ο άντρας είναι ο χαλβάς που θα πέσει σ' αυτήν που κουνιέται περισσότερο, σ' αυτήν που δείχνει πιο πολύ τον κώλο της.
Αυτός ο κώλος θα μεγαλώσει και θα ψάξει να βρει το δρόμο του. Θα γίνει κώλος φανταχτερός που περικλείει το κενό. Αυτός είναι ο στόχος της γυναίκας. Ο άντρας το κενό του θα το χώσει σε ένα ακριβό αυτοκίνητο (ασχέτως αν δεν έχει να βάλει βενζίνη) το οποίο θα χρησιμοποιήσει ως σύμμαχο στην προσπάθειά του να βρει τον ωραιότερο κώλο να στρώσει στη θέση του συνοδηγού. Οι δυο τους θα γεννήσουν κωλαράκια τα οποία, μπορεί να μην έχουν να τα ταΐσουν, αλλά θα τα στείλουν στα καλύτερα σχολεία για να γεμίσουν πτυχία, να εξειδικευτούν και να γίνουν χρήσιμοι άνθρωποι στον εαυτό τους και στην πάρτη τους. Θα τα στείλουν και στα καλύτερα γυμναστήρια για να φτιάξουν ωραίους κώλους.
Ποια κρίση; Ποια φτώχεια; Ποιο ευρώ και ποια δραχμή; Ο κόσμος καίγεται κι ο νεοέλληνας ψάχνει ακόμα να βρει ποιος είναι, καθώς χάνεται ανάμεσα στο αρχαίο πνεύμα της χώρας του (που ακουστά το έχει, δεν το έχει γνωρίσει, αλλά ξέρει πως ήταν ξεχωριστό) και στα πρότυπα της τηλεόρασης (που ακόμα, το πρόβατο, την κρατάει ανοιχτή). Ψάχνεται το βόδι ο νεοέλληνας ανάμεσα στην ελληνική πραγματικότητα και το αμερικάνικο όνειρο. Και σ' όλα αυτά, έρχεται η γιουροβίζον και δένει το σκατό. Πράγμα που, ευτυχώς, εμείς δεν πήραμε χαμπάρι το βράδυ του Σαββάτου.
Ο μόνος σοβαρός λόγος να δει κανείς γιουροβίζιον είναι η διάθεση για αγνό, τίμιο κουτσομπολιό. Όποιος την παρακολουθεί για οποιονδήποτε άλλο λόγο, έχει πρόβλημα. Δεν είχαμε διάθεση ούτε για αυτό, αφού είχαμε να λύσουμε σοβαρά θέματα. Τα οποία όμως, δε θα λυθούν από εμάς. Θα λυθούν όταν και οι υπόλοιποι θα καταλάβουν ότι είναι προβλήματα που δεν τα θέλουν στη ζωή τους. Και τότε ο κόσμος μας θα αλλάξει.
Άφησα την κουβέντα στη μέση κι έφυγα να προλάβω το τρόλεϊ. Ήθελα να μαζευτώ και νωρίς στο σπίτι μου που είχα να το δω από το πρωί, άσε που κουτουλούσα από τα συμπτώματα της ιγμορίτιδας. Βγήκα σε έναν άδειο δρόμο, μπήκα σε ένα άδειο τρόλεϊ το οποίο προσπερνούσε τις στάσεις, αφού κανείς δε βρισκόταν εκεί να το σταματήσει. Πέρασε από ένα άδειο κέντρο και έφτασε μέσα σε λίγα λεπτά στο σπίτι μου.
Σκεφτόμουν ότι δεν μπορεί να μας έχει κάνει τόσο μεγάλη ζημιά η κρίση. Μπορεί να μην έχουμε να ξοδέψουμε, αλλά μια βόλτα μπορούμε να βγούμε, βρε αδερφέ. Τζάμπα είναι. Κατάλαβα αργότερα γιατί υπήρχε ερημιά, όταν είδα τι γίνεται στο φέισμπουκ. Και κυρίως κατάλαβα ότι αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ.


Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Άσπρα μούρα μαύρα μούρα και μας έπιασε πρεμούρα


Έλα Τζέλα μου... Αχ, τι να κάνω, ανησυχώ με όλα αυτά που γίνονται. Έρχεται φτώχεια Τζέλα μου. Και είμαι αλλεργική στη φτώχεια.
Τι λες, χρυσή μου; Έχουν μαζευτεί τόσοι φτωχοί στη χώρα μας; Ο Τσίπρας φταίει, είμαι σίγουρη. Για να κάνει την πολιτική του και να έχει λόγους να τον υποστηρίξουν.
Και γιατί δεν πάνε να δουλέψουν; Τώρα βέβαια, ούτε εγώ δουλεύω, αλλά εγώ τα βρήκα κι έτοιμα και δεν έχω ανάγκη. Να μου το θυμηθείς, Τζέλα μου. Αυτοί, αυτοί οι ξεβράκωτοι μπολσεβίκοι, αυτοί οι υποανάπτυκτοι, αυτοί τον ψήφισαν τον Τσίπρα. Για να σκορπίσουν τη φτώχεια τους παντού. Οι κομπλεξικοί μισάνθρωποι.
Κι αυτοί οι δημόσιοι υπάλληλοι που τους ψηφίζουν για να μη χάσουν τις θεσούλες τους και τους μισθούς τους. Πρέπει να αγοράσουμε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, να δούνε αυτοί πώς πρέπει να πληρώνεται ο εργαζόμενος και κάτω από ποιες συνθήκες πρέπει να δουλεύει. Αυτοί φταίνε για όλα (εκτός από τον Τσίπρα). Ξέρεις Τζέλα μου, πόσους υψηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους λάδωσε ο μπαμπάς μέχρι τώρα για να γίνουν οι δουλειές του, παρακάμπτοντας τις διαδικασίες; Μα είναι τόσο αχόρταγοι; Τόσο αχάριστοι;
Παραμυθιάζεται εύκολα ο λαουτζίκος και το ξέρουν αυτό οι αριστεροί λαϊκιστές. Αυτοί που τους ψήφισαν, θα καταλάβουν ότι είναι αναξιόπιστοι, αλλά θα είναι αργά. Δεν έχουν λύσεις, Τζέλα μου. Το μόνο πράγμα που μπορούν να καταφέρουν είναι η καταστροφή. Η απώλεια της ευημερίας μας. Και των καταθέσεών μας. Τόσα δάνεια πήραν οι προηγούμενες κυβερνήσεις για να στηρίξουν τις καταθέσεις μας. Δε θα τους τις χαρίσουμε. Αν χρειαστεί, θα κάνουμε επανάσταση, Τζέλα μου.
Και μ’ αυτήν την ακυβερνησία, τρέμω Τζέλα μου. Άνοιξα την τηλεόραση να δω τα νέα της σόου μπιζ κι έπεσα πολιτικές συζητήσεις. Όλοι ήταν πανικόβλητοι. Έχαναν τα λόγια τους. Πώς να μην τα χάνουν, χρυσή μου, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν το θράσος και το βλοσυρό ύφος των αριστερών; Και δεν είναι μόνο θράσος. Είναι κι ο τσαμπουκάς τους. Είναι απαράδεκτο 52 βουλευτές να μην αφήνουν τους υπόλοιπους να σχηματίσουν κυβέρνηση. Και τα κανάλια τους χαϊδεύουν. Να δεις που θα τα κάνουν κι αυτά κρατικά και φοβούνται οι δημοσιογράφοι μη χάσουν τις δουλειές τους. Κανείς δεν τους στριμώχνει. Να μας πούνε εδώ και τώρα, πώς θα κυβερνήσουν και ποια γραμμή θα ακολουθήσουν. Για πόσα χρόνια θα βυθιστεί η χώρα στη φτώχεια και την ανέχεια. Να μου το θυμηθείς: Αυτό μια μέρα θα το πληρώσουν ακριβά. Ελπίζω μέχρι τότε να μην έχουμε πληρώσει δεκάρα εμείς για όλα αυτά.
Αχ, τι θα κάνουμε; Η καταστροφή πλησιάζει. Και θα φταίει ο Τσίπρας.
Ανησυχώ. Δε δέχονται το μνημόνιο, δε δέχονται τους σωτήρες μας. Δε σέβονται τους δανειστές μας. Ντροπή τους. Θα πάνε χαμένες οι θυσίες μας.
Ανησυχώ. Ανησυχώ για τις αγορές. Θα μου πεις ότι ο μέσος Έλληνας δεν μπορεί να αγοράσει ούτε τα τσιγάρα του. Σε λίγο δε θα έχει να αγοράσει και πετρέλαιο, γιατί δε θα μας δίνουν. Και θα φταίει ο Τσίπρας.
Ανησυχώ για τη φτώχεια που έρχεται. Μη νομίζεις. Τους λυπάμαι τους καημένους τους φτωχούς. Γι’ αυτό είμαι και ενεργό μέλος του φιλόπτωχου συλλόγου.
Ανησυχώ για τους μισθούς και τις συντάξεις. Πώς θα πληρωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις; Μαθαίνω ότι δύο χρόνια τώρα, δανειζόμαστε για μισθούς και για συντάξεις. Αν σταματήσουν να μας δανείζουν, φοβάμαι ότι θα πάρουν τις καταθέσεις μας, όπως μας απείλησαν.
Δεν ξέρω πώς φτάσαμε ως εδώ, Τζέλα μου και δε με ενδιαφέρει. Προφανώς, φταίει ο Τσίπρας. Αλλά το βλέπω το κακό να έρχεται κι ανησυχώ πολύ. Θα χεστώ πάνω μου από την ανησυχία μου.
Σε κλείνω Τζέλα μου. Πρέπει να απαλλαγώ πρώτα από αυτό το κακό. Κι όσο θα το ξεφορτώνομαι, θα σκέφτομαι πώς θα απαλλαγούμε από το άλλο.


Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Από τον καθρέφτη στην κάλπη


Ν΄αγαπάς την ευθύνη. Να λες, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη Γη. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω.
Νίκος Καζαντζάκης

Τις φοβάμαι αυτές τις εκλογές. Τη φοβάμαι αυτή τη ράτσα του περήφανου Έλληνα. Που φωνάζει, γκρινιάζει, αρπάζεται, τσακώνεται, επιτίθεται σε όλους και για όλα. Αυτόν που θα έρθει να χέσει κάτω από αυτά που γράφω, χωρίς να έχει διαβάσει ούτε τα μισά, όχι για τον αντίλογο, ούτε γιατί έχει άποψη. Απλώς για το ξυπνηλίκι. Αυτόν που όλα του φταίνε. Στους άλλους πάντα. Αυτόν που δεν έχει δει ποτέ τα μούτρα του στον καθρέφτη, γιατί ξέρει πως το τέρας που θα αντικρίσει, θα τον ρίξει σε κατάθλιψη. Και από την κατάθλιψη προτιμάει τον τσαμπουκά και το νταηλίκι.
Τον Έλληνα τον παρακολουθώ από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο γύρω μου. Αλλά εδώ και δύο χρόνια, από τότε που είδε να καταστρέφεται το φανταχτερό αλλά κούφιο και σαθρό σκηνικό που είχε στήσει για να φωτίσει τη θολή, χλωμή και άχρωμη ζωή του, δεν ξέρει πού να ξεσπάσει.
Ψάχνει να βρει τους φταίχτες για την ξεφτίλα του.
Φταίνε οι πολιτικοί. Που είναι κλέφτες. Όλοι ανεξαιρέτως και χωρίς να ξέρει ποιος έκλεψε τι. Αλλά τους ψήφισε.
Φταίνε όσοι μπήκαν στο δημόσιο με τον κλασικό ελληνικό τρόπο του κωλογλειψίματος. Είναι κι ότι δεν πρόλαβε να του κάτσει κώλος για γλείψιμο.
Φταίνε όσοι πήρανε επιδοτήσεις για άχρηστες καλλιέργειες και μείναμε χωρίς παραγωγή. Φταίνε αυτοί που πήραν επιδοτήσεις για επιχειρήσεις μαϊμούδες, όσοι πήραν επιδόματα για παθήσεις μαϊμούδες, όσοι τέλος πάντων τα πήραν από κάπου επειδή είχαν έναν δικό τους να τους τα δώσει. Κι αυτός; Πού ήταν αυτός όταν έβρεχε λεφτά για επενδύσεις; Γιατί κρατούσε ομπρέλα;
Φταίνε όλοι οι άλλοι που είχαν κάποιο όφελος από την αυθεντική, τη γνήσια ελληνική ρεμούλα, την ώρα που αυτός έπινε το φρέντο του στο Κολωνάκι χαλβαδιάζοντας την γκομενίτσα με το πλατινέ μαλλί, η οποία όμως χαλβάδιαζε το γκόλντεν μπόι του διπλανού τραπεζιού. Ούτε μια αστραφτερή γκόμενα δεν ήταν ικανός να σταυρώσει ο κλασικός Έλληνας. Που για να πηδήξει γκόμενα του γούστου του, σαν αυτές που δείχνει η τηλεόραση, έπρεπε να αγοράσει εκείνο το κάμπριο που ήρθε και τον αποτελείωσε. Και τώρα το πουλάει, για να έχει να φάει, και κανείς δεν έχει να το αγοράσει.
Πάνω απ’ όλα του φταίνε οι ξένοι που ήρθαν και του πήραν τη δουλειά στο γιαπί και στο χωράφι. Ναι. Το όνειρο της ζωής του ήταν να συνεχίσει να καλλιεργεί το χωράφι του παππού του κι ήρθε ο Αλβανός και του το πήρε μέσα από τα χέρια. Ο Πακιστανός του άρπαξε το μπακάλικο του μπαμπά μέσα απ’ τα χέρια. Ο άτιμος ο Σύρος του πήρε το μυστρί μέσα απ’ τα χέρια τον πέταξε κάτω από τη σκαλωσιά στην οικοδομή. Κι εκείνος ο κοπρίτης ο Γεωργιανός του ‘κλεψε όλα τα πρόβατα μαζί με τη στάνη. Απελπισμένος, αλλά πάντα περήφανος ο σύγχρονος Έλληνας, αναγκάστηκε να γίνει σύμβουλος. Γέμισε η Ελλάδα περήφανους συμβούλους που πουλούσαν αέρα κοπανιστό. Όλα αέρας σ’ αυτή τη χώρα. Κι όλα τα πήρε ο αέρας. Κι αυτός φταίει. Τι στο διάολο θέλει και φυσάει;
Όλα του φταίνε του περήφανου Έλληνα. Αλλά δεν το βάζει κάτω. Θα τους δείξει αυτός. Θα ψηφίσει με θυμό. Μαύρο ρε. Ή μαύρη ψήφο στους νεοναζί, με θυμό κι αυτή και με επιθυμία για εκδίκηση. Για όλα τα κακά που τον βρήκαν. Γιατί μόνο αυτοί είναι αρκετά θυμωμένοι, σαν αυτόν, για να τον σώσουν από τις συμφορές που έπεσαν στο κεφάλι του. Αν μη τι άλλο, τον κάνουν να νιώθει γενναίος και λεβέντης. Μόνο αυτοί είναι γνήσιοι και περήφανοι Έλληνες σαν αυτόν. Σαν τα μούτρα του. Αυτά που δεν τολμάει να κοιτάξει στον καθρέφτη μην και του ‘ρθει ξερατό.
Θα ήταν πάντως μία πολύ σωστή αντίδραση. Τα φάγαμε που τα φάγαμε τα μούτρα μας, ας τολμήσουμε επιτέλους να τα κοιτάξουμε και στον καθρέφτη. Αν μας έρθει να ξεράσουμε πάνω σ’ αυτό το σκουλήκι που βλέπουμε, είμαστε σε καλό δρόμο. Έστω, να θελήσουμε να φτύσουμε το σιχαμένο είδωλό μας. Για όσα κάναμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Μάλλον, πιο σωστά, για όσα κάναμε στους άλλους και στράφηκαν εναντίον μας. Να θυμώσουμε με τον εαυτό μας. Να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Να ντραπούμε. Να κατεβούμε απ’ το καλάμι μας. Να γίνουμε άνθρωποι.
Να κοιτάξουμε τι γίνεται γύρω μας και να σκεφτούμε σοβαρά. Το ότι δε δώσαμε ποτέ ευκαιρία σε άξιο σ’ αυτή τη χώρα, δεν πρέπει να μας κάνει υπερήφανους. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουμε εξοστρακισμούς, κώνεια, φυλακές, ίντριγκες, δολοφονίες, αλλά πάντα με μια εσάνς ελληνικής λεβεντιάς και άκρατης υπερηφάνειας.
Στάθηκα κι εγώ μπροστά στον καθρέφτη κι έκανα την αυτοκριτική μου. Δε δηλώνω αναμάρτητη. Με οικογενειακή παράδοση στο ΠΑΣΟΚ, γεννήθηκα στην αμαρτία. Από την οποία, ευτυχώς, απαλλάχτηκα νωρίς. Βέβαια, τους ενίσχυσα με την επιλογή μου να μη δίνω σε κανέναν την πολιτική μου δύναμη, απέχοντας από τις εκλογές, παρά το ότι είχα πολιτική θέση. Αυτοί οι τύποι που μας κυβερνούν, είναι όντως κλέφτες, περήφανε Έλληνά μου. Κλέβουν ακόμα και στο μέτρημα των ψήφων. Ακόμα κι αν η μισή Ελλάδα δεν πάει να ψηφίσει, αυτοί κάνουν πως δε βλέπουν το φτύσιμο και γίνονται εξουσία.
Όμως, περήφανε Έλληνά μου, εσύ που δεν πας να ψηφίσεις επειδή θύμωσες ή απλώς επειδή εσύ ο τίμιος έκρινες ότι δε θέλεις να έχεις σχέσεις με ψεύτες και κλέφτες, εσύ που θα μπορούσες να τα ανατρέψεις όλα, μπορείς εύκολα να τους ξαναχαρίσεις την εξουσία. Προφανώς νομίζεις ότι έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο. Δεν τολμάς να σκεφτείς ότι υπάρχουν κι άλλες επιλογές. Είσαι τόσο γενναίος χέστης, που φοβάσαι την ανατροπή, τα καινούργια πρόσωπα, το καινούργιο σύστημα. Αυτούς ξέρεις, αυτούς εμπιστεύεσαι. Και τώρα που έπαψες να τους εμπιστεύεσαι, σκέφτεσαι να τους τιμωρήσεις. Είτε με αποχή είτε με ψήφο στους τιμωρούς ναζί.
Προσωπικά, μετά την αυτοκριτική μου και με δεδομένο ότι αγαπώ τις αλλαγές και τις ανατροπές, αυτή τη φορά θα ψηφίσω, ίσως για πρώτη φορά τόσο συνειδητά. Χωρίς θυμό, αλλά μετά από σκέψη. Δε θέλω να τιμωρήσω όσους με έφτασαν εδώ. Θέλω να απαλλαγώ απ’ αυτούς. Θέλω να μην τους ξαναδώ. Να δω καινούργιες φάτσες, καινούργια και ανοιχτά μυαλά, καινούργιες ιδέες, καινούργιες προσπάθειες για καινούργια ξεκινήματα. Ας είναι κι από το μηδέν.
Μάλλον έτσι πρέπει. Ξεκίνημα από το μηδέν. Να πάψουμε να συντηρούμε ένα πολιτικό σύστημα που δεν μπορεί να λειτουργήσει. Αν είναι να τιμωρήσουμε κάποιον, ας τιμωρήσουμε αυτό το σύστημα της ρεμούλας και της διαφθοράς σε ανυπαρξία. Κι αυτούς που το στήριζαν, σε απομόνωση. Ας κάνουμε πραγματικότητα την ιδανική επόμενη μέρα.
Ας στείλουμε στα σπίτια τους όσους μας έφεραν σ’ αυτό το χάλι.
Ας στείλουμε στα λαγούμια τους τους νεοναζί.
Ας στείλουμε στη Βουλή όσους σέβονται τον άνθρωπο και τα προβλήματά του, όσους οραματίζονται έναν καλύτερο κόσμο για όλους.
Ας στείλουμε μήνυμα στην Ευρώπη ότι αυτόν τον καλύτερο κόσμο μπορούν να τον διεκδικήσουν κι αυτοί. Και να τον έχουν. Και να τον μοιραστούμε.
Ας στείλουμε κάποιον να με ξυπνήσει γιατί ο πολύς οραματισμός έχει παρενέργειες. Άσε που δεν ταιριάζει στους σύγχρονους Έλληνες. Καλύτερος κόσμος και αηδίες, τη στιγμή που δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε τους εαυτούς μας.