Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Κώστας Φέρρης: Ο κινηματογράφος είναι αλχημική τέχνη

Έχει κάνει μία από τις κορυφαίες ελληνικές ταινίες και (μαζί με τη σύντροφό του, Θέσια Παναγιώτου) κάποιες από τις καλύτερες εκπομπές της ελληνικής τηλεόρασης. Τον Κώστα Φέρρη τον ξέρουμε κυρίως ως σκηνοθέτη και ρεμπετολόγο. Πολλοί τον έχουν δει να τραγουδάει. Κάποιοι τον ξέρουν και ως αστρολόγο. Κάποιοι τον ξέρουν ως στιχουργό (μεταξύ άλλων και το θρυλικό 666 των Aphrodite’s child).
ΚΩΣΤΑΣ ΦΕΡΡΗΣ: Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΧΗΜΙΚΗ ΤΕΧΝΗ
Προσφάτως έγινε χομπίστας γραφίστας. Κάνει κι άλλα, που θα μας τα πει στην πορεία. Δε θα μιλήσω για αιώνιο έφηβο. Θα μιλήσω για αιώνιο επαναστάτη. Γιατί κάνει συνεχείς επαναστάσεις στη δουλειά, στη σκέψη και στον τρόπο ζωής του.
Τον πέτυχα πάνω σε τρεχάματα που είχε με την εφορία. Μια ιστορία γνωστή, που προσφάτως συζητήθηκε και από τα κανάλια. Άκρη δε βρέθηκε, αλλά τουλάχιστον του εγκρίθηκε τιμητική σύνταξη από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Ρωτήσανε αν τα τελευταία χρόνια είχα περισσότερα από 15.000 το χρόνο, αλλιώς δε θα μου τη δίνανε. Εδώ και τρία χρόνια δεν έχω εισπράξει ούτε μία δραχμή. Απολύθηκε και η Θέσια από την ΕΡΤ, οπότε δεν υπήρχε εισόδημα. Τώρα ετοιμαζόμαστε καταρχήν να επιβιώσουμε. Τέλη Φεβρουαρίου, αρχές Μαρτίου έχουμε οργανώσει συναυλίες στη Νέα Υόρκη και γύρω πόλεις, υπολογίζουμε καμιά δεκαριά συναυλίες και ελπίζουμε μέχρι τότε να προκύψουν κι άλλες.
Μου περιγράφει την υπόθεση με την εφορία. Μια ιστορία που συμβαίνει σε πολλούς Έλληνες και είναι με δεμένα χέρια, αφού δεν μπορούν να δουλέψουν, δεν μπορούν να εισπράξουν, δεν μπορούν να πληρώσουν και τα χρέη αυξάνονται.
Είναι γελοίο και τραγικό. Για μία ομόρρυθμη εταιρεία που είχα πριν από 20 χρόνια (που μπήκαμε και μέσα γιατί δεν είμαστε επιχειρηματίες) η εφορία ανακάλυψε τώρα ότι είχαμε δύο εικονικά τιμολόγια. Ωστόσο το έργο έγινε και παίχτηκε στην ΕΡΤ, πληρώθηκε και κόσμος και πέσαμε και έξω. Μου πάτησαν κι ένα πρόστιμο 400.000 ευρώ κι εμείς κάναμε αγωγή. Μέχρι να εκδικαστεί αυτή η αγωγή (κρίθηκε το δικαστήριο αναρμόδιο και αναβλήθηκε επ’ αορίστω τελικά) η εφορία κατακρατάει όλα μου τα έσοδα από την ΑΕΠΙ, περίπου 1000 ευρώ το χρόνο, κι από την άλλη δε μου δίνει φορολογική ενημερότητα για να εισπράξω τα χρωστούμενα από το κέντρο. Είναι γελοίο γιατί δεν έχει νόημα. Πώς θα εισπράξεις τα λεφτά σου αν δε με αφήσεις να δουλέψω;
Τι φταίει για τον παραλογισμό που ζούμε;
Από τη στιγμή που μπήκε μέσα η μίζα, και όχι μόνο σε ανώτατα επίπεδα αλλά σε όλη την κλίμακα της εξουσίας, άρχισαν να επικρατούν οι φελλοί. Αυτό γίνεται τώρα.
Πώς μπορούμε να απαλλαγούμε;
Υπάρχουν δύο στάδια. Το πρώτο είναι μια γενική απεργία χωρίς τέλος. Χωρίς να βγαίνουμε στους δρόμους. Θα μείνουμε στα σπίτια μας. Πόσο θα αντέξουν; Όσο θα αντέξουμε εμείς. Υπάρχει και κάτι πιο αποτελεσματικό που δοκιμάστηκε στη δεκαετία του 60. Φτάνει να ξέρουμε πώς γίνεται. Οι καταλήψεις. Είναι το μεγαλύτερο όπλο που έχει ο κόσμος στα χέρια του αλλά θέλουν αλληλεγγύη και αγάπη για το σπίτι σου. Αυτό που καταλαμβάνεις είναι το σπίτι σου. Πρέπει να το καθαρίζεις, να το φροντίζεις, να το στολίζεις και να κάνεις μέσα πολιτιστικό έργο. Οι καταλήψεις που μπαίνουν μέσα και τα σπάνε όλα από μανία, δεν οδηγούν πουθενά.
Μιλάμε με κάποιον που έζησε το Μάη του ‘68 στο Παρίσι, οπότε δεν υπάρχει πιο κατάλληλος να μας πει πώς γίνεται.
Δε γίνεται κατάληψη με εξουσία, με αρχηγό κλπ. Συντονιστικά συμβούλια, ανακλητά κάθε μέρα. Ολόκληρη Σορβόνη με τόσα αμφιθέατρα, λειτουργούσε ρολόι γιατί είχε ένα συντονιστικό συμβούλιο το οποίο κάθε πρωί εξεταζόταν από τη συνέλευση και άμα δεν πήγαινε καλά, άλλαζε. Υπήρχε πρόγραμμα που έλεγε σε ποιο αμφιθέατρο γίνεται ποια εκδήλωση και παραχωρούσαν τα κενά σε όποιους ήθελαν να οργανώσουν κάτι. Όλα αυτά γίνονταν πάνω στην επανάσταση.
Ήδη γίνονται καταλήψεις και προσπάθειες αυτοδιαχείρισης στην Ελλάδα. Ο ίδιος με τη Θέσια, συμμετείχαν στο αυτοδιαχειριζόμενο ραδιόφωνο της πρώην ΕΡΤ. Πώς τις βλέπει αυτές τις προσπάθειες;
Αυτά γίνονται αδέξια. Πρέπει να καλλιεργηθεί μια παιδεία, μια μεταφορά εμπειριών από το τι σημαίνει κατάληψη, πώς λειτουργεί και να εγκαταλείψουμε τα παιχνίδια εξουσίας. Το Μάη του ’68 δεν είχαν προλάβει να οργανωθούν οι ομάδες εξουσίας και γι’ αυτό από την πρώτη στιγμή μπήκε η ιδέα των συντονιστικών συμβουλίων. Την πρώτη μέρα κατέλαβαν τα πανεπιστήμια. Η φαντασία κατέλαβε την εξουσία. Κι αντί για οτιδήποτε άλλο, κάναμε πολιτιστικές εκδηλώσεις. Προβολές, παρουσιάσεις, ακροάσεις, μετά πηγαίναμε, στήναμε οδοφράγματα, ρίχναμε μερικές πέτρες και ξαναγυρίζαμε. Καταλάβαμε και τα σχολεία, στο τέλος είπαμε να καταλάβουμε και το Οντεόν, το θέατρο. Στην κατάληψη του χρηματιστηρίου δεν τα καταφέραμε. Στην κατάληψη της τηλεόρασης έριξε κάποιος την ιδέα να τη ρίξουμε σαν τα τείχη της Ιεριχούς, να γυρνάμε γύρω γύρω τραγουδώντας, μέχρι να συγκινηθούν οι απάνω. Πήγαμε, ήταν κι ο Γκοντάρ μαζί, και καταφέραμε να κάνουν οι δημοσιογράφοι κατάληψη. Ακολούθησαν τα εργοστάσια. Τα μικρά βάλανε μπροστά τις μηχανές, τα μεγάλα τα εμπόδιζε το κομμουνιστικό κόμμα. Και έμεινε το τελευταίο, να καταλάβουνε τα σπίτια τους. Εκεί διαλύθηκαν όλα. Φαντάσου τι έχει να συμβεί αν γίνει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα.
Τότε κάνανε τέχνη στην επανάσταση. Σε δύσκολες εποχές, πώς μπορεί να προσφέρει;
Είναι πολύ δύσκολο γιατί πρέπει να έχει συνείδηση ο κόσμος και να επιβληθεί συνείδηση στους πολιτικούς, γιατί αυτοί δε θα το δεχτούν ποτέ. Η μεγαλύτερη δημιουργία του ανθρώπινου πολιτισμού είναι η δημοκρατία και μία σημαντική λειτουργία της είναι η πολιτική. Ο πολιτισμός δημιούργησε τη δημοκρατία και την πολιτική. Για παράδειγμα, τη Μαρία Κανελλοπούλου στο ΣΥΡΙΖΑ την αντιμετωπίζουν σαν το κορίτσι της τηλεόρασης. Θα έπρεπε να είναι πάνω από όλους τους άλλους τους ηλίθιους γιατί πιάνει τα πράγματα από άλλη πλευρά. Νομίζουν ότι κάνουν χάρη στους καλλιτέχνες και τους παίρνουν για να φέρνουν κόσμο επειδή είναι επώνυμοι. Δεν υπάρχει καμία εκτίμηση από την πολιτική στον πολιτισμό, ούτε καιν στο ΣΥΡΙΖΑ. Κι ύστερα λένε εσείς οι διανοούμενοι δε μιλάτε. Μιλάμε αλλά κανείς δε μας ακούει, δε μας καλεί, δε μας μεταδίδει. Εμένα όποτε με καλούσε ο Τριανταφυλλόπουλος ρωτούσε για οποιοδήποτε θέμα αν θα το έβλεπα ως ταινία, αποκλείοντάς με από άλλους τομείς σκέψης.
Υπάρχει ελπίδα;
Μόνο αν γίνει μια γενναία ανατροπή που θα συνοδευτεί από ανατροπή στην Ευρώπη. Και επειδή η Ελλάδα είναι διαφορετική από τις άλλες χώρες, είναι η μόνη χώρα που μπορεί να δώσει το παράδειγμα. Και αν είναι να ξεκινήσει κάτι, από την Ελλάδα θα ξεκινήσει. Εδώ βλέπεις ο Τσίπρας τρώει του κόσμου το βρισίδι από όλους τους χώρους και στην Ευρώπη γίνονται κόμματα με αυτόν πρότυπο. Είμαι επιφυλακτικός για τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί έχει πολλή νέα τάξη μέσα. Δε με ενοχλούν οι αριστερίστικες συνιστώσες του, γιατί αυτές είναι η συνείδησή του, αλλά λέω δύο πράγματα. Το ένα το λέει κι η Θέσια: Αν μη τι άλλο, να τελειώσουμε με τα τζάκια. Κι εγώ συμπληρώνω, να πάρει την εξουσία, τουλάχιστον κάποια πρώτα μέτρα θα τα πάρει. Αυτό λέγαμε και το ’62-’63, που πηγαίναμε στις συγκεντρώσεις του Γεωργίου Παπανδρέου, έχοντάς τον για παπατζή. Πήρε την εξουσία και την άλλη μέρα αρχίσαμε τις πορείες. Να γυρίσουν οι εξόριστοι από τη Μακρόνησο, να δώσει διαβατήρια στους νέους, ακόμη και οι κινηματογραφιστές κάναμε για να εξασφαλίσουμε το μεσημεριανό μας.
Γιατί πάντα στις επαναστάσεις στο τέλος κάτι στραβώνει; Ειδικά η Γαλλία μας έχει διδάξει ξανά και ξανά και καταλήγει χειρότερη κι από πριν.
Νομίζω από την αρχή η επανάσταση ήταν στραβή. Κάθε φορά η επανάσταση οδηγεί μαθηματικά σε ολοκληρωτική εξουσία. Οδηγεί σε Ροβεσπιέρους. Το ίδιο είχε γίνει και με τον Σαβοναρόλα. Ολόκληρος ουμανισμός γέννησε έναν από τους μεγαλύτερους δικτάτορες της ιστορίας της ανθρωπότητας. Οι Γάλλοι δεν είναι πολύ έξυπνος λαός. Γύρω στο ’72-’73 με είχαν καλέσει στην τηλεόραση. Είχαμε κάνει το 666 τότε και ήμασταν στη μόδα. Με ρώτησαν πώς αισθάνομαι εξόριστος στον πολιτισμό μιας χώρας που με φιλοξενεί. Σε μια χώρα της οποίας ο πολιτισμός αποτελείται από τον Πικάσο και τον Μπουνιουέλ που είναι Ισπανοί τον Τζον Ντος Πάσος που είναι Αμερικάνος και τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ που είναι Ελβετός, αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου, τους είπα. Ο σύγχρονος γαλλικός πολιτισμός, φτιάχτηκε από φιλοξενούμενους.
Ε, εντάξει, είχαν και μια φιλοσοφία πίσω τους. Την αξιοποιούν;
Το ‘67 ήμουν σε μια συγκέντρωση με ένα φίλο, κι ένας κύριος που μου συστήθηκε ως φιλόσοφος. Μου ήρθε να γελάσω και με κράτησε ο φίλος μου. Οι καθηγητές φιλοσοφικής ονομάζονται φιλοζόφ. Τότε κατάλαβα την παρακμή της φιλοσοφικής σκέψης. Από τη στιγμή που η φιλοσοφική σκέψη έγινε υποχρεωτικά με αναφορές, παραπομπές και βιβλιογραφία, τελείωσε. Σκέψη είχαν μόνο οι Έλληνες.Όλη η παιδεία και η κουλτούρα των ξένων είναι με αναφορές. Κάνεις ένα ντοκτορά και άμα δεν παρουσιάσεις μια φοβερή βιβλιογραφία, σου το απορρίπτουν. Κάποια στιγμή, στο συνέδριο των Δελφών όπου βγάλαμε τη χάρτα του οπτικοακουστικού, μπήκε το θέμα να διδάσκεται ο κινηματογράφος από το δημοτικό σαν γλώσσα καθομιλουμένη. Για να μάθει ο κόσμος να διαβάζει σωστά. Και ξαφνικά απέναντί μου ήταν ένας πραγματικός φιλόσοφος και βραβευμένος με δύο Νόμπελ, ο οποίος ανησυχούσε για τη βία σε παιδική ηλικία και εξέφρασε το φόβο ότι ο κινηματογράφος μπορεί να δημιουργήσει τερατώδη πλάσματα. Ήθελε να πειστεί για το πόσο ακίνδυνο ήταν να διδάσκεται από το δημοτικό. Εγώ ήμουν απλώς σκεπτόμενος καλλιτέχνης και τι να πω στον επιστήμονα. Κι αρχίζω και περιπλανιέμαι θρασύτατα σε όλους τους τομείς της σκέψης. Κατέληξα στο ότι εάν η φύση, από το big bang μέχρι το συγκινησιακό μοντάζ του Αϊζενστάιν, δημιουργεί τέρατα, ας γίνουν τέρατα. Με πείσατε, μου είπε. Τον έπεισα με καθαρή, πρωτογενή σκέψη.
Η δική του σχέση με τη φιλοσοφία;
Τα τελευταία 20 χρόνια άρχισα να μελετάω προσεκτικά τους αρχαίους Έλληνες. Και επειδή ετοιμάζω το βιβλίο μου για τη γλώσσα του κινηματογράφου, άρχισα να τους ψάχνω περισσότερο. Όταν συμβιβαστείς με την ιδέα ότι ο Πλάτωνας είναι συμβατός με τον Αριστοτέλη και ισχύει και ο ένας και ο άλλος συγχρόνως, ξαφνικά σου ανοίγεται ένας κόσμος απίθανος. Είναι η ελληνική σκέψη, μέσα από την οποία σχηματίζεις τη δική σου. Δεν είναι τυχαίο ότι μία από τις πιο προχωρημένες θρησκείες του κόσμου, οι σούφι, έχουν τον Τίμαιο του Πλάτωνα ανάμεσα στα 5 ιερά τους βιβλία.
Πώς αντιμετωπίζει την αριστερά και τη δεξιά;
Είναι μια σύγχυση άνευ προηγουμένου. Στην πραγματικότητα αριστερά και δεξιά είναι δύο φαινόμενα από τις 4 εποχές της φύσης.Ο χειμώνας έρχεται για να συντηρήσει το σπόρο, η άνοιξη για να φυτρώσει και να ανθίσει, το καλοκαίρι η ανάπτυξη και μετά η επανάσταση. Και μετά ξανά συντήρηση και πάλι επανάσταση. Και τα δύο χρειάζονται. Και η πρόοδος και η συντήρηση της προόδου. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μία κοινωνία που να ομονοεί. Ένα έθνος για να συγκροτηθεί πρέπει να είναι ενωμένο. Αν προκαλείς αυτή τη διάσπαση στο εσωτερικό της κοινωνίας, θα έχεις εμφύλιο και κατακτητές. Όποιος το συνειδητοποιεί πρέπει να το καταπολεμά. Και τα φαινόμενα της τρέλας, όπως τη Χρυσή Αυγή. Ένα φαινόμενο φυσικό, που δε δημιουργήθηκε τυχαία. Όταν τόσον καιρό αδιαφορεί η εξουσία για το τι γίνεται στον Άγιο Παντελεήμονα, δε θα έρθει μια ομάδα που θα δέρνει μετανάστες; Αυτός που ζει εκεί, θα τους υποστηρίξει. Το ότι είναι εγκληματική οργάνωση; Κι ο άνθρωπος είναι εγκληματίας. Ο άλλος τις προάλλες επειδή κορνάραμε βγήκε και έσπασε τον καθρέφτη, πήρε τη λιμουζίνα του και έφυγε. Αυτός δεν είναι χρυσαυγίτης, είναι χειρότερος. Είναι το ένστικτο του ζώου που δεν το εγκαταλείψαμε ακόμη. Η διαφορά μας με τα ζώα είναι ο λόγος και επειδή ο λόγος έχει τεράστια δύναμη, το ένστικτο το κάνει εγκληματικό. Ο άνθρωπος είναι ικανός να σκοτώσει εκατομμύρια, χωρίς καν να χρειάζεται να τα φάει, όπως κάνουν τα ζώα. Πολλαπλασιάζεται η δύναμη της βίας εξαιτίας της τεράστιας ενέργειας που έχει ο λόγος.
Ας πάμε όμως στην τέχνη του. Ποια απ’ όλες; Είναι και πολυτεχνίτης.
Στον υπολογιστή, επειδή δεν μπορώ να κάνω μόνο μία δουλειά, ανακάλυψα τη γραφιστική. Φτιάχνω digital posters. Έχω κάνει και έκθεση ομαδική, μάλλον θα κάνω και ατομική. Έκανα και συλλογές τραγουδιών σε mp3. Τώρα έχω μαζέψει την ιστορία του μπλουζ, περίπου 2.000 τραγούδια. Και ετοιμάζω μία ιντερνετική σχολή κινηματογράφου. Θα απευθύνεται σε όλους και θα είναι δωρεάν. Έχω κάνει μία μελέτη για τον τρόπο διδασκαλίας μέσω multimedia. Είναι ένα πρόγραμμα που το λέω «λόγος». Πιστεύω ότι στο μέλλον όλα τα μαθήματα θα γίνονται έτσι. Θα είναι και πιο αποτελεσματικό στη μάθηση γιατί θα είναι και ψυχαγωγικό συγχρόνως. Μάλιστα είχα κάνει και εισήγηση για αυτό και στο ευρωκοινοβούλιο και κάποιες χώρες το υιοθέτησαν αλλά χωρίς να καταλάβουν. Η Ελλάδα το υιοθέτησε με την κομπίνα που τη λένε «πάμε σινεμά». Δώσανε κάμερες και πάνε τράβα ό,τι θέλεις. Δεν ήταν αυτό που έλεγα εγώ. Ξεκινάω με ένα πειραματικό σχέδιο που είναι η διδασκαλία της γλώσσας του κινηματογράφου γιατί όλο το πρόγραμμα βασίζεται εκεί. Με τον ίδιο τρόπο που κατασκευάζεται μια ταινία που πρέπει για δύο ώρες να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή, με την ίδια τεχνική προγραμματίζεις τα μαθήματά σου για να κρατήσεις το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Έχεις 2-3 βίντεο, 4-5 φωτογραφίες και κάποια λινκς. Ανοίγεις τη σελίδα, διαλέγεις οδηγό (πχ φιλοσοφία, προϊστορία, χτίσιμο σεναρίου) που σε παραπέμπει σε αντίστοιχα κεφάλαια από την τεχνολογία, το φωτισμό, τη σκηνοθεσία. Ξεκινάς το πρώτο μάθημα με μια ταινία μικρού μήκους που είναι μάθημα μοντάζ από μόνο του. Και μετά αρχίζει η ανάλυση. Ο οδηγός πρέπει να γραφτεί με τρόπο που θα μοιάζει με παραμύθι. Γιατί θα κερδίζεις χρόνο στη μάθηση αλλά και ένα άνοιγμα του μυαλού και μια ικανότητα στο να σκέφτεσαι και να συνδέεις πράγματα που διαφορετικών επιπέδων. Και συνηθίζει ο άλλος να σκέφτεται σε αντιστοιχίες.
Του ανακοινώνω τη συμμετοχή μου από τώρα. Και επειδή τον θεωρώ ήδη δάσκαλο (στα του ρεμπέτικου) και επειδή αγαπώ τον κινηματογράφο και επειδή μου αρέσουν τα πρωτοποριακά συστήματα. Η κουβέντα συνεχίζεται και φτάνει στο βιβλίο που ετοιμάζει. Για τον κινηματογράφο πάντα.
Το μάθημα θα γίνει με βάση το βιβλίο. Θα λέγεται κινολογικόν – το θεώρημα του τρίτου λόγου. Η Θέσια λέει ότι ο τίτλος δεν είναι κατατοπιστικός, το συζητάω. Η βασική αρχή στην οποία στηρίζεται είναι ότι ο κινηματογράφος δεν είναι η έβδομη τέχνη, αλλά ο τρίτος ανθρώπινος λόγος, μετά τον προφορικό και το γραπτό. Το δεύτερο κεφάλαιο είναι η ιστορία της σκέψης του ανθρώπου, μέσα από την κίνηση των εικόνων, από τις σπηλιές της Αλταμίρα που ζωγράφιζαν το άλογο σε κίνηση, μέχρι το μαγικό φανό του Αθανάσιους Κίρχερ. Ως εκεί η σκέψη των φιλοσόφων είναι στην ουσία μια σκέψη αλχημική. Αλχημεία είναι η σκέψη που συνδυάζει το ένα επίπεδο με το άλλο. Και στην ουσία ο Αθανάσιους Κίρχερ είναι αλχημιστής. Την ίδια χρονιά που βρήκε το μαγικό φανό, ο Ρενέ Ντεκάρτ εκδίδει το σκέφτομαι άρα υπάρχω και συγχρόνως σκυλοβρίζει τον Κίρχερ ότι είναι τσαρλατάνος. Ο γιος του καλύτερού του φίλου όμως, κλέβει το μαγικό φανό και κάνει προβολές στο Λονδίνο. Ο Ντεκάρτ στο βιβλίο του προτείνει την εγκατάλειψη του τσαρλατανισμού και της αλχημείας και την καθιέρωση της σκέψης που οδηγεί στην επιστήμη. Ο Νεύτωνας και ο Κέπλερ είναι επιστήμονες και αλχημιστές ακόμη. Διαχωρίζεται λοιπόν η αλχημεία από την επιστήμη και η αλχημεία οδηγείται στη διασκέδαση και συγχρόνως προχωρούν να βρουν το μυστικό που θα προβάλλεται μια ταινία, ενώ η επιστήμη προχωράει μόνη της. Κι έρχονται οι αδελφοί Λυμιέρ από τη μια και ο Έντισον από την άλλη και δένουν ξανά ασυνείδητα την επιστήμη με την αλχημεία γεννώντας τον κινηματογράφο. Από τότε, τώρα αρχίζουν και υποπτεύονται ότι ο κινηματογράφος είναι αλχημική τέχνη και μπορεί να δώσει πραγματική ανανέωση στην επιστήμη, όταν επιστρέψει και λίγο στο πνεύμα. Γιατί αν η επιστήμη μείνει απομονωμένη χωρίς την ποίηση της φαντασίας, θα εξαφανιστεί. Θα οδηγήσει στην τεχνοκρατία, στην οικονομία των τραπεζών και στις μηχανές που δουλεύουν μόνες τους και στο τίποτα.
Εκεί αρχίζουμε να μιλάμε για τη σχέση του με την αλχημεία, την αστρολογία, το μεταφυσικό, το θείο. Μου μιλάει και για τα θαύματα της ζωής του.
Από τη στιγμή που ο γαλλικός διαφωτισμός οδήγησε στα κινήματα τα αντικληρικά, τα οποία, εν ονόματι του αντικληρικού μένους, οδήγησαν στον αθεϊσμό. Και ξαφνικά βγαίνουν οι αθεϊστές και αντιμετωπίζουν το 99,9% των ανθρώπων σαν ηλίθιους. Δηλαδή εγώ που πιστεύω είμαι ηλίθιος; Και έχω δει και θαύματα. Όχι να αναστηθεί νεκρός ή να δει τυφλός. Θαύμα είναι ότι μια μέρα στο Παρίσι συνάντησα τον Νταλί και επί έξι μήνες συνεργαζόμασταν να κάνουμε ένα χάπενινγκ μαζί για το 666. Τελικά δεν έγινε και υπάρχουν διάφορες περιγραφές για αυτή την ιστορία. Στην πραγματικότητα αυτός που τη χάλασε τη δουλειά ήταν ένας φίλος μας που μας παρακάλεσε να του τον συστήσουμε και στο τέλος όταν σηκώθηκε να φύγει του είπε χαιρετισμούς στη μαντάμ Ελυάρ (εννοώντας την Γκαλά, την οποία έκλεψε από τον ποιητή και ήταν το μεγάλο σκάνδαλο του σουρεαλισμού), πράγμα που εξόργισε τον ζωγράφο. Του είπε ότι δεν υπάρχει μαντάμ Ελυάρ και τον κάλεσε σε μονομαχία. Κάποιοι τα μπέρδεψαν και είπαν ότι κάλεσε εμένα σε μονομαχία. Άλλο θαύμα είναι όταν ήρθα από την Αίγυπτο, απολύθηκα από το σουβλατζίδικο που δούλευα και ο φίλος μου ο Κώστας Καζάκος με ρώτησε αν θέλω να δουλέψω στο σινεμά και με έστειλε στον Κούνδουρο να του κάνω τον τρίτο βοηθό. Έφυγαν οι δύο πρώτοι και κατέληξα στους δέκα μήνες που βρισκόμουν στην Ελλάδα, πρώτος βοηθός του Κούνδουρου, που ήταν το ίνδαλμά μου. Η επαφή μου με τον Γιάννη Τσαρούχη ήταν άλλο ένα θαύμα. 18 χρονών στο Κάιρο έπαιζα κομπάρσος στο κυριακάτικο ξύπνημα του Κακογιάννη κι επειδή παίζαμε θέατρο, τον πλησίασα –ήταν ο σκηνογράφος της ταινίας- να του ζητήσω καμιά ιδέα για το σκηνικό και έκανε με ευχαρίστηση μία μακέτα για την παράσταση. Δεν έδωσα μεγάλη σημασία τότε, αν και μου είπε να μην τη χάσω γιατί σε λίγα χρόνια θα αποκτήσει μεγάλη αξία. Ήρθα στην Ελλάδα, τον συνάντησα στο Βυζάντιο αλλά ντράπηκα να τον ενοχλήσω. Λίγα χρόνια μετά, έκανα τη σκηνοθεσία μιας ταινίας που θα έβαζε την υπογραφή του ο Μανώλης Σκουλούδης -ένας ντελικανής. Για σκηνογράφο ήθελα τον Τσαρούχη. Υποτίθεται είχε να με δει πολλά χρόνια από το Κάιρο. Με το που πήγε να μας συστήσει με ρώτησε αν φύλαξα τη μακέτα που μου είχε κάνει. «Φύλαξέ την κι άλλο, θα ανέβει κι άλλο η τιμή της» μου είπε. Την έχασα. Είχα μια φωτογραφία από την Κρήτη, με μια σημαία κι ένα παντοπωλείο, που την πήρε και την έκανε πίνακα.
Η συνεργασία του με τον Τσαρούχη συνεχίστηκε και με άλλον τρόπο, όταν έγινε το 666, στο οποίο, εκτός του ότι ο ζωγράφος συμμετέχει με τη φωνή του, του έδωσε και την ιδέα πάνω στην οποία δούλεψε.
Ήρθε ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, λίγο πριν διαλυθούν οι Aphrodite’s child, και μου ζήτησε να κάνω προτάσεις για ένα έργο. Του πρότεινα από τη μια την αποκάλυψη του Ιωάννη κι από την άλλη τα πάθη του Χριστού. Επέλεξε την αποκάλυψη. Πήγα στον Τσαρούχη να μου δώσει καμιά ιδέα. Μου είπε: «θα κάνεις το μεγαλύτερο λάθος αν ταυτιστείς με μία από τις δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις, είτε τους καλούς είτε τους κακούς. Θα τους αφήσεις να σφαχτούν μόνοι τους και θα πάρεις το μέρος των ανθρώπων των ασπροντυμένων που ανεβαίνουν στα βουνά, και όταν ισοπεδώνεται η Βαβυλώνα, κατεβαίνουν και χτίζουν τη νέα Ιερουσαλήμ».
Έτσι έγινε ένα μεγαλειώδες έργο, που πούλησε 22.000.000 δίσκους. Και κανείς δεν μπορεί να πιστέψει πως ήταν αποκλειστικά ελληνική δουλειά.
Το είχε μπλοκάρει ο κύριος Φίλιπς, που ήταν και θρησκευόμενος καθολικός. Άκουσε την Ειρήνη Παπά, του σηκώθηκε η τρίχα, το απαγόρευσε και έμεινε στα αζήτητα. Κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του. Και πάμε με τον Βαγγέλη σε ένα δισκοπωλείο να το δούμε. Τα μισά ράφια είναι γεμάτα με το 666 και στα άλλα μισά είναι ένας άλλος δίσκος, σκούρος με κάτι σαν λογότυπο στη μέση και πλησιάζουμε και είναι το Jesus Christ Super Star. Την ίδια μέρα. Σκέψου να κάναμε τελικά κι εμείς τα πάθη του Χριστού.
Επιστρέφουμε στο σήμερα και τον ρωτάω για τη σχέση με το φέισμπουκ.
Είναι προδοτικό μιας κυριαρχίας μιας πλειοψηφίας της μετριότητας. Αλλά εξαρτάται κι από τη χρήση. Αν το κάνεις για να λες καλημέρα –όλοι το κάναμε γιατί αυτή είναι η πρώτη παγίδα- περνάει μια επικοινωνία που δεν οδηγεί παρακάτω. Αν το αξιοποιήσεις για να μεταφέρεις τις δικές σου γνώσεις με τρόπο ελκτικό, λιγοστεύουν οι φίλοι αλλά γίνονται πιο ουσιαστικοί. Και γίνονται φίλοι, μαθητές και δάσκαλοι. Σε κάποιες κοινωνίες βέβαια αποδείχτηκαν πραγματικά εργαλεία της επανάστασης, όπως στην Αίγυπτο.
Και η ζωή εκτός φείσμπουκ;
Έχω πολύ καιρό να βγω, αλλά αυτό που έχω διαπιστώσει είναι ότι έχουν τελειώσει τα μαζικά κέντρα, οι αίθουσες που γεμίζουν κόσμο. Έχουμε γεμίσει με μικρά στέκια που κάνουν κάτι. Δεν πετυχαίνουν και πολλά, είναι και η διαφήμιση πολύ δύσκολη. Στο φέισμπουκ κάνεις μια εκδήλωση, δηλώνουν 200 ότι θα έρθουν και έρχονται 10. Το καλό είναι ότι παρακμάζει το λάιφσταϊλ και έρχεται κάτι άλλο, σκέτο λάιφ. Μία από τις ελπίδες μου είναι να αρχίσουν να δημιουργούνται από την αρχή οι παρέες. Όλα τα σημαντικά κινήματα φτιάχτηκαν από παρέες.
Η δεκαετία του ’50 και του ’60 στην Ελλάδα σημαδεύτηκε από μια παρέα, του Βυζαντίου, του καφενείου στην πλατεία Κολωνακίου. Την περιγράφει όπως την έζησε.
Εγώ φτωχαδάκι ήμουνα και πολλές φορές μου τον κερνούσαν τον καφέ. Νέοι, μεσόκοποι και μεγαλύτεροι, όλοι μαζί, κάθε βράδυ στο Βυζάντιο. Και σε ένα τραπέζι ο Μάνος Χατζιδάκις κάνει ανάλυση για το ρεμπέτικο τραγούδι σε σχέση με τον Βιβάλντι. Όλο το καφενείο γύρω από το Χατζιδάκι να τον ακούσουμε. Τελειώνει ο Χατζιδάκις και στο άλλο τραπέζι αρχίζει ο Τσαρούχης να μιλάει για το Θεόφιλο σε σχέση με τους ναΐφ της γαλλικής τέχνης. Όλοι γύρω από τον Τσαρούχη. Έρχεται ο Ρένος Αποστολίδης, αρχίζει και μιλάει για πολιτική. Όλοι γύρω από το Ρένο. Όλη νύχτα, επί χρόνια. Κι από κει και πέρα γεννιόντουσαν ιδέες και βγαίνανε πράγματα, ανταλλαγή πληροφοριών και δημιουργία.
Υπήρχαν συνεργασίες μέσα στις παρέες;
Στη διάρκεια της Χούντας που είχα γυρίσει για λίγο που μου δόθηκε αμνηστία, ο Μάνος Χατζιδάκις δεν έδινε συνέντευξη αν δε με ρωτούσε, γιατί ήμουν το φρέσκο μυαλό. Και μάλιστα, σε μια συνέντευξή του, τον έκαψα γιατί είχα ξεχάσει ότι εδώ είχε Χούντα και του είπα να πει αυτό που πίστευε, ότι οι πολιτικοί μας οδήγησαν στη δικτατορία. Και ο Κούνδουρος, μέχρι το Βύρωνα, ζητούσε τη γνώμη μου, ασχέτως αν δε με άκουγε. Όλοι αυτό κάναμε. Εγώ πριν γυρίσω τα δυο φεγγάρια τον Αύγουστο, έδωσα το σενάριο σε όλους και μου κάνανε όλοι κριτική. Δεν τους άκουσα κι εκεί την πάτησα. Ο χαρακτήρας μου ήταν ανύπαρκτος γιατί ένας δεν έβαζε την άλλη κάτω να την πηδήξει. Σε όλη τη διάρκεια του μοντάζ, από το γέλιο που ρίχναμε, είχα πιστέψει ότι έκανα μια ωραία κωμωδία. Παίζεται, παίρνει και βραβείο και την αντιμετωπίζουν σαν ποιητικό δράμα. Άρα κάπου την πάτησα. Και βρίσκομαι μετά από ένα χρόνο στο Κάιρο και παίζεται στο φεστιβάλ και γίνεται χαμός από το γέλιο και το χειροκρότημα. Οι Αιγύπτιοι έχουν ενθουσιαστεί και με σήκωσαν στους ώμους τους. Ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή ήταν χαρακτήρας Αιγύπτιου ή Αιγυπτιώτη. Γι’ αυτό την κατάλαβαν και αναγνώρισαν τον εαυτό τους. Τελικά δεν ξεφεύγεις από την καταγωγή σου.
Οι σχέσεις των σκηνοθετών ήταν στενές. Άλλοτε σχέσεις φιλίας, άλλοτε θαυμασμού, άλλοτε και τα δύο. Ο Κούνδουρος ήταν θαυμαστής του Ρεμπέτικου κι ο Φέρρης θαυμαστής του Δράκου. Στενή ήταν και η σχέση του με τον Αγγελόπουλο.
Επικρατεί η εντύπωση ότι με τον Αγγελόπουλο ήμασταν εχθροί, ενώ ήμασταν πολύ φίλοι και γεννημένοι με 9 μέρες διαφορά. Του είχα κάνει και το ωροσκόπιο και του τα είχα προβλέψει όλα. Απλώς ο κινηματογράφος του δε μου άρεσε και το ήξερε. Μόνο στο Μεγαλέξανδρο, με τη σφαγή του Δήλεσι, ένα θέμα που όλοι θέλαμε να ασχοληθούμε, ήταν η πρώτη φορά που μου άρεσε ταινία του Αγγελόπουλου. Το ήξερε κι ο ίδιος ότι θα μου αρέσει.
Μια συζήτηση με τον Κώστα Φέρρη μπορεί και να μην έχει τέλος. Καταλαβαίνεις ότι πέρασε η ώρα, όταν αρχίζει και νυχτώνει, ή όταν το στομάχι γουργουρίζει. Πάντα υπάρχουν πολλά και συναρπαστικά θέματα για συζήτηση. Και πάντα σου βγάζει κάτι καινούργιο που ετοιμάζει. Λίγο πριν το διαλύσουμε, μου είπε και για την ταινία που έχει στο πρόγραμμα. Μια ιστορία χωρισμού, με πρωταγωνιστή ένα σκηνοθέτη που έζησε το Μάη του ‘68. Κάποιον μας θυμίζει, αν και δε βλέπουμε χωρισμό, γιατί ξέρουμε πόσο αγαπιούνται με τη Θέσια Παναγιώτου. Την περιμένουμε, μαζί με όλα τ’ άλλα.

Δημήτρης Ιατρόπουλος: Οι νέοι θα κάνουν ευθανασία στην παρακμή

Η αλήθεια είναι ότι πηγαίνοντας να συναντήσω τον Δημήτρη Ιατρόπουλο, ένα άγχος το είχα. Είχα υπόψη μου τι θα μπορούσα να συζητήσω μαζί του, αλλά δεν ήμουν σίγουρη ότι θα τα κατάφερνα και πού θα κατέληγε. Κατέληξε σε ένα συμπόσιο, από αυτά που κάποτε, αυτοί οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, έτρωγαν, έπιναν και έλεγαν. Έλεγαν αυτά που άξιζε να ειπωθούν. Νομίζω κι εμείς είπαμε όσα άξιζαν, αν και καμία σχέση με τους αρχαίους, όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων.
Ποιους αρχαίους; Επειδή μιλάμε την ίδια γλώσσα; Ουσιαστικά, είμαστε όλοι επαρχιώτες! Είναι η ζημιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που έβαλε όλη την Ελλάδα να δουλεύει όλα αυτά τα χρόνια για να φτιάξει μια τσιμεντούπολη Αθήνα και να. μαζέψει εκεί όλη την επαρχία. Αυτοί όμως οι άνθρωποι έρχονται από την ελληνική επαρχία, πριν την πούμε «περιφέρεια», όπου ο θείος κάνει κουπεπέ στα γόνατά του την ανιψούλα, όπου ο πρώτος ξάδερφος ξεκινάει να πηδάει από την ξαδέρφη, όπου οργιάζει η αιμομιξία και η ρουφιανιά. Δευτεράντζα ράτσα είμαστε.
Και τι είμαστε;
Όταν σχετίζεσαι με κάτι, αν είναι παράδοση, το σέβεσαι, το κουβεντιάζεις, το κριτικάρεις και, σαν έξυπνος άνθρωπος, κρατάς και τα δομικά του στοιχεία για να διαμορφώσεις τη συνέχειά σου. Ετούτοι εδώ οι καραγκιόζηδες όλοι, που διεξάγουν τον δημόσιο λόγο, φάγανε στη μάπα και τον όρο του «νεοέλληνα». Τι θα πει αυτό; Διακόπτεται η ράτσα και γίνεται κάτι άλλο; Πήγαινε στην Αγγλία και πες έναν Άγγλο Νεοάγγλο ή ένα Φιλανδό Νεοφιλανδό. Αυτά όλα είναι έτσι στημένα για να μην πάρει ανάσα, όχι η πλεμπάγια, όχι ο πολύς κόσμος, αλλά άνθρωποι σαν εμάς. Κοίταξε δίπλα μας.
Δίπλα μας κάθονταν ο συνεργάτης μου, Μάνος Φωτιάδης και η σύντροφος του ποιητή, η ζωγράφος Κατερίνα Καραγιάννη Ιατροπούλου. Και μιλούσαν για την τέχνη. Μισή ώρα τώρα, αυτοί μιλάνε για ζωγραφική, κι εμείς πάλι μιλάμε για αυτό που καίει τον τόπο. Πήγαινε όμως έξω να δεις τι γίνεται, για τι μιλάνε. Για το χτεσινό σίριαλ, για το τι έκανε η εκάστοτε «σελεμπριτού»...
Εδώ του ζήτησα να μου (μας) αποκαλύψει το μυστικό της πετυχημένης τους σχέσης.
Υπάρχουν δυο λογιών Έλληνες άντρες. Η μια ράτσα είναι πάντα με μία γυναίκα και στη ζούλα έχει και το κάτι άλλο του, και όλη του τη ζωή την τρώει έτσι. Υπάρχει και μια άλλη ράτσα, οι άντρες που μπορούν να είναι και με δέκα γυναίκες κι αποφασίζουν να είναι μόνο με μία. Η δικιά μας η... -ψάχνω για τη λέξη, δε με καλύπτει η «σχέση», ούτε η «ιστορία», ούτε η «παρτίδα»- τέλος πάντων, η Κατερίνα κι εγώ- πιστεύω ότι είναι κάτι πάρα πολύ απλό: Αγαπώ αυτόν τον άνθρωπο και είναι εντελώς ελεύθερος να υπάρχει όπως θέλει σαν να μην είμαι καν στη ζωή του. Σε μία σχέση ευτυχισμένη ο καθένας κάνει ό,τι γουστάρει, όπως το γουστάρει, όποτε το γουστάρει. Είμαστε εντελώς ελεύθεροι και αυτόνομοι. Μπορεί μόνο κάποια στιγμή να σκεφτώ να μη γελάσω δυνατά γιατί κοιμάται δίπλα η Κατερίνα. Όταν αγαπάς πραγματικά είσαι ελεύθερος, και πραγματικά αγαπάνε, αυτοί που είναι ελεύθεροι άνθρωποι. Αυτοί που είναι σκλαβωμένοι δεν μπορούν να αγαπήσουν.
Και, πριν περάσουμε στα βαριά θέματα, να πούμε για τη ζωή τους στην πόλη; Ή έστω, στο χωριό;
Μένουμε στα Καλύβια, έχουμε ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, έναν αριθμό τηλεφώνου, ένα λογαριασμό τραπέζης, μία και μοναδική αγάπη. ΗΚατερίνα ζωγραφίζει στη σοφίτα, εγώ γράφω από κάτω. Έχουμε λίγους φίλους κι όσο περνούν τα χρόνια λιγοστεύουν περισσότερο, είτε γιατί οι παλιοί πεθαίνουν είτε γιατί οι καινούργιοι δε μας έχουν πείσει ακόμη. Έχουμε πάρα πολλούς ανθρώπους που μας πλησιάζουν και προσπαθούμε να κρατήσουμε την ιδιαιτερότητά μας, να είμαστε όπως θέλουμε. Δεν το κάνουμε από ρομαντική επαναστατικότητα μόνο. Αλλά και από υπαρξιακή εξυπνάδα. Ξέρουμε ότι άμα δεν κάνουμε αυτό που γουστάρουμε, θα διαλυθούμε και ως προσωπικότητες και προτιμώ να παραμείνω όπως είμαι, φτωχότερος, από το να διαλυθώ πλουσιότερος.
Και πώς αντιστέκεται; Τι καταφέρνει;
Εμείς εδώ στην Ελλάδα που ζούμε, βγάζουμε βιβλία, τα παρουσιάζουμε σε δήμους και συλλόγους, πουλάμε 100 αντίτυπα κάθε φορά για να ζήσουμε. Ο αδερφικός μου φίλος όμως, ο μεγάλος Ρώσος ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο μου λέει την άλλη φορά που βρεθήκαμε: «Ντίμα, μου βγάλανε στη μαύρη αγορά την τελευταία μου συλλογή. Πουλήσαμε, ξαναπουλήσαμε, αγόρασε και το κράτος...» Εδώ όμως, πουλάει το «άλλο». Που βγήκαν οι άλλες στο σόου της τηλεόρασης, ξεβρακωθήκανε και κάνανε τις λεσβίες, οπότε το βλέπει αυτό ο άλλος και γεμίζει το πολυβόλο. Το είδανε 1.117.000 Έλληνες άντρες αυτό! Το 25%, του λαού, δηλαδή, έτρεξε να φαντασιωθεί δυο κοριτσάκια. Τους έχω τόσο πολύ σιχαθεί τους «νεοέλληνες» που δε θέλω ούτε λεφτά να κερδίσω από αυτούς. Θα μπορούσα τώρα 50 αντιστασιακά κείμενα που έχω στα μπλογκ τα τελευταία χρόνια με το κωλομνημόνια, να τα βγάλω, να βάλω κι έναν τίτλο «Ο Άγιος Μαλάκας» και να πάρω όλο το χαρτί. Αλλά είπα να κάνω το «ΑΣΑΝΣΕΡ» μου, το βαρύ πράγμα μου, για όσους ξέρουν να διαβάζουν...
Το «ΑΣΑΝΣΕΡ» είναι το τελευταίο του έργο, ιδιαίτερο, όσο και ο ίδιος. Και ιδιαίτεροι κι αυτοί στους οποίους απευθύνεται. Σε αναγνώστες πολίτες και όχι πελάτες.
Έχουμε γεμίσει πελάτες και χάσαμε τους πολίτες. Πρώτα πρώτα ο πελάτης προϋποθέτει κατανάλωση. Η κατανάλωση προϋποθέτει αγοραστή, όχι μόνο πωλητή. Ο αγοραστής προϋποθέτει συγκεκριμένο πολίτη. Δεν αγοράζεις ό,τι σου πουλάνε. Είσαι πολίτης και διαλέγεις ή αυτό που σου αρέσει, ή αυτό που σου ταιριάζει, ή αυτό που χρειάζεσαι. Από τη στιγμή όμως που καταναλώνεις χωρίς έλεος, ασύστολα, ξεσαλωμένος και μάλιστα δεν πληρώνεις με τα λεφτά που έχεις βγάλει αλλά με αυτά που σου έχουν δανείσει κάποιοι και νομίζεις ότι δε θα τα δώσεις πίσω ποτέ, σ’ αυτό το επίπεδο είσαι πελάτης και ως πελάτης, επειδή έχεις μάθει να καταναλώνεις αβλεπί, αντίστοιχα τρως στη μάπα και όλο το άλλο πακέτο. Τη μόδα, το συρμό και τις παραγωγικές ομάδες που συντηρούνται απ' αυτά. Γιατί υπάρχουν ομάδες που ζουν σε βάρος των πελατών.
Κάπως έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε;
Είχαμε τη χούντα η οποία άφησε την πελατεία της. Η πελατεία της χούντας άλλαξε χρώμα πουκάμισο και συνέχισε να λειτουργεί μέσα στον ελληνικό χώρο. Φτιάχτηκε μια ψευτοαγορά και έγινε το μεγάλο λάθος να μπερδευτούν οι δύο έννοιες το έθνος και το κράτος. Το έθνος είναι ιδέα, το κράτος μαγαζί. Αντί να διαχειρίζεται το κράτος το έθνος, άρχισε το έθνος, η ιδέα, να διαχειρίζεται το κράτος. Κι έτσι έχουμε τους εθνικόφρονες, τους αντιεθνικόφρονες, τους εθνοκάπηλους, κάψανε τη λέξη εθνικοφροσύνη, ενώ θα μπορούσε να είναι μια πολύ όμορφη λέξη. Το να φρονείς ως προς το έθνος που είναι η πατρίδα σου είναι άγιο πράγμα. Δεν είναι αυτό ρατσισμός. Είμαι Έλληνας και είμαι ρατσιστής; Ο Φιλανδός δεν είναι; Το μπάχαλο όλο αυτό δημιουργήθηκε από τη γενιά του πολυτεχνείου που ήταν φτωχόπαιδα –εκείνα τα χρόνια και τα φτωχόπαιδα σπουδάζανε- , αυτή η γενιά λοιπόν, εκμεταλλεύτηκε την τούμπα που έγινε στην παραγωγή με τις εταιρείες που κλείσανε επί ΠΑΣΟΚ και κατάλαβε ότι θα ζήσουμε πια με δανεικά, με ψεύτικα λεφτά. Και στα ψεύτικα λεφτά στήνεις πολύ εύκολα ιστορίες. Έχεις ένα φιλαράκο υπουργό και σου λέει θα πάρουμε αυτά τα λεφτά το τάδε δάνειο, για την τάδε ντιρεκτίβα, εσύ κλείνεις μιαγκαρσονιερίτσα, βάζεις μια φίλη σου μέσα με το κομπιουτεράκι, θα κάνεις μια έναρξη στην εφορία, πάρε τα λεφτά από την τράπεζα, φάτα, αγόρασε και μια μερσεντές κι ένα διαμέρισμα. Πολλές από τις εταιρείες που κλείνουν τώρα, είναι τέτοιες.. Αλλάξανε οι καιροί, λέει ο άλλος, εγώ μπατίρισα, πετάει τους εργαζόμενους απ’ έξω, το άρθρο 99 βολεύει και φεύγει. Θα τον ξαναδείς μετά από κάνα δυο χρόνια στα νησιά με τα σκάφη του, με το ιδιωτικό ελικόπτερο και μες στην κόκα. Από κάποια λεφτά και πάνω δεν υπάρχει ούτε πληθωρισμός ούτε κρίση. Έχεις σε μια τράπεζα το λογαριασμό σου, παίρνεις και δίνεις λεφτά. Τα ‘χεις τοκίσει και παίρνεις 100.000 το χρόνο τόκο. Όλοι αυτοί έτσι ζουν. Υπάρχουν χιλιάδες μικροτοκογλύφοι.
Και τους πληρώνει ο λαός.
Ποιος είναι ο λαός όμως; Αυτός που ψηφίζει όπως ψηφίζει; Είμαστε χώρα γερόντων. Η γενιά μου σάπισε μέσα στο μπανιστήρι, μεγαλώσαμε τα τελευταία 30 χρόνια με πιστωτικές κάρτες και με τον κώλο της κάθε παρουσιάστριας. Τα κοριτσάκια δεν μου φταίει σε τίποτα, τη δουλίτσα τους κάνουνε, όσο υπάρχει το πεινασμένο τσουτσούνι... Έχουμε πάνω από 20 πορνοπεριοδικά στην αγορά, στο Ιιντερνέτ μπαίνουν και τραβάνε μαλακία, τι λαός; Αγράμματοι. Τους λέει η Ρεπούση ό,τι θέλει, η Διαμαντοπούλου ό,τι θέλει, η Δραγώνα ό,τι θέλει, δεν ξέρουν τη γλώσσα. Γίνεται ένα έγκλημα στη γλώσσα μας και δεν υπάρχουν άνθρωποι να αντισταθούν. Είμαστε πέντε στο Ιντερνέτ και βαράμε, η αφεντιά μου, ο Ζουράρις, ο Χάρυ Κλύν, ε και λοιπόν; Ποιος θα μας ακούσει από τους πολλούς, αφού δεν ξέρουν ελληνικά πλέον, γράφουν και μιλάνε όπως τους γουστάρει και κυνηγάνε το εύκολο σκάνδαλο, τη φιγούρα, το μπέρδεμα για να σταθούνε στα ποδαράκια τους, δεν έχουμε ιστό γενναίων Ελλήνων κοντά μας...

Και τι κάνει στα κανάλια και στις εκπομπές τους;
Εμάς, τους εκτός σχεδίου, το σύστημα μας έχει ανάγκη για την ψευτοδημοκρατία του. Σου δίνει βήμα για να σου πει ότι αυτός μας τα χώνει άρα έχουμε δημοκρατία. Κι εσύ χρησιμοποιείς το βήμα που σου δίνει ώστε μέσα από το χώσιμο, να ξεψαρώσεις και κανένα πρεζάκι, να σώσεις και καμιά ελεύθερη ψυχή, να ανοίξεις και δρόμο... Είναι αυτό για το οποίο με κατηγορούν, ότι δεν είναι δυνατόν ένας ποιητής της αμφισβήτησης να είναι στα κανάλια. Και τους εξηγώ ότι είναι μία «συμφωνία κυρίων» που έχω κάνει με το σύστημα για αυτόν το λόγο, για να περνάω τα μηνύματά μου.
Με την ποίηση μπορούμε να πετύχουμε κάτι; Σε τι ωφελούν ο λόγος και η τέχνη όταν δεν έχουμε να φάμε;
Η τέχνη είναι μορφή κοινωνικής συνείδησης. Η στρατευμένη τέχνη υπήρξε πάντα μια τεράστια εξαπάτηση των μαζών. Γιατί στο όνομα μιας δοσμένης εξουσίας δούλευε η στρατευμένη τέχνη σαν κερασάκι στην τούρτα, ότι ο πατερούλης να είναι καλά, το αφεντικό να είναι καλά, και μη σας νοιάζει, είσαστε όλοι τόσο σπουδαίοι και είστε και καλλιτέχνες και αθλητές και εραστές κι ό,τι θέλετε. Η τέχνη δε στρατεύεται. Αυτοστρατεύεται και πάντα κόντρα στο σύστημα. Η τέχνη είναι από τη φύση της αντισυστημική, είναι από τη φύση της αντιεξουσιαστική. Το καλλιτεχνικό φαινόμενο στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στον τρόπο με τον οποίον ένας καλλιτέχνης διαχειρίζεται την πνευματική του ελευθερία. Διαφορετικά δεν είναι καλλιτέχνης, είναι τεχνικός. Τεχνικοί υπάρχουν σπουδαίοι, σπουδαίοι προγραμματιστές. Είναι ένας καλός προπαγανδιστής με πολύ μυαλό και φτιάχνει ωραία πολιτικά σλόγκαν και κάνει μία συγκεκριμένη μαύρη ή επίσημη δουλειά, προσφέρει μια υπηρεσία. Είναι ένας ταλαντούχος και χαρισματικός άνθρωπος, όμως δεν είναι καλλιτέχνης.
Και τι είναι καλλιτέχνης και τι τον χαρακτηρίζει;
Ο τρόπος που διαχειρίζεται την πνευματική του ελευθερία, για την οποία, πολλές φορές, μπορεί να θυσιάσει την ψυχική του υγεία, την κοινωνική του ταυτότητα, την οικονομική του κατάσταση, την οικογενειακή του γαλήνη, τα πάντα μπορεί να τα πετάξει στον αέρα για αυτήν την πουτάνα την πνευματική ελευθερία που σημαίνει κάνω τέχνη. Σε καιρούς παρακμής, όπως έχουμε τώρα -όπου η λέξη δεν είναι τυχαία, αν δεν υπήρχε ακμή, δε θα υπήρχε παρακμή κι αν δεν υπήρχε η παρακμή δε θα υπήρχε η ακμή- η παρακμή από μόνη της λοιπόν –αυτό δεν το καταλαβαίνουν οι ημιμαθείς απαισιόδοξοι- μπορεί να έχει έναν παρόντα χρόνο καταραμένο, διαλυμένο, απογοητευμένο, χαλασμένο, αλλά στην προοπτική της είναι πάντα μια ελπίδα, γιατί είναι σίγουρο ότι θα έρθει η ακμή. Αλλιώς δεν προχωράει η ιστορία. Αυτά είναι γρανάζια, είναι νομοτέλεια. Ακμάζω – παρακμάζω. Γεννιέμαι – μεγαλώνω –πεθαίνω. Είναι ο νόμος των αντιθέσεων που συντηρεί κι αυτό που είμαστε εμείς. Η ακμή λοιπόν, η κοινωνική ακμή και οποιαδήποτε άλλη ακμή (γιατί υπάρχει η πολιτισμική που καμιά φορά δεν ταυτίζεται με την κοινωνική, για παράδειγμα οι Αβορίγινες στην Αυστραλία που δεν είχαν να φάνε αλλά έφτιαξαν αριστουργήματα για να επικοινωνήσουν και για να μπορέσουν να φάνε), δε μας ρωτάει, θα προχωρήσει. Και μέσα της και η τέχνη της φυσικά.
Πώς θα προχωρήσει; Ποιος θα δώσει την ώθηση;
Κάποιο παιδί αυτή τη στιγμή μέσα στη δυσκολία του, μέσα στην αγωνία του, θα πιάσει ένα πινέλο, θα χτυπήσει δυο σειρές σ’ ένα κομπιούτερ, θα πάρει τηλέφωνο ένα φιλαράκο του (γιατί κι αυτό είναι ποίηση –ποίηση είναι ένα τηλεφώνημα, αυτό είναι ένας στίχος μου από την εποχή της αμφισβήτησης) υπάρχει λοιπόν πάντα το υλικό της τέχνης. Η παρακμή όμως δεν αντέχει την καθαρή τέχνη (όταν πέθανε ο Νερούντα έγραψα μία φράση ότι «όλα τα κανόνια της χούντας του Πινοσέτ δεν μπόρεσαν να σπάσουν ένα στυλογράφο 10 εκατοστών») η παρακμή λοιπόν, ξέρει ότι είναι εχθρά της η καθαρή τέχνη, και δημιουργεί κάποια υποκατάστατα, τα οποία εκ των πραγμάτων παίρνουν τις δικές της εντολές, οπότε έχουμε να κάνουμε με την υποκουλτούρα, με το καρακιτσαριό, με το λάιφσταϊλ, με την παραφιλολογία, με τα παρατράγουδα, με ό,τι παρά-. Η παρακμή αυτό το παρά- παράγει. Όμως δεν μπορούν να νικήσουν τη συμμετρία, την αρμονία, την ομορφιά, την αισθητική, την πνευματική δημιουργία, την αλήθεια που βρίσκεται ανάμεσα στην πρόθεση του καλλιτέχνη και στο αποτέλεσμά του. Γιατί δεν υπάρχει μόνο η λαχτάρα του να το πετύχει, υπάρχει και μια δική του εσωτερική αλήθεια, είναι η σχέση του με τον εαυτό του, γιατί την ώρα που ιδρώνεις για να καταφέρεις κάτι, είσαι εσύ και κουβεντιάζεις με τον εαυτό σου, είσαι ο καθαρός δημιουργός και κανένα σύστημα δεν μπορεί να σου τη σπάσει.
Τι είναι αυτό που μπορεί να μας κάνει να ελπίζουμε; Πώς ξεμπερδεύουμε με την παρακμή;
Ότι μέσα στην αυτοκτονία της, στην ευθανασία της ή μέσα στη δολοφονία της, μας έρχεται μια καινούργια ακμή. Κάποτε. Μα πότε; Θα έρθει από αυτούς που ξεπερνάνε τη χρονική τους πίστωση και ξέρουν να ελπίζουν για το μέλλον, κάνουν κάτι, ακόμα κι αν ξέρουν ότι δε θα ζουν. ότι αυτό θα δουλέψει σαν σιρμαγιά για αργότερα. Αυτό το μυστικό το ξέρουν όμως και οι ινστρούχτορες και οι πολιτικοί προπαγανδιστές γι’ αυτό και φάγανε εκατομμύρια ανθρώπων, μέσα από αυτό που ονομαζόταν «υπαρκτός σοσιαλισμός», με την ελπίδα ότι παλεύανε για μια καλύτερη ζωή, για το μέλλον, για τα παιδιά τους. Όλοι παίζουν με τα παιδιά τους, όλοι οι αλήτες μιλάνε για το μέλλον και κοιτάνε υποτίθεται μακριά, αλλά στην πραγματικότητα κοιτάνε στην τράπεζα.

Πώς «εκτελούμε» την παρακμή;
Χρειαζόμαστε καθαρούς επαναστάτες που δε λογαριάζουν τον εαυτό τους και φεύγουνε μπροστά, αλλά ο Τσε Γκουεβάρα ήταν ένας –και για να μιλήσουμε και με μεγέθη, το οποιοδήποτε Ιατροπουλάκι είναι ένα χιλιοστό του, εδώ στο Ελλαδιστάν. Δηλαδή κυρία παρακμή η χρονική σου πίστωση, διαδρομή, ιστορική σου αναγκαιότητα, σε πάει μέχρι τρεις δεκαετίες, μετά ο κύκλος κλείνει. Δε γουστάρουμε άλλα 20 χρόνια παρακμή και το σταματάμε εκεί. Ξεκινάμε από την αρχή και ζήτω η επανάσταση.
Επανάσταση δε γίνεται εύκολα, οπότε πάμε στην «ευθανασία»;
Εδώ τα πράγματα είναι λίγο στη φύση. Υπάρχουν παρακμιακοί δημιουργοί που είτε αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στο σύστημα για επιβιώσουν, είτε δημιούργησαν γρήγορα μια κατάσταση αναγνωρισιμότητας ή δημοφιλίας ή καλής ζωής, που εύκολα μπορέσανε να περάσουνε κάποιοι κάνοντας τους αναγκαίους συμβιβασμούς. Αυτοί, λίγο πριν κλείσουν τη ζωή τους, θέλουν να ξαναγυρίσουν στη μαμά τέχνη. Τους πιάνει το παράπονο, λένε έκαναν λάθη... Υπάρχουν όμως άλλοι που είναι άνθρωποι ενός επιπέδου αληθινού, μεγάλοι δημιουργοί, όπως ο Έζρα Πάουντ κι ο Κνουτ Χάμσουν, και που κάποια στιγμή της ζωής τους τούς πήρε σβάρνα η παρακμή και στήριξαν φασιστικά καθεστώτα. Αυτοί όμως δημιουργούν μαθητές, μια πιάτσα, που ακόμα λειτουργεί μέσα στη χρονική περίοδο της παρακμής, αλλά που μυρίζονται ότι θα αλλάξει το πράγμα, παίρνουν το καλό στοιχείο και προμαγειρεύουν την εποχή της ακμής. Αυτή είναι η ευθανασία της παρακμής Κάποια στιγμή, κάποιοι προετοιμάζουν την ακμή που έρχεται κι αυτοί πρέπει να βοηθήσουν στην ευθανασία της παρακμής. Αυτοί είναι οι πρωτοπόροι. Εδώ ξεκουράζεται αυτό που λέμε ιστορική πρωτοπορία. Αυτοί οι άνθρωποι μέσα στην παρακμή δεν οραματίζονται, αλλά βλέπουν την ακμή να έρχεται. Η ακμή θα έρθει στα επόμενα 20 χρόνια οπωσδήποτε. Υπάρχουν νέοι άνθρωποι που θα αλλάξουν τα πράγματα.
Άρα ελπίζουμε στους νέους. Οι πνευματικοί άνθρωποι του σήμερα, ξόφλησαν; Δεν μπορούν να προσφέρουν κάτι;
Το 99% απ’ αυτούς είναι αξιολύπητα προδοτάκια και υπάρχουν δύο τρόποι για να πεθάνει ο πνευματικός άνθρωπος: Αφήνοντας την τελευταία του πνοή ή αφήνοντας την τελευταία του πορδή. Αυτοί διάλεξαν το δεύτερο. Ούτε να τους βλέπω, τους ξεφτίλες. Ανθρωπάκια. Οι μεγάλοι δυστυχώς φύγανε. Αυτοί έχουν ένα πρόβλημα, που εγώ τους καταλαβαίνω. Εγώ έχω καθαρίσει με αυτό που λένε δημοσιότητα από 18 χρονών. Όλα αυτά τα χρόνια του λάιφσταϊλ, κυνήγησαν λίγη αναγνώριση και είδαν ότι την πετυχαίνεις μέσα από τις τηλεοράσεις. Άρχισαν να υπογράφουν με τους «συμμάχους μας» για να σώσουν την Ελλάδα και το χαλάσανε το μαγαζί. Ξέχασαν ότι η ιστορία γράφεται και μετά.
Κάποτε οι πνευματικοί άνθρωποι είχαν λόγο και μας ενέπνεαν. Τους γνώρισε και τους έζησε. Μιλάμε για το Μάνο Χατζιδάκι, με αφορμή την επέτειο των 20 χρόνων από το θάνατό του, λέμε πόσο μας λείπουν οι παρεμβάσεις του, η τέχνη του, ο χαρακτήρας του. Θυμάται μια ιστορία του και μου την αναφέρει.
Ήταν ο μέντοράς μου. Στον θρυλικό «Μαγεμένο Αυλό» μεγάλωσα κοντά του από 15 χρονών. Και κάτι χαρακτηριστικό απ αυτόν και πολύ τρυφερό: Στο σπίτι του στην οδό Ρηγίλλης, καθόταν μια μέρα στο πιάνο και ήταν η κυρία Αλίκη από πίσω, η μητέρα του και του λέει «Μάνο μου, παιδί μου...». Εκείνη την ώρα όμως κάτι γράφει και χωρίς να γυρίσει, της λέει: «’Αφησέ με, μητέρα». Και τότε αυτή, του απαντάει: «Άκουσε εδώ φίλε, σε μένα θα μιλάς καλύτερα, γιατί ξέρεις ποια είμαι εγώ; Εγώ είμαι η μάνα του Μάνου του Χατζιδάκι». Και τότε ο Μάνος γύρισε βουρκωμένος και της φίλησε το χέρι...
Κι όσο λοιπόν θα περιμένουμε ας πούμε την εμφάνιση ενός νέου Χατζιδάκι στην τέχνη, πράγμα που θα σημάνει και τη λήξη της παρακμής, μήπως θα ήταν χρήσιμη και η λήξη της παρακμής στην πολιτική; Μπορεί σ’ αυτό να βοηθήσει η αριστερά; Μας αρέσει η ελληνική αριστερά όπως είναι σήμερα; Πώς θα έπρεπε να είναι;
Η αριστερά πριν από 50 χρόνια υπήρξε στάση ζωής. Τώρα είναι στάση λεωφορείου. Θα έπρεπε να είναι πιο κόκκινη απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ και πιο ροζ από το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ έχει ιδεολογία, ιστορία, μαχητικότητα, ρομαντισμό, εθελοντισμό και δεν έχει λόγο. Είναι κολλημένοι εκεί, πέρασε το τρένο και τους πάτησε. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με τα πασόκια που μαζεύτηκαν και φούσκωσε, είναι ένα νεομνημονιακό-αντιμνημονιακό εφεύρημα. Θα μπορούσε, χρησιμοποιώντας αυτό το εικοσιτόσο τα εκατό, να είναι αληθινά μαχητικός και περισσότερο πατριωτικός, όχι με την έννοια του εθνικιστή, αλλά να ξαναδώσει το συνεκτικό ιστό στον κοσμάκη τον πανικόβλητο, που δεν έχει πού να πιστέψει. Που δεν τον αφήνουν να πιστέψει στη σημαία και την εκχωρούν στη Χρυσή Αυγή που εκ των πραγμάτων έτσι θα αποκτήσει κι άλλη δύναμη. Έχουμε μπλέξει με τις λέξεις. Η αριστερά θα έπρεπε να είναι παντοδύναμη και κοντά στο λαό και να δουλέψει χωρίς κορόνες. Να κάνει χρήση της παράδοσης και της τεχνολογίας ταυτόχρονα. Να επιτρέψει στη γυναίκα, στον ομοφυλόφιλο, στο μικρό παιδί, να έχει τα κοινωνικά του δικαιώματα, όχι στο επίπεδο της ασυδοσίας, αλλά στο επίπεδο της ελευθερίας, να υπάρξει αξιοπρέπεια στον πολίτη. Υπάρχει πεδίο για την αριστερά. Όχι βέβαια για την κεντροαριστερά που πάνε να φτιάξουν τώρα κι αυτές τις σαχλαμάρες, επειδή έχουν σαν βάση αυτόν τον πολιτικό πολτό που ονομαζόταν πάντα «Κέντρο» στην Ελλάδα, κοτσάρουν και το «Αριστερά» που πουλάει από δίπλα, επειδή θέλει να ξανάρθει το ΠΑΣΟΚ με άλλη σημαία. Που ήδη αυτό κυβερνάει, οι άνθρωποι του Σημίτη από το 96.
Όχι βέβαια. Μακριά από εμάς οι κεντροαριστερές, οι μεσαίοι χώροι, οι μέσοι όροι, οι μέτριες καταστάσεις, οι μεσοβέζικες λύσεις, οι μετριότητες και όσα οδηγούν στην παρακμή.
O λόγος του Δημήτρη Ιατρόπουλου πάντως, μας κρατάει μακριά της.

Συνέντευξη που πετάχτηκε (χωρίς να είναι για πέταμα) στο living in the city

Νίκος Ζερβός: Ζω με εμμονές

Του έχω αδυναμία από τότε που είδα το Δράκουλα των Εξαρχείων. Για το αιρετικό του ύφος, το ανατρεπτικό του χιούμορ και τη διάθεση να τα κάνει όλα άνω κάτω. Οι περισσότερες ταινίες του Νίκου Ζερβού έχουν αυτή την άναρχη διάθεση για ό,τι να ‘ναι.
Αν και κάνει κάποια διαλείμματα, όπως και τώρα, που ετοιμάζει μία ανάλαφρη νεανική ταινία. Ο ίδιος πώς χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως σκηνοθέτη;

Δε θεωρώ ότι είμαι καλός σκηνοθέτης. Καταφερτζής είμαι. Κάνω το κέφι μου, την πλάκα μου, το χαβαλέ μου. Άμα ξεμείνω από λεφτά, επειδή δε γίνεται αλλιώς, πετάω και καμιά εμπορικούρα τύπου θηλυκό θηριοτροφείο. Για τότε έκανε πολλά εισιτήρια. Βέβαια πολλά εισιτήρια έκανε και ο Δράκουλας των Εξαρχείων που έγινε τελείως για το χαβαλέ. Με τον Πανούση είχαμε κάποιες σημειώσεις, τον καμβά. Ένας επιστήμονας, ο Τζούμας, που φτιάχνει σαν τον Φρανκεστάιν το τέλειο συγκρότημα και του βγαίνει κάτι σε Μαργαρίτης. Αυτό ήταν το πρόσχημα, αλλά αυτοσχεδιάζαμε πολύ. Ήταν μία ταινία αναρχίζουσα –όχι αναρχική- και έκανε τρελά εισιτήρια. Εγώ περίμενα να βγει σε τρία σινεμά, βγήκε σε τριάντα κι έσκισε. Κάναμε το κέφι μας, κάναμε αυτό που πιστεύαμε και πέτυχε.

Ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο επειδή ήταν αυτό που αγαπούσε. Το να βλέπει ταινίες είναι η αγαπημένη του συνήθεια, ενώ δεν κρύβει την αδυναμία του, σε βαθμό εμμονής, σε κάποιους σκηνοθέτες. Θα βρεθούν αντικαταστάτες
των σκηνοθετών της γενιάς του;
Αν η νέα γενιά είναι ο Λάνθιμος, η Τσαγκάρη κι αυτά τα παιδιά που κάνουν πειράματα που κι αυτά είναι κλεμμένα, είναι ασέβεια να τους συγκρίνω με σκηνοθέτες όπως ο Νικολαΐδης ή και ο Φέρρης. Κι ο Παναγιωτόπουλος είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης, αν και δε μου αρέσει που τα τελευταία χρόνια το έχει γυρίσει στην ομφαλοσκόπηση και τη μονομανία με τον Γκοντάρ σε σημείο να τον αντιγράφει. Θα μου πεις, έχεις γεράσει και δε σου αρέσει τίποτα.  Αλλά πιστεύω ότι η νέα γενιά σκηνοθετών δεν έχει καμία σχέση με αυτούς. Αν ο κυνόδοντας είναι ταινία, τότε εγώ είμαι ο Αγγελόπουλος. Με συμβολισμούς της πλάκας, ένα πράγμα υπερφίαλο, που προσπαθεί να πει τα πάντα και δε λέει τίποτα και οι κριτικοί το αναλύουν σε έξι σελίδες. Όλο αυτό είναι μια μπούρδα. Ποτέ δεν έχω πει μπούρδα ταινία του Αγγελόπουλου που δε μου άρεσε. Πάντως όλο και θα υπάρχουν αξιόλογοι.

Περιμένω για παράδειγμα να δω μεγάλη ταινία από τη Νάνσυ Σπετσιώτη, που έχει ενδιαφέρον αυτό που κάνει. Ο Νικολαΐδης ήταν μια πολύ ειδική περίπτωση, γνώστης της τεχνικής του σινεμά και δεν είχε μεγάλη διαφορά ικανότητας από τον Πολάνσκι.
Ο Πουλικάκος για να τον πειράξει τον έλεγε Πολάνσκι του Κεφαλαρίου. Εγώ είμαι προκατειλημμένος με το Νικολαΐδη.
Τι τον χαλάει τόσο με τον Αγγελόπουλο, τον οποίο συχνά σατίριζε;
Δε μου άρεσε ποτέ. Έκανε το παιχνίδι του πολύ καλά, έπαιξε ένα παιχνίδι με αργά πλάνα και μου έχει μείνει μια φράση, νομίζω την είχε γράψει η Σώκου, φανταστείτε να ήταν καλός σκηνοθέτης, είχαμε γελάσει όλοι τότε. Εμένα οι ταινίες του δε με ενδιέφεραν ποτέ. Του παραδέχομαι όμως μια εμμονή να κάνει αυτό το είδος κινηματογράφου, είτε του έκανε εισιτήρια είτε δεν του έκανε. Στο τέλος είχε ζήσει
κι ένα δράμα, βλέποντας ανθρώπους που τον έγλειφαν, στις τελευταίες του ταινίες να τον φτύνουν και να γράφουν πολύ άσχημα. Και ξέρω ότι του κόστισε. Αλλά παραδέχομαι το ότι ήταν σταθερός σ’ αυτό που έκανε, άσχετα αν εμένα δε μου πήγαινε.

Αφήνουμε τις εμμονές του Αγγελόπουλου, για να πάμε στις δικές του.
Εγώ ζω με εμμονέςΟ Γκοντάρ ας πούμε. Κάθε μέρα στο facebook, θα βάλω καμιά δεκαριά ταινίες του, παλιές και καινούργιες. Του παραδέχομαι ότι είναι 83 χρονών, που εγώ δεν ξέρω αν στην ηλικία του θα περπατάω με τη ζωή που κάνω, και κάνει ακόμη πειραματικές ταινίες. Τώρα του έχουν αφιέρωμα στην ταινιοθήκη. Θα πάω, κάνοντας εξαίρεση μόνο για τον Γκοντάρ, γιατί δε μου αρέσει εκείνο το μέρος. Όλη αυτή η μόδα με την Ιερά Οδό μού είναι απεχθέστατη και δε θέλω να πατάω. Άλλη εμμονή αυτή. Θα προτιμούσα να πάω στο αισχρό Κολωνάκι.


Δεν πάει εδώ, δεν πάει εκεί, πάει όμως στη Σαρωνίδα για διακοπές. Μόνο. Και καμιά φορά και Λαγονήσι.
Δεν είναι τυχαίο. Παίρνω ένα ωραίο αυτοκινητάκι που έχω και το λειτουργώ μόνο το καλοκαίρι –το χειμώνα κατεβάζω και την μπαταρία- πηγαίνω Αττική Οδό, μία ευθεία και βγαίνει εκεί. Βαριέμαι το οδήγημα, βαριέμαι την κίνηση, πολλοί με κοροϊδεύουν
γι’ αυτό, αλλά εντάξει, δεν αντέχω. Αυτός είναι ο πρακτικός λόγος. Κι ο άλλος είναι ότι βρήκα ένα μέρος με τέσσερα θερινά. Μου αρέσουν πολύ τα θερινά σινεμά και βλέπω εκεί όσες ταινίες δεν έχω δει το χειμώνα. Και μου φαίνεται πως έχει και καθαρές παραλίες.

Εντάξει, έχει πάει και αλλού. Κάποτε. Στη Μύκονο.
Πριν γίνει κοσμική, όταν ήμουν 20 χρονών πήγαινα κάθε καλοκαίρι. Οι κοσμικοί πήγαιναν στην Ψαρού που τότε ήταν πιο καλόγουστη. Έκανα παρέα και με κάποιους απ’ αυτούς, αλλά εγώ πήγαινα κυρίως Παράγκα, όπου έμενα ως χίπης, με κάτι συμπαθέστατους ξένους. Καμία σχέση με αυτό που είναι τώρα. Έβγαζες τα ρούχα σου, έκανες μπάνιο γυμνός και κανένας δε σε κοίταζε. Τώρα όλοι πάνε για να δούνε το φαινόμενο.

Πάμε πάλι στον κινηματογράφο. Υπήρξε μια εποχή που οι σκηνοθέτες, και γενικότερα οι άνθρωποι της τέχνης, ήταν μια παρέα και ο ένας στήριζε τον άλλον. Πώς ήταν η συνεργασία με ανθρώπους του χώρου του, ανταλλαγές, επιρροές;

Δεν είναι κακό να επηρεάζεσαι και να περνάς αυτό που πήρες; Ο Νικολαΐδης ήταν λίγο σαν πατέρας για μένα και μου έδειχνε πράγματα. Μου έλεγε ότι οι ταινίες μου ήταν λίγο αρκουδιάρικες, έπρεπε τα πλάνα να είναι πιο σωστά στημένα, ο φακός μου ήταν λάθος. Καθόμασταν στο εξοχικό που είχε με τη γυναίκα του στα Λεγρενά και μου έκανε μαθήματα για να με κάνει καλύτερο σκηνοθέτη. Βέβαια, καλύτερος δεν έγινα, αλλά κάτι πήρα από τα μαθήματα αυτά.
Εποχές, εμπειρίες και καταστάσεις που μετέφερε και στην ταινία Φωνές από το Υπόγειο του Γιάννη Χαριτίδη, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στο Μικρόκοσμο και αφορά στο underground της ελληνικής τέχνης.
Μιλάει ο Ρεντζής, ο Πουλικάκος, εγώ, αν και δε θεωρώ τον εαυτό μου underground γιατί δεν έζησα έτσι. Μπορείς να πεις ότι ο εξόριστος και ο δράκουλας ήταν underground. Είμαι μόνο αν το δεις ως κάτι που έκαναν άνθρωποι που δε νοιάζονταν
για τίποτα άλλο εκτός από το να εκφράσουν αυτό που πιστεύουν. Παράξενοι ήχοι, εικόνες, έχω κάποιες τέτοιες. Σαν όρος μπορεί να είναι και πολύ ευρύς και να μην περιορίζεται στα πλαίσια της ψυχεδέλειας. Νομίζω κι ο Χαριτίδης εκεί το πάει.
Στο ότι το underground κινείται σε όλες τις τέχνες και είναι αυτό που δεν είναι mainstream και δε στοχεύει στο εμπορικό κομμάτι. Ένα καλό παράδειγμα είναι ο Γουόρχολ που έσκισε εμπορικά, αλλά δεν ήταν αυτός ο σκοπός της τέχνης του.

Περνάμε και στην ταινία που ετοιμάζει. Αυτήν την περίοδο κάνει το μοντάζ. Θα τη δούμε τον Οκτώβριο, έχει τίτλο «λύσσα κακιά», και διαφορετική από αυτές που έχουμε συνηθίσει.
Το σενάριο είναι της Ζωής Ζέρβα, που παίζει κι ένα ρόλο. Της είχα πει κάποτε να γράψει τις εμπειρίες της από τη δραματική σχολή, ήρθε η ώρα να γίνει ταινία. Είναι η πρώτη φορά που δεν έχουμε Πουλικάκο. Δεν του πάει και το έργο, κι εδώ που τα λέμε, κι εμένα δε μπορώ να πω ότι με εκφράζει ιδεολογικά. Κοριτσοπαρέες, ερωτικά, σχολή, εξετάσεις… είπα να κεράσω μια γρανίτα. Έχει και πολλή μουσική
και διασκευές του Παντελή Αμπαζή. Παραγωγός δεν είμαι εγώ, για δεύτερη φορά στη ζωή μου. Είναι ο Δημήτρης Γαλανόπουλος. Είναι μια ταινία που απευθύνεται σε μεγάλο κοινό. Γενικώς δε μου αρέσει αυτό που κάνουν ταινίες για λίγους. Άμα θέλεις
ταινία για λίγους, κάνε ένα βίντεο και δες το στο σπίτι σου.

Ξεχωρίζει κάποιες ταινίες του ή όλες είναι παιδιά του;
Ο εξόριστος στην κεντρική λεωφόροο δράκουλας των Εξαρχείων και στη σκιά του Λέμμυ Κώσιον. Μία ταινία αδικημένη. Είχαμε δικαστικές διαφορές με τον παραγωγό και κανείς δεν ασχολήθηκε και έγινε χάλια διανομή, σε ένα σινεμά μόνο. Ήταν μια αναφορά στονΓκοντάρ και τον Έντι Κονσταντίν, τον πρωταγωνιστή του Αλφαβίλ που είναι και η αγαπημένη μου ταινία. Από την άλλη δεν απορρίπτω καμία. Ακόμη και το show bitch που θεωρήθηκε αποτυχία, εμένα μου άρεσε γιατί ήταν μια ταινία για χαβαλέ, για το χώρο της σόουμπιζ. Προφανώς για να το κάνω, το αισθανόμουν, αλλά δε μου βγήκε. Η πιο προσωπική μου ταινία πάντως που με εκφράζει απόλυτα, ιδεολογικά και κινηματογραφικά, ήταν ο εξόριστος. Υπήρχε ένα σενάριο δικό μου, το πήγα στον Φέρρη που πρωταγωνίστησε και το ξαναγράψαμε μαζί, ενώ με βοήθησε και στο μοντάζ. Μετά απ’ αυτό το έριξα στο χαβαλέ. Το σινεμά είναι ένας τρόπος για να εκφράσεις τη σύγχυσή σου. Όσοι λένε ότι είναι κατασταλαγμένοι, λένε ψέματα. Το σινεμά είναι μια αντίδραση σε όσα συμβαίνουν, ακόμη κι ανάποδη. Όπως αυτό που κάνω τώρα, που μέσα στην κρίση κάνω μια ταινία ανάλαφρη.
Βέβαια, πριν τη λύσσα κακιά, είχε κάνει και μια ταινία για την κρίση. Σαπίλα ξεφτίλα και τεκίλα. Ένα κολάζ παλιών ταινιών δικών του και του Γιάννη Παρασκευόπουλου.

Το δέσαμε με κεντρικό άξονα το Γιάννη Μποσταντζόγλου, που ήταν ένας σκηνοθέτης που για να εμπνευστεί έμπαινε σε κάδους σκουπιδιών. Λίγο συμβολικό αυτό με τα σκουπίδια. Και είχαμε αρκετές σκηνές με τους τότε αγανακτισμένους.
Που μάλλον τους πέρασε η αγανάκτηση και τώρα είναι ικανοποιημένοι και μάλλον τελικά όλο αυτό ήταν μια μπλόφα.
Και τι να κάνουν;
Σίγουρα όχι αυτό που κάνουμε όλοι, το κάνω κι εγώ, που φωνάζουμε στο φέισμπουκ. Ούτε πιστεύω στα κόμματα, έχω πολύ κακή ιδέα για το ΣΥΡΙΖΑ και τις αντιφάσεις του που άλλα λέει ο ένας κι άλλα ο άλλος. Θα ήθελα η λύση να έρθει από νέους, αυτοί είναι που μπορούν να βγουν και στις διαδηλώσεις και να κάνουν πράγματα. Η λύση είναι φρέσκα μυαλά. Εμείς δεν τα καταφέραμε, ας δεχτούμε ότι χάσαμε.

Και, για να κλείσουμε ξεφεύγοντας από τα κινηματογραφικά, πώς είναι η ζωή του στην πόλη;

Αλεξάνδρας, βεράντα, χαζεύουμε από κει κάνα ματς του Παναθηναϊκού, Αυτόφωρο που το έχω και ως γραφείο και συναντώ κόσμο, το Αγορά εδώ πιο πάνω που πηγαίνω, και γενικά έχω γίνει ένας κλειστός και μονόχνοτος άνθρωπος. Καμιά φορά με παρασύρουν φίλοι και βγαίνουμε πιο έξω και το καλοκαίρι στη Σαρωνίδα που μου αρέσει να κολυμπάω. Δε βγαίνω, δεν πάω πουθενά. Υπάρχει κοπέλα που με χώρισε για αυτόν το λόγο. Πολλές ώρες στο φέισμπουκ και φιλοδοξώ να κάνω άλλη μία ταινία.

Εμείς περιμένουμε τη νέα του ταινία κι ας ξέρουμε πως θα είναι διαφορετική από αυτές που συνηθίσαμε.
Μέχρι τότε, λέμε να πάρουμε μια δόση από το underground που μας ενέπνευσε, μια και μας έβαλε σ’ αυτό το τριπάκι.

Συνέντευξη που πετάχτηκε (χωρίς να είναι για πέταμα) στο living in the city
Η πρώτη μου «ζωντανή» επαφή με την Ηρώ Σαΐα ήταν σε μια εμφάνισή της στο Παλλάς με τον Σταύρο Ξαρχάκο. Είδα ένα αερικό, ντυμένο με ένα καταπληκτικό κόκκινο φόρεμα και άκουσα μια φωνή που κι αυτή μόνο σε αερικό θα ταίριαζε. Ήταν ένα τραγούδι που το έχει σημαδέψει η Φλέρυ Νταντωνάκη. Ένα τραγούδι που, για να το πει άλλη, ή αφελής είναι ή ικανή να το σημαδέψει κι αυτή με το δικό της τρόπο. Το αερικό το σημάδεψε.
ΠΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΦΕ ΜΕ ΤΗΝ ΗΡΩ ΣΑΪΑ
Στη συνέχεια η επαφή προχώρησε και είδα ότι δεν είναι απλώς μια αιθέρια ύπαρξη με την ανάλογη φωνή. Είναι ένα κορίτσι μέσα σε όλα και μονίμως στον αγώνα. Ε, πώς να μην το εκτιμήσω; Πάει καιρός από τότε κι όλο λέμε να βρεθούμε κι όλο δε βρισκόμαστε. Η συνέντευξη ήταν η αφορμή. Και η συνάντηση τα είχε όλα. Τα σχετικά μιας συνεντεύξεως, γαρνιρισμένα από τα «δικά μας», από θέματα κοριτσίστικα, από σχόλια και χαλαρή κουβέντα, μέχρι επίσκεψη σε έκθεση.
«Με όλα αυτά τα τρεχάματα, μου έλειψε το να βγω να ασχοληθώ με εμένα, να ντυθώ, να στολιστώ, να βγω, να πάω για καφέ και να χαζογελάσω», μου λέει για να μου βάλει στη συνέχεια όλα τα τρεχάματα στη σειρά: Σπουδές, σπουδές και ξανά σπουδές και μέσα σ’ αυτές η προσπάθεια να στήσει μόνη της μια καριέρα, η οποία ξεκίνησε με το που πάτησε το πόδι της στην Αθήνα, όπου πρωτοήρθε για σπουδές. Ο πατέρας της ήθελε να γίνει γιατρός, αυτή είχε ήδη ξεκινήσει μαθήματα στο ωδείο. Ξεκίνησε στα 18 της για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει βοηθός οδοντιατρείου αλλά στο δρόμο, κάτι της άλλαξε το πρόγραμμα.
Ερχόμενη να γραφτώ στη σχολή στην Αθήνα, άκουσα στο γουόκμαν στον τότε Μελωδία, ενώ συγχρόνως είχα διαβάσει στο τότε Δίφωνο ότι ο Σταμάτης Κραουνάκης ξεκινάει σεμινάρια ερμηνείας τραγουδιού στο χοροθέατρο της Σοφίας Σπυράτου. Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, πήγα στο καρτοτηλέφωνο του ΚΤΕΛ και δήλωσα συμμετοχή. Μετά φτιάξαμε και την ομάδα και έμεινα. Οι σπουδές οι άλλες τελείωσαν και έμειναν εκεί που τελείωσαν. Ταυτόχρονα ξεκίνησα και το πανεπιστήμιο. Θα ήθελα να ξεκινήσω και πιάνο ή κιθάρα για να μπορώ να παίζω καθώς τραγουδάω. Δύο επαγγέλματα έχω ζηλέψει. Τις μπαλαρίνες και τους πιανίστες. Έχω κάνει λίγο χορό και θεωρώ ότι θα μπορούσα να το κάνω, αν ξεκινούσα στη σωστή ηλικία.
Σπούδασε ελληνικό πολιτισμό, τελείωσε και τη δραματική, ενώ παράλληλα την παρακολουθούσαμε να ασχολείται με το τραγούδι. Στο οποίο, όπως λέει, ήρθε η ώρα να προσηλωθεί.
Θεωρώ ότι ήδη αξιοποιούνται όσα πήρα από τη δραματική. Αυτή τη στιγμή δεν επιδιώκω να ασχοληθώ με το θέατρο, αλλά στο μέλλον δεν το αποκλείω. Είναι η πρώτη χρονιά που προσηλώθηκα στο τραγούδι. Από την πρώτη χρονιά που ξεκίνησα με τον Κραουνάκη, όλο και κάτι άλλο είχα. Σπουδές, συχνές πρόβες, συνεργασίες για να βιοποριστώ. Φέτος κοίταξα εμένα ως άτομο, χωρίς να ανήκω σε κάποια ομάδα, και έκανα το δίσκο μου. Τον έτρεξα με πολύ προσωπικό χρόνο και κόπο.  Όλα πέρασαν απ’ τα χέρια μου και αυτό είχε κόπο αρκετό, αλλά και αποτελέσματα. Είμαι ευχαριστημένη από τη χρονιά που πέρασε. Υπάρχουν συνάδελφοι που κάνουν καριέρα και έχουν μεγαλύτερη αναγνώριση αλλά ξεκίνησαν πριν από μένα. Εγώ στην ουσία, ξεκίνησα να χτίζω την καριέρα μου πριν από 4 χρόνια. Μέχρι τότε είχα συμμετοχές μόνο. Και ο πρώτος μου δίσκος, η γυναίκα τριαντάφυλλο, ήταν επανεκτελέσεις και ζωντανή ηχογράφηση. Έκανα το ντεμπούτο μου με κάτι που με ικανοποίησε πάρα πολύ γιατί ήταν δική μου επιλογή και το θεωρώ κάτι ιδιαίτερο και ως δίσκο και ως παράσταση. Γι’ αυτό και θα επαναληφθεί στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, για δύο επετειακές παραστάσεις τον Οκτώβρη.
Εγώ έχω ήδη κουραστεί με το πρόγραμμά της. Σπουδές, δίσκος, προβολή, εμφανίσεις, προγραμματισμοί για μελλοντικές εμφανίσεις. Και μόνη. Το αερικό έχει πάρει φωτιά, αλλά δεν το βάζει κάτω.
Είναι καλό να έχεις από πίσω ανθρώπους που οργανώνουν πράγματα για σένα. Εγώ στην ουσία ξεκίνησα φέτος. Και πάει καλά. Αν και δεν μπορώ να πω ότι εμφανίστηκα πολύ με τραγούδια του δίσκου μου. Πριν από το αφιέρωμα στον Τσιτσάνη έκανα κάποιες εμφανίσεις, συνεντεύξεις για το cd και ακόμη έχω δρόμο. Για ό,τι έκανα, χρειάστηκε να δαπανήσω αρκετό χρόνο και ενέργεια. Αυτό είναι και καλό. Είμαι πλέον πιο υποψιασμένη και ικανή από το να γράψω ένα δελτίο τύπου μέχρι το να στήσω κάτι μόνη μου. Το καλύτερο βέβαια για τον καλλιτέχνη είναι να μην έχει άλλη ευθύνη και έγνοια, παρά μόνο να βγει να τραγουδήσει. Δεν είμαι από αυτές τις περιπτώσεις. Είχα όμως και το Νεοκλή Νεοφυτίδη και τον Άρη Βλάχο που ήταν πολύ καλοί συνεργάτες.
Ωραία, βγήκε ο δίσκος, πάει καλά, και τώρα, τι; Δε σκοπεύει να αναζητήσει κάτι για τη συνέχεια; Δεν την αγχώνει ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να παρουσιάσει και κάτι καινούργιο; Δε βάζει χρονοδιαγράμματα, θα μου απαντήσει. Δουλεύει πάνω σ’ αυτό που έχει και αφήνει το επόμενο να έρθει μόνο του. Και πόσο σημαντικό είναι το cd για έναν καλλιτέχνη, όπως είναι σήμερα τα πράγματα στη δισκογραφία;
Πάντα είναι καλό να έχεις δικά σου τραγούδια. Τώρα το πώς θα τα επικοινωνήσεις, αν θα είναι με το cd ή με το ίντερνετ είναι και θέμα του καλλιτέχνη. Εγώ αγαπώ το cd όπως αγαπώ και το βιβλίο. Στο ίντερνετ τα συμπιεσμένα δεν έχουν καμία σχέση με την ποιότητα του δίσκου. Παρ’ όλα αυτά είναι ένα μέσον για να επικοινωνήσουμε τη δουλειά μας. Κάποιος που βγάζει ένα cd σήμερα δεν περιμένει και τις τρελές πωλήσεις. Δεν υπάρχουν καν δισκοπωλεία. Αλλάζουν τα πράγματα, αλλά πάντα θα υπάρχει μία μικρή μερίδα ανθρώπων που θα επιλέγουν το καλύτερο.
Με τον Ξαρχάκο τη βλέπουμε χρόνια τώρα. Πόσο μόνιμη είναι αυτή η συνεργασία και πώς προέκυψε;
Ξεκίνησε αρχικά με την ορχήστρα. Ήμουν με το Λουκιανό Κηλαηδόνη, όπου με σύστησε ο Δώρος Δημοσθένους. Από κει με έμαθε η ορχήστρα και στη συνέχεια ο Ξαρχάκος με πήρε σε συναυλίες στην Κύπρο, όπου έγινε η πρώτη γνωριμία. Είπα τα κομμάτια όπως ήθελε, θέλω να πιστεύω, και γι’ αυτό συνεχίστηκε η συνεργασία, έστω με κάποιες διακοπές. Τώρα ξεκινάμε με το Ζαχαρία Καρούνη και υπό τη διεύθυνση του Σταύρου Ξαρχάκου σε ένα πρόγραμμα με τραγούδια του Ξαρχάκου. Κι όποτε βρίσκω χρόνο κι έχω αποθέματα ενέργειας, παίρνω το Νεοκλή και κάποιους μουσικούς και πάμε όπου μπορώ και παρουσιάζω τα τραγούδια μου. Είναι μια μεγάλη περιοδεία, με έναρξη 16 Ιουνίου στο θέατρο βράχων, έχουν ήδη προγραμματιστεί 30 εμφανίσεις και προστίθενται κι άλλες.
Πρόγραμμα γεμάτο. Ο κόσμος ανταποκρίνεται; Πώς βλέπει τα πράγματα στην εποχή της κρίσης;
Τώρα ο άλλος αναγκάζεται να επιλέξει. Είναι καλό αυτό. Φέτος χάρηκα που πήρε παράταση αυτό που κάναμε. Δείχνει ότι ο κόσμος θέλει. Παρ’ όλα αυτά, επειδή μιλάμε για ένα μεγάλο μαγαζί και δύο τεράστια ονόματα, υπάρχουν και νέοι καλλιτέχνες που δυσκολεύονται πολύ, χωρίς να υστερούν σε καλλιτεχνική αξία. Πρέπει να έχεις κάτι να προτείνεις, να έχεις μια στρατηγική και βέβαια ταλέντο. Αλλά σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ταλέντο και δεν τους έχει ανακαλύψει κανείς. Δεν πρέπει να περιμένει κανείς να έρθει κάποιος να τον ανακαλύψει. Για μένα πέραν του ταλέντου, σημαντικό πράγμα είναι και η νοημοσύνη. Μία ωραία φωνή μπορεί να πάει μέχρι το περίπτερο ή μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου. Πάντα κάποιος θα ξεχωρίσει. Αυτές είναι οι εξαιρέσεις. Πρέπει να έχεις να προτείνεις, να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις επιλογές. Έχει τύχει να πάω σε εταιρεία και να σηκώνω τηλέφωνα, για να μην πάω να δουλέψω σε κάτι που δε με εκφράζει. Τι προτείνεις και τι θα μείνει από σένα στο τέλος. Βρες τι είσαι, τι είναι αυτό που προτείνεις και πάλεψέ το. Εγώ το παλεύω από τα 18 μου.
Αυτά για το χώρο. Και ποια πιστεύει πως είναι η λύση στα δύσκολα; Η ίδια επηρεάζεται από την κρίση;
Περνάμε δύσκολα, αλλά να φύγεις από δω και να πας πού; Όχι πως δε θα μου άρεσε να είχα την ευχέρεια να φύγω για ένα διάστημα και να ζήσω στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, έτσι για να ζήσω άλλα πράγματα, για την περιπέτεια. Από την άλλη μου αρέσει τόσο πολύ το σπίτι μου. Έβαλα κάτι κουρτίνες και γίνεται ένα κίτρινο φως το πρωί, βλέπω απ’ έξω τα λουλούδια και λέω πού θα φύγω και πού θα το βρω αυτό; Πού θα βρω τον κολλητό μου από δίπλα που έρχεται και πίνουμε τον καφέ μας το πρωί ή το ποτό μας το βράδυ; Πού αλλού θα ζήσω πολυτέλειες τέτοιου τύπου; Εμένα με έχει σώσει το γεγονός ότι δεν έχω καταλάβει την κρίση γιατί ποτέ δεν υπερέβαλα. Μόνο επειδή μου αρέσει το καλό το ντύσιμο, παίρνω καμιά φορά κανένα καλό ρούχο. Αυτές ήταν οι μικρές μου υπερβολές που τις έκανα όταν είχα χρήματα. Δεν υπερέβαλα και δε δημιούργησα καταναλωτικές υποχρεώσεις. Έτσι μπορώ να κάνω επιλογές στη δουλειά μου.
Πώς της φαίνονται οι εκπομπές που βλέπουμε καλλιτέχνες να χορεύουν, να μιμούνται και να διαγωνίζονται στην τηλεόραση; Θα δοκίμαζε να κάνει κάτι σε τέτοιες εκπομπές;
Δε με ενδιαφέρει να κάνω κάτι ή να μιμηθώ κάποιον άλλον. Να κάνεις κάτι που θα είσαι ο εαυτό σου. Δεν ξέρω τι μπορεί να προσφέρει στον καλλιτέχνη αυτό, πέρα από αναγνωρισιμότητα. Εγώ γενικώς θεωρώ ότι δεν κάνω οτιδήποτε για να την έχω. Θέλω κι εγώ την αναγνωρισιμότητα, θέλω να είμαι στα πράγματα, αλλά λέω και όχι. Έχει σημασία το πώς και για τι θέλεις να σε μάθουν. Πιέστηκα πρόσφατα να πάω σε εκπομπή και θεωρώ ότι δεν τραγούδησα όπως μπορώ να τραγουδήσω. Για να πάω σε μια εκπομπή θέλω να γίνεται με κάποια δεδομένα. Να κάνω την πρόβα μου όπως πρέπει, να έχω βρει το τραγούδι. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί κι ό,τι του πάει. Για να κάνω κάτι πρέπει να μου πάει και να μου αρέσει. Αλλιώς δεν το κάνω καλά.
Ξέρω καλά ότι είναι ένα κορίτσι της πόλης. Αλλά τη ρωτάω για να μου τα πει και για τις ανάγκες της συνέντευξης.
Λατρεύω την πόλη. Μου αρέσει η ίδια η πόλη, όχι μόνο να βγαίνω με τους φίλους μου και να κάνουμε πράγματα. Κάνω όλα αυτά τα ωραία που κάνουν οι περισσότεροι. Δεν ξενυχτάω ιδιαίτερα. Μόνο λόγω δουλειάς. Μ’ αρέσει να βγαίνω για ποτό, για φαγητό, ο ποδαρόδρομος. Κατεβαίνω συχνά από το σπίτι μου στους Αμπελόκηπους και να πηγαίνω στο κέντρο. Βγαίνω μέχρι τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου ή παίρνω τον κολλητό μου και πάμε Καισαριανή. Τα Εξάρχεια, η Πλάκα, γενικώς μου αρέσει η Αθήνα. Έζησα όλα τα συνειδητοποιημένα χρόνια της ζωής μου εδώ και αισθάνομαι πως αυτό είναι το σπίτι μου. Και τώρα, όπου και να πάω, δεν μπορώ να μείνω πάνω από πέντε μέρες. Θέλω να γυρίσω στην Αθήνα. Μου αρέσει η Αθήνα το Δεκαπενταύγουστο που είναι ο πιο μαγικός τόπος. Στους δρόμους βέβαια βρίζω, όταν οδηγώ. Θεωρώ ότι είμαι πολύ καλή οδηγός, προσέχω, δεν είμαι κότα, αλλά εκνευρίζομαι. Με ενοχλεί η βρομιά και η αγένεια. Που δε σέβονται και δεν αγαπούν τον τόπο τους.
Και τι την κάνει να ξεφεύγει από αυτήν την αγένεια; Τι είναι αυτό που διώχνει τον εκνευρισμό; Κι αυτό το ξέρω κι αν δεν το ήξερα θα το υποψιαζόμουν, αλλά είπαμε, για τις ανάγκες της συνέντευξης.
Μ’ αρέσει το σπίτι μου. Ακόμη κι όταν κάθομαι μόνη μου. Κάθομαι συχνά και σκέφτομαι πόσο πολύ μου αρέσει. Λέω, πως αν ποτέ μου παντρευτώ, δεν θα το αφήσω, για να επιστρέφω σ’ αυτό όποτε το έχω ανάγκη και θέλω τον δικό μου, προσωπικό μου χώρο, το καταφύγιό μου. Έχω πάρα πολύ ωραία βεράντα γύρω γύρω από το σπίτι. Δεν είναι μεγάλο. Ενώ είναι μέσα στο κέντρο είναι ήσυχο, είναι ψηλά και δε φτάνει ο θόρυβος. Έχω πολλά φυτά, ένα πράσινο μπαλκόνι. Αφιερώνω χρόνο όσο μπορώ και το απολαμβάνω. Τώρα που άνοιξε ο καιρός είμαι συνέχεια στο μπαλκόνι. Μόνο εκεί ησυχάζω, μόνο εκεί δουλεύω, μόνο εκεί μου έρχονται ιδέες.
Ειδικά αυτό με τα φυτά το ζήλεψα πραγματικά. Δε γλιτώνει. Θα της κάνω καμιά αρμένικη βίζιτα κάνα βράδυ για να μυρίζω τα δύο νυχτολούλουδά της. Το βάζω στο πρόγραμμα, μέχρι τις 16 Ιουνίου που ξεκινάνε οι εμφανίσεις της.
Ο καινούργιος δίσκος της Ηρώς Σαΐα με τίτλο Λευκό Χαρτί, κυκλοφορεί από την Phonograph και μέσα στην εβδομάδα θα κυκλοφορήσει το νέο της videoclip.

Συνέντευξη που πετάχτηκε (χωρίς να είναι για πέταμα) στο living in the city

Άλκης Παναγιωτίδης: Ξεμπέρδεψα πολύ νωρίς με το δυτικό πολιτισμό

Καμιά φορά, κάνουμε το λάθος να συνδέουμε ηθοποιούς με ρόλους. Για παράδειγμα ο Αρτέμης Μάτσας είναι εκείνος ο ελεεινός τύπος που επιμένει πως οι Γερμανοί είναι φίλοι μας. Άντε να το ξεπεράσεις και να τον δεις με άλλο μάτι. Το ίδιο που συμβαίνει και με τονν Άλκη Παναγιωτίδη, τον οποίο έχω συνδέσει με τον ρόλο με το ίδιο όνομα στην ταινία του Νικολαΐδη «τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα».
ΑΛΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ: "ΚΑΘΑΡΙΣΑ ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΔΥΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ"
Έναν αμετανόητο του rocknroll, που παίζει ντραμς αναπολώντας. Ε, κάπως έτσι είναι. Απλώς δε μένει στην αναπόληση, αλλά φροντίζει να ακολουθεί την εποχή του. Να μην ησυχάζει και να μη χάνει την ορμή του. Έτσι λοιπόν, δηλώνει οργισμένος μεσήλικας.
«Άλλοι στην ηλικία μου έχουν τα εγγόνια τους κι έχουν αράξει. Κι εγώ έχω εγγόνια αλλά είμαι ο οργισμένος της οικογένειας. Ο γιος μου είναι συντηρητικός και είναι αυτός που με φροντίζει, τρόπος του λέγειν. Οι νέοι δεν είναι οργισμένοι όσο θα έπρεπε. Πρέπει να έχει πέσει ευνουχισμός από το σπίτι. Και το ίντερνετ τους έκανε να μην ψάχνονται όπως ψαχνόμασταν εμείς. Τα έχουν όλα έτοιμα. Εγώ έκανα χιλιόμετρα για να δω πράγματα. Οργάνωνα του κόσμου τις κασκαρίκες ώστε να μπορέσω να επωφεληθώ. Και όλα αυτά πιστεύω με κάνανε καλύτερο. Γι’ αυτό αρχικά αρνήθηκα το ίντερνετ. Αλλά επέμενε ο γιος μου, που ζει στο Παρίσι, για να επικοινωνούμε. Τώρα πλέον έχω γίνει τιμητής του γιατί για τον ταξιδιώτη είναι χρήσιμο. Και μου αρέσει να χάνομαι και στη μουσική του».
Δεν καταλαβαίνω για πότε πάμε από το ένα θέμα στο άλλο. Ξεκινάμε να μιλάμε για την καταγωγή του από την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, την πόλη που μεγάλωσε, τον πατέρα του, σημαντικό ιεροψάλτη και συγχρόνως άθεο και αριστερό. «Είχα την τύχη να είμαι γιος αυτής της μεγάλης φυσιογνωμίας, τον οποίο όμως τον έπαυσαν γιατί έριχνε δέκα χριστοπαναγίες για να πιει τον καφέ του και έβριζε και τους δεσποτάδες» λέει, για να μιλήσουμε και για Μπουκόφσκι, ο οποίος θα του άρεσε αν δεν ήταν αντίθετος στις ουσίες. «Επειδή ήταν αλκοόλα του κερατά, είχε και ιδέες αγκαζέ. Θα προτιμούσα να είναι ανοιχτός. Οι πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να είναι ευέλικτοι και ανοιχτοί» υποστηρίζει, δηλώνοντας πως ο ίδιος, ως χίπης, έχει ασχοληθεί με τις ουσίες και αντιπαθεί το αλκοόλ. Περνάμε στην καθημερινότητά του, που περιλαμβάνει και το φέισμπουκ, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται στην Ασία όπου έχει ελεύθερο χρόνο. Τα ταξίδια στην Ανατολή, τα κάνει με την πρώτη ευκαιρία, αφού εκεί νιώθει ελεύθερος κι ευτυχισμένος.
«Στην Ασία βρέθηκα επειδή με γοήτευε η Ανατολή και λόγω του DNAΚαθάρισα πολύ νωρίς με το δυτικό πολιτισμό.Ξεκίνησα με την Ινδία. Την Ταϊλάνδη την είχα αποκλείσει επειδή είδα ένα ντοκιμαντέρ για ηρωίνες και ήταν πολύ εύκολο να βρεθεί κανείς μπλεγμένος, κι έτσι πήγα στηmysticIndia. Όμως βαρέθηκα τους Ινδούς, ενώ στο μεταξύ έμαθα ότι η Ταϊλάνδη σταμάτησε αυτή την ιστορία με την ηρωίνη, και ενώ ήταν πρώτη στην παραγωγή, τώρα πια δεν παράγει και ασχολείται με τον τουρισμό. Έτσι βρέθηκα στη sensualThailand. Ένας τόπος που με καταγοητεύει, παρ’ όλο που πέρυσι πέρασα άθλια, γιατί έκανε κρύο και είχα αρρωστήσει. Κάθε φορά που κοιτάω την ώρα, σκέφτομαι τι ώρα είναι εκεί. Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που ευχαριστιούνται με το τίποτα. Έχει παίξει μεγάλο ρόλο ο Βουδισμός, που σε αντίθεση με το Χριστιανισμό της τιμωρίας, είναι ανθρωποκεντρική θρησκεία και σκοπός τους είναι να είναι ελεύθεροι και ευτυχισμένοι. Αν και τους έχουμε χαλάσει. Το χρήμα και η ανάπτυξη δε φέρνουν την ευτυχία. Βλέπεις καλύβα και απ’ έξω υβριδικό αυτοκίνητο. Έχουν αλλάξει οι άνθρωποι, έχασαν το χαμόγελό τους και σε βλέπουν σαν εκατοσταδόλαρο. Είναι φτηνά, ανθρώπινα και τα έχεις όλα γύρω σου. Είναι το πιο ασφαλές μέρος να πάει μια γυναίκα, γιατί είναι όλα ελεύθερα».
Με αφορμή την αναφορά στο βουδισμό, τον ρωτάω για τη σχέση του με το Θεό.
«Έχω ελαφρά σχέση με το Βουδισμό, έχω κι ένα τατού βουδιστικό. Θα ήθελα να ασχοληθώ παραπάνω. Γενικώς υπάρχουν πολλά πράγματα που θα ήθελα να ασχοληθώ παραπάνω. Το τρελό του χαρακτήρα, το ότι δεν μπορώ να κάνω πολλά πράγματα… Δεν τα πάω μέχρι εκεί που θα ήθελα, είτε το Τάι Τσι είτε το Βουδισμό».
Η συζήτηση για την Ταϊλάνδη δεν έχει τελειωμό. Κοιτάζει πάλι την ώρα. «Τώρα θα έχει βραδιάσει εκεί» μου λέει.Και συνεχίζει την αφήγηση για τη ζωή του στην Ανατολή, τα τελευταία 15 χρόνια. Με την ευκαιρία των επισκέψεών του, είχε κάνει και ντοκιμαντέρ για τη Νοτιοανατολική Ασία. Προσπάθησε να τα προωθήσει στα ελληνικά κανάλια. Στο Megaδεν ενδιαφέρονταν για το είδος, στην τότε ΕΡΤ, του πρότειναν να αναλάβει παραγωγές, πράγμα που δεν μπορούσε να αναλάβει.
«Καθυστέρησε η ιστορία και έσκασε η βόμβα της ΕΡΤ. Ήθελα πάντως να το κάνω, μου άρεσαν τα γυρίσματα, είχαν κάτι καουμπόικο. Μου πήγαινε γιατί υπήρχε το απρόβλεπτο. Για παράδειγμα κάναμε γύρισμα με το συνεργάτη μου στην Τζακάρτα. Είχε πάθει κίτρινο πυρετό δυο τρεις φορές. Θα πηγαίναμε σε μέρη όπου ζουν φυλές που δεν έχουν ξαναπάει δυτικοί. Τώρα την εγκατέλειψα την ιδέα. Όχι όμως και την Ανατολή. Πάω εκεί,ξυπνάω στο ξενοδοχείο, ανοίγω τα μάτια και κοιτάω ότι όλα μου τα υπάρχοντα είναι ένα βαλιτσάκι. Αυτό είναι ελευθερία. Με την δουλειά μου δεν έχω κανένα απωθημένο. Είμαι πλήρης. Ό,τι σχεδίασα το έκανα.Αυτό το λίγο που έκανα, το πέτυχα σε μία χώρα όπου τα πράγματα λειτουργούν κομματικά και παρτουζιάρικα. Δε συμμετείχα ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Από δω και πέρα θέλω να γευτώ τη ζωή. Δε θέλω τον τίτλο του Έλληνα ηθοποιού. Δε αντέχω κι αυτό που κάνουν οι Έλληνες ηθοποιοί, που κουβαλούν τη δουλειά τους και στη ζωή τους. Δεν έχουν ζωή. Στην Αμερική τελειώνουν, βγαίνουν και ζουν. Εγώ έχω και πολλά ενδιαφέροντα. Μ’ αρέσει που δε με ξέρει κανείς. Είμαι ένας ξένος. Βλέπω μια κοπέλα και την πειράζω, βλέπω ένα περιστατικό και συμμετέχω. Με σορτς και σαγιονάρες και μπαντάνα στο κεφάλι. Η απόλυτη ελευθερία. Δεν μπορώ αυτή τη μιζέρια κι αυτόν τον ευνουχισμό, που ζητάνε και την ψήφο μας».
Πιάσαμε το καυτό θέμα. Εκλογές έρχονται, πολιτικές εξελίξεις ζούμε, ο ίδιος είναι πολιτικοποιημένος αλλά αποστασιοποιημένος και απογοητευμένος. Ή μάλλον, πάμε πάλι στον αρχικό χαρακτηρισμό: Οργισμένος.
«Δε θα ψηφίσω, αλλά αν το έκανα, θα προτιμούσα τον Καμίνη και τον Μπουτάρη γιατί δεν είναι κομματικοί. Μισώ όλα τα κόμματα. Και αυτά που δεν έχουν κυβερνήσει. Και τον Τσίπρα, αν ήταν στο χέρι μου, θα τον καταδίκαζα μαζί με τους άλλους. Για εσχάτη προδοσία. Γιατί όταν η χώρα κινδυνεύει πρέπει να συνεργαστεί. Σε μία οικογένεια όταν υπάρχει κρίση, λέει ο πατέρας οικογενειακό συμβούλιο και συμμετέχουν όλοι για να βρουν λύση. Για μένα η λύση ήταν να γίνει μια κυβέρνηση εθνικής ανάγκης, είτε από τα κόμματα είτε από προσωπικότητες. Χάσαμε άλλη μία ευκαιρία. Η κρίση έπρεπε να είχε λειτουργήσει σαν θετική ιστορία για εμάς. Θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε πόσο μαλάκες είμαστε, το πόσα λάθη κάναμε, να ανασυνταχθούμε και να πάμε μπροστά. Δεν προχωράς όταν πολιτεύονται γερόντια. Κάθε ηλικίας. Φρεσκαδούρα θέλουμε. Φρέσκα μυαλά, τα οποία σίγουρα υπάρχουν αλλά δεν τα αφήνουν να βγουν μπροστά. Δεν έχουν γίνει σοβαρές νέες κινήσεις. Δε μιλάμε για Τζήμερο, ούτε για το ποτάμι που είναι σε διατεταγμένη αποστολή από τους εκδότες για να κάνει ζημιά στο ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο τρέμουν οι εκδότες επειδή υπάρχει ένα κομμάτι του που δεν το ελέγχει ούτε ο Τσίπρας. Καλά κι αυτός νομίζει ότι θα γίνει ο απελευθερωτής της Νότιας Ευρώπης».
Μα καλά, για κανέναν δεν έχει να πει κάτι καλό; Πουθενά δεν ελπίζει; Ούτε η δεξιά ούτε η αριστερά;
«Θυμώνω με την αριστερά, με την οποία είχα μπλέξει, αλλά ξέμπλεξα νωρίς. Δε θα τα έβαζα με τον Τσίπρα αν έλεγε βάλτε με να δουλέψω. Εγώ με αυτούς τα έχω. Με την αριστερά θυμώνω, όχι με τη δεξιά. Με αυτήν έτσι κι αλλιώς δεν έχω καμία σχέση».
Παρά την άρνησή του, είναι έντονα πολιτικοποιημένος. Δεν έψαξε κανείς να βρει σε ποιο χώρο ανήκει; Τα κόμματα δεν τον ανακάλυψαν;
«Τώρα πια έχω εκδηλωθεί: Δεν ανήκω πουθενά. Παλιά όλοι με παίζανε και μου ζητούσαν να πολιτευτώ. Τώρα είχα προτάσεις και από το ΣΥΡΙΖΑ και από την Ελιά αλλά τους είπα πως είμαι πολύ ακατάλληλος για κάτι τέτοια. Εγώ όλους τους βλέπω με βρόγχο στο λαιμό, ούτε καν με κολάκευσε η πρόταση, αντιθέτως ντράπηκα».
Το να ντρέπεται κανείς για κάποια πράγματα, είτε τα κάνει είτε όχι, δείχνει ότι έχει τσίπα. Το θέμα της ντροπής συνεχίζεται.
«Και το ότι βρέθηκα στο Εθνικό. Τι ντροπή! Πώς βρέθηκα εδώ από την ελευθερία της Ανατολής; Τι δουλειά έχω εγώ με το δημόσιο; Με παρέσυρε ο Μαστοράκης, που του έχω μεγάλη εκτίμηση και μεγάλο θαυμασμό και θα πήγαινα και στην κόλαση μαζί του. Με έχουν φωνάξει ήδη δύο φορές στο εθνικό και αρνήθηκα. Με το Νίκο δεν μπορούσα να αρνηθώ. Πάει κι αυτός στην Ασία σαν εμένα και έχουμε βίους παράλληλους, είχα καιρό να κάνω θέατρο γιατί μου κόβει από τα ταξίδια. Όμως ο φυσικός χώρος του ηθοποιού είναι το θέατρο. Το σταμάτησα επειδή αισθάνθηκα πλήρης και το έριξα στην τηλεόραση, επειδή για τα ταξίδια χρειάζομαι χρήμα. Αλλά δε με κολακεύει καθόλου όταν με σταματούν στο δρόμο και μου λεν ότι με είδανε σε κάποια σειρά. Τουναντίον είμαι πρόθυμος να τα κατεβάσω όταν μου λένε ότι είδανε παράσταση στο θέατρο. Το κίνητρο λοιπόν ήταν ο Μαστοράκης με τον οποίο είχα κάνει άλλες δύο καταπληκτικές δουλειές, οπότε πήγα. Πρόκειται για το Μεφίστο, ένα έργο που δεν έχει παιχτεί στην Ελλάδα, είναι αληθινή ιστορία, διηγείται την άνοδο του ναζισμού, είναι πολύ επίκαιρο και ανυπομονώ να το δω. Και με μεγάλη μου χαρά γνώρισα την Εθνική Ελλάδος των νέων ηθοποιών που με έχουν κατακτήσει με το ταλέντο και το χαρακτήρα τους. Αυτό ήταν η καλή έκπληξη για μένα».
Το θέατρο είναι ο χώρος του ηθοποιού, αλλά ο ίδιος, με 50 ταινίες στο ενεργητικό του, είναι από τις πιο σημαντικές παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Ο αγαπημένος ηθοποιός του Νίκου Νικολαΐδη, αλλά και άλλων σκηνοθετών της εποχής εκείνης, να μη μας πει δυο λόγια και για τον κινηματογράφο;
«Μεγάλωσα σε μια πόλη που μου αρνιόντουσαν τα πάντα. Ήθελα να μάθω και δεν μπορούσα, είχα και τη μάνα μου να λέει στον πατέρα μου «γιατί μας έφερες εδώ» και έφτασα στο σημείο αυτή τη χώρα να μην τη γουστάρω. Ό,τι έκανα, το έκανα στην τύχη. Ήθελα να κάνω καριέρα στην Αμερική. Ήδη είχα ξεκινήσει να κάνω δουλειές στο εξωτερικό, μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο και άλλαξε η ζωή μου. Όταν ήρθα, ήταν πια μεταπολίτευση και υπήρχε ένα κλίμα όπου όλοι κάτι θέλαμε να κάνουμε. Επειδή είχα αυτήν την καριέρα στο εξωτερικό, τα πράγματα ήταν εύκολα κι άρχισα να δουλεύω αμέσως. Κι έτσι βρέθηκε στο δρόμο μου ο Νικολαΐδης. Βέβαια, επειδή έχω μέσα μου το ανικανοποίητο, αν ξαναγεννιόμουνα θα προτιμούσα να μην ξαναγυρίσω. Και τώρα με την πρώτη ευκαιρία σηκώνομαι και φεύγω».
Στη μεταπολίτευση έγιναν όσα έγιναν. Τώρα, πώς τα βλέπει τα πράγματα;
«Με τον Νικολαΐδη είχα μια ξεχωριστή σχέση. Εκτιμώ και τον Νίκο τον Περάκη.  Δεν βλέπω νέους να πιάνουν το ύφος τους. Δεν υπάρχει ψυχή και συναίσθημα. Μου άρεσε η τελευταία ταινία του Νίκου Τριανταφυλλίδη που είναι επηρεασμένη από το σινεμά του Νικολαΐδη. Ο Λάνθιμος κάνει χειρουργικό σινεμά. Δε μου αρέσει. Δε μ’ ενδιαφέρει ούτε ο ρεαλισμός και η ελληνική πραγματικότητα. Δεν αντέχω τον Οικονομίδη. Όταν πάω στο σινεμά, πρέπει να μαγευτώ. Δε με έχει μαγέψει κάτι. Μπορεί και να υπάρχει, αλίμονο αν δεν υπάρχει. Και στην εποχή μας, δεν είναι δικαιολογία τώρα πια το «δεν έχω λεφτά, δεν κάνω ταινία». Βίντεο και τζάμπα. Είναι μία πολύ καλή περίοδος γιατί τις ταινίες τις μαθαίνεις κάνοντάς τες και όχι συζητώντας τες. Η τέχνη είναι διέξοδος. Ο κόσμος, η ανθρώπινη ψυχή έχει ανάγκη στα δύσκολα να ξεφύγει. Απόδειξη ότι τα θέατρα σκίζουν. Δεν είναι μόνο επειδή χαμήλωσαν τις τιμές. Ο κόσμος θέλει να έρθει κοντά στην τέχνη».
Είναι αρκετό το να ξεφεύγουμε με την τέχνη; Μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο για να ξεφύγουμε ή ακόμη και να φύγουμε από τις δυσκολίες; Είναι αισιόδοξος; Δεν είναι.
«Χάθηκε η ευκαιρία. Δεν είχαμε το θάρρος και τη μαγκιά να πιάσουμε την κατάσταση απ’ τα μαλλιά. Κάναμε μία μίμηση της Αργεντινής με τις κατσαρόλες, κατεβήκαμε στο Σύνταγμα, καλό ήταν, έγιναν κάποιες γνωριμίες, αλλά ως εκεί. Θα μπορούσε να γίνει πυρήνας και να προχωρήσουν πράγματα. Τελικά έγινε σαν τις κυρίες που βρίσκονται για τσάι. Πιστεύω ότι υπάρχουν και εξαιρετικοί νέοι, αλλά πολλοί μεγαλώνουν με άθλιους γονείς και καταλήγουν στη Χρυσή Αυγή. Υπάρχει κόλαση από κάτω και δε θέλω να συμμετάσχω».
Για ποιο θέμα δε μιλήσαμε; Για την πόλη του. Του αρέσει η Αθήνα;
«Η Αθήνα μου αρέσει. Εδώ και λίγα χρόνια δεν έχω αμάξι επειδή ταξιδεύω και δεν το χρειάζομαι. Αλλά όταν το είχα, ζούσα σαν τουρίστας. Μου αρέσει να ανακαλύπτω πράγματα. Αλλά ζούμε με τους ανθρώπους και αυτό είναι μεγάλη συζήτηση. Δε λέω ότι είμαι τέλειος. Είμαι ο χειρότερος. Αλλά έχω πολλά παράπονα».
Δε μιλήσαμε ούτε για τις γυναίκες. Θυμάμαι μια ατάκα στα κουρέλια, για τις γυναίκες με προδιαγραφές θανάτου. Έτσι πρέπει να είναι; Υπάρχουν τέτοιες γυναίκες;
«Νικολαΐδης, άλλες εποχές. Τώρα αλλάξανε αυτά, δεν ισχύουν. Ωραία ήταν, προσπαθώ να προσαρμοστώ σε κάποια πράγματα. Γενικώς μου αρέσει να συμμετέχω. Και ακόμη και στη μεγαλύτερη δυστυχία μου αρέσει να σκέφτομαι θετικά».
 Καταλήγουμε στη θετική σκέψη και στο νόμο της έλξης. Και μου μένει αυτό, παρά το ότι η κουβέντα συνεχίζεται και εξακολουθεί να μετακινείται από το ένα θέμα στο άλλο. Και αυτό λέω να γίνει τρόπος ζωής. Θετική σκέψη, αλλά και οργή. Προς τη σωστή κατεύθυνση.

Συνέντευξη που πέταξα (χωρίς να είναι για πέταμα) στο living in the city