Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Γίνε το σωστό λιπαντικό, γιατί στεγνώσαμε και δε λέει να βρέξει



Το έχω ξαναπεί και επιμένω. Για εμάς τα κορίτσια, η καλύτερη παρέα στα ψώνια είναι ο γκέι φίλος μας. Ξέρει από μόδα, έχει στυλ και γούστο, μας φροντίζει (ειδικά άμα είμαστε «Θεές») και, στην τελική, είναι η αντρική ματιά που χρειαζόμαστε και δε θα την έχουμε ποτέ από άλλο άντρα, γιατί οι στρέιτ σιχαίνονται τα ψώνια, τις πρόβες και την αναποφασιστικότητά μας μπροστά στο υποψήφιο απόκτημα.
Τώρα βέβαια, θα μου πεις, ποια ψώνια, μαρή ψωνισμένη, που δεν έχουμε μήτε για να φάμε. Δίκιο θα ‘χεις. Εννοείται πως δεν ψωνίζουμε. Απλώς βγαίνουμε βόλτα στα μαγαζιά, όπως παλιά, κοιτάμε τα ρούχα, τα δοκιμάζουμε και τα αφήνουμε πίσω, καθώς κάνουμε σχέδια για το μέλλον, τύπου «εγώ αυτό μια μέρα θα βρω τα δέκα ευρώ και θα το αποκτήσω». Διότι κρατάμε την υπόσχεση που δώσαμε στον εαυτό μας, ότι δε θα αγοράσουμε ρούχο που κοστίζει πάνω από τρία ευρώ. Γι’ αυτό καταλήγουμε σε στοκατζίδικα και άλλα φτηνομάγαζα, επιδιώκοντας το πετυχημένο ντιλ, την ευκαιρία «δεν-πουλάμε-χαρίζουμε» που δεν πρέπει να χάσουμε.
Διαπιστώνω πως έχω ξεφύγει από το θέμα μου, στο μεταξύ. Άλλο ξεκίνησα να λέω και –όπως πάντα- αλλού ήθελα να καταλήξω. Αλλά αυτά παθαίνει κανείς όταν δεν μπορεί να ξεφύγει ψωνίζοντας. Ξεφεύγει γράφοντας. Ας επανέλθω.
Σε ένα τέτοιο στοκατζίδικο-πολυμάγαζο ήμουν με τον γκέι φίλο μου και ψάχναμε τη γαμάτη ευκαιρία. Σε κάποια φάση χωριστήκαμε. Αυτός ήταν στα αντρικά και ενθουσιαζόταν με ένα παντελόνι των πέντε ευρώ κι εγώ στα γυναικεία και απελπιζόμουν γιατί δεν έβρισκα κάτι κάτω από πέντε ευρώ, άσε που όλα είχαν τα χάλια τους και δεν έκαναν ούτε για μεταποίηση. Του τηλεφώνησα και του είπα ότι δεν έχω λόγο να μένω εκεί μέσα και θα τον περιμένω στην έξοδο. Μου είπε ότι θα δοκιμάσει το γαμάτο παντελόνι και θα έρθει να με βρει. Σκέφτηκα ότι έχω χρόνο κι είπα να χαζέψω κάτι κοσμήματα κι ας ήταν πανάκριβα και πανάθλια. Κάποια στιγμή, ένιωσα πίσω μου έναν ψηλό άντρα με την αύρα του φίλου μου. Περίμενα να απομακρυνθεί για να γυρίσω να κοιτάξω, μην είναι κάνας άλλος και διανοηθεί να πιστέψει ότι έριξα το βλέμμα μου πάνω του και πάρει θάρρος κι έχουμε άλλα. Ήταν ο φίλος μου που τελικά τσιγκουνεύτηκε το τάλιρο και δεν πήρε το παντελόνι κι έβγαινε έξω. Βγήκα κι εγώ.
«Καλά, περνάς από δίπλα μου, σχεδόν με ακουμπάς και δε με βλέπεις; Και να πω ότι δε φαίνομαι, δυο μέτρα γυναίκα» του είπα.
«Ε, ξέρεις τώρα, άμα μυριστώ μουνί, γυρνάω απ’ την άλλη» μου απάντησε. Παρά το ότι το μάτι του γκέι λειτουργεί σαν σκάνερ προηγμένης τεχνολογίας σε ένα χώρο, αυτό είναι φυσικό, όταν βλέπει γυναίκα. Διότι, από τη μια, πρόκειται για κάτι που δεν τον αφορά, κι από την άλλη, υπάρχει φόβος να πάρει θάρρος η γκόμενα και να νομίζει ότι τη γουστάρει και να έχει τρεχάματα. Κάτι σαν αυτό που έκανα εγώ και δε γύρισα να κοιτάξω ποιος πέρασε από πίσω μου.
Με αφορμή αυτό το γεγονός, και παρά το ότι κατά βάθος γνώριζα την απάντηση, βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω κάτι που τόσα χρόνια κολλητηλικίου, δεν το είχα ρωτήσει. Πήγε ποτέ με γυναίκα;
«Δεν είμαι λεσβία, κούκλα μου» μου απάντησε προσβεβλημένος. Όχι πως έχει πρόβλημα με τις λεσβίες, αλλά γλείφουν τα απαυτά τους. Και τα απαυτά τα γυναικεία τα βλέπουν οι γκέι και κάνει μήνες να τους ξανακάνει κούκου. Δεν είναι τυχαίο το ότι στα καλιαρντά το μουνί το λένε μουτζό (δηλαδή καμία σχέση με κάτι σκωπτικά τραγούδια όπου το λένε Γιώτα. Όσο για τον πούτσο που τον λένε Παναγιώτα στα τραγούδια, στα καλιαρντά έχει πολλές ονομασίες, ανάλογα με το μέγεθος). Κάτι τέτοια ονόματα, αποδεικνύουν πόση εκτίμηση έχουν οι γκέι στο γυναικείο όργανο. Το ότι το γυναικείο στήθος είναι μουτζαντίβαρο ή κατσικανό ή γαλοφουσκού, δείχνει επίσης ότι δε θα ήθελαν ποτέ και με κανέναν τρόπο να του ορμήξουν με πάθος και να εκδηλώσουν με διάφορους τρόπους το θαυμασμό τους και την καύλα τους γι’ αυτό. Δηλαδή, έχουμε κοινά γούστα. Κι εμείς τα κοριτσάκια, όχι πως δεν εκτιμούμε αυτό που κουβαλάμε, αλλά συνήθως θέλουμε από το άλλο, αυτό που δεν έχουμε.
«Και πώς γλίτωσες από όλες αυτές τις θαυμάστριες που εμφανίζονται κατά καιρούς;» τον ξαναρώτησα. Εκεί μου είπε τον πόνο του. Δεν παλεύονται οι γυναίκες που θέλουν να τον κάνουν άντρα, να τον βάλουν στο σωστό δρόμο, να τον βοηθήσουν ώστε να πάψει πια να χαραμίζεται, διότι τέτοιο ωραίο παιδί, κρίμα είναι. Δε λένε να καταλάβουν ότι του αρέσουν οι άντρες. Ότι δεν του κάνει κούκου ούτε με τα κάλλη τους ούτε με τα κόλπα τους. Και τον φέρνουν σε δύσκολη θέση. Κι άμα, λέμε άμα, διότι συμβαίνουν κι αυτά, άμα κάποιος γκέι κάτσει σε γυναίκα, δε θα είναι επειδή τον θάμπωσε η ομορφάδα της, το στυλ της και η θηλυκότητά της. Το πιο πιθανό είναι να το θύμισε τον Μπάμπη, που δεν του κάθισε επειδή επιμένει να είναι στρέιτ και αδίκως παρασύρθηκε από την εμφάνισή του και το μουστάκι του και τον πέρασε για γκέι. Είναι καραστρέιτ και είναι χίπστερ. Γι’ αυτό έχει τέτοια εμφάνιση. Σ’ αρέσει εσένα, κούκλα μου, να του κάνει του γκέι κούκου μαζί σου επειδή του θύμισες τον Μπάμπη;
Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει σε πολλές γυναίκες είναι πάθηση, την οποία θα ονομάσουμε λουγκρολαγνεία και θα πούμε με σιγουριά ότι φταίνε οι άντρες. Οι στρέιτ. Το κατάλαβα από την πρώτη φορά που μπήκα σε γκεόμπαρο και κατάλαβα γιατί δε γυρνούσαν να με κοιτάξουν οι ωραίοι άντρες που συναντούσα στο δρόμο. Και εδώ είναι που μπαίνω για τα καλά στο θέμα μου. Γιατί είμαι καλός άνθρωπος και θέλω να βοηθήσω τους άντρες (τους στρέιτ ντε) να βρούνε το δρόμο τους, ώστε να τους κάτσει καμιά γκόμενα, που όλες τρέχουν πίσω από τις αδερφές και δεν εκτιμούν τη βαρβατίλα.
Όχι, αγόρια μου. Δεν εκτιμούμε τη βαρβατίλα. Δε γουστάρουμε σαν άντρα το χοντροκομμένο αρτάγκουλα, που ξύνει τ’ αρχίδια του καθώς πίνει την μπίρα του και ρεύεται με κρότο, ενώ την ίδια στιγμή, στάζουν ζουμιά από το γύρο με τζατζίκι. Δε γουστάρουμε αυτόν που ο ιδρώτας του, επειδή έχει να πλυθεί απ’ το Σάββατο, βρωμάει ξινίλα, καθώς στάζει στο λευκό σλιπάκι το Μινέρβα με ρεβέρ, φορεμένο κι αυτό από το Σάββατο κι είναι Πέμπτη. Δε μας αρέσει αυτός που μετράει τα ατσαλένια μπράτσα του και παθαίνει υστερία άμα χάσουν κάνα πόντο και δείχνει λιγότερο άντρακλας. Δε γουστάρουμε έναν άντρα ντυμένο σαν τον Μπάμπη το Σουγιά, ούτε μας κάνει κούκου με αυτό το χαρακτήρα που φωνάζει και ξεδίνει στα γήπεδα. Δε γουστάρουμε τον άντρα – τσαμπουκά, ούτε τον άντρα – τραμπούκο. Δε μας καυλώνει ο άντρας – άρχοντας με τα απλωμένα πόδια στο τραπέζι και την εφημερίδα που περιμένει τον καφέ στα πόδια και το μουνί στο πιάτο. Αυτός που το μουνί το παίρνει, κάνοντας επίδειξη το ζοριλίκι του και τη βαρβατίλα του (συνήθως και τα λεφτά του), που αγκομαχώντας στο κρεβάτι (ή όπου αλλού) και προσπαθώντας να φανεί άντρας βαρύς κι ασήκωτος, καταλήγει να ικανοποιεί τον εαυτό του και μόνο. Αυτοί οι άντρες που θέλουν να φαίνονται πολύ άντρες, το πολύ πολύ να αρέσουν σε άλλους άντρες, που θέλουν επίσης να είναι έτσι.
Λοιπόν, αγόρια μου. Δε μας αρέσει αυτός ο τύπος του άντρα. Μας αρέσει ο άντρας ο σωστός, ο ευαίσθητος, αυτός που θα μας καταλάβει, γιατί δε θα φοβάται να αποδεχτεί τη θηλυκή πλευρά του (που όλοι οι άντρες έχουν και όλες οι γυναίκες έχουμε λίγο από αρσενικό στη φύση μας κι άμα δεν το αποδεχτούμε, το αρσενικό που βρίσκεται δίπλα μας, τη γάμησε). Μας αρέσει αυτός που σέβεται τη φύση μας, που είναι σε θέση να καταλάβει τι θέλουμε και γιατί είμαστε έτσι. Μας καυλώνει ο άντρας που μπαίνει στην κουζίνα, που πιάνει τη σκούπα, που απλώνει τα ρούχα. Που ξέρει από πού να μας πιάσει και τι να κάνει για να μας απογειώσει και θέλει να νιώσει αυτή την απογείωση.
Είστε έτσι εσείς αγόρια; Όχι. Γι’ αυτό στέλνετε τις γυναίκες στους γκέι και μένετε με το πουλί στο χέρι. Το θέμα είναι ότι κι αυτές αδίκως ξεροσταλιάζουν, ελπίζοντας να κάνουν τον (γκέι) άντρα των ονείρων τους ν’ αλλάξει γούστα. Δε αλλάζουν τα γούστα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους γκέι που πιστεύουν ότι όλοι οι άντρες μπορούν να γίνουν γκέι, αρκεί να δοκιμάσουν και να καταλάβουν τι χάνουν. Αυτοί χάνουν αλλού, γιατί το θέμα είναι εγκεφαλικό. Άμα το καράβι τους το σέρνει μουνί, δε θα το σύρει τίποτα άλλο και καλά θα κάνει.
Εδώ ήθελα να καταλήξω (και επιτέλους τα κατάφερα). Πρέπει να δεχτούμε τη φύση μας, αυτό που κουβαλάμε κι αυτό που θέλουμε και να σεβαστούμε και τη φύση του άλλου. Διαφορετικά, δε θα ξέρουμε τι θέλουμε. Και θα έχουμε προβληματικές σχέσεις, ανοργασμικές επαφές, καθόλου επαφές (αφού θα είναι περιττές), μίσος για το άλλο φύλο, εχθρότητα για το διαφορετικό, κόμπλεξ, και στο τέλος θα μείνουμε στεγνοί, στυγνοί κι ανέραστοι. Δηλαδή περιφερόμενα προβλήματα.
Τέλος, επειδή είμαι καλός άνθρωπος και δε θέλω να ρίχνω κανέναν, να δώσω τη συμβουλή μου και στα κορίτσια για πετυχημένες σχέσεις. Οι άντρες δεν αντέχουν τις γυναίκες που μοιάζουν με σκύλες και στο βάθος είναι γατούλες. Θέλουν τη σκύλα που μοιάζει με απροστάτευτη γατούλα. Γι’ αυτό προσοχή στη συμπεριφορά μας. Αν κάνουν αυτοί προσπάθεια να αλλάξουν για να μας αρέσουν, οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο.
Και να κλείσω, αφού ευχηθώ καλή επιτυχία στην όποια προσπάθεια κι αν κάνετε για να έρθετε πιο κοντά στον άλλον. Ακόμη και στην προσπάθεια κάποιου χωρίς χιούμορ να έρθει κοντά στη σκέψη μου χωρίς να πάρει στα σοβαρά την κάθε μου λέξη.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Σόρρυ κοπελιά αλλά αυτό δεν είναι βαρβατίλα. Βρωμιά είναι. Βαρβατίλα κατέχει ο άντρας που δεν θα φοβηθεί να ιδρώσει στη δουλειά, ούτε να βρωμιστεί με γράσο, ή να γρατζουνιστεί και να ματώσει. Απλά όταν τελειώσει θα πάει να πλυθεί, και μετά δε θα το κάνει θέμα, ούτε θα λουστεί με αρώματα να μυρίζει σαν τριαντάφυλλο ή λεβάντα-άνοιξη. Του αρκεί που δεν μυρίζει άσχημα. Είναι ο άνθρωπος που δε ξυρίζει τη πλάτη και το στήθος και τα γεννητικά όργανα για τα μάτια άλλων, και που δεν θα λυγίσει τα λόγια του για να μην θίξει ψευτοευαισθησίες. Γενικά είναι ο άντρας που δεν θα κάνει λίγο απ'όλα, αλλά ένα πράγμα τη φορά και ολόκληρο, και ο κόσμος ας χαλάει γύρω του. Και τελικά είναι ο άντρας που θα χαλάσει τον κόσμο για να πάρει αυτό που θέλει, και δε θα παρακαλέσει ποτέ κανέναν. Που δεν θα φοβηθεί να κάνει λάθος, ούτε να το παραδεχτεί, αλλά πρώτα θα δοκιμάσει με τον δικό του τρόπο και μόνο αν δεν καταφέρει να πετύχει αυτό που θέλει θα πάρει συμβουλές.

Κοροϊδεύετε τέτοιους ανθρώπους ότι δεν είναι πολιτισμένοι. Άτομα που θέλουν όμως να φαίνονται πιο όμορφα καλύπτοντας τον εαυτό τους με χρώματα και αρώματα δεν είναι πολύ πιο πολιτισμένα από πουλιά και ζώα. Ο Βαρβάτος δεν κοιτά την εμφάνιση. Δεν τον ενδιαφέρει παρά μόνο το εσωτερικό του συντρόφου του. Τα υπόλοιπα δε χρειάζονται, και δεν προτιμούνται. Όσο μακιγιάζ και να βάλετε. Όσο άρωμα και να βάλετε. Ό,τι ρούχα κι αν βάλετε. Θέλετε επιφάνεια, και τη λέτε σε όσους κοιτούν βαθύτερα;

Εσείς χάνετε.

Ο βαρβάτος δεν χάνει, κατακτά.

kats-woman είπε...

Και να πω ότι το άφησα χωρίς διευκρινίσεις στην τελευταία παράγραφο...