Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Το ψωμί της ξενιτιάς είναι μπριός, αλλά θα πάρω ξεροκόμματο

Αυτές τις μέρες, πολύ δικό μου πρόσωπο ετοιμάζει τα μπαγκάζια του για τα ξένα. Ποια ξένα, θα μου πεις; Στη Γερμανία θα πάει. Ευρώπη. Ίδιο νόμισμα. Και με τόσο στενές επαφές που έχουμε τον τελευταίο καιρό (ας παίζει και η βιαιοτητα και ο σοδομισμός) θα έπρεπε να τη νιώθουμε σαν σπίτι μας αυτή τη χώρα. Μου πρότειναν να πάω κι εγώ. Αν και εκτιμώ πως θα είναι η καλύτερη λύση για την κατάστασή μου (άνεργη από καιρό και χωρίς εισοδήματα), λέω να το παλέψω κι άλλο. Όχι μόνο επειδή ξέρω ότι ακόμα και οι Έλληνες που ζούνε εδώ και χρόνια στη Γερμανία, είναι επιφυλακτικοί, αν όχι εχθρικοί σε όσους μεταναστεύουν λόγω της κρίσης. Όχι μόνο επειδή δεν έχω πλέον τα κουράγια να μαθαίνω μια ξένη γλώσσα για την οποία ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα. Είναι κι άλλοι λόγοι, τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια.
Πρώτα θα κάνω μια μικρή αναφορά στα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα που είχε αυτή η χώρα. Το πρώτο ήταν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κυνηγημένοι και κατατρεγμένοι Έλληνες, σε ζόρικες εποχές, με πολέμους και διωγμούς, αναζητούσαν καλύτερη τύχη στο Αμέρικα. Περισσότερα στη σχετική ταινία του Καζάν.

Πολλοί Έλληνες παστώθηκαν σαν σαρδέλες στα υπερωκεάνια και διέσχιζαν τον Ατλαντικό (όπως αυτό που δείχνει η παραπάνω φωτογραφία, από το Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη), είτε άνθρωποι που αναζητούσαν καλύτερη ζωή, είτε απλοί τυχοδιώκτες, είτε εγκληματίες από τους οποίους απαλλασσόμασταν με τον εκτοπισμό τους σε ξένη χώρα. Γιατί ναι, εκείνο τον καιρό, δε χάσαμε τα καλύτερα παιδιά μας, τους πιο δημιουργικούς μας νέους, τα καμάρια της πατρίδος. Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες είχαν ανεβάσει στα ύψη την εγκληματικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άσε που σε πολλά τραγουδάκια του μεσοπολέμου, διαπιστώνουμε ότι μία ποινή για τους εγκληματίες ήταν να τους ξαποστέλνουν. Διάλεξα ένα νταλγκαδιάρικο του Τούντα με τη Θεά Ρίτα Αμπατζή, η οποία τραγουδάει ως άντρας που έγινε εγκληματίας για να αρέσει στην γκόμενα και κατέληξε τιμωρημένος να μαραζώνει στα ξένα. (Άτιμαι γεναίκαι).

Στη δεκαετία του '60 η Γερμανία ζητούσε ελληνικά εργατικά χέρια για τα εργοστάσιά της. Καλοδέχτηκαν τους Έλληνες, τους οποίους μεταχειρίζονταν ως τεμάχια και τους στοίβαζαν σε παραπήγματα. Οι κακές γλώσσες μίλησαν για συνθήκες σκλαβοπάζαρου, άλλοι δύσπιστοι που θέλουν να μας πείσουν ότι οι Γερμανοί δε μας αντιμετώπισαν με τρυφερότητα, στοργή και προδέρμ, μπορεί να πούνε ότι η αντιμετώπιση των μεταναστών θύμιζε Νταχάου. Κομπλεξισμοί. Για να μας στρώσουν το έκαναν, επειδή είμαστε κακομαθημένοι.
Ανήκω σ' αυτή τη γενιά που μεγάλωσε με μια θεία στην Αυστραλία που έστελνε δολάρια και δέματα και που στο σχολείο υπήρχαν παιδάκια που ζούσαν με τη γιαγιά γιατί οι γονείς τους βρίσκονταν στη Γερμανία κι όταν έρχονταν τους φέρνανε κάτι καραμέλες αρκουδάκια που εδώ δεν κυκλοφορούσαν και μας δίνανε μόνο μία να δοκιμάσουμε, να δούμε τι χάνουμε που δεν έχουμε κι εμείς γονείς στο εξωτερικό και ακούγοντας στο ραδιόφωνο τον Καζαντζίδη να τραγουδάει "το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό" και άλλα σχετικά σουξέ. Εγώ επειδή ήμουν πάντα λίγο πιο κουλτουριάρα, τρομάρα μου, προτιμούσα τα αντίστοιχα τραγούδια του Μαρκόπουλου.

Μετά ήρθε μια φάση ευημερίας. Δηλαδή έτσι νομίζαμε. Δε γίνεται να έχεις ευημερία όταν δεν παράγεις τίποτα κι όταν το μόνο που πουλάς είναι υπηρεσίες και πάλι το κάνεις λάθος, γιατί για να πουλήσεις υπηρεσία σωστά, θα πρέπει να γίνεις υπηρέτης κι όχι να κάνεις το βαρύ πεπόνι. Αλλά ας μην ξεφύγω από το θέμα. Αυτή η ευημερία μας έκανε πολύ δυσκίνητους και δύσκαμπτους. Χρειαζόμασταν εργατικά χέρια για τις βαριές δουλειές. Εμείς θα μπορούσαμε να αναλάβουμε την επίβλεψη, να γίνουμε βοηθοί του επιβλέποντος, οι γραμματείς του, οι διευθυντάδες του, υπήρχαν τόσα που μπορούσαμε να κάνουμε για να νιώσουμε ανώτεροι από κάτι ανθρωπάκια που μετανάστευαν από τα φτωχά Βαλκάνια (είδες; ο κομμουνισμός φταίει για όλα) κι αργότερα από περιοχές όπου οι μεγάλες δυνάμεις έχουν φυτέψει πολέμους και βιαιότητες και ξεβράζονταν στη χώρα μας στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν και εγκλωβίζονταν σ' αυτήν.
Μαλθακέψαμε. Μάθαμε να πουλάμε το τίποτα και να κερδίζουμε πολλά. Κι όταν η ξεφούσκωσε το αερόστατο που μας είχε σηκώσει, γκρεμοτσακιστήκαμε και μας κακοφάνηκε. Κι έτσι όπως ήμασταν καλοζωισμένοι, δεν ξέραμε και πώς να το αντιμετωπίσουμε. Τι κάνουμε για τα κομμένα πόδια; Ξανακολλάνε τα κομμένα φτερά; Κλένουν οι πληγές; Κι αποφασίσαμε. Μας φταίει η χώρα που εμείς την αγαπάμε κι αυτή μας πρόδοσε. Θα φύγουμε να γλιτώσουμε.
Έφτασε η ώρα για το άλλο μεγάλο ρεύμα μετανάστευσης. Όπου κι αν βρεθώ, συναντώ κάποιον που σκέφτεται να φύγει. Ή ακούω για μια φίλη, ένα γείτονα, μια ξαδέρφη, έναν παλιό συμμαθητή που έφυγε, εντάξει, δεν είναι και διευθυντής, αλλά παίρνει καλό μισθό, δεν τον γδέρνουν στο σουπερμάρκετ, έχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη επιπέδου και τα παιδιά του θα πάνε σε σχολείο όπου θα μορφωθούν χωρίς να μπει στη μέση η παραπαιδεία. Υπάρχουν τέτοιοι μαγικοί τόποι που σέβονται τους πολίτες τους, οι οποίοι πληρώνουν φόρους που δεν πετιούνται στα σκυλιά. Κι η Ελλάδα δε θα γίνει ποτέ έτσι. Η Ελλάδα δε θα γίνει ποτέ έτσι, γιατί, άμα σηκωθούμε να φύγουμε, θα την αφήσουμε στο έλεος αυτών που δεν έχουν κανένα πρόβλημα, γιατί αυτοί το δημιούργησαν. Η Ελλάδα θα γίνει χειρότερη.
Ας σκεφτούμε ποιοι έφευγαν κάποτε και ποιοι φεύγουν τώρα. Στο πρώτο κύμα έφευγαν κατατρεγμένοι και κακοποιοί. Στο δεύτερο, βιοπαλαιστές και άνθρωποι χωρίς στον ήλιο μοίρα, που το σημαντικότερο προσόν ήταν η καλή υγεία (που την έχασαν στις φάμπρικές) και η καλή σωματική διάπλαση. Τώρα όμως φεύγουν άνθρωποι μορφωμένοι και καλλιεργημένοι. Άνθρωποι που έχουν να δώσουν σ' αυτόν τον τόπο. Όμως και άνθρωποι που δεν έχουν αντοχές. Το ότι δεν ευθύνονται αυτοί για τους πολιτικούς που έχουμε και για την κοινωνία που φτιάξαμε, δε σημαίνει ότι δε θα ευθύνονται και για την εγκατάλειψη της χώρας στο έλεος όσων μας έφτασαν ως εδώ.
Δεν ευθύνομαι για όσα μας έφεραν ως εδώ, αλλά δεν παίρνω κι όρκο. Επέτρεψα να συμβεί αυτό που ζούμε. Όλοι το επιτρέψαμε κι ας αναλάβουμε τις ευθύνες μας για όσα κάναμε γιατί θα είναι πιο βαριά η ευθύνη για όσα θα συμβούν.
Καταλήγω πως το καλύτερο που έχω να κάνω, είναι να μείνω. Και, πού θα πάει, θα βρω μια δουλειά και θα ζήσω. Και θα παλέψω προσπαθώντας για το καλύτερο. Κι άμα το κάνουμε όλοι, όλο και θα συμβεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: