Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Παραλίες των νοτίων ή των Εξαρχείων;



Και αφού έχεις ψηθεί, έχεις βράσει, έχεις λιώσει μέσα στο καμίνι με την απόλυτη άπνοια και τους 50 βαθμούς, αποφασίζεις να πας κάπου με αέρα. Επειδή έχεις περπατήσει και ξαναπερπατήσει τους παραδείσους του κέντρου (το πιστεύω ότι υπάρχουν) λες να κάνεις μια αλλαγή και να κατέβεις στα νότια, να σε φυσήξει θαλασσινός αέρας.
Είναι κι ότι το Σάββατο όλοι φεύγουν στα εξοχικά τους (ακόμη δεν τους τα έφαγε η κρίση) είναι κι ότι πλέον οι μισοί έχουν φύγει για διακοπές (να πάρουν κουράγιο και δύναμη για την επανάσταση) και είναι πιο χαλαρά τα πράγματα εκεί κάτω. Βέβαια, θα μου πεις, αυτοί που συχνάζουν στα νότια, έχουν χεσμένη και την επανάσταση και την κρίση. Κάτι έχουν ακούσει για πάρτι με κατσαρόλες μόνο, αλλά δεν έτυχε να δούνε από κοντά.
Και φτάνεις στο μέρος το εξωτικό με τα πολυτελή παραπήγματα κατά μήκος της παραλίας. Και καταλήγεις σε ένα απ’ αυτά. Παρκάρεις το αμάξι σου στα παρακείμενα τσαΐρια, για να αποφύγεις το νταβατζιλίκι του παρκαδόρου, με κίνδυνο, όταν επιστρέψεις, να έχει καμιά γρατζουνίτσα από απρόσεκτο οδηγό, κακόβουλο περαστικό και να σε πείσει να μην το αφήσεις ποτέ ξανά σε χώρο μη ελεγχόμενο.
Περπατάς προς την είσοδο, για να σε καλωσορίσει η γλάστρα της υποδοχής. Ναι ρε. Είσαι σε κυριλέ μαγαζί. Θα το διαπιστώσεις και στη συνέχεια. Δέκα γκαρσόνια τρέχουν πάνω κάτω, χωρίς να έχουν συγκεκριμένο σκοπό. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα παραλιακά μαγαζιά. Όσο πιο μεγάλο είναι το μαγαζί, τόσο πιο πολύ τρέχουν άσκοπα. Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο ότι θα βρίσκονται κοντά σου τη στιγμή που τα χρειάζεσαι. Ούτε καν για να παραγγείλεις. Έχει πολλή δουλειά το μαγαζί, λέμε.
Είπαμε. Βρίσκεσαι σε κυριλέ μαγαζί. Το διαπιστώνεις κι από το ψευτομοντέρνο περιβάλλον. Από τη βαρετή μουσική. Από τους θαμώνες. Σικ κυρίες, ξανθές κι ηλιοκαμένες από το πολύ σολάριουμ με λαμπερό μπεζ κραγιόν σε καφέ περίγραμμα, συνοδευόμενες από ηλικιωμένους νεανίζοντες κυρίους, επίσης ηλιοκαμένους από την πολλή ιστιοπλοΐα. Παρέες με μπάκουρους, με πόλο με σηκωμένο γιακά και παρέες με γκομενίτσες με πλατινέ μαλλί, μίνι και δωδεκάποντο. Γονείς που ξαμολάνε τα παιδιά τους στα τραπέζια των άλλων, αρκεί να φύγουν απ’ τα δικά τους. Παρέες από το ΚΑΠΗ στη Σαββατιάτικη μάζωξη. Παρέες βλαχοκυριλέδων, νοικοκυραίων και καγκουραίων που βάλανε τα καλά τους και βγήκαν για χαϊλίκια. Κι από το διπλανό μαγαζί - αίθουσα εκδηλώσεων, ν' ακούς "σήμερα γάμος γίνεται".
Παρ' όλα αυτά, έχεις διαπιστώσει ότι βρίσκεσαι στο πιο αξιοπρεπές μαγαζί της περιοχής. Κι ευτυχώς, ο Θεός σ’ αγαπάει και, την ώρα που μπαίνεις, αδειάζει το ακριανό τραπέζι κι έτσι έχεις μικρή επαφή μ’ όλα αυτά. Γυρνάς την πλάτη και καταφέρνεις να απολαύσεις με την ελάχιστη ενόχληση το θαλασσινό αεράκι, τον παφλασμό των κυμάτων, τη θέα στη φωτισμένη παραλία και ό,τι άλλο σου δίνεται όσο βρίσκεσαι εκεί.
Ασφαλώς, όλα αυτά, κανονικά, σου ανήκουν. Αλλά, είπαμε, βρίσκεσαι σε κυριλέ μαγαζί και θα τα πληρώσεις ακριβά. Μισή μερίδα ποτό, το πληρώνεις σε διπλάσια τιμή, σε σχέση με τα μαγαζιά που ήξερες στο κέντρο. Έτσι. Για να μην ξεχάσεις πού βρίσκεσαι.
Γαμημένη παραλία. Είτε είναι μέρα, είτε είναι νύχτα, ένα σίχαμα είναι. Δηθενιά, νταβατζιλίκι και ψευτοκυριλίκι. Και άνθρωποι που θέλουν να ξεχωρίσουν, αλλά δε θα το καταφέρουν ποτέ. Γιατί όλοι γύρω τους, το ίδιο επιδιώκουν. Και δεν έχεις εναλλακτικές όταν βρίσκεσαι εκεί. Θα τη λουστείς τη σκατίλα. Δεν παίζει να βρεις κάτι διαφορετικό στην παραλία. Πιο λιτό. Πιο ανθρώπινο. 
Την επόμενη φορά, λες να πάρεις μπίρες από το περίπτερο και να ψάξεις να βρεις μέρος ξέφραγο να αράξεις. Σιγά μην τα καταφέρεις. Έχουν βάλει πόδι (και χέρι) παντού. Εξάλλου, είπαμε, υπάρχουν παράδεισοι στο κέντρο και προσφέρονται δωρεάν. Και χωρίς να είναι στημένοι. Και χωρίς να τους ελέγχει κάποιος. 
Στο νησί των Εξαρχείων θα καταλήξεις. Γιατί σαν την παραλία της Βαλτετσίου, δε θα βρεις πουθενά.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Το ημερολόγιο μιας άνεργης: Το πρόγραμμα του Σαββάτου


Ναι, έχω πρόγραμμα, η αργόσχολη. Και το σπίτι μου είναι καθαρό και νοικοκυρεμένο (σε σχέση με πριν, μην τρελαθούμε κιόλας, δε μου προκάλεσε και τόσο μεγάλη βλάβη η ανεργία) και γράφω με την ησυχία μου και χρόνο να δω φίλους έχω και τις βόλτες μου κάνω και τους ύπνους μου ρίχνω. Αλλά εδώ μιλάμε για πρόγραμμα Σαββάτου.
Θα σηκωθώ νωρίς (κατά τις 11 είναι το νωρίς της άνεργης) θα πάω στη λαϊκή της Καλλιδρομίου,  να γεμίσω φρεσκαδούρα το ψυγείο μου, θα βγω για ψώνια, να εκμεταλλευτώ την περίοδο των εκπτώσεων, θα ξεκουραστώ, θα γίνω κι εγώ φρεσκαδούρα και το βράδυ θα βγω. Όταν δούλευα κι έβγαινα Σάββατο βράδυ, το μόνο βράδυ που μπορούσα να ξενυχτήσω, επειδή δε θα είχα πρωινό ξύπνημα, κουτουλούσα. Είχα μαζεμένη όλη την κούραση της εβδομάδας. Κι οι μαύροι κύκλοι μου έφταναν στο πάτωμα.
Για πρώτη φορά, από τότε που βγήκα στην παραγωγή, έχω ελεύθερο Σάββατο. Ακόμα και στη δική μου τη δουλειά, περνούσα τα Σάββατα από το γραφείο για τις όποιες εκκρεμότητες. Έπρεπε να μείνω άνεργη για να ζήσω Σάββατο εκτός δουλειάς. 
Πάντα δούλευα έξι μέρες τη βδομάδα. Και πάντα ήμουν δηλωμένη για πέντε. Αλλά δε γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να εξυπηρετήσω την κατάσταση. Να μείνει το ραδιόφωνο χωρίς παρουσία; Δεν έπρεπε. Να μείνει ολόκληρος νομός (ναι, μόνη μου τον δούλευα) χωρίς δημοσιογραφική κάλυψη; Δεν ήταν σωστό. Να μείνει κλειστό το μαγαζί Σαββατιάτικα; Πού ακούστηκε; Προσέφερα λοιπόν τα Σάββατά μου στο αφεντικό κι έλεγα κι ευχαριστώ ω εταιρεία. Εννοείται ότι στην αμοιβή μου δεν υπήρχαν ποτέ τα Σάββατα.
Στο μεταξύ, έμαθα ότι από τότε που απολύθηκα, το μαγαζί λειτουργεί με ωράριο γραφείου. 10 με 6 και τα Σάββατα κλειστά. Ε, ναι. Δεν είναι όλοι διατεθειμένοι να στήσουν κώλο για να διευκολύνουν καταστάσεις. Καμία υπάλληλος δε θα έκλεινε το μεσημέρι για να πάει τρέχοντας (υποτίθεται να κάνει διάλειμμα και να ξεκουραστεί) και να γυρίσει με την ψυχή στο στόμα μέσα σε τρεις ώρες, για να κρατήσει το μαγαζί ανοιχτό μέχρι το βράδυ. Καμία υπάλληλος δε θα κάτσει να γαμήσει όλη της τη μέρα, για κανένα μαγαζί. Μόνο εσύ τα έκανες αυτά, ηλίθια ψηλή. Και καμία υπάλληλος δε θα χαρίσει το Σάββατό της σε κανένα αφεντικό, ηλίθια ψηλή, που φαντάστηκες ότι θα εκτιμήσουν το χαμαλίκι. Αυτά για να μάθεις ότι οι άνθρωποι δουλεύουν πενθήμερο και οχτάωρο. Ζώο.
Παριστάνεις τη ζόρικη, αλλά είσαι κότα. Κάτσε και σκέψου, πόσες φορές έστησες κώλο για να μη χάσεις τη δουλειά σου. Κι επειδή δεν υπήρχε άλλος, έπρεπε εσύ να σηκωθείς δυο ώρες νωρίτερα για να τρέχεις να μαζεύεις εισπράξεις από υπηρεσίες, χωρίς να τα μετράς ως υπερωρίες. Που δεν είχες καμιά δουλειά να το κάνεις. Για πωλήτρια πληρωνόσουν. Αλλά αυτή η εταιρεία σου έδινε να φας. Δεν μπορούσες να την αφήσεις ξεκρέμαστη. Όπως και τότε που σηκωνόσουν κι απ' το κρεβάτι σου για να μη χάσεις την είδηση. Θα πληρωνόσουν κάτι παραπάνω; Τ' αρχίδια μου θα 'παιρνες; Αλλά έπρεπε. Ήταν υποχρέωσή σου (κι ας έγραφε άλλα στο κωλόχαρτο του ΟΑΕΔ και της επιθεώρησης εργασίας). Έπρεπε, με κάποιον τρόπο, να πεις "σ' ευχαριστώ, ω εταιρεία". 
Άντε γαμήσου, ω εταιρεία.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Ανυποψίαστε τουρίστα, το ταξί σε περιμένει


Το λιμάνι, με ή χωρίς ταξιτζήδες, είναι φρίκη. Απεργούν τα ταξί, ταλαιπωρούνται οι τουρίστες. Δουλεύουν τα ταξί, εμπαίζονται οι τουρίστες.
Πριν από τρία χρόνια, επέστρεφα από Σαντορίνη με πολλά μποφόρ, πάνω σε πλοίο που δεν έπρεπε να ξαμολιέται στη θάλασσα, φορτωμένο τόσο που το κατάστρωμα ξεχείλιζε (άλλο θέμα αυτό, αλλά δεν άντεχα να μην το αναφέρω) και έφτασα στον Πειραιά με τρεις ώρες καθυστέρηση, νύχτα και να έχει κλείσει ο ηλεκτρικός... travelvoice.gr

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Το ημερολόγιο μιας άνεργης: Με το ζόρι πωλήτρια

Αποφάσισα, μέχρι να βρεθεί -λέμε τώρα- η δημοσιογραφοδουλειά, να δοκιμάσω την τύχη μου κι αλλού. Τι κατάλαβα; Έφαγα δυο ώρες από τη μέρα μου, κερδίζοντας τεράστια ταλαιπωρία μέσα στον καυτό ήλιο του απομεσήμερου (καυτός ήλιος του απομεσήμερου... άμα πω κι άλλα τέτοια, πάω για μπεστ σέλερ και ποιος χέζει το μεροκάματο) και πληγές στα πόδια, γιατί πήγα περπατώντας και με άβολα παπούτσια.
Γαμώ το άγχος μου, δηλαδή. Κάτσε και μια βδομάδα άνεργη. Ξεκουράσου. Γράψε. Τόσα έχεις να κάνεις. Αλλά από τη μια δε βλέπω την ώρα να βγω ξανά στην παραγωγή κι από την άλλη δε θέλω να βάλω το ταλαίπωρο κράτος σε έξοδα. Δε γίνεται να ζούμε όλοι με το επίδομα του ΟΑΕΔ. Πρέπει να στηρίξουμε την ελληνική οικονομία, οι ευσυνείδητοι πολίτες.
Κατέγραψα, που λες, διάφορες αγγελίες και άρχισα να τηλέφωνα. Έτσι τηλεφώνησα εταιρεία που ζητούσε υπαλλήλους γραφείου. Μια χαρά μπορώ να την κάνω αυτήν τη δουλειά. Ωστόσο, η αγγελία μου φάνηκε λίγο ύποπτη, της υποψιασμένης. "Πρόκειται για πωλήσεις;" ρώτησα αμέσως μετά την εκδήλωση του ενδιαφέροντός μου για την αγγελία. Η απάντηση ήταν κατηγορηματική: "Όχι, πρόκειται για εξυπηρέτηση πελατών". Κανονίσαμε το ραντεβού και επανέλαβα: "Ελπίζω να μην είναι πωλήσεις, γιατί δεν το 'χω".
Και όντως, δεν το 'χω. Στο μαγαζί που δούλευα, τον τελευταίο χρόνο, ανέβασα τον τζίρο μόνο κατά 40%, τη στιγμή που όλοι οι τζίροι έχουν πτώση 60%. Αυτή μου η ανικανότητα (και το γεγονός ότι γράφω, άρα όταν κλείνω το μαγαζί δε βγαίνω στη γύρα για κονσομασιόν, ώστε να έχω πελάτες την επόμενη μέρα) συνέβαλε στο να θεωρηθώ ακατάλληλη για τη θέση και να πάρω τον πούλο. Από την άλλη, έχω δοκιμάσει την τύχη μου και ως πλασιέ, στα μεγάλα ζόρια, με αποτέλεσμα να κάνω τα ζόρια μου μεγαλύτερα. Δεν μπορώ να πιέσω τον άλλον να αγοράσει. Πιστεύω στην ελεύθερη βούληση.
"Όχι, μην ανησυχείτε, αν ήταν πωλήσεις θα το είχαμε αναφέρει" με καθησύχασε η άλλη άκρη της γραμμής (άλλη άκρη της γραμμής... το 'χω στο τσεπάκι το μπεστ σέλερ).
Στην είσοδο του κτιρίου έγραφε ποια εταιρεία βρίσκεται σε κάθε όροφο. Δε μου φάνηκαν και πολύ σόι. Ειδικά όταν από τον τρίτο, όπου είχα κλείσει ραντεβού, με έστειλαν στον πέμπτο κι όταν μετά, όλα τα προβατάκια που βρισκόμασταν εκεί για την ίδια δουλειά, μας κατέβασαν στον τέταρτο. Όλο το κτίριο δικό τους, με όλες του τις εταιρείες. Στον τέταρτο υπήρχαν γραφεία με τηλέφωνα. Στους τοίχους χαρτάκια που έγραφαν το στόχο και το μπόνους για τόσα κομμάτια και άνω. Ήρθε μια κυρία και μας έλεγε παπαριές για ενημέρωση πελατών, για πελάτες που μας ψάχνουν και θέλουν να ενημερωθούν, αλλά, εντάξει, παίρνουμε κι εμείς καμιά φορά. Τη διόρθωσα, αναφέροντας ότι πρόκειται για πώληση και όχι για ενημέρωση κι έτσι αναγκάστηκε να μιλήσει λίγο πιο ξεκάθαρα. Και πάλι όμως, δεν τα είπε σωστά. Έπρεπε να πει ότι ξυπνάμε τον πελάτη, τον διακόπτουμε από ό,τι κάνει, του γαμάμε το κέρατο και τον πιέζουμε μέχρι να μας βρίσει και να μας κλείσει το τηλέφωνο στα μούτρα, εκτός κι αν συμβεί το ακατόρθωτο. Δηλαδή, αν τον πιάσουμε μαλάκα και του πουλήσουμε τη μαγική συσκευή.
Και βέβαια, η αμοιβή δεν ήταν αυτή που αναγραφόταν στην αγγελία. Την είχαν υπολογίσει μαζί με τα μπόνους. Και, ασφαλώς, ο εκπαιδευόμενος δεν πληρώνεται. Και μάλλον έτσι τη βγάζουν σ' αυτήν την εταιρεία. Όλοι πάνε την πρώτη μέρα ως εκπαιδευόμενοι και άμα κάτσει η πώληση, έκατσε. Ο εκπαιδευόμενος, αν καταλάβει ότι η πώληση έκατσε κατά λάθος, δε θα ξαναπατήσει. Άμα ξαναπατήσει, δε θα προλάβει να πάρει ολόκληρο μηνιάτικο.
Έπρεπε να τους γαμοσταυρίσω. Δύο φορές τους είπα ότι δεν ενδιαφέρομαι για πωλήσεις και με κουβάλησαν για να με κάνουν τηλεπωλήτρια. Εντελώς σαδιστικός ο τρόπος τους. Αλλά, άμα έχεις μεγαλώσει με γαλλικά και πιάνο, γίνεσαι ευγενής. Κάποια την έκανε, δηλώνοντας πως δε σκοπεύει να δουλέψει ούτε μέρα χωρίς αμοιβή. Δικαιολογίες. Ήξερε τι εστί πώληση και δεν είχε σκοπό να ασχοληθεί. Εγώ τους είπα ότι έχω κάτι εκκρεμότητες που πρέπει να τακτοποιήσω. Πού ξέρεις. Μπορεί σε λίγους μήνες να μην έχω να φάω. Τότε, ίσως αναγκαστώ να πουλήσω και τις κωλοσυσκευές τους και την ψυχή μου στο διάολο ακόμη.

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Το ημερολόγιο μιας άνεργης: Ζητούνται γαμάτοι δημοσιογράφοι για πρακτική άσκηση


Μετά την απόλυσή μου από το μαγαζί (ω ναι, απολύθηκα, μάλλον επειδή ανέβασα τον τζίρο μόνο 40%, τη στιγμή που όλοι έχουν πτώση 60%) αποφάσισα να μην ξαναγράψω στο ημερολόγιο μιας πωλήτριας. Και επειδή, παρά την μπουνιουελομανία μου, ούτε στο ημερολόγιο μιας καμαριέρας θα μπορούσα να γράφω, είπα να γυρίσω σ' αυτό που ξέρω να κάνω και σ' αυτό που μ' αρέσει. Στο δημοσιογραφιλίκι.
Ξέρω, είναι δύσκολες εποχές για συντάκτες, αλλά θέλω από κει να πάρω σύνταξη. Γι' αυτό ρίχνω και καμιά ματιά σε άλλες τέχνες που θα μπορούσαν να καλύψουν τις οικονομικές μου ανάγκες, μέχρι να καλύψω τις επαγγελματικές μου. Ξέρω ότι οι μόνες αγγελίες που υπάρχουν είναι για ασκούμενους. Ακόμα κι αυτές που δεν το αναφέρουν, σ' αυτούς αναφέρονται.
Πριν από τρία χρόνια, δεν ήξερα. Και πήγα να δω μια τέτοια αγγελία μ' ένα βιογραφικό να, με το συμπάθιο, δείγμα άρθρου, δείγμα συνέντευξης, συν δυναμική μου παρουσία. Ο κύριος διευθυντής του εντύπου τα διάβασε όλα με προσοχή. Με την ίδια προσοχή που με κοίταξε. "Είστε έμπειρη δημοσιογράφος με άποψη" απεφάνθη. Δεν το έκρυψα. "Δε μας κάνετε. Θέλουμε νέα παιδιά, με όρεξη για τρέξιμο". "Μα και βέβαια έχω όρεξη για τρέξιμο. Μόνη μου το κρατούσα το παράρτημα του καναλιού στο νομό μου. Μηχανή. Και, εντάξει, δε με πήραν και τα χρόνια". Δεν ήταν αυτό. Ήθελε νέα παιδιά που να τρέχουν χωρίς να πληρώνονται. Δεν το έγραφε όμως στην αγγελία. Κατέληξα πωλήτρια.
Η καινούργια αγγελία που είδα σήμερα, ήταν πιο ξεκάθαρη. Και μπορώ να μιλήσω ακόμα και για εντιμότητα. "Από δημοσιογραφικό οργανισμό ζητούνται άτομα με πολύ καλό γραπτό λόγο..." εδώ σκέφτηκα ότι εμένα ψάχνουν, για να αλλάξω γνώμη μόλις διάβασα τη συνέχεια. "...για πρακτική εκμάθηση δημοσιογραφίας..." εντάξει, θα έχω εγώ τον πολύ καλό γραπτό λόγο και θα τους τον χαρίσω για να μου κάνουν απ' αυτό το πρακτική εκμάθηση. "...δυνατότητα μελλοντικής συνεργασίας επ' αμοιβή". Δυνατότητα, να επαναλάβω. Όχι ότι όταν τελειώσει αυτό το "πρακτική εκμάθηση" θα σε τζάσουν για να δώσουν την ευκαιρία και σε άλλα άτομα να κάνουν "πρακτική εκμάθηση δημοσιογραφίας".
Απογοητευμένη, αν όχι εκνευρισμένη, προχωράω παρακάτω. Τώρα έχουμε μεγάλη εφημερίδα από την οποία ζητούνται "δόκιμοι υποψήφιοι δημοσιογράφοι, με άριστο γραπτό λόγο και πολύ καλή γνώση σε θέματα διεθνή ή κοσμικά ή άμυνας - διπλωματίας ή media". Και πάλι, η δυνατότητα μόνιμης συνεργασίας είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο.
Γιατί, ρε μαλάκα εκδότη, να έχω εγώ όλες αυτές τις πολύ καλές γνώσεις και να σου τις χαρίσω; Άμα θέλεις ασκούμενο, θα τον πάρεις όπως είναι. Άσχετο. Θα τον ξεζουμίζεις, συγνώμη, θα τον απασχολείς αμισθί ήθελα να πω, για να μαθαίνει.  Άμα θέλεις γνώσεις, θα πληρώσεις. Δε γίνεται αλλιώς. Δε γίνεται και την πούτσα στο μουνί και την ψυχή στον παράδεισο. Στο διάολο, αρχίδι. Κι εσύ και το μαγαζάκι σου, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση νέων παιδιών που θέλουν να γίνουν δημοσιογράφοι και δεν τους αφήνεις. Ούτε εσύ ούτε το σινάφι σου. Γιατί σαν δημοσιογράφοι δε θα δουλέψουν ποτέ. Μόνο ως ασκούμενοι δουλεύουν σ' αυτή τη χώρα.
Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, ασκούμενη δημοσιογράφος δεν υπήρξα ποτέ. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της άσκησής μου (δεν κράτησε ούτε μία εβδομάδα) πληρωνόμουν. Βέβαια, πληρωνόμουν ως υπάλληλος γραφείου και μου φαινόταν αδικία να παίρνω τα ίδια λεφτά με τη γραμματέα που δούλευε 8ωρο, χαλαρά στο γραφειάκι της, ενώ εγώ έτρεχα αγχωμένη, έβγαζα θέματα, έγραφα, ξανά για θέμα και κάποια στιγμή, το βράδυ, με έβλεπε και το σπίτι μου.
Δε θα το βάλω κάτω. Όσο έχω λεφτά, τουλάχιστον. Όλο και κάποιος θα θέλει όντως καλό γραπτό λόγο και θα πληρώνει γι' αυτό. Δεν μπορεί να υπάρχει τόση καφρίλα σ' αυτήν τη χώρα. (Μπορεί, αλλά κάνω πως δεν το ξέρω).

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Σκέφτομαι και γράφω: Κυριακή στην παραλία



Όσοι με μπερδεύουν με την Αμελί, καλά κάνουν. Αν και δεν είμαστε ίδιες, πάμε σετάκι. Έτσι σετάκι, πήγαμε και για μπάνιο. Κυριακάτικο.
Λύσσα κακιά τους πιάνει όλους την Κυριακή. Σαν τη Σαββατιάτικη έξοδο. Συμβαίνει και σε μένα το ίδιο και καθόλου δε μ’ αρέσει και μακάρι να μπορούσα να κάνω αλλιώς.
Ξεκινάω, που λες, από Εξάρχεια για Νέα Σμύρνη, για να φύγουμε από κει μαζί με το αυτοκίνητό της. Εγώ δεν ξέρω να πιάνω τιμόνι. Αλλάζω τρία μέσα. Μέχρι να φτάσω στο τραμ, τα πράγματα είναι ήρεμα. Εκεί ήταν που πλάκωσαν οι λουόμενοι. Δε θα σχολιάσω τις οικογένειες, μαζί με τους οικογενειακούς τους φίλους, τις ομπρέλες τους, τις καρέκλες τους, τα ταπεράκια τους και όλα τα αξεσουάρ που κουβαλούσαν. Όχι, αυτό το μπάχαλο δε με ενόχλησε καθόλου. Η μπόχα όμως, με αναστάτωσε. Και με ανακάτωσε. Εγώ, που έκανα μπάνιο πριν φύγω, ήμουν ο μαλάκας της παρέας. Ναι, γιατί στη θάλασσα πάμε, θα πλυθούμε ούτως ή άλλως. Αυτή την ευκαιρία περιμένουμε μια βδομάδα. Να πάμε στη θάλασσα να πλυθούμε.
«Πάμε κάπου που δε θα γίνεται χαμός» ήταν η παραγγελιά μου στη σοφεράντζα μου.
«Πας καλά; Όλη η Αττική βγήκε για μπάνιο. Δεν υπάρχει αυτό που θες».
Τουλάχιστον ήθελα να μην κάτσω εκεί που κάτσανε χίλιοι κώλοι, να μη βουτήξω σε θάλασσα που την κατούρησαν χίλιοι κι άφησαν το αντηλιακό τους να αφρίζει στην επιφάνειά της.
Πήγαμε αρκετά μακριά για να πέσουμε σ’ αυτό που σιχαινόμουν.
«Πάμε προς τα πέρα που δεν έχει πολύ κόσμο» πρότεινα, βλέποντας ότι, όχι μόνο ξαπλώστρα δε βρήκαμε, αλλά ούτε μέρος να ακουμπήσουμε.
«Πας καλά; Εκεί έχει νοικοκυραίους με παιδιά». Η Αμελί αντιμετώπιζε πιο ψύχραιμα την κατάσταση και μπορούσε να διακρίνει τι κόσμος κυκλοφορούσε στην περιοχή.
Πήγαμε και στριμωχτήκαμε σε ένα σημείο, όπου τα πόδια μας ακουμπούσαν στο κύμα και τα κεφάλια μας στα πόδια των από πάνω από μας. Αποφάσισα να μην ξαπλώσω, με τον ίδιο τρόπο που αποφάσισα να μη βουτήξω στη θολή θάλασσα. Το πώς πήρα τη μεγάλη απόφαση να ακουμπήσω στην άμμο που την πάτησαν χιλιάδες πόδια, τα μισά με μύκητες, δεν ξέρω. Επίσης αποφάσισα να μην ξινιστώ, να μην γκρινιάξω, να μη βρίσω νταλικέρικα. Μόνο λάιτ μπινελίκι επέτρεψα στον εαυτό μου. Βγήκα να ξεσκάσω, βρε αδερφέ, όχι να συγχυστώ.
Τα παιδάκια που έπαιζαν με τα κουβαδάκια τους μπροστά μας, φαίνονταν ήσυχα. Τι καλά να έμεναν εκεί μέχρι να φύγουμε. Έφυγαν αυτά, ήρθαν οι ρακέτες. Ποιος τους είπε ότι με τη ρακέτα στην παραλία χτίζεις κορμί αλαβάστρινο και κωλοχτυπιούνται με τόσο πάθος για το μπαλάκι; Ή μήπως εκφράζουν αυτήν τη λατρεία προς το μπαλάκι λόγω έλλειψης άλλων μπαλακίων;
Αυτά και άλλα ερωτήματα μας δημιουργήθηκαν σε κάθε χτύπημα του μπαλακίου στη ρακέτα. Και βρεγμένο καθώς ήταν, εκσφενδόνιζε νερά πάνω μας και νιώθαμε να μας λέει «παρ’ τα στα μούτρα άρρωστη», ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν αρκούνταν σ’ αυτό κι ορμούσε και το ίδιο πάνω μας. Δεν προλάβαμε να πούμε στους ρακετοφόρους ότι δεν τη βρίσκουμε μ’ αυτά τα μπαλάκια και βρέθηκε κι άλλο ένα στην παρέα. Δύο ζευγάρια ρακετοπαιχταράδων (ναι, ήταν παιχταράδες, έκαναν και κόλπα με πηδήματα στον αέρα, πιρουέτες και άλλες φαντασμαγορικές τσαχπινιές), δύο μπαλάκια να μας πιτσιλάνε κι εμείς αποκτήσαμε από ένα ζευγάρι μπαλάκια να με το συμπάθιο.
Η Αμελί άρχισε να πετάει πετραδάκια. Παρά το ότι τα γυαλιά μου απέκτησαν τόσες πιτσιλιές που πλέον έβλεπα με δυσκολία, είδα την πέτρα να πέφτει πάνω στον ένα ρακετίστα. Αγριεμένος, κοίταξε από πού του ήρθε.
«Συγνώμη» είπε η Αμελί, ενώ στο βλέμμα της και το βλοσυρό της χαμόγελο, φαινόταν να λέει «άντε γαμήσου».
«…θα έλεγες κι εσύ, αν έπεφτε το μπαλάκι σου πάνω μας» συμπλήρωσα εγώ.
Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να τους χαλάσουμε το παιχνίδι. Σηκώθηκα και στάθηκα ανάμεσά τους κάνοντας πως θέλω να βουτήξω αλλά το σκέφτομαι. Δεν το σκεφτόμουν καθόλου. Δεν είχα σκοπό να βουτήξω στο μπατάκι. Σαν να μην τους έβλεπα, πήγαινα ένα βήμα μπροστά, ένα πίσω. Αυτοί το σκέφτονταν. Δεν τόλμησαν να μιλήσουν, παρά το ότι ήταν ολοφάνερο πως δυσανασχετούσαν. Τελικά τους υποδείξαμε χώρο στον οποίο δεν καθόταν κανείς, αφού έπεφταν τα νερά από τις ντουζιέρες. Και αυτοί θα μπορούσαν να κάνουν τα ακροβατικά τους και δε θα ενοχλούσαν τον κόσμο. Άργησαν να ξεκουμπιστούν. Πήραν μαζί τους και τις ευχές μας να μην τους ξανασηκωθεί και πήγαν στο καλό. Μέχρι να έρθουν οι επόμενοι. Για την ακρίβεια, πέντε ζευγάρια έπαιξαν ρακέτες πάνω από τα κεφάλια μας.
Το χειρότερο ήρθε μετά. Τα αδέσποτα σκατόπαιδα. Μια παρέα καγκουραίων που κουβαλούσαν κι ένα κακομαθημένο αγοράκι με πολλά κουβαδάκια ήρθαν και κάθισαν πάνω από τα κεφάλια μας. Άμμος μπήκε στους καφέδες μας, στα στόματά μας, στις πλάτες μας, στα πόδια μας και δε θέλεις να σου πω πού αλλού. Δεν υπήρχε κάποιος να τα μαζέψει κι έτσι προσπαθούσαμε αδίκως να τα παρακαλέσουμε να πάνε παραπέρα για να μη μας ρίχνουν άμμο.
«Εκεί έχει καλύτερη άμμο» είπα με ολοφάνερο ενθουσιασμό, μπας και τα πείσω να απομακρυνθούν. Τίποτα δεν κατάλαβαν. Το παιδάκι της αποπάνω παρέας ήρθε δίπλα μου. Έχοντας γυρισμένη την πλάτη, άργησα να καταλάβω ότι έθαψε τη μισή μου πετσέτα στην άμμο. Το κατάλαβα όταν έθαψε και το ένα μου μπούτι. Η μάνα του παρακολουθούσε το θέαμα ξύνοντας τη μουνάρα της με βαριεστημάρα. Της ευχήθηκα να παραμείνει στεγνή και κενή. Δεν έκανα μανούρα.
Διψασμένη για εκδίκηση, περίμενα να μαζευτούν όλα τα σκασμένα σε ένα μέρος χωρίς άλλο κόσμο γύρω τους. Πήρα την πετσέτα – αμμοδόχο και την τίναξα σχεδόν πάνω τους. Απέδωσα δικαιοσύνη.
Κάποια στιγμή, η παραλία άδειασε. Εντελώς ξαφνικά. Μόλις έπεσε ο ήλιος. Οι κάγκουρες δεν έχουν μάθει για της βλαβερές επιπτώσεις από την έκθεση στο μεσημαριανό ήλιο. Και θεωρούν περιττή την ύπαρξη του απογευματινού ήλιου και τα μαζεύουν και φεύγουν. Τα μαζέψαμε να πάμε παραπέρα. Εκεί που και άπλα είχε και ξαπλώστρες είχε και ρακέτες δεν είχε. Τι  καλά. Πάω να πάρω τα σανδάλια μου που, για λόγους ασφαλείας και για προστασία από τυχόν βανδαλισμούς, τα είχα να ακουμπάνε στην πετσέτα μου και τα βρίσκω στραπατσαρισμένα και γεμάτα υγρή άμμο. Όσο είχα γυρισμένη πλάτη για να αποφύγω το πιτσίλισμα από το μπαλάκι, οι ρακετίστες πήραν θάρρος και όρμησαν πάνω μου. Τους ευχήθηκα να μη δούνε μουνί ξανά ζωντανό μπροστά τους κι έφυγα κλαίγοντας.
«Όλη η καγκουριά εδώ μαζεύτηκε; Πού τους είχαν κρυμμένους όλους αυτούς και τους ξαμόλησαν;» ρωτούσα, χωρίς να είμαι σίγουρη ότι υπάρχει απάντηση.
Υπήρχε. Η Αμελί μου θύμισε ότι Αθήνα δεν είναι μόνο τα Εξάρχεια.
Απαιτώ από τους άχρηστους πολιτικούς αυτού του τόπου, να μας φέρουν θάλασσα. Και να αποκτήσει κάθε περιοχή τη δική της παραλία. Πχ παραλία Εξαρχείων και παραλία Μπουρναζίου. Και να επιβάλλεται στους κατοίκους να παραμένουν στα χωρικά τους ύδατα.