Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Από τον καθρέφτη στην κάλπη


Ν΄αγαπάς την ευθύνη. Να λες, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη Γη. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω.
Νίκος Καζαντζάκης

Τις φοβάμαι αυτές τις εκλογές. Τη φοβάμαι αυτή τη ράτσα του περήφανου Έλληνα. Που φωνάζει, γκρινιάζει, αρπάζεται, τσακώνεται, επιτίθεται σε όλους και για όλα. Αυτόν που θα έρθει να χέσει κάτω από αυτά που γράφω, χωρίς να έχει διαβάσει ούτε τα μισά, όχι για τον αντίλογο, ούτε γιατί έχει άποψη. Απλώς για το ξυπνηλίκι. Αυτόν που όλα του φταίνε. Στους άλλους πάντα. Αυτόν που δεν έχει δει ποτέ τα μούτρα του στον καθρέφτη, γιατί ξέρει πως το τέρας που θα αντικρίσει, θα τον ρίξει σε κατάθλιψη. Και από την κατάθλιψη προτιμάει τον τσαμπουκά και το νταηλίκι.
Τον Έλληνα τον παρακολουθώ από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο γύρω μου. Αλλά εδώ και δύο χρόνια, από τότε που είδε να καταστρέφεται το φανταχτερό αλλά κούφιο και σαθρό σκηνικό που είχε στήσει για να φωτίσει τη θολή, χλωμή και άχρωμη ζωή του, δεν ξέρει πού να ξεσπάσει.
Ψάχνει να βρει τους φταίχτες για την ξεφτίλα του.
Φταίνε οι πολιτικοί. Που είναι κλέφτες. Όλοι ανεξαιρέτως και χωρίς να ξέρει ποιος έκλεψε τι. Αλλά τους ψήφισε.
Φταίνε όσοι μπήκαν στο δημόσιο με τον κλασικό ελληνικό τρόπο του κωλογλειψίματος. Είναι κι ότι δεν πρόλαβε να του κάτσει κώλος για γλείψιμο.
Φταίνε όσοι πήρανε επιδοτήσεις για άχρηστες καλλιέργειες και μείναμε χωρίς παραγωγή. Φταίνε αυτοί που πήραν επιδοτήσεις για επιχειρήσεις μαϊμούδες, όσοι πήραν επιδόματα για παθήσεις μαϊμούδες, όσοι τέλος πάντων τα πήραν από κάπου επειδή είχαν έναν δικό τους να τους τα δώσει. Κι αυτός; Πού ήταν αυτός όταν έβρεχε λεφτά για επενδύσεις; Γιατί κρατούσε ομπρέλα;
Φταίνε όλοι οι άλλοι που είχαν κάποιο όφελος από την αυθεντική, τη γνήσια ελληνική ρεμούλα, την ώρα που αυτός έπινε το φρέντο του στο Κολωνάκι χαλβαδιάζοντας την γκομενίτσα με το πλατινέ μαλλί, η οποία όμως χαλβάδιαζε το γκόλντεν μπόι του διπλανού τραπεζιού. Ούτε μια αστραφτερή γκόμενα δεν ήταν ικανός να σταυρώσει ο κλασικός Έλληνας. Που για να πηδήξει γκόμενα του γούστου του, σαν αυτές που δείχνει η τηλεόραση, έπρεπε να αγοράσει εκείνο το κάμπριο που ήρθε και τον αποτελείωσε. Και τώρα το πουλάει, για να έχει να φάει, και κανείς δεν έχει να το αγοράσει.
Πάνω απ’ όλα του φταίνε οι ξένοι που ήρθαν και του πήραν τη δουλειά στο γιαπί και στο χωράφι. Ναι. Το όνειρο της ζωής του ήταν να συνεχίσει να καλλιεργεί το χωράφι του παππού του κι ήρθε ο Αλβανός και του το πήρε μέσα από τα χέρια. Ο Πακιστανός του άρπαξε το μπακάλικο του μπαμπά μέσα απ’ τα χέρια. Ο άτιμος ο Σύρος του πήρε το μυστρί μέσα απ’ τα χέρια τον πέταξε κάτω από τη σκαλωσιά στην οικοδομή. Κι εκείνος ο κοπρίτης ο Γεωργιανός του ‘κλεψε όλα τα πρόβατα μαζί με τη στάνη. Απελπισμένος, αλλά πάντα περήφανος ο σύγχρονος Έλληνας, αναγκάστηκε να γίνει σύμβουλος. Γέμισε η Ελλάδα περήφανους συμβούλους που πουλούσαν αέρα κοπανιστό. Όλα αέρας σ’ αυτή τη χώρα. Κι όλα τα πήρε ο αέρας. Κι αυτός φταίει. Τι στο διάολο θέλει και φυσάει;
Όλα του φταίνε του περήφανου Έλληνα. Αλλά δεν το βάζει κάτω. Θα τους δείξει αυτός. Θα ψηφίσει με θυμό. Μαύρο ρε. Ή μαύρη ψήφο στους νεοναζί, με θυμό κι αυτή και με επιθυμία για εκδίκηση. Για όλα τα κακά που τον βρήκαν. Γιατί μόνο αυτοί είναι αρκετά θυμωμένοι, σαν αυτόν, για να τον σώσουν από τις συμφορές που έπεσαν στο κεφάλι του. Αν μη τι άλλο, τον κάνουν να νιώθει γενναίος και λεβέντης. Μόνο αυτοί είναι γνήσιοι και περήφανοι Έλληνες σαν αυτόν. Σαν τα μούτρα του. Αυτά που δεν τολμάει να κοιτάξει στον καθρέφτη μην και του ‘ρθει ξερατό.
Θα ήταν πάντως μία πολύ σωστή αντίδραση. Τα φάγαμε που τα φάγαμε τα μούτρα μας, ας τολμήσουμε επιτέλους να τα κοιτάξουμε και στον καθρέφτη. Αν μας έρθει να ξεράσουμε πάνω σ’ αυτό το σκουλήκι που βλέπουμε, είμαστε σε καλό δρόμο. Έστω, να θελήσουμε να φτύσουμε το σιχαμένο είδωλό μας. Για όσα κάναμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Μάλλον, πιο σωστά, για όσα κάναμε στους άλλους και στράφηκαν εναντίον μας. Να θυμώσουμε με τον εαυτό μας. Να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Να ντραπούμε. Να κατεβούμε απ’ το καλάμι μας. Να γίνουμε άνθρωποι.
Να κοιτάξουμε τι γίνεται γύρω μας και να σκεφτούμε σοβαρά. Το ότι δε δώσαμε ποτέ ευκαιρία σε άξιο σ’ αυτή τη χώρα, δεν πρέπει να μας κάνει υπερήφανους. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουμε εξοστρακισμούς, κώνεια, φυλακές, ίντριγκες, δολοφονίες, αλλά πάντα με μια εσάνς ελληνικής λεβεντιάς και άκρατης υπερηφάνειας.
Στάθηκα κι εγώ μπροστά στον καθρέφτη κι έκανα την αυτοκριτική μου. Δε δηλώνω αναμάρτητη. Με οικογενειακή παράδοση στο ΠΑΣΟΚ, γεννήθηκα στην αμαρτία. Από την οποία, ευτυχώς, απαλλάχτηκα νωρίς. Βέβαια, τους ενίσχυσα με την επιλογή μου να μη δίνω σε κανέναν την πολιτική μου δύναμη, απέχοντας από τις εκλογές, παρά το ότι είχα πολιτική θέση. Αυτοί οι τύποι που μας κυβερνούν, είναι όντως κλέφτες, περήφανε Έλληνά μου. Κλέβουν ακόμα και στο μέτρημα των ψήφων. Ακόμα κι αν η μισή Ελλάδα δεν πάει να ψηφίσει, αυτοί κάνουν πως δε βλέπουν το φτύσιμο και γίνονται εξουσία.
Όμως, περήφανε Έλληνά μου, εσύ που δεν πας να ψηφίσεις επειδή θύμωσες ή απλώς επειδή εσύ ο τίμιος έκρινες ότι δε θέλεις να έχεις σχέσεις με ψεύτες και κλέφτες, εσύ που θα μπορούσες να τα ανατρέψεις όλα, μπορείς εύκολα να τους ξαναχαρίσεις την εξουσία. Προφανώς νομίζεις ότι έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο. Δεν τολμάς να σκεφτείς ότι υπάρχουν κι άλλες επιλογές. Είσαι τόσο γενναίος χέστης, που φοβάσαι την ανατροπή, τα καινούργια πρόσωπα, το καινούργιο σύστημα. Αυτούς ξέρεις, αυτούς εμπιστεύεσαι. Και τώρα που έπαψες να τους εμπιστεύεσαι, σκέφτεσαι να τους τιμωρήσεις. Είτε με αποχή είτε με ψήφο στους τιμωρούς ναζί.
Προσωπικά, μετά την αυτοκριτική μου και με δεδομένο ότι αγαπώ τις αλλαγές και τις ανατροπές, αυτή τη φορά θα ψηφίσω, ίσως για πρώτη φορά τόσο συνειδητά. Χωρίς θυμό, αλλά μετά από σκέψη. Δε θέλω να τιμωρήσω όσους με έφτασαν εδώ. Θέλω να απαλλαγώ απ’ αυτούς. Θέλω να μην τους ξαναδώ. Να δω καινούργιες φάτσες, καινούργια και ανοιχτά μυαλά, καινούργιες ιδέες, καινούργιες προσπάθειες για καινούργια ξεκινήματα. Ας είναι κι από το μηδέν.
Μάλλον έτσι πρέπει. Ξεκίνημα από το μηδέν. Να πάψουμε να συντηρούμε ένα πολιτικό σύστημα που δεν μπορεί να λειτουργήσει. Αν είναι να τιμωρήσουμε κάποιον, ας τιμωρήσουμε αυτό το σύστημα της ρεμούλας και της διαφθοράς σε ανυπαρξία. Κι αυτούς που το στήριζαν, σε απομόνωση. Ας κάνουμε πραγματικότητα την ιδανική επόμενη μέρα.
Ας στείλουμε στα σπίτια τους όσους μας έφεραν σ’ αυτό το χάλι.
Ας στείλουμε στα λαγούμια τους τους νεοναζί.
Ας στείλουμε στη Βουλή όσους σέβονται τον άνθρωπο και τα προβλήματά του, όσους οραματίζονται έναν καλύτερο κόσμο για όλους.
Ας στείλουμε μήνυμα στην Ευρώπη ότι αυτόν τον καλύτερο κόσμο μπορούν να τον διεκδικήσουν κι αυτοί. Και να τον έχουν. Και να τον μοιραστούμε.
Ας στείλουμε κάποιον να με ξυπνήσει γιατί ο πολύς οραματισμός έχει παρενέργειες. Άσε που δεν ταιριάζει στους σύγχρονους Έλληνες. Καλύτερος κόσμος και αηδίες, τη στιγμή που δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε τους εαυτούς μας.




Δεν υπάρχουν σχόλια: