Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Παραλίες των νοτίων ή των Εξαρχείων;



Και αφού έχεις ψηθεί, έχεις βράσει, έχεις λιώσει μέσα στο καμίνι με την απόλυτη άπνοια και τους 50 βαθμούς, αποφασίζεις να πας κάπου με αέρα. Επειδή έχεις περπατήσει και ξαναπερπατήσει τους παραδείσους του κέντρου (το πιστεύω ότι υπάρχουν) λες να κάνεις μια αλλαγή και να κατέβεις στα νότια, να σε φυσήξει θαλασσινός αέρας.
Είναι κι ότι το Σάββατο όλοι φεύγουν στα εξοχικά τους (ακόμη δεν τους τα έφαγε η κρίση) είναι κι ότι πλέον οι μισοί έχουν φύγει για διακοπές (να πάρουν κουράγιο και δύναμη για την επανάσταση) και είναι πιο χαλαρά τα πράγματα εκεί κάτω. Βέβαια, θα μου πεις, αυτοί που συχνάζουν στα νότια, έχουν χεσμένη και την επανάσταση και την κρίση. Κάτι έχουν ακούσει για πάρτι με κατσαρόλες μόνο, αλλά δεν έτυχε να δούνε από κοντά.
Και φτάνεις στο μέρος το εξωτικό με τα πολυτελή παραπήγματα κατά μήκος της παραλίας. Και καταλήγεις σε ένα απ’ αυτά. Παρκάρεις το αμάξι σου στα παρακείμενα τσαΐρια, για να αποφύγεις το νταβατζιλίκι του παρκαδόρου, με κίνδυνο, όταν επιστρέψεις, να έχει καμιά γρατζουνίτσα από απρόσεκτο οδηγό, κακόβουλο περαστικό και να σε πείσει να μην το αφήσεις ποτέ ξανά σε χώρο μη ελεγχόμενο.
Περπατάς προς την είσοδο, για να σε καλωσορίσει η γλάστρα της υποδοχής. Ναι ρε. Είσαι σε κυριλέ μαγαζί. Θα το διαπιστώσεις και στη συνέχεια. Δέκα γκαρσόνια τρέχουν πάνω κάτω, χωρίς να έχουν συγκεκριμένο σκοπό. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα παραλιακά μαγαζιά. Όσο πιο μεγάλο είναι το μαγαζί, τόσο πιο πολύ τρέχουν άσκοπα. Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο ότι θα βρίσκονται κοντά σου τη στιγμή που τα χρειάζεσαι. Ούτε καν για να παραγγείλεις. Έχει πολλή δουλειά το μαγαζί, λέμε.
Είπαμε. Βρίσκεσαι σε κυριλέ μαγαζί. Το διαπιστώνεις κι από το ψευτομοντέρνο περιβάλλον. Από τη βαρετή μουσική. Από τους θαμώνες. Σικ κυρίες, ξανθές κι ηλιοκαμένες από το πολύ σολάριουμ με λαμπερό μπεζ κραγιόν σε καφέ περίγραμμα, συνοδευόμενες από ηλικιωμένους νεανίζοντες κυρίους, επίσης ηλιοκαμένους από την πολλή ιστιοπλοΐα. Παρέες με μπάκουρους, με πόλο με σηκωμένο γιακά και παρέες με γκομενίτσες με πλατινέ μαλλί, μίνι και δωδεκάποντο. Γονείς που ξαμολάνε τα παιδιά τους στα τραπέζια των άλλων, αρκεί να φύγουν απ’ τα δικά τους. Παρέες από το ΚΑΠΗ στη Σαββατιάτικη μάζωξη. Παρέες βλαχοκυριλέδων, νοικοκυραίων και καγκουραίων που βάλανε τα καλά τους και βγήκαν για χαϊλίκια. Κι από το διπλανό μαγαζί - αίθουσα εκδηλώσεων, ν' ακούς "σήμερα γάμος γίνεται".
Παρ' όλα αυτά, έχεις διαπιστώσει ότι βρίσκεσαι στο πιο αξιοπρεπές μαγαζί της περιοχής. Κι ευτυχώς, ο Θεός σ’ αγαπάει και, την ώρα που μπαίνεις, αδειάζει το ακριανό τραπέζι κι έτσι έχεις μικρή επαφή μ’ όλα αυτά. Γυρνάς την πλάτη και καταφέρνεις να απολαύσεις με την ελάχιστη ενόχληση το θαλασσινό αεράκι, τον παφλασμό των κυμάτων, τη θέα στη φωτισμένη παραλία και ό,τι άλλο σου δίνεται όσο βρίσκεσαι εκεί.
Ασφαλώς, όλα αυτά, κανονικά, σου ανήκουν. Αλλά, είπαμε, βρίσκεσαι σε κυριλέ μαγαζί και θα τα πληρώσεις ακριβά. Μισή μερίδα ποτό, το πληρώνεις σε διπλάσια τιμή, σε σχέση με τα μαγαζιά που ήξερες στο κέντρο. Έτσι. Για να μην ξεχάσεις πού βρίσκεσαι.
Γαμημένη παραλία. Είτε είναι μέρα, είτε είναι νύχτα, ένα σίχαμα είναι. Δηθενιά, νταβατζιλίκι και ψευτοκυριλίκι. Και άνθρωποι που θέλουν να ξεχωρίσουν, αλλά δε θα το καταφέρουν ποτέ. Γιατί όλοι γύρω τους, το ίδιο επιδιώκουν. Και δεν έχεις εναλλακτικές όταν βρίσκεσαι εκεί. Θα τη λουστείς τη σκατίλα. Δεν παίζει να βρεις κάτι διαφορετικό στην παραλία. Πιο λιτό. Πιο ανθρώπινο. 
Την επόμενη φορά, λες να πάρεις μπίρες από το περίπτερο και να ψάξεις να βρεις μέρος ξέφραγο να αράξεις. Σιγά μην τα καταφέρεις. Έχουν βάλει πόδι (και χέρι) παντού. Εξάλλου, είπαμε, υπάρχουν παράδεισοι στο κέντρο και προσφέρονται δωρεάν. Και χωρίς να είναι στημένοι. Και χωρίς να τους ελέγχει κάποιος. 
Στο νησί των Εξαρχείων θα καταλήξεις. Γιατί σαν την παραλία της Βαλτετσίου, δε θα βρεις πουθενά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: