Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010



Φαντάζομαι τι θα σκέφτεσαι για μένα, αναγνώστη μου. Ότι είμαι από αυτές τις κομπλεξικές αναρχοαλήτισσες που μισούν την Ελληνική Αστυνομία και ότι βγάζω τα κόμπλεξ μου γράφοντας. Κάνεις λάθος.
Έχεις δει πολλές τέτοιες να πηγαίνουν και να συγχαίρουν τα όργανα της τάξης για το μάζεμα τον δικύκλων στο Σύνταγμα; Εγώ το έκανα. Και “μπράβο παιδιά” τους είπα και τους υπέδειξα και άλλο σημείο που πετάνε τις μοτοσικλέτες τους οι ασυνείδητοι ξένοιαστοι καβαλάρηδες. Άντε, γιατί νομίζουν ότι δρόμοι και πεζοδρόμια τους ανήκουν.
Και μια άλλη φορά που κατήγγειλα μια οικονομική απάτη, μου φέρθηκαν άψογα. Να το πούμε κι αυτό. Αν και κάποτε που πήγα να καταγγείλω σεξουαλική παρενόχληση σε ανήλικο από συνταξιούχο ασφαλίτη, γνωστό για αυτή του την αδυναμία, δεν προλάβαιναν να βρίσκουν δικαιολογίες. (Μόνο μια φορά που πρόλαβαν και τον μάγκωσαν οι γείτονες και τον τουλούμιασαν και τον πήγαν σηκωτό στην αστυνομία, δεν μπόρεσαν να κάνουν την πάπια οι συνάδελφοί του. Του τη χάρισε όμως, το εφετείο).
Κι όταν έκανα ρεπορτάζ εκεί πάνω στα χωριά μου, η συνεργασία μας ήταν άψογη. Και ότι καλό έκαναν, το προέβαλλα με ευχαρίστηση. Αλλά όταν έφτασε η ώρα, στα πλαίσια του δικαστικού ρεπορτάζ, να παίξω θέμα με αστυνομικούς (και πολιτικούς) εμπλεκόμενους σε κύκλωμα σωματεμπορίας, ήρθαν οι συνδικαλιστές συνάδελφοί τους και με παρακάλεσαν να κάνω τα στραβά μάτια. Δεν ήταν ανάγκη να το κάνουμε θέμα, ήταν η κακιά στιγμή. Κι ο κακός τους ο καιρός, να συμπληρώσω. Στην επόμενη ημερίδα που θα κάνετε για τη μάστιγα του τράφικινγκ (και ασφαλώς, θα ζητήσετε να την προβάλλουμε) να τους πάρετε για ομιλητές. Θα έχουν πολλά να πουν.
Ασφαλώς, έμειναν ατιμώρητοι. Και ο μερακλής κύριος που του άρεσαν τα μικρά αγόρια και οι κύριοι που διευκόλυναν κάποιους να πουλάνε με το δράμι γυναίκες φερμένες από το πρώην ανατολικό μπλοκ, όπως και, όπως όλοι γνωρίζουμε, αυτοί που πυροβόλησαν και σκότωσαν δεκαεξάχρονο πριν από ενάμισι χρόνο στα Εξάρχεια. Που, ακόμα κι ο μεγαλύτερος αλήτης να ήταν, δεν του ρίχνεις στο ψαχνό κύριε προστάτη του πολίτη. Όλοι αυτοί, στα σπίτια τους, σαν κυρίες.
Πριν από λίγο καιρό, διάβασα για καταγγελίες που αφορούσαν στην εμπλοκή αστυνομικών σε υποθέσεις διαφθοράς. 337 καταγγελίες μέσα στο 2009. Οι περισσότερες είχαν να κάνουν με νύχτα, άδειες παραμονής αλλοδαπών και ναρκωτικά. Άμα σου πω ότι έπεσα απ' τα σύννεφα, θα με πιστέψεις; Ούτε να το διανοηθώ. Δεν ξέρω για τα άλλα, αλλά βλέπω με πόσο ζήλο, με πόσο πάθος αγωνίζονται για την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Τους έβλεπα στα Εξάρχεια, πριν οι κάτοικοι διώξουν, με τρόπο γενναίο, τους εμπόρους από την πλατεία. Η διακίνηση γινόταν με μεγάλη άνεση και πάνω απ' όλα με ασφάλεια. Αφού γύρω από την πλατεία, υπήρχαν αστυνομικοί που τους φυλούσαν.
Ποιους προστατεύουν κι από ποιους, δε θα καταλάβω ποτέ. Εγώ πάντως, την καλή μου την κουβέντα την είπα.

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΛΙΡΕΣ - απόσπασμα



Ακούγονται πολλά για τις παγίδες του Σούσουρα. Έθαβε, λέει, τα λεφτά και τα διαμάντια σε απίστευτα σημεία και τα παγίδευε ώστε κανείς να μην μπορεί να τα πλησιάσει. Μόνο όποιος ήταν το ίδιο έξυπνος μ’ αυτόν. Θα έπρεπε όμως να βρει πρώτα τα σημάδια. Σημάδια τα οποία κανείς δεν μπόρεσε μέχρι τώρα να εξηγήσει. Οι γενναίοι πιτσιρικάδες, ήταν σίγουροι πως θα έβρισκαν το θησαυρό στη σπηλιά του Κύκλωπα. Ένα αξιόλογο σπήλαιο, το οποίο δεν είχε αξιοποιηθεί όπως άλλα. Και τώρα ακόμη, μετά από σημαντικές ανακαλύψεις που έγιναν και μελέτες και παρουσιάσεις, στην ίδια κατάσταση μένει. Γι’ αυτό λέμε πως, όποιος έχει λεφτά, είναι για να φεύγει από αυτόν τον τόπο. Ξεχασμένος κι απ’ το Θεό κι απ’ τους ανθρώπους. Για το Σούσουρα πάντως ήταν ο τόπος που επέλεξε να κρύψει λάφυρα των οποίων η αξία είναι αδύνατο να υπολογιστεί. Έτσι λένε τουλάχιστον.
            Πραγματικότητα ή μασάλια του κερατά, κανείς δεν ξέρει. Η παρέα του Λευτέρη πάντως πίστευε πως ήξερε τα πάντα.
 
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ
Οι παγίδες ήταν ο μόνος φόβος των μικρών εξερευνητών. Ποιος θα πήγαινε μπροστά, αφού υπήρχε φόβος να φάει το κεφάλι του. Ο Σούσουρας, λέει, έβαζε φοβερές παγίδες που λειτουργούσαν εκεί που δεν το περίμενες. Μόνο αυτός ήξερε πού τις είχε βάλει κι ήταν ο μόνος που μπορούσε να τις απενεργοποιήσει. Αυτές τις ανησυχίες εξέφραζαν τα παιδιά οδεύοντας προς το σπήλαιο με τα ποδήλατα και φορτωμένα με τσάπες, φακούς, σχοινιά και ό,τι άλλο θα μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο. Ο Λευτέρης και οι φίλοι του, επειδή ήταν και άτομα με λογική και έντονα αναπτυγμένη αντίληψη, σκέφτηκαν και βρήκαν τρόπο να γλιτώσουν από τις παγίδες. «Να βάλουμε μια κατσίκα να περπατάει μπροστά». Η ιδέα που έριξε ο ένας από αυτούς ήταν καταπληκτική. Θα έφταναν στο θησαυρό χωρίς να ρισκάρουν, ενώ η κατσίκα, που θα θυσιαζόταν για ιερό σκοπό, θα γινόταν μετά μπακιρλαμάς. Τέτοιο γεγονός, θα έπρεπε να το γιορτάσουν με φαγοπότι, βρε αδερφέ! Αλλά επειδή η κατσίκα δεν έχει και μεγάλο βάρος, αποφάσισαν να πάρουν τον μπουρμά του παππού του Λευτέρη. Το μαντρί δεν ήταν μακριά. Μπήκαν ρίχνοντας ψωμιά στα σκυλιά για να βγάλουν το σκασμό. Άρπαξαν το μπουρντισμένο το τραγί απ' τα κέρατα και το οδήγησαν έξω. Το κουβάλησαν μέχρι τη σπηλιά. Μπήκαν μέσα από την τρύπα που έχει για είσοδο. Στο σκοτάδι όμως το τραγί μουλάρωσε. Δεν τολμούσε να προχωρήσει. Τι σπρωξίδια τι κλωτσίδια, εκεί ο τράγος. Αμετακίνητος.
           «Βάλ' του νέφτι στον κώλο!» Τι έμπνευση ήταν αυτή που είχε ένας απ’ την παρέα! Συμφώνησαν κι οι άλλοι. Ο Λευτέρης όμως ήταν πιο προσγειωμένος. Πού να το βρει το νέφτι; Ε, τότε να βάλει μουστάρδα. Πήγε ο Λευτέρης με τον ένα από τους φίλους του στο σουβλατζίδικο του χωριού και πήραν ένα σάντουιτς με πολλή μουστάρδα. Να ξεχειλίζει η μουστάρδα.
«Καλά, βρε παιδί μου, τι θα την κάνεις τόση μουστάρδα; Θα πάρει φωτιά ο κώλος σου».
            «Γι’ αυτό τη θέλω» απαντάει το κωλόπαιδο γελώντας πονηρά μαζί με το φίλο του. Πού να πάει το μυαλό του ανθρώπου ότι θα έπαιρνε φωτιά ο κώλος της κατσίκας. Δεν παραξενεύτηκε με το βίτσιο τους, άλλωστε η παρέα του Λευτέρη είχε κάνει τρέλες και στο παρελθόν, οπότε του έδωσε το σάντουιτς, πήρε τα λεφτά του και τους έστειλε στο καλό. Οι δύο φίλοι, πήραν γεμάτοι χαρά το σάντουιτς με τη μουστάρδα, ή μήπως τη μουστάρδα με το σάντουιτς, πήραν και τα ποδήλατα και ξεκίνησαν για τη σπηλιά. Μπήκαν μέσα, όπου στην είσοδο τους περίμεναν οι άλλοι δύο που κρατούσαν τόση ώρα το τραγί να μην τους φύγει που είχε ανησυχήσει το έρμο. Με τελετουργικές κινήσεις, άνοιξαν το σάντουιτς και το πάτησαν στον κώλο της κατσίκας, η οποία άρχισε να τρέχει σαν τρελή από το σοκ που υπέστη, αλλά και για να γλιτώσει απ’ τα κωλόπαιδα που της κάνανε τον κώλο πυροτέχνημα. Αδύνατο να την ακολουθήσουν
            Το σχέδιο είχε ναυαγήσει, όπως και τα πλοία που λήστευε ο Σούσουρας. Πάνε και οι θησαυροί, πάνε κι οι μπακιρλαμάδες. Θα έπαιρναν το θησαυρό και θα κάνανε το γύρο του κόσμου. Θα ζούσαν σε ακριβά ξενοδοχεία, θα λιάζανε τα κορμιά τους σε μαγευτικές παραλίες, οι καλύτερες γκόμενες θα ήταν εκεί να τους συντροφεύουν, θα έκαναν όργια... Τώρα μια απ’ τα ίδια. Επιστροφή στην πραγματικότητα. Και στο χωριό, παρεμπιπτόντως.
            Έλα όμως που, στο μεταξύ, ο παππούς του Λευτέρη είχε πάει στο μαντρί και διαπίστωσε ότι έλειπε ο τράγος... Και ήταν και το αγαπημένο του ζωντανό. Πόσες φορές δεν κάθισαν μαζί και τα λέγανε όταν έβγαζε το κοπάδι για βοσκή… Άνθρωπος. Άνθρωπος ο Περικλής.
«Περικλή, Περικλή!» Πουθενά ο Περικλής. Απόκριση καμιά. «Τι διάολο έγινε το ζωντανό; Άνοιξε η γης και το κατάπιε; Μαρή Παγώνα! Είδες τον Περικλή;»
«Και πού να τον δω, εδώ μόνο κατσίκες για άρμεγμα έχει. Λες από τότε που το μπουρντίσαμε να άλλαξε συνήθειες και αποφάσισε να κατεβάσει και γάλα; Μπουνακλάντησες με φαίνεται». Η γιαγιά του Λευτέρη το ’χε ρίξει στο άρμεγμα. Ο παππούς του ήταν για πιο εκλεπτυσμένες δουλειές. Πιο ντελικάτη ιδιοσυγκρασία ο άνθρωπος. Η Παγώνα το άρμεγμα, η Παγώνα το τσάπισμα, στα χωράφια η Παγώνα, στο στάβλο η Παγώνα, ε, και στις δουλειές του σπιτιού η Παγώνα φυσικά, είναι για σερνικά αυτά τα πράματα;
«Τα σκυλιά ήταν ήσυχα. Μάλλον αυτός ο εγγονός μας ήταν που τελευταία έχει κουντουρντήσει. Όλο στους δρόμους είναι μαζί με τους άλλους τους αλητάμπουρες. Αλλά θα του δείξω εγώ». Και άρπαξε τη βέργα που είχε από κρανιά και πήρε τους δρόμους να βρει τον Περικλή του. Κι άμα το πετύχαινε πουθενά το κοπρόσκυλο τον εγγονό του, θα του ’σπαζε τη βέργα στην πλάτη. Δεν άργησε να τον πετύχει, τον Λευτέρη, γιατί ο Περικλής την είχε κάνει. «Έλα δω βρε μισκίνη! Έλα δω να σε περιλάβω».
Ο Λευτέρης σφύριζε αδιάφορα. «Τι κάνεις παππού»; Οι φίλοι του ήταν πιο ταραγμένοι. Ο παππούς σηκώνει τη βέργα και τη ρίχνει όπου προλαβαίνει. Οι άλλοι όπου φύγει φύγει. Το Λευτέρη όμως τον έχει πιάσει απ’ το γιακά και τον περιλαβαίνει. Συγχρόνως καλούσε και τον Περικλή απεγνωσμένα, σέρνοντας και τον Λευτέρη από δίπλα. Κάποια στιγμή το ζωντανό, ακούγοντας το όνομά του, εμφανίστηκε. Μόλις όμως είδε το Λευτέρη, άρχισε να τρέχει λες και του ξανάβαλε μουστάρδα στον κώλο. Ε, ο παππούς ήταν σίγουρος ότι κάτι του έκανε. Έριξε πάλι καμιά δεκαριά φορές τη βέργα πάνω του.
«Τι του κάνατε τους ζωντανού ρε τσογλάνια»;
Τελικά ο Λευτέρης του ξέφυγε. Ε, ολόκληρος άντρας πια, είπαμε σεβασμό στον παππού, αλλά όχι και να κάθεται να τις τρώει. Εδώ είχαμε στο μυαλό μας όργια σε εξωτικά νησιά και θα ανεχτούμε το ξύλο από τον παππού; Όταν, μετά από αρκετές ώρες, αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι, τον περίμενε και η παντόφλα της μάνας του, που είχε στο μεταξύ ενημερωθεί για τα κατορθώματα του γιου της.


Ε, φτάνει τόσο. Για τη συνέχεια, πάρτε και κάνα βιβλίο.

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Ανταπόκριση από τα εξωτικά Εξάρχεια

Ο νέος τουριστικός προορισμός


Αυτό το θέμα με τις πορείες, τις καταστροφές, τις μολότοφ, τις φωτιές και τα οδοφράγματα από τη μια, και τους ψεκασμούς τις γκλοπιές και τις προσαγωγές από την άλλη, δε θα μας βγει σε καλό. Είμαστε που είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε στη φτώχεια και τη μιζέρια, χάνουμε και τη μόνη μας ελπίδα για πρόοδο και ευημερία. Τον τουρισμό.
Μια ξαδέρφη μου από Αυστραλία, είναι να έρθει για διακοπές το καλοκαίρι, αλλά το σκέφτεται. Με ρώτησε πώς είναι τα πράγματα στην Αθήνα. “Μια χαρά” της απάντησα. “Θα σου δείξω τα καλύτερα εδώ στα Εξάρχεια που μένω”. Είπαμε. Σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, ακούν Εξάρχεια και νομίζουν ότι πρόκειται για την κόλαση. Το κολασμένο μου μυαλό όμως, το βλέπει αλλιώς το θέμα. Ναι. Επιμένω. Τα Εξάρχεια είναι ο απόλυτος τουριστικός προορισμός.
Έρχονται λοιπόν οι τουρίστες και περνούν όλοι από το Σύνταγμα. Στήνονται δίπλα στους τσολιάδες του Αγνώστου Στρατιώτη για αναμνηστική φωτογραφία. Καλός ο τσολιάς, αλλά ξεπερασμένος. Άλλες εποχές, άλλα ήθη, άλλες κουλτούρες. Τώρα, υπάρχει νέα πρόταση. Προσαρμοσμένη στη σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα. Στήσιμο για φωτογραφία δίπλα στον μπάτσο της συμβολής των οδών Ναυαρίνου και Μαυρομιχάλη.Τι παραπάνω έχει δηλαδή ο τσολιάς πέρα από δέκα, είκοσι, τριάντα πόντους ύψος; Και στην Ιπποκράτους είναι καλή περίπτωση, αλλά εκεί είναι πολλοί και σκόρπιοι. Με τα τσιγαράκια τους, τα τηλεφωνάκια τους, τα μουχαμπέτια τους. Ενώ στη Μαυρομιχάλη, στέκουν αγέρωχοι, καμαρωτοί, ατενίζοντας την καρδιά των Εξαρχείων, έτοιμοι να ριχτούν στη μάχη κατά του εγκλήματος που σχεδιάζεται και δρομολογείται στο αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο.
Τα καταστήματα της περιοχής μπορούν να αξιοποιηθούν αναλόγως: Καφενείον “πέφτουν οι σφαίρες σαν χαλάζι”. Σπεσιαλιτέ, πολλά βαρύς και όχι. Καφέ μπαρ “ο χημικός πόλεμος”. Πάνε κι έρχονται τα καμικάζι. Εστιατόριον “η χρυσή κλούβα”. Το κρέας έχει χτυπηθεί με γκλοπ κι έχει γίνει λουκούμι. Σουβενίρ – είδη δώρων “τα πυρακτωμένα Εξάρχεια”. Ξεχάστε να αναμνηστικά τσολιαδάκια. Ματατζάκια, δελτάκια, ζητάκια, διασάκια με κουρδιαστά μηχανάκια, κουρδιαστά κλουβάκια, περιπολικάκια, μινιατούρες δακρυγονούχων συσκευασιών, μινιατούρες μολότοφ, υποψηφίων κάδων για ανάφλεξη...
Εκτιμώ ότι πρόκειται για μία πρωτοποριακή αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι ξένοι θα ξεπεράσουν το φόβο τους, διαπιστώνοντας ότι δεν κινδυνεύουν. Αντιθέτως, θα έχουν τις καλύτερες αναμνήσεις κι όταν θα επιστρέψουν στην πατρίδα τους, θα έχουν να λένε ότι έζησαν από κοντά την Ελληνική παράνοια, χωρίς να κινδυνεύσουν. Οι ντόπιοι, θα γλιτώσουν από τον οικονομικό μαρασμό που τους απειλεί. Οι φύλακες των Εξαρχείων, θα γίνουν διάσημοι σε όλο τον κόσμο.
Προτείνω λοιπόν να σταματήσει η μίρλα και η γκρίνια περί ανελέητου χτυπήματος στον τουρισμό και να φροντίσουν οι επιτηδευματίες του χώρου να αξιοποιήσουν κατάλληλα την κατάσταση, μετατρέποντας το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα και τους φόβους για μαρασμό σε πλούτο και ευμάρεια.

Νάντια Κατσαρού
www.blogpress.eu

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΛΙΡΕΣ

Έμαθα ότι στα χωριά μου πέφτουν στοιχήματα για το ποιος είναι ο κύριος Χ. Και κανείς δε χάνει. Πάντως στην εποχή που οι πολιτικοί αρπάζουν από την τσέπη μας και τα ρίχνουν στην από μέσα, το να ψάχνει ένας πολιτικός χαμένους θησαυρούς, είναι χόμπι που κανέναν δεν ενοχλεί. (Σχετικό με το θέμα σχόλιο).

Χαράματα η ώρα πέντε (και όχι τρεις που λέει και το τραγούδι) χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Στέλιος ταράχτηκε γιατί δε συνηθίζεται να σε θυμάται κάποιος για καλό τέτοια ώρα. Το σηκώνει κι ακούει τη χαρακτηριστική φωνή του γνωστού πετυχημένου επιχειρηματία και στελέχους της τοπικής αυτοδιοίκησης. Φίλος του πατέρα του ο κύριος Χ (οφείλουμε να διατηρήσουμε την ανωνυμία των επωνύμων, τους υπόλοιπους δε, τους ξεφωνίζουμε όσο θέλουμε) από τα παιδικά τους χρόνια, ήταν αρκετά εξοικειωμένος με το Στέλιο που τον γνώριζε από παιδί. Τον έπαιρνε συχνά σε εξορμήσεις και πέρασε μαζί του αρκετές στιγμές τρέλας. Από αυτόν την κόλλησε τη λόξα με το κυνήγι θησαυρού. Ο κύριος Χ, δεν είχε ανάγκη από χρήματα, αφού δεν ήξερε τι είχε. Αλλά όσα περισσότερα έχεις, τόσα περισσότερα ζητάς. Το ταμάχι αυτό δεν μπορούσε να το εξηγήσει ο Στέλιος.
            Θα μπορούσε να θυμηθεί πολλά περιστατικά από τον κύριο Χ. Πώς να ξεχάσει το σκάψιμο σε μουσουλμανικά νεκροταφεία έξω από ένα χωριό; Ο Στέλιος έσκαβε ανελέητα και ο κύριος Χ, που δεν ξέρει πως πιάνουν την τσάπα χωρίς να χαλάσει το μανικιούρ, φυλούσε υποτίθεται τσίλιες, αλλά δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τους συνοριοφύλακες που πλησίαζαν. Δεν προλάβαιναν τα τρέχουν στο αυτοκίνητο κι από κει όπου τους βγάλει ο δρόμος. Τους έβγαλε μέσα στο χωριό όπου γινόταν γάμος, με κόσμο, ζουρνάδες, νταβούλια, νυφοπάζαρο λίγο παραπέρα κι όλα τα σχετικά. Για να αποφύγει το γάμο ο Στέλιος, έστριψε σε ένα στενό. Το οποίο οδηγούσε κατευθείαν σ' ένα μαντρότοιχο. Το γάμο τον απέφυγαν. Τους συνοριοφύλακες όχι. Ο Στέλιος ήταν έτοιμος για χειροπέδες, αυτόφωρο, διασυρμό και ποιος ξέρει τι άλλο. Αλλά η άνεση του κυρίου Χ και το γεγονός ότι ήταν αναγνωρίσιμος τον έσωσε.
«Είμαστε καλεσμένοι σε ένα γάμο και χαθήκαμε στα στενά. Είδατε εσείς, ρε παιδιά, πού γίνεται ο γάμος;» Πόσο αφηρημένος είναι, βρε παιδί μου, ο κύριος Χ; Κι από παρατηρητικότητα ούτε ίχνος. Ούτε αυτός ούτε ο οδηγός του. Και βέβαια τον είδανε, από δίπλα πέρασαν. Τους οδήγησαν στο γάμο, καληνύχτισαν ευγενικά, βάρεσαν και πέντε δέκα προσοχές, έκαναν άλλες τόσες υποκλίσεις στον άρχοντα και αποχώρησαν. Ευτυχώς στο γάμο που πήγανε, δε φάνηκαν εντελώς ξεκάρφωτοι. Πώς έτυχε να παντρεύεται η ξαδέρφη της Σιμπέλ και να πέσουν πάνω σε δικούς τους ανθρώπους. Έτσι, μόλις είδαν την Σιμπέλ και τον Σαμπρή να τους καλωσορίζουν, πείστηκαν και οι συνοριακοί. Βέβαια η απορία από το βλέμμα της Σιμπέλ έκανε αρκετή ώρα να φύγει. Μέχρι να της εξηγήσουν ότι δεν ήξεραν τίποτα για το γάμο και ότι άλλα έψαχναν. Γενικά η Σιμπέλ ήταν πολύ έξυπνη, αλλά αυτό το βίτσιο με το ψάξιμο δεν το πολυκαταλάβαινε.
.................................................................................
Αν και δόθηκαν εξηγήσεις στη Σιμπέλ για το πώς βρέθηκαν στο χωριό της ξαδέρφης της, ο κύριος Χ δεν έδωσε καμιά εξήγηση στο Στέλιο για το λόγο του πρωινού ξυπνήματος.
«Σήκω όπως είσαι. Θα περάσουμε σε δέκα λεπτά να σε πάρουμε. Πρέπει να μας πας στα Πετρωτά. Σ’ εκείνα τα μέρη μόνο εσύ δε χάνεσαι» είπε ο κύριος Χ στο Στέλιο (για να επιστρέψουμε και στα γεγονότα που μας αφορούν).
            Μέσα στο άγριο ξημέρωμα, στον ύπνο του τα έβλεπε τα Πετρωτά; Σε δέκα λεπτά ο Στέλιος ήταν έξω από το σπίτι του, έτοιμος να ξεναγήσει τον κύριο Χ και την παρέα του. Μαζί με τον κύριο Χ ήταν ένας συνάδελφός του, επίσης επιτυχημένος επιχειρηματίας, ο κύριος Ψ από την Αθήνα (άλλος επώνυμος ο οποίος πρέπει να κρατήσει την ανωνυμία του) και ο παρατρεχάμενός του. Έψαχναν να βρουν τα σημάδια του πειρατή του Σούσουρα, που ο Θεός ξέρει τι έκρυψε σ’ εκείνη την περιοχή. Όρεξη για περπάτημα να είχαν. Σχετικά με το περπάτημα δεν ξέρω, αλλά ο κύριος Χ συνήθως έχει όρεξη γενικώς. Και πολύ σύντομα άρχισαν οι από την όρεξη προερχόμενες παρενέργειες. Τη μια κουραζόταν, την άλλη ήθελε νερό, μόνο το ταπεράκι με τα κεφτεδάκια δε ζήτησε. Και, αφού κανείς δε νοιάστηκε να πάρει νερό μαζί του, βολεύτηκε μ' ένα πεταμένο μπουκάλι με θολό περιεχόμενο. Χωρίς να ανησυχεί μήπως τον πιάσει κόψιμο και χωρίς να δίνει σημασία στην προσπάθεια των υπολοίπων να τον αποτρέψουν.
            «Μια χαρά νεράκι του θεού ήταν. Νιώθω καλύτερα».
            Αφού είδαν τα σημάδια που ήθελαν, άρχισε η επιστροφή τους προς το όχημα που τους περίμενε. Αλλά, στο μεταξύ, από τη μια η χρήση θολού νερού κι από την άλλη το γεγονός ότι το έντερο του κυρίου Χ δούλευε ρολόι, έγινε στάση για εκκένωση. Για να διαπιστωθεί στη συνέχεια ότι η εκδρομή, δεν ήταν καθόλου οργανωμένη τελικά.
«Κωλόχαρτο έχετε»;
           «'Οχι βέβαια, ούτε κωλόχαρτο ούτε χαρτομάντιλο ούτε καν εφημερίδα. Μωρομάντιλο σου κάνει; Ούτε απ’ αυτό υπάρχει. Βολέψου με καμιά πέτρα». Αυτό το παιδί ο Στέλιος, άμα αρχίσει, τα λέει μαζεμένα. Τι ζήτησε ο άνθρωπος; Ένα απλό κωλόχαρτο.
            «Με ποιους έχω μπλέξει! Ούτε νερό ούτε κωλόχαρτο, που πάτε, ωρέ συντρόφια!» Αυτά τα συντροφικά τα συνήθιζε ο κύριος Χ, γιατί πάνω απ’ όλα ήτο σοσιαλιστής. Σκούπισε τη χαράδρα ανάμεσα στα χοντρά οπίσθιά του με πέτρες και σηκώθηκε ξύνοντας τον κώλο του. Συνεχίζοντας να ξύνει τον κώλο του και, καθώς είχε αδειάσει το μέσα του, τηλεφώνησε σε παρακείμενη ταβέρνα, πήρε τα συντρόφια του και πήγε να τους κάνει ένα συντροφικό τραπέζι. Αν και ήταν πρωί ακόμη, η παραγγελιά στον Κυριάκο τον ταβερνιάρη ήταν να ζυμώσει και τα πέντε κιλά κιμά που διέθετε.
           Στην ιδέα ότι θα πλακωθεί στους κεφτέδες, είχε ξεχάσει και τη φαγούρα στον κώλο και την ταλαιπωρία και τα σημάδια και το θησαυρό του Σούσουρα. Ο Στέλιος όμως, θα τα θυμόταν και το βράδυ που θα συναντούσε τους άλλους. Να θέλεις ν’ αγιάσεις και να μην μπορείς...

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

ΕΘΝΙΚΕΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΩΡΑΙΑ


Αχ, δε θα μπορέσω Σούλα μου να έρθω για καφέ. Έχω δουλειά. Έχω ραψίματα. Και ήδη το έχω καθυστερήσει. Τριάντα μέτρα ύφασμα πήρα. Θα ράψω μια γαλανόλευκη, ΝΑΑΑΑΑ με το συμπάθιο. Θα την κρεμάσω απ' την ταράτσα, να γεμίσει εθνική υπερηφάνεια ούλος ο μαχαλάς...
Εννοείται χρυσή μου ότι πήρα και σημαίες και σημαιάκια και μπλουζάκια και καπελάκια με τη γαλανόλευκη και σετ μαγιό, πετσέτα και τσάντα για την παραλία. Και αυτοκολλητάκια. Έβαλα στο αυτοκίνητο, στις πόρτες, στα παράθυρα, στα ντουλάπια της κουζίνας, στην ευλογημένη τηλεόραση, στο κρεβάτι, στον καθρέφτη του μπάνιου, στον μπιντέ... χάνω εγώ τέτοιες ευκαιρίες;
Αχ βρε Σούλα μου, πόσο το χρειαζόμασταν αυτό! Μετά από όλα αυτά που τραβήξαμε, μετά από τέτοια απελπισία, είμαστε και πάλι έτοιμοι να τους πάρουμε τα σώβρακα. Έτσι είμαστε εμείς οι περήφανοι Έλληνες. Ήρθε η ώρα να τους δείξουμε τι εστί ελληνική λεβεντιά. Το λέω και συγκινούμαι. Ήρθε η ώρα να αποδείξουμε ότι δεν πτοούμαστε με τίποτα. Είμαστε αγωνιστές εμείς. Είμαστε γενναίοι. Να πάνε να γαμηθούν και οι τρόικες και τα ΔΝΤ και όλοι αυτοί οι βάρβαροι που μας ζηλεύουν. Και τα μέτρα και το ασφαλιστικό και η ακρίβεια. Και οι κλέφτες και τα λαμόγια και οι απάτες και οι μίζες και οι ρεμούλες.
Εμείς θα πάρουμε το αίμα μας πίσω. Μέσα στα γήπεδα. Θα σηκώσουμε ψηλά τη σημαία και με περηφάνια θα ψάλλουμε τον εθνικό μας ύπνο... εεεε, ύμνο ήθελα να πω.
Θα ξεχάσουμε ότι κακό έχουμε υποστεί ως έθνος, θα διαγράψουμε ότι μας πλήγωσε σαν λαό, θα δώσουμε συγχωροχάρτι στους απατεώνες που φάγανε τα λεφτά μας, δε θα μας πονάει η φτώχεια κι η μιζέρια. Θα κλάψουμε από συγκίνηση για τα γενναία παλικάρια μας που αγωνίζονται ως γνήσιοι Έλληνες. Για την τιμή και τη δόξα της Πατρίδας. Θα πανηγυρίσουμε όλοι μαζί ενωμένοι. Όχι επειδή είμαστε για τα πανηγύρια, αλλά επειδή μας αξίζει.
Σ' αφήνω Σούλα μου, ήρθαν τα γυροσούβλακα. (Πάλι θα γίνει ο κώλος μου αεροδρόμιο μ' αυτά που έχω να φάω). Πάμε να στρωθούμε στην τηλεόραση να παρακολουθήσουμε με δέος την Εθνική. Θα τα πούμε σε ένα μήνα. Ως νικητές.

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Ανταπόκριση από τα εξωτικά Εξάρχεια



Τις πρώτες μέρες που η αθώα επαρχειώτισσα έγινε εξαρχειώτισσα, αναζητούσε την πιο σύντομη διαδρομή για Πατησίων, όπου βρισκόταν ο χώρος της εργασίας της. Στουρνάρη ή Τοσίτσα; Την Τοσίτσα την έβρισκε πιο γραφική. Είχε την ομορφιά και τη χάρη της παλιάς γειτονιάς. Κι εκεί, πίσω από το Πολυτεχνείο, μετατρεπόταν σε έναν ωραιότατο πεζόδρομο. Εκεί λοιπόν, στην πίσω μεριά του Πολυτεχνείου, άρχισαν οι αποκαλύψεις. Στρώματα με πτώματα πάνω τους, ήταν το πρώτο θέαμα. Δεν επρόκειτο για κατάληψη καλοκαιριάτικα. Συνέχισε η ανυποψίαστη χαϊβάνω να προχωράει. Κι άλλα πτώματα. Στα παγκάκια. Άστεγοι; Μπήκε για τα καλά στον πεζόδρομο. Όρθια πτώματα, έτοιμα να κατεδαφιστούν, προσπαθούσαν να περπατήσουν. Κάποια, όχι εντελώς πτώματα, νεκροζώντανους τους έκανες, προσπάθησαν να την πλησιάσουν για να ζητήσουν κανένα ψιλό. Προχώρησε γρήγορα. Βρισκόταν στη μέση του πεζόδρομου. Δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Κι άλλοι νεκροζώντανοι. Ξεφύτρωναν από παντού. Βγήκε στην Πατησίων ταραγμένη. Δε θα ξαναπατούσε το πόδι της εκεί.
Μπορεί να μου πει κάποιος, γιατί χρησιμοποιώ τρίτο πρόσωπο όταν μιλάω για μένα; Το διορθώνω.
Τέτοια πτώματα, έβλεπα και στην πλατεία. Εκεί, το είχα πάρει χαμπάρι εγκαίρως και δεν έμπαινα ποτέ στη μέση της πλατείας. Κανείς δεν έμπαινε στη μέση της πλατείας. Περιμετρικά της πλατείας, ζωή και κίνηση. Στη μέση της, βρωμιά, αρρώστια και θάνατος να μοιράζεται στους θαμώνες της, που έμοιαζαν με φαντάσματα. Τσαμπουκάδες και διαπληκτισμοί μεταξύ τους, για άγνωστη αιτία. Και κανείς να μην επεμβαίνει. Έτυχα ωστόσο, αρκετές φορές σε επεμβάσεις της αστυνομίας στην πλατεία Εξαρχείων. Αλλά ποτέ δεν αφορούσαν στη διακίνηση της πρέζας.
Τώρα δουλεύω στο Κολωνάκι. Και περνάω από την αστυνομοκρατούμενη Ιπποκράτους. Παρατηρώ λοιπόν, ότι κάθε Παρασκευή ο αριθμός των φρουρών των Εξαρχείων διπλασιάζεται. Υποψιάζομαι ότι επειδή κατεβαίνει περισσότερος κόσμος στην περιοχή εκείνη τη μέρα, πρέπει να υπάρχει η αντίστοιχη αναλογία σε αστυνομικούς. Ένας αστυνομικός για κάθε δέκα πολίτες.
Παρασκευή βράδυ στην πλατεία. Οι κάτοικοι έχουν κάνει αυτό που δεν αξιώθηκε να κάνει η πολιτεία τόσα χρόνια. Την καθάρισαν από την πρέζα. Κι έκαναν οι ίδιοι κατάληψη στο κέντρο της. Πρώτη φορά την είδα τόσο κεφάτη και ζωντανή. Κατέληξα για τσιπουροποσία στη συμβολή των οδών Αραχώβης και Μπενάκη. Είδα μια διμοιρία να πλησιάζει. Στάθηκαν στη γωνία, παρατάχθηκαν και κατέβηκαν στην πλατεία. Τι να έγινε πάλι; Ετοιμάστηκα ψυχολογικά για επεισόδια. Που δεν έγιναν. Γύρισαν πίσω άπραγοι. Μάλλον η καθαρή πλατεία, προκάλεσε τέτοια κέφια στους Εξαρχειώτες, που περιφρόνησαν τους αρματωμένους αστυνομικούς, που σίγουρα ήλπιζαν σε κάποιο τσαμπουκά εναντίον τους, για να αρχίσει το πάρτι.
Τότε κατάλαβα το λόγο της καθόδου των ΜΑΤ στην πλατεία. Η νέα κατάσταση ενοχλεί. Δεν τους αρέσει η πλατεία χωρίς πρέζα. Οι ενεργοί πολίτες είναι επικίνδυνοι. Πολλές πρωτοβουλίες παίρνουν και δεν κάνει. Τα Εξάρχεια, τα θέλουν ναρκωμένα. Αλλά είμαστε εδώ, για να χαλάμε σχέδια.

Νάντια Κατσαρού
www.blogpress.eu

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Ανταπόκριση από τα εξωτικά Εξάρχεια



Ωχ, μανούλα μ'! Έμαθαν ότι... πλακωνόμαστε, πλακώσανε κι οι Ευρωπαίοι. Έρχονται ενισχύσεις συντρόφια. Ε ναι. Έτσι θα αντιμετωπίσουμε την κρίση.
Η κρίση είναι οικονομική. Και πρέπει να σφίξουν οι κώλοι όλων, για να πληρώνουμε τους κηφήνες, τους άρπαγες (δικοί μας αυτοί και να τους χαιρόμαστε) και όλους εκείνους που θα επωφεληθούν από την κατάσταση (κακοί ξένοι αυτοί). Γενικά, ο Έλληνας είναι πλαδαρός και χαμηλοκώλης. Η μεσογειακή κατασκευή και η μεσογειακή κουλτούρα φταίνε γι' αυτό το χάλι. Κάποιοι σκέφτηκαν ότι αυτή η σύσφιξη και ανόρθωση γλουτών θα επιτευχθεί με κίνηση και δράση. Αλλά πού λεφτά για γυμναστήρια. Αποφάσισαν λοιπόν ν' αφήσουν τους καναπέδες και τα χαζοκούτια που τους πλαδάρεψαν κώλο και μυαλό και να βγουν στους δρόμους. Να ιδρωκοπιούνται στις πορείες. Υπολόγισαν πόσες θερμίδες καίγονται ανεβαίνοντας τη Σταδίου, πόσοι μύες ενεργοποιούνται για να ρίξουν μια μούτζα κατά βουλή μεριά και κατέληξαν στη λύση για την αντιμετώπιση της χαλάρωσης που υπέστη το σώμα τους.
Στο κράτος δεν άρεσε αυτή η λύση. Αυτοί προτιμούσαν αυστηρή δίαιτα. Δεν τους είπε κανείς ότι μόνο με δίαιτα, ναι μεν αδυνατίζεις, αλλά ο κώλος κρεμάει ακόμα περισσότερο; Πρόβλημα η κακή συνεννόηση στις σχέσεις. Ειδικά όταν αυτές βασίζονται στο σεξ. Επειδή για αυτούς, η κρίση δεν είναι στα πορτοφόλια – τα δικά τους άλλωστε είναι γεμάτα – αλλά στο ότι ξύπνησαν τα ζόμπι, αναζήτησαν τρόπο αντιμετώπισής της. Και σκάει το χαμπέρι. 7.000 επιπλέον αστυνομικοί. Οι ενισχύσεις που έλεγα. Και επειδή, λόγω της άρτιας εκπαίδευσης που γίνεται στις σχολές αστυφυλάκων, δεν προλαβαίνουν να βγουν νέα φυντάνια και να ενταχθούν στο σώμα και επειδή αυτά τα φυντάνια τα χρειαζόμαστε άμεσα, θα μας έρθουν από το εξωτερικό. Νέος αέρας, μωρό μου, στην Ελληνική Αστυνομία. Ευρωπαϊκός.
Χαμηλοκώλη, πλαδαρέ, μπουχέσα Έλληνα, τώρα θα πληρώνεις και για το εισαγώμενο κηφηναριό.. Αλλά θα σφίξεις. Μία γκλομπιά στον κώλο, ισοδυναμεί με μισή ώρα μασάζ. Ετοιμάσου για ανόρθωση γλουτών με θεαματικό και μόνιμο αποτέλεσμα. Πέτρα τα οπίσθια.
Η κρίση, λοιπόν, αντιμετωπίζεται με αστυνόμευση. Σε κάθε δημοκρατική κοινωνία. Και επειδή δε γίνονται κάθε μέρα πορείες, ξέρεις πώς θα αξιοποιηθούν οι εισαγώμενοι μπάτσοι. Θα τοποθετηθούν σε μια περιοχή, με αυξημένη εγκληματικότητα και ελλιπή αστυνόμευση. Στα Εξάρχεια θα το βγάζουν το μεροκάματο. Κι ό,τι στοίχημα θες. Κόβω το κεφάλι μου. Να μη σώσει να ανορθωθεί ο πλαδαρός μου κώλος.
Θα τους χώσουν στα Εξάρχεια, γιατί από εκεί ξεκινάει το κακό κι η συμφορά. Τώρα μάλιστα που ξεκουμπίστηκε η πρέζα από την πλατεία, η περιοχή είναι ακόμα πιο επικίνδυνη. Και η ενίσχυση της αστυνόμευσης, επιβεβλημένη.
Κοπιάστε μωρά μου. Θα σας τρατάρουμε και περ-γαμώτο.

Νάντια Κατσαρού
www.blogpress.eu