Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Σκέφτομαι και γράφω: Κυριακή στην παραλία



Όσοι με μπερδεύουν με την Αμελί, καλά κάνουν. Αν και δεν είμαστε ίδιες, πάμε σετάκι. Έτσι σετάκι, πήγαμε και για μπάνιο. Κυριακάτικο.
Λύσσα κακιά τους πιάνει όλους την Κυριακή. Σαν τη Σαββατιάτικη έξοδο. Συμβαίνει και σε μένα το ίδιο και καθόλου δε μ’ αρέσει και μακάρι να μπορούσα να κάνω αλλιώς.
Ξεκινάω, που λες, από Εξάρχεια για Νέα Σμύρνη, για να φύγουμε από κει μαζί με το αυτοκίνητό της. Εγώ δεν ξέρω να πιάνω τιμόνι. Αλλάζω τρία μέσα. Μέχρι να φτάσω στο τραμ, τα πράγματα είναι ήρεμα. Εκεί ήταν που πλάκωσαν οι λουόμενοι. Δε θα σχολιάσω τις οικογένειες, μαζί με τους οικογενειακούς τους φίλους, τις ομπρέλες τους, τις καρέκλες τους, τα ταπεράκια τους και όλα τα αξεσουάρ που κουβαλούσαν. Όχι, αυτό το μπάχαλο δε με ενόχλησε καθόλου. Η μπόχα όμως, με αναστάτωσε. Και με ανακάτωσε. Εγώ, που έκανα μπάνιο πριν φύγω, ήμουν ο μαλάκας της παρέας. Ναι, γιατί στη θάλασσα πάμε, θα πλυθούμε ούτως ή άλλως. Αυτή την ευκαιρία περιμένουμε μια βδομάδα. Να πάμε στη θάλασσα να πλυθούμε.
«Πάμε κάπου που δε θα γίνεται χαμός» ήταν η παραγγελιά μου στη σοφεράντζα μου.
«Πας καλά; Όλη η Αττική βγήκε για μπάνιο. Δεν υπάρχει αυτό που θες».
Τουλάχιστον ήθελα να μην κάτσω εκεί που κάτσανε χίλιοι κώλοι, να μη βουτήξω σε θάλασσα που την κατούρησαν χίλιοι κι άφησαν το αντηλιακό τους να αφρίζει στην επιφάνειά της.
Πήγαμε αρκετά μακριά για να πέσουμε σ’ αυτό που σιχαινόμουν.
«Πάμε προς τα πέρα που δεν έχει πολύ κόσμο» πρότεινα, βλέποντας ότι, όχι μόνο ξαπλώστρα δε βρήκαμε, αλλά ούτε μέρος να ακουμπήσουμε.
«Πας καλά; Εκεί έχει νοικοκυραίους με παιδιά». Η Αμελί αντιμετώπιζε πιο ψύχραιμα την κατάσταση και μπορούσε να διακρίνει τι κόσμος κυκλοφορούσε στην περιοχή.
Πήγαμε και στριμωχτήκαμε σε ένα σημείο, όπου τα πόδια μας ακουμπούσαν στο κύμα και τα κεφάλια μας στα πόδια των από πάνω από μας. Αποφάσισα να μην ξαπλώσω, με τον ίδιο τρόπο που αποφάσισα να μη βουτήξω στη θολή θάλασσα. Το πώς πήρα τη μεγάλη απόφαση να ακουμπήσω στην άμμο που την πάτησαν χιλιάδες πόδια, τα μισά με μύκητες, δεν ξέρω. Επίσης αποφάσισα να μην ξινιστώ, να μην γκρινιάξω, να μη βρίσω νταλικέρικα. Μόνο λάιτ μπινελίκι επέτρεψα στον εαυτό μου. Βγήκα να ξεσκάσω, βρε αδερφέ, όχι να συγχυστώ.
Τα παιδάκια που έπαιζαν με τα κουβαδάκια τους μπροστά μας, φαίνονταν ήσυχα. Τι καλά να έμεναν εκεί μέχρι να φύγουμε. Έφυγαν αυτά, ήρθαν οι ρακέτες. Ποιος τους είπε ότι με τη ρακέτα στην παραλία χτίζεις κορμί αλαβάστρινο και κωλοχτυπιούνται με τόσο πάθος για το μπαλάκι; Ή μήπως εκφράζουν αυτήν τη λατρεία προς το μπαλάκι λόγω έλλειψης άλλων μπαλακίων;
Αυτά και άλλα ερωτήματα μας δημιουργήθηκαν σε κάθε χτύπημα του μπαλακίου στη ρακέτα. Και βρεγμένο καθώς ήταν, εκσφενδόνιζε νερά πάνω μας και νιώθαμε να μας λέει «παρ’ τα στα μούτρα άρρωστη», ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν αρκούνταν σ’ αυτό κι ορμούσε και το ίδιο πάνω μας. Δεν προλάβαμε να πούμε στους ρακετοφόρους ότι δεν τη βρίσκουμε μ’ αυτά τα μπαλάκια και βρέθηκε κι άλλο ένα στην παρέα. Δύο ζευγάρια ρακετοπαιχταράδων (ναι, ήταν παιχταράδες, έκαναν και κόλπα με πηδήματα στον αέρα, πιρουέτες και άλλες φαντασμαγορικές τσαχπινιές), δύο μπαλάκια να μας πιτσιλάνε κι εμείς αποκτήσαμε από ένα ζευγάρι μπαλάκια να με το συμπάθιο.
Η Αμελί άρχισε να πετάει πετραδάκια. Παρά το ότι τα γυαλιά μου απέκτησαν τόσες πιτσιλιές που πλέον έβλεπα με δυσκολία, είδα την πέτρα να πέφτει πάνω στον ένα ρακετίστα. Αγριεμένος, κοίταξε από πού του ήρθε.
«Συγνώμη» είπε η Αμελί, ενώ στο βλέμμα της και το βλοσυρό της χαμόγελο, φαινόταν να λέει «άντε γαμήσου».
«…θα έλεγες κι εσύ, αν έπεφτε το μπαλάκι σου πάνω μας» συμπλήρωσα εγώ.
Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να τους χαλάσουμε το παιχνίδι. Σηκώθηκα και στάθηκα ανάμεσά τους κάνοντας πως θέλω να βουτήξω αλλά το σκέφτομαι. Δεν το σκεφτόμουν καθόλου. Δεν είχα σκοπό να βουτήξω στο μπατάκι. Σαν να μην τους έβλεπα, πήγαινα ένα βήμα μπροστά, ένα πίσω. Αυτοί το σκέφτονταν. Δεν τόλμησαν να μιλήσουν, παρά το ότι ήταν ολοφάνερο πως δυσανασχετούσαν. Τελικά τους υποδείξαμε χώρο στον οποίο δεν καθόταν κανείς, αφού έπεφταν τα νερά από τις ντουζιέρες. Και αυτοί θα μπορούσαν να κάνουν τα ακροβατικά τους και δε θα ενοχλούσαν τον κόσμο. Άργησαν να ξεκουμπιστούν. Πήραν μαζί τους και τις ευχές μας να μην τους ξανασηκωθεί και πήγαν στο καλό. Μέχρι να έρθουν οι επόμενοι. Για την ακρίβεια, πέντε ζευγάρια έπαιξαν ρακέτες πάνω από τα κεφάλια μας.
Το χειρότερο ήρθε μετά. Τα αδέσποτα σκατόπαιδα. Μια παρέα καγκουραίων που κουβαλούσαν κι ένα κακομαθημένο αγοράκι με πολλά κουβαδάκια ήρθαν και κάθισαν πάνω από τα κεφάλια μας. Άμμος μπήκε στους καφέδες μας, στα στόματά μας, στις πλάτες μας, στα πόδια μας και δε θέλεις να σου πω πού αλλού. Δεν υπήρχε κάποιος να τα μαζέψει κι έτσι προσπαθούσαμε αδίκως να τα παρακαλέσουμε να πάνε παραπέρα για να μη μας ρίχνουν άμμο.
«Εκεί έχει καλύτερη άμμο» είπα με ολοφάνερο ενθουσιασμό, μπας και τα πείσω να απομακρυνθούν. Τίποτα δεν κατάλαβαν. Το παιδάκι της αποπάνω παρέας ήρθε δίπλα μου. Έχοντας γυρισμένη την πλάτη, άργησα να καταλάβω ότι έθαψε τη μισή μου πετσέτα στην άμμο. Το κατάλαβα όταν έθαψε και το ένα μου μπούτι. Η μάνα του παρακολουθούσε το θέαμα ξύνοντας τη μουνάρα της με βαριεστημάρα. Της ευχήθηκα να παραμείνει στεγνή και κενή. Δεν έκανα μανούρα.
Διψασμένη για εκδίκηση, περίμενα να μαζευτούν όλα τα σκασμένα σε ένα μέρος χωρίς άλλο κόσμο γύρω τους. Πήρα την πετσέτα – αμμοδόχο και την τίναξα σχεδόν πάνω τους. Απέδωσα δικαιοσύνη.
Κάποια στιγμή, η παραλία άδειασε. Εντελώς ξαφνικά. Μόλις έπεσε ο ήλιος. Οι κάγκουρες δεν έχουν μάθει για της βλαβερές επιπτώσεις από την έκθεση στο μεσημαριανό ήλιο. Και θεωρούν περιττή την ύπαρξη του απογευματινού ήλιου και τα μαζεύουν και φεύγουν. Τα μαζέψαμε να πάμε παραπέρα. Εκεί που και άπλα είχε και ξαπλώστρες είχε και ρακέτες δεν είχε. Τι  καλά. Πάω να πάρω τα σανδάλια μου που, για λόγους ασφαλείας και για προστασία από τυχόν βανδαλισμούς, τα είχα να ακουμπάνε στην πετσέτα μου και τα βρίσκω στραπατσαρισμένα και γεμάτα υγρή άμμο. Όσο είχα γυρισμένη πλάτη για να αποφύγω το πιτσίλισμα από το μπαλάκι, οι ρακετίστες πήραν θάρρος και όρμησαν πάνω μου. Τους ευχήθηκα να μη δούνε μουνί ξανά ζωντανό μπροστά τους κι έφυγα κλαίγοντας.
«Όλη η καγκουριά εδώ μαζεύτηκε; Πού τους είχαν κρυμμένους όλους αυτούς και τους ξαμόλησαν;» ρωτούσα, χωρίς να είμαι σίγουρη ότι υπάρχει απάντηση.
Υπήρχε. Η Αμελί μου θύμισε ότι Αθήνα δεν είναι μόνο τα Εξάρχεια.
Απαιτώ από τους άχρηστους πολιτικούς αυτού του τόπου, να μας φέρουν θάλασσα. Και να αποκτήσει κάθε περιοχή τη δική της παραλία. Πχ παραλία Εξαρχείων και παραλία Μπουρναζίου. Και να επιβάλλεται στους κατοίκους να παραμένουν στα χωρικά τους ύδατα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: