Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Ίδρυμα ή ίδρωμα;


Ο έρωτας είναι για να σε απογειώνει. Να σε παίρνει και να σε σηκώνει. Να βρίσκεσαι δίπλα στην ασχήμια και να μην τη βλέπεις. Η ζωή να είναι όμορφη. Έτσι λέω εγώ, η νεραϊδοπαρμένη.
Ο έρωτας είναι για τους νέους. (Εμείς, που δεν είμαστε και τόσο νέοι, να βγούμε στη σύνταξη, να πάμε για απόσυρση, να στρωθούμε στον καναπέ με παντόφλα και χαμαίμηλο, να γκρινιάζουμε βλέποντας ειδήσεις). Έτσι λένε οι πολλοί, οι ανέραστοι.
Αποφάσισα να προσαρμοστώ. Και να μην ασχοληθώ με ηλικίες πολύ κάτω από τη δική μου. Όμως οι μεγαλύτεροι είχαν μια δυσκολία στην απογείωση. Ξενέρωνα. Δεν φταίω που δεν τα κατάφερα.
Τουλάχιστον, ας γινόταν να βρεθεί κάποιος έτοιμος. Όχι να παραλαμβάνω βόδια και να παραδίδω τεφαρίκια στην επόμενη. Δε βρέθηκε έτοιμος. Αντιθέτως, όλοι κουβαλούσαν κουσούρι που τους το δημιούργησε η πρώην τους ή η μάνα τους (ευνουχισμό το λένε) και έβγαζαν τα άγχη και τους φόβους τους πάνω μου. Είχα γίνει ίδρυμα.
Τέτοιες ιστορίες μισανδρίας έγραφα στο blog μου. Τις βρήκε διασκεδαστικές. (Οι μεγαλύτεροι φρικάρουν). Και μου έστειλε μήνυμα να μου το πει. Τον ευχαρίστησα, αποφεύγοντας το κουβεντολόι. Ψαχούλεψε για μένα, ο αδίστακτος. Και κουβαλήθηκε στο μαγαζί. Περνούσε τυχαία (λατρεύω αυτά τα ψέματα) και μπήκε να με γνωρίσει από κοντά. Τρόμαξα όταν μου αποκάλυψε ποιος είναι, αλλά θαύμασα το θράσος του. Ένα σοκ έπαθα ακούγοντας την ηλικία του κι ένα διαβάζοντας το τρυφερό μηνυματάκι που έλαβα το βράδυ στο inbox μου. Αυτό ήταν. Απογειώθηκα.
Κατά τη διάρκεια της πτήσης, διαπίστωσα: Οι μικρότεροι δεν έχουν προλάβει να ευνουχιστούν. Δε θέλουν ντάντεμα. Δεν θέλουν μαμά. Θέλουν γυναίκα. Παραδόξως, οι μεγαλύτεροι θέλουν υποκατάστατο της μαμάς. Θέλουν να παίρνουν. Και δε δίνουν. Δε δίνουν ψυχή. Την έχουν θωρακίσει. Ίσως την έχασαν. Ευχαρίστως ρουφάνε τη δική σου, αν καταλάβουν ότι σου περισσεύει. Μπορούν να σε χρησιμοποιούν ως κυτίο παραπόνων, σάκο του μποξ, ή τρύπα. Όχι ως γυναίκα.
Είμαι ευτυχής που συνάντησα κάποιον πριν προλάβει να χαλάσει. Ποιος συνομήλικός μου θα είχε όρεξη για νυχτερινές βολτούλες κάτω από την Ακρόπολη; Ποιος απ’ αυτούς τους ξενέρωτους θα μου γέμιζε το inbox με ερωτικά γράμματα, αφήνοντάς με μέ ηλίθιο χαμόγελο και βλέμμα που αναρωτιέται αν είναι αληθινό αυτό που συμβαίνει; Σε ποιον θα επέτρεπε η ξινίλα του να μου χαρίζει αγκαλιά για χάσιμο μεγάλης διάρκειας; Ποιος προσγειωμένος θα μπορούσε να με απογειώσει; Κανείς. Χάσιμο χρόνου. Ένα ξεχαρμάνιασμα στα γρήγορα, να φεύγουμε, διότι έχουμε και δουλειές.
Στο μεταξύ, η μάνα μου ανησυχεί. Πρέπει να βρω κάποιον της ηλικίας μου, σοβαρό και νοικοκύρη. Να αποκατασταθώ. Και να προσέχω. Μην πληγωθώ. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι τόση τρυφερότητα και τόση μαγεία, μόνο να κλείσει πληγές μπορεί.


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πόσο δίκιο έχεις...Δεν είναι όλοι τους "πεθαμένοι".Το ζητούμενο είναι να μην αργοπεθάνεις εσύ αναζητώντας.Εκεί δίνεται η μεγάλη μάχη...Διότι,αν,λέω αν,πετύχεις ποτέ το θαλασσινό τριφύλλι,μπορεί να το τσουρομαδήσεις και να μην το καταλάβεις.
Δε δίνονται εύκολα οι άνθρωποι,Νάντια,άντρες και γυναίκες.Θα μου πεις,από την άλλη,έχουν να δώσουν;Κι αν έχουν γιατί στο διάολο δεν το κάνουν;
Ρομαντισμός...αυθορμητισμός,πάθος και όπως αλλιώς τέλος πάντων λένε αυτό που σε συνεπάιρνει...Χάθηκαν στα σιδερωμένα πουκάμισα,στις απαράμιλλες συνταγές της μαμάς,στο "νοικοκυριό",που εγκρίνει η κολοκοινωνία,στο νεοδμητο διαμέρισμα...
Πού πήγε η ιερή κάβλα,που έτσι στα πεταχτά χάριζε αιώνες ηδονής;;Αφέθηκε για μετά το δελτίο των 8,τον ποδοσφαιρικό αγώνα,το φαϊ που είναι στη φωτιά και δεν πρέπει να καεί.Κι άλλα θέλω να γράψω,αλλά άστο.Αυτά αρκούν.
Κατερίνα.