Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΛΙΡΕΣ - απόσπασμα



Ακούγονται πολλά για τις παγίδες του Σούσουρα. Έθαβε, λέει, τα λεφτά και τα διαμάντια σε απίστευτα σημεία και τα παγίδευε ώστε κανείς να μην μπορεί να τα πλησιάσει. Μόνο όποιος ήταν το ίδιο έξυπνος μ’ αυτόν. Θα έπρεπε όμως να βρει πρώτα τα σημάδια. Σημάδια τα οποία κανείς δεν μπόρεσε μέχρι τώρα να εξηγήσει. Οι γενναίοι πιτσιρικάδες, ήταν σίγουροι πως θα έβρισκαν το θησαυρό στη σπηλιά του Κύκλωπα. Ένα αξιόλογο σπήλαιο, το οποίο δεν είχε αξιοποιηθεί όπως άλλα. Και τώρα ακόμη, μετά από σημαντικές ανακαλύψεις που έγιναν και μελέτες και παρουσιάσεις, στην ίδια κατάσταση μένει. Γι’ αυτό λέμε πως, όποιος έχει λεφτά, είναι για να φεύγει από αυτόν τον τόπο. Ξεχασμένος κι απ’ το Θεό κι απ’ τους ανθρώπους. Για το Σούσουρα πάντως ήταν ο τόπος που επέλεξε να κρύψει λάφυρα των οποίων η αξία είναι αδύνατο να υπολογιστεί. Έτσι λένε τουλάχιστον.
            Πραγματικότητα ή μασάλια του κερατά, κανείς δεν ξέρει. Η παρέα του Λευτέρη πάντως πίστευε πως ήξερε τα πάντα.
 
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ
Οι παγίδες ήταν ο μόνος φόβος των μικρών εξερευνητών. Ποιος θα πήγαινε μπροστά, αφού υπήρχε φόβος να φάει το κεφάλι του. Ο Σούσουρας, λέει, έβαζε φοβερές παγίδες που λειτουργούσαν εκεί που δεν το περίμενες. Μόνο αυτός ήξερε πού τις είχε βάλει κι ήταν ο μόνος που μπορούσε να τις απενεργοποιήσει. Αυτές τις ανησυχίες εξέφραζαν τα παιδιά οδεύοντας προς το σπήλαιο με τα ποδήλατα και φορτωμένα με τσάπες, φακούς, σχοινιά και ό,τι άλλο θα μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο. Ο Λευτέρης και οι φίλοι του, επειδή ήταν και άτομα με λογική και έντονα αναπτυγμένη αντίληψη, σκέφτηκαν και βρήκαν τρόπο να γλιτώσουν από τις παγίδες. «Να βάλουμε μια κατσίκα να περπατάει μπροστά». Η ιδέα που έριξε ο ένας από αυτούς ήταν καταπληκτική. Θα έφταναν στο θησαυρό χωρίς να ρισκάρουν, ενώ η κατσίκα, που θα θυσιαζόταν για ιερό σκοπό, θα γινόταν μετά μπακιρλαμάς. Τέτοιο γεγονός, θα έπρεπε να το γιορτάσουν με φαγοπότι, βρε αδερφέ! Αλλά επειδή η κατσίκα δεν έχει και μεγάλο βάρος, αποφάσισαν να πάρουν τον μπουρμά του παππού του Λευτέρη. Το μαντρί δεν ήταν μακριά. Μπήκαν ρίχνοντας ψωμιά στα σκυλιά για να βγάλουν το σκασμό. Άρπαξαν το μπουρντισμένο το τραγί απ' τα κέρατα και το οδήγησαν έξω. Το κουβάλησαν μέχρι τη σπηλιά. Μπήκαν μέσα από την τρύπα που έχει για είσοδο. Στο σκοτάδι όμως το τραγί μουλάρωσε. Δεν τολμούσε να προχωρήσει. Τι σπρωξίδια τι κλωτσίδια, εκεί ο τράγος. Αμετακίνητος.
           «Βάλ' του νέφτι στον κώλο!» Τι έμπνευση ήταν αυτή που είχε ένας απ’ την παρέα! Συμφώνησαν κι οι άλλοι. Ο Λευτέρης όμως ήταν πιο προσγειωμένος. Πού να το βρει το νέφτι; Ε, τότε να βάλει μουστάρδα. Πήγε ο Λευτέρης με τον ένα από τους φίλους του στο σουβλατζίδικο του χωριού και πήραν ένα σάντουιτς με πολλή μουστάρδα. Να ξεχειλίζει η μουστάρδα.
«Καλά, βρε παιδί μου, τι θα την κάνεις τόση μουστάρδα; Θα πάρει φωτιά ο κώλος σου».
            «Γι’ αυτό τη θέλω» απαντάει το κωλόπαιδο γελώντας πονηρά μαζί με το φίλο του. Πού να πάει το μυαλό του ανθρώπου ότι θα έπαιρνε φωτιά ο κώλος της κατσίκας. Δεν παραξενεύτηκε με το βίτσιο τους, άλλωστε η παρέα του Λευτέρη είχε κάνει τρέλες και στο παρελθόν, οπότε του έδωσε το σάντουιτς, πήρε τα λεφτά του και τους έστειλε στο καλό. Οι δύο φίλοι, πήραν γεμάτοι χαρά το σάντουιτς με τη μουστάρδα, ή μήπως τη μουστάρδα με το σάντουιτς, πήραν και τα ποδήλατα και ξεκίνησαν για τη σπηλιά. Μπήκαν μέσα, όπου στην είσοδο τους περίμεναν οι άλλοι δύο που κρατούσαν τόση ώρα το τραγί να μην τους φύγει που είχε ανησυχήσει το έρμο. Με τελετουργικές κινήσεις, άνοιξαν το σάντουιτς και το πάτησαν στον κώλο της κατσίκας, η οποία άρχισε να τρέχει σαν τρελή από το σοκ που υπέστη, αλλά και για να γλιτώσει απ’ τα κωλόπαιδα που της κάνανε τον κώλο πυροτέχνημα. Αδύνατο να την ακολουθήσουν
            Το σχέδιο είχε ναυαγήσει, όπως και τα πλοία που λήστευε ο Σούσουρας. Πάνε και οι θησαυροί, πάνε κι οι μπακιρλαμάδες. Θα έπαιρναν το θησαυρό και θα κάνανε το γύρο του κόσμου. Θα ζούσαν σε ακριβά ξενοδοχεία, θα λιάζανε τα κορμιά τους σε μαγευτικές παραλίες, οι καλύτερες γκόμενες θα ήταν εκεί να τους συντροφεύουν, θα έκαναν όργια... Τώρα μια απ’ τα ίδια. Επιστροφή στην πραγματικότητα. Και στο χωριό, παρεμπιπτόντως.
            Έλα όμως που, στο μεταξύ, ο παππούς του Λευτέρη είχε πάει στο μαντρί και διαπίστωσε ότι έλειπε ο τράγος... Και ήταν και το αγαπημένο του ζωντανό. Πόσες φορές δεν κάθισαν μαζί και τα λέγανε όταν έβγαζε το κοπάδι για βοσκή… Άνθρωπος. Άνθρωπος ο Περικλής.
«Περικλή, Περικλή!» Πουθενά ο Περικλής. Απόκριση καμιά. «Τι διάολο έγινε το ζωντανό; Άνοιξε η γης και το κατάπιε; Μαρή Παγώνα! Είδες τον Περικλή;»
«Και πού να τον δω, εδώ μόνο κατσίκες για άρμεγμα έχει. Λες από τότε που το μπουρντίσαμε να άλλαξε συνήθειες και αποφάσισε να κατεβάσει και γάλα; Μπουνακλάντησες με φαίνεται». Η γιαγιά του Λευτέρη το ’χε ρίξει στο άρμεγμα. Ο παππούς του ήταν για πιο εκλεπτυσμένες δουλειές. Πιο ντελικάτη ιδιοσυγκρασία ο άνθρωπος. Η Παγώνα το άρμεγμα, η Παγώνα το τσάπισμα, στα χωράφια η Παγώνα, στο στάβλο η Παγώνα, ε, και στις δουλειές του σπιτιού η Παγώνα φυσικά, είναι για σερνικά αυτά τα πράματα;
«Τα σκυλιά ήταν ήσυχα. Μάλλον αυτός ο εγγονός μας ήταν που τελευταία έχει κουντουρντήσει. Όλο στους δρόμους είναι μαζί με τους άλλους τους αλητάμπουρες. Αλλά θα του δείξω εγώ». Και άρπαξε τη βέργα που είχε από κρανιά και πήρε τους δρόμους να βρει τον Περικλή του. Κι άμα το πετύχαινε πουθενά το κοπρόσκυλο τον εγγονό του, θα του ’σπαζε τη βέργα στην πλάτη. Δεν άργησε να τον πετύχει, τον Λευτέρη, γιατί ο Περικλής την είχε κάνει. «Έλα δω βρε μισκίνη! Έλα δω να σε περιλάβω».
Ο Λευτέρης σφύριζε αδιάφορα. «Τι κάνεις παππού»; Οι φίλοι του ήταν πιο ταραγμένοι. Ο παππούς σηκώνει τη βέργα και τη ρίχνει όπου προλαβαίνει. Οι άλλοι όπου φύγει φύγει. Το Λευτέρη όμως τον έχει πιάσει απ’ το γιακά και τον περιλαβαίνει. Συγχρόνως καλούσε και τον Περικλή απεγνωσμένα, σέρνοντας και τον Λευτέρη από δίπλα. Κάποια στιγμή το ζωντανό, ακούγοντας το όνομά του, εμφανίστηκε. Μόλις όμως είδε το Λευτέρη, άρχισε να τρέχει λες και του ξανάβαλε μουστάρδα στον κώλο. Ε, ο παππούς ήταν σίγουρος ότι κάτι του έκανε. Έριξε πάλι καμιά δεκαριά φορές τη βέργα πάνω του.
«Τι του κάνατε τους ζωντανού ρε τσογλάνια»;
Τελικά ο Λευτέρης του ξέφυγε. Ε, ολόκληρος άντρας πια, είπαμε σεβασμό στον παππού, αλλά όχι και να κάθεται να τις τρώει. Εδώ είχαμε στο μυαλό μας όργια σε εξωτικά νησιά και θα ανεχτούμε το ξύλο από τον παππού; Όταν, μετά από αρκετές ώρες, αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι, τον περίμενε και η παντόφλα της μάνας του, που είχε στο μεταξύ ενημερωθεί για τα κατορθώματα του γιου της.


Ε, φτάνει τόσο. Για τη συνέχεια, πάρτε και κάνα βιβλίο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: