Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Αϊντόλλα


Ανακοίνωση: Η Νάντια Κατσαρού γίνεται γυναίκα του δρόμου και τα χώνει συχνά πυκνά και από το καινούργιο μαγαζί. Πολυκατάστημα, για την ακρίβεια.
Για να φτάσουμε στα κείμενα της γυναίκας του δρόμου, κλικάρουμε εδώ:
Για να φτάσουμε στην έκτακτη συμμετοχή στη σχολή καλών τεκνών, κλικάρουμε εδώ:

Εξαρχειόσπιτο


Καιρό τώρα, από τότε που ο συγκάτοικος με εγκατέλειψε και έφυγε να πάει στην ξενιτιά, ψάχνω να βρω σπίτι στα μέτρα μου. Στα Εξάρχεια πάντα. Δε φεύγω από το χωριό. Κατά τη διάρκεια της αναζήτησης διαπίστωσα ότι τα σπίτια στα Εξάρχεια είναι εξ-άθλια. Οι δε ιδιοκτήτες τους, συχνά είναι εξ-άχρειοι.
Πριν από δύο εβδομάδες νόμιζα πως έκλεισα ένα διαμέρισμα στην καρδιά των γεγονότων. Ναυαρίνου και Τρικούπη. Εκεί που γίνονται οι μάχες ματατζήδων και παρκόβιων. Μου το δείχνει ο τύπος, του λέω ότι μου κάνει, μου λέει ότι θα καλέσει μαστόρια για να το μετατρέψει σε σπίτι, από γραφείο που ήταν και ότι θα μου τηλεφωνήσει για προκαταβολές, χαρτούρες και τα ρέστα. Η ξαδέρφη του, η οποία μένει από πάνω και ήταν η πρώτη που μου το έδειξε, είναι αυτή που θέλει να λειτουργήσει ο χώρος σαν κατοικία. Προφανώς ο ιδιοκτήτης θέλει να το κρατήσει ως γραφείο, αλλά δεν το ομολογεί πουθενά. Το ενοικιαστήριο δε βγήκε ποτέ, το τηλέφωνό μου ποτέ δε χτύπησε. "Άντε, πάρε την κοπέλα τηλέφωνο γιατί ψάχνει και αλλού" είπε χτες στον ξάδερφό της η αποπάνω. Κανείς δεν κατάλαβε τι απάντηση της έδωσε.
Είναι και το γεγονός ότι όλοι, μα όλοι οι νέοι δικηγόροι δεν προλαβαίνουν να ανοίγουν γραφεία στην περιοχή. Είναι και το γεγονός ότι σε περίοδο κρίσης το να ξεκινήσεις επιτήδευμα είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο και με εξασφαλισμένη επιτυχία. Αναρωτιέμαι: Οι ιδιοκτήτες ακινήτων στο κέντρο, δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι γίνεται; Αμέτρητα ενοικιαστήρια, τα περισσότερα για επαγγελματικό χώρο. Που σημαίνει βαράμε στα αυτιά και δένουμε με συμβόλαια για πολλά χρόνια τον ένοικο εκεί μέσα. Αλλά θα μου πεις και για κατοικία να τα δώσουν, πάλι δύσκολο. Όλοι αφήνουν τα σπίτια τους και πάνε να μείνουν με τους γονείς τους ή φεύγουν στα χωριά τους όπου τουλάχιστον, υπάρχει πάντα διαθέσιμο ένα αυγό και μια ντομάτα. Χώρια ότι οι Βαλκάνιοι μετανάστες επιστρέφουν στις πατρίδες τους, των οποίων η κατάντια δε φτάνει με τίποτα την κατάντια της Ελλάδας.
Χτες πήγα να δω ένα διαμέρισμα στα Εξάρχεια πάντα. Του είχα πει του παππού στο τηλέφωνο ότι μου πέφτει κομμάτι ακριβό, αλλά επέμενε να μου το δείξει. Φαντάστηκα ότι θα ήταν τόσο ωραίο που θα έλεγα χαλάλι τα 40 παραπάνω απ' αυτά που σκοπεύω να διαθέσω. Το διαμέρισμα ήταν ισόγειο (εδώ φταίω εγώ, η ασανσεροφοβία μου και η υψοφοβία μου) και με θέα στον ακάλυπτο (που δε με χαλάει, γιατί όλοι ξέρουμε ότι μπορούν να μου δώσουν καλό υλικό οι γείτονες). Με το που μπήκα και πάτησα τη σιχαμένη, μαδημένη, σκονισμένη, ξεθωριασμένη, κατσιασμένη μοκέτα, ήθελα να κάνω μεταβολή και να φύγω. Κρατήθηκα. Μοκέτα και στην κρεβατοκάμαρα, το στέκι του ακάρεως. Σαλόνι με πλαστικούρα στο πάτωμα. Σχετικά άνετο. Είχε και χώρο για πλυντήριο. Του βάζεις και το καρεδάκι το κοφτό το λευκαδίτικο και το βάζο με την πλαστική γλαδιόλα και το μετατρέπεις σε πρώτης τάξεως τραπεζάκι. Χωράει και λαμπατέρ με σταχτοδοχείο. Αρχοντιά. Για την ακρίβεια, μόνο εκεί είχε χώρο για πλυντήριο. Στην κουζίνα χωρούσε με το ζόρι ένα ψυγείο. Στο μπάνιο (ας το πούμε κι έτσι), κάθεσαι στη χέστρα και τα κάνεις όλα. Μη μείνεις όρθιος. Θα πέσεις. Ούτε ντουσιέρα. Μιλάμε για τρελές ανέσεις.
Εντάξει, έχω δει τις απόλυτες κουλαμάρες σε σπίτια. Στο άλλο, για να πας στην τουαλέτα, έπρεπε να περάσεις από όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Η ντουλάπα ήταν στο υποτιθέμενο σαλόνι και η υποτιθέμενη κρεβατοκάμαρα, στην οποία με το ζόρι μπορούσες να στριμώξεις ένα κρεβάτι, είχε παντού πόρτες.
"Πόσο μπορείτε να το κατεβάσετε;" ρωτάω τον παππού, ενώ μέσα μου είχα ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να μείνω εκεί χωρίς να με πληρώνει. "Ε, πόσο να κατεβάσω; 10 ευρώ". "Ευχαριστώ, γεια σας". (Έφυγα τρέχοντας). "Αντί για 300, πάρε τα 3 μου" ήθελα να του πω, αλλά άμα έχεις μεγαλώσει με γαλλικά και πιάνο, δε σου βγαίνουν αυτές οι κουβέντες εύκολα.
Αν ήμουν σίγουρη ότι θα μου τα ακουμπάει χωρίς καθυστερήσεις, διότι από κάτι τέτοια περιμένω το φτωχοκόριτσο, ίσως και να καθόμουν. Αλλά το ένιωσα, ήθελε να του δώσω εγώ 300. Και όχι για να το αγοράσω. Που και για να το αγοράσω, πάλι θα το σκεφτόμουν. Άς υποθέσουμε ότι μια τριακοσάρα είναι λογική τιμή για την αγορά ενός τέτοιους αχουριού. Από κει και πέρα όμως, θέλει επισκευές. Αλλαγή των παλαιολιθικών κουφωμάτων, φτιάξιμο από την αρχή κουζίνας και τουαλέτας, γκρεμίσματα, χτισίματα και, κυρίως, πέταμα μοκέτας. Και δεν πάω να αγοράσω ένα καινούργιο; Αναρωτιέμαι, αν το σπίτι ήταν καινούργιο, είχε θέα Ακρόπολη και καθαρό αέρα (αντί για δακρυγόνο κάθε Παρασκευή τουλάχιστον) πόσα θα ζητούσε;
Κατέληξα πάντως. Λίγο μακριά. Δεν ξέρω πώς θα αντέξω την ησυχία της Νεάπολης. Δεν νιώθω τη βρώμικη Εξαρχειώτικη ατμόσφαιρα, με τη φασαρία, με τις φωνές (μόνο παιδάκια φωνάζουν εκεί), με τα χημικά και ψιλοξενέρωσα με την καινούργια γειτονιά. Αλλά μόνο εκεί βρήκα λογικό ιδιοκτήτη. Εντάξει, το σπίτι πάλι ισόγειο με θέα στον ακάλυπτο (να βρίσκεσαι ανάμεσα σε Στρέφη και Λυκαβηττό και να βλέπεις τοίχο), αλλά αξιοπρεπές. Και η τιμή του προσαρμοσμένη στους δύσκολους καιρούς. Θα χαρεί και η μαμά μου όταν της πω ότι έχω απομακρυνθεί από την περιοχή για την οποία ακούει τόσα άσχημα στην τηλεόραση.
Ωστόσο η απορία μου παραμένει. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν καταλάβει τι συμβαίνει γύρω τους; Ότι τα σπίτια τους μένουν ξενοίκιαστα επί μήνες και πληρώνουν ρεύματα και κοινόχρηστα, τους κάθεται καλά; Άντε βρε αγάπες μου κατεβάστε λίγο τις τιμούλες μπας και μπει κάνας άνθρωπος μέσα και ξεχάστε τα παλιά σας μπερεκέτια. Διαφορετικά, θα σας μείνουν τα γκρεμούλια σας να τα καμαρώνετε. Και δε θέλετε να σας προτείνω χώρο για να τα βολέψετε. Ε;

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Το ημερολόγιο μιας πωλήτριας: Η επιστολή του καλύτερου πελάτη


Πριν τον δω ακόμη να μπαίνει στο μαγαζί, τον άκουσα να κατεβάζει καντήλια και να ξεφυσάει. Ο Μάνος Ελευθερίου, πέρα από το ποιος είναι και τι είναι, είναι ένας πολύ γλυκός άνθρωπος. Μπορώ να πω ότι είναι ο καλύτερος πελάτης μου. Όλοι του οι φίλοι/συγγενείς/συνεργάτες του φοράνε μεταξωτά πουκάμισα (δικά μου) που τους τα χάρισε. Ευγενικός και γενναιόδωρος. Και ανοιχτός και φιλικός. Μου λέει τον κωδικό της κάρτας του να τον περάσω μόνη μου στο μηχάνημα. Σήμερα τον είπε μπροστά σε πελάτισσα η οποία έμεινε σύξυλη. "Δε φοβάστε που δίνετε έτσι τον κωδικό σας μπροστά σε αγνώστους;" τον ρώτησε. "Ε και; Τόσα λεφτά έχω, ας μου τα πάρουν". Μεγαλείο.
Από την άλλη, του γυρνάει εύκολα το μάτι. Τον έχω πετύχει να φρικάρει με πελάτισσες που είχαν αραδιάσει όλη μου την πραμάτεια και δεν μπορούσαν να διαλέξουν. Ένιωθα τις λιγοστές του τρίχες να σηκώνονται όρθιες κάτω από την τραγιάσκα του. Και αγχώδης. Μπορεί να διαλέξει δέκα πράγματα μέσα σε δευτερόλεπτα. Μην κάθεται και χάνει χρόνο ψαχουλεύοντας. 
Σήμερα του γύρισε το μάτι για τα καλά. "Τι πάθατε και μου ταράζεστε;" τον ρώτησα μόλις τον είδα. "Βλασφημάω. Τον εαυτό μου" απάντησε ρίχνοντας ένα μπινελίκι ακόμη. Δεν κατάλαβα γιατί τα είχε με τον εαυτό του, πάντως το ότι για πρώτη φορά μέσα στα δύο χρόνια που έχω το μαγαζί, πήρε κάτι για τον εαυτό του (είπαμε, πάντα για τους άλλους) ελπίζω να τον έκανε να νιώσει καλύτερα.
Νευριασμένος απάντησε στο τηλέφωνο, νευριασμένος μου μίλησε μετά από λίγο για το περιστατικό που τον φούντωσε. Κάποιο σουηδικό σατιρικό συγκρότημα ζήτησε την άδεια να παραποιήσει τους στίχους ενός τραγουδιού. Έξαλλος έγινε όταν άκουσε τη μετάφραση των σουηδικών στίχων. Οι Έλληνες, μεταξύ άλλων, χαρακτηρίζονται φτωχομπινέδες, ενώ τους αποδίδεται και μια βρισιά που είναι ό,τι πιο χυδαίο υπάρχει στα σουηδικά. Και όχι, δεν κάνουν σάτιρα με το καθεστώς, αλλά με το λαό. "Ποιο τραγούδι;" τον ρώτησα. "Η επιστολή. Και είναι κι από τα τραγούδια του αγώνα. Δεν ξέρω τι θα κάνει ο Μίκης, εγώ πάντως δεν τους επιτρέπω να μας λένε φτωχομπινέδες. Ας βρίσουν εμένα, ας με πούνε και μαλάκα, θα το δεχτώ. Αλλά τον ελληνικό λαό να μην τον πιάνουν στο στόμα τους".
Έφυγε κατεβάζοντας καντήλια και ξεφυσώντας. Είμαι σίγουρη ότι κατά βάθος, δε θέλει να πιστέψει ότι οι Έλληνες δέχονται τη μοίρα τους ως κακόμοιροι φτωχομπινέδες που γελάνε μαζί τους οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι. Τα τραγούδια του αγώνα. Ο αγώνας. Μήπως να θυμηθούμε ποιοι είμαστε;
Μήπως να προτείναμε στους Σουηδούς να ρίξουν κάνα μπινελίκι στον χοντράνθρωπο που φαίνεται στο βίντεο να κάθεται στο τραπέζι και ακούει την επιστολή; Ε;

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Top knot κι απάνω τούρλα


Εντάξει. Κι εγώ έχω έναν εντυπωσιακό κότσο ψηλά στο κεφάλι σήμερα. Κι έχω κάνει τα πιο εκκεντρικά χτενίσματα. Κάνω κι αυτό το στριφτό με την τουφίτσα να κρέμεται. Έχω φορέσει και λουλούδια και φιόγκους. Και τι δεν έχω βάλει στο κεφάλι μου. Αλλά τον τελευταίο καιρό, παρατηρώ ότι έχω μείνει πίσω. Δεν έχω υιοθετήσει το στυλάκι Τάρας Μπούλμπα μετά από άγρια μάχη ή σούμο μετά από σκληρή πάλη. Πιστεύω ότι όλα αυτά τα κεφάλια που κυκλοφορούν σ' αυτήν την κατάσταση -και είναι πάααααρα πολλά- μόνο γέλιο προκαλούν, κυρίως στους άντρες. Και προτιμώ το γέλιο να μην το προκαλώ με αυτόν τον τρόπο.
Βγήκαν, που λες, στις πασαρέλες οι κότσοι που φτάνουν στον όγδοο όροφο, μπήκαμε και στο πνεύμα του μαύρου κύκνου, και όλες ακολουθήσαμε σαν τα πρόβατα. Εγώ, να σου πω, το έκανα κι από πριν, γιατί έχω κάτι κορυφές που άμα κάνω να τραβήξω πίσω τα μαλλιά, γυρνάνε ανάποδα και πονάει το κεφάλι μου, οπότε πάντα τα μάζευα ψηλά.
Ψηλά, είμαι και ψηλή, δε λέει. Η αλήθεια είναι ότι όταν είναι το μαλλί σηκωμένο, βρίσκει όταν περνάω κάτω από δέντρα ή σε περάσματα που πρέπει να σκύψω. Κι αναρωτιέμαι, αυτές που σηκώνουν τον κότσο τουλάχιστον μισό μέτρο, χωράνε να περάσουν απ' την πόρτα; Μου θυμίζουν στα τέλη του '80, εκείνη τη μόδα με τα λοφία, που δεν μπορούσες να περάσεις κάτω από μπαλκόνι. Σου χαλούσε το χτένισμα.
Το πιο εντυπωσιακό μ' αυτό το χτένισμα είναι ότι πρέπει να δείχνει ατημέλητο. Όσο πιο ξεμαλλιασμένος είναι ο κότσος (είπαμε, σούμο μετά από πάλη) τόσο πιο μοδάτος. Άμα πεις να βάλεις χτένα για να τραβήξεις πάνω το μαλλί, είσαι ντεμοντέ, συντηρητική, μπανάλ και ξεπερασμένη. Πρέπει να έχεις το στυλάκι "τρεις μέρες τώρα κοιμάμαι και ξυπνάω κι ούτε στον καθρέφτη προλαβαίνω να κοιταχτώ, η πολυάσχολη".
Σκέφτομαι να το τολμήσω. Όχι τίποτα, για να μάθουνε αυτές που περνιούνται για μοδάτες πώς είναι το σωστό ξεμαλλιασμένο. Με τόσο μαλλί και τέτοια άγρια τρίχα που έχω, άμα πω να το στρίψω, δε θα μπορεί να πέσει. Άσε που είναι πανεύκολο να πετύχω ξεμάλλιασμα τύπου "με τίναξε το ρεύμα και ευτυχώς, το μαλλί ήταν η μόνη παρενέργεια".
Τέλος. Το αποφάσισα. Θα το τολμήσω. Θα σε κάνω μαρή φασιονίστα να βλέπεις το μαλλί σου και να σε πιάνει νύστα.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Καυλοπιτσιρικάδες Νο2



Έχω αρχίσει να το πιστεύω και κανείς δε θα μου αλλάξει γνώμη μετά και το χτεσινό. Όλο αυτό το πανηγύρι στα Εξάρχεια είναι στημένο. Είχα γράψει κάποτε για κόντρα καυλοπιτσιρικάδων και παιχνίδι με τα όπλα τους, μολότοφ απ’ τη μια, δακρυγόνα από την άλλη. Δεν είχα πει όμως ότι κλείνουν ραντεβού ως συμμορίες για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Τώρα το λέω κι αυτό.
Παρασκευή βράδυ, κλείνω το μαγαζί και, κουβαλώντας όλη την κούραση της εβοδμάδας, σέρνω τα βήματά μου προς τα Εξάρχεια, όπου με περιμένουν οι μεγάλες μου αγάπες: το σπίτι μου, το μπάνιο μου, το ψυγείο μου, το κρεβάτι μου, ο υπολογιστής μου, τα βιβλία μου.
Στην Ιπποκράτους, οι ματατζήδες πιο πολλοί από ποτέ. Κι αρματωμένοι. Πιο κάτω, Ναυαρίνου με Μαυρομιχάλη, εκεί που άλλοτε έβλεπα δύο, έναν σε κάθε γωνία, να μιλάνε μεταξύ τους για ποδόσφαιρο ή για γκόμενες και να τους ακούει το σύμπαν, τώρα βλέπω καμιά εικοσαριά. Αρματωμένοι πάντα.
Κάθε Παρασκευή, η αστυνόμευση στην περιοχή των Εξαρχείων αυξάνεται. Δεν εννοώ την αστυνόμευση που μας προστατεύει από το έγκλημα. Αυτή δεν υπάρχει. Το καταλάβαμε αυτό και πριν από λίγες μέρες. Ο πολίτης είναι τόσο προστατευμένος που τον σφάζουν για μια κάμερα. Νιώθω ενοχές για αυτό, η Εξαρχειώτισσα. Γιατί όλη η αστυνομία του λεκανοπεδίου βρίσκεται στο χωριό μου και στις υπόλοιπες περιοχές οι εγκληματίες αλωνίζουν.
Κατηφορίζω προς το αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο της Ναυαρίνου. Και εκεί υπήρχε κινητικότητα. Τους έπιασαν οι ζέστες και ξεχύθηκαν στις δροσιές. Δεν τους έκοψα για εγκληματίες αυτούς που βρίσκονταν εντός και εκτός του πάρκου. Το πολύ πολύ, κάναν μπάφο να πίνανε. Εκτός κι αν έκαιγαν τίποτα αγριόχορτα που φύτρωσαν στο πάρκο – δεν παίρνω κι όρκο. Μπάφος και μπίρα. Και άδεια μπουκάλια. Όλο και κάπου θα τους χρειαστούν.
Κάθε Παρασκευή γίνεται χαμός στα εξαρχειομάγαζα. Αυτήν την Παρασκευή είχε πιο πολύ κόσμο από ποτέ. Υπήρχε μια αντιστοιχία με την αστυνόμευση. Περνώντας ανάμεσα από τα πλήθη, καθώς κατευθυνόμουν στο σπίτι μου, σκεφτόμουν ότι σε λίγη ώρα, όταν θα πέσουν τα δακρυγόνα κι όταν θ’ ανάψουν οι φωτιές, όλοι αυτοί δε θα προλαβαίνουν να εξαφανίζονται. Ήξερα τι επρόκειτο να συμβεί.
Το παιχνίδι είναι στημένο. Δεν εξηγείται αλλιώς. Γιατί θα πρέπει κάθε –μα κάθε- Παρασκευή να διώχνουν τον κόσμο από τα Εξάρχεια με τόσο βάρβαρο τρόπο; Δεν ξέρω με ποια αφορμή ξεκίνησε το πατιρντί. Επίσης δεν ξέρω αν συμβουλεύεται η αστυνομία κάποιον αστρολόγο, κάποιο μέντιουμ, κάποια καφετζού, κάποια χαρτορίχτρα που τους λέει με ακρίβεια ποια μέρα θα τους επιτεθούν οι αντιεξουσιαστές και οι πέντε διμοιρίες γίνονται τριάντα. Και όλες έτοιμες για δράση. Αν δε δίνουν ραντεβού κάθε Παρασκευή για μάχες καυλοπιτσιρικάδων, τότε σίγουρα με κάποιον τρόπο το προκαλούν.
Το πτώμα έπεσε και ξεράθηκε. Εκεί κοντά στο λόφο και στον καθαρό αέρα που είναι το σπίτι του, δεν πήρε χαμπάρι τι γινόταν στη Ναυαρίνου. Το πρωί και αφού έπαψε να είναι πτώμα, σηκώθηκε και πήγε να ανοίξει το μαγαζί. Έριξε μαύρο κλάμα. Εξαιτίας των χημικών (έμαθε πώς πήραν καινούργια, πιο εξελιγμένα, αντί να δώσουν κάνα φράγκο για την αποτελεσματική και πραγματική προστασία του πολίτη) που έπεσαν, εξαιτίας της βρωμιάς που είδε στο δρόμο (μπουκάλια σπασμένα, συσκευασίες δακρυγόνων, σκουπίδια σκορπισμένα) και εξαιτίας της θλίψης που προκαλεί το γεγονός ότι κάποιοι θέλουν να διαλύσουν το χωριό των ελεύθερων ανθρώπων, που διάλεξε να ζήσει. Ακόμα κλαίει.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Το ημερολόγιο μιας πωλήτριας


Είχα να τη δω από πέρυσι το καλοκαίρι. Και δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά τη σκεφτόμουν μόλις χτες. Και άρχισα να πιστεύω πως έχω τηλεπαθητικές ικανότητες μόλις την είδα μπροστά μου. 
Είχε βγει να πάρει μαγιό από κάπου εδώ κοντά και πέρασε να δει τι καλά καινούργια έχουμε. Πήγε από τώρα γιατί φοράει μικρό νούμερο -είναι λεπτή και κομψή, με τα παντελονάκια της και τα σικάτα τα μπλουζάκια της- και φοβόταν μην τελειώσουν τα νούμερα. Δεν είναι μόνο ότι ετοιμάζεται από τώρα για τα μπάνια της στη θάλασσα. Είναι κι ότι στα 100 της χρόνια, τρέχει στις θάλασσες. Ε, κάπου τόσο εκτιμώ ότι είναι. Αν σκεφτεί κανείς ότι περπατάει με δυσκολία κι ότι έχει πρόσωπο ογδοντάρας μετά από 5 λίφτινγκ και 30 μπότοξ (και μη μου πεις ότι δεν έκανε η Κολωνακιώτισσα, γιατί ακόμα κι εγώ κοντεύω να κάνω) και μικρή την έκανα. 
Ψαχουλεύει, βλέπει τα καινούργια, τα δοκιμάζει, ξαναγυρνάει στα παλιά κλασικά. Της δίνω καρέκλα να κάτσει, γιατί δεν μπορεί να σταθεί όρθια και της αφήνω φουλάρια στα πόδια της να διαλέξει. Βγάζει αυτά που της γυαλίζουν στην άκρη. Τα υπόλοιπα τα μαζεύω. 
Χτυπάει το τηλέφωνο. Από τα κεντρικά. Μου είχαν αναθέσει να ενημερώσω για τα σχέδια που έχω σε γραβάτες. "Άντε, ακόμα δεν τα είδες;" "Πού να τα δω, βρε μάνα μου; Έχω κόσμο τώρα. Σε καμιά ώρα, εδώ θα είμαστε".
Έχει σηκωθεί κι αρχίζει να δοκιμάζει να βρει τα χρώματα που της πάνε. Αυτό που θέλει να πάρει για δώρο, βάζει εμένα να το δοκιμάσω. "Αχ, κοριτσάκι μου, όλα σου πάνε εσένα". Όλη η πραμάτεια μου στον πάγκο αραδιασμένη. Της δείχνω κόλπα με δεσίματα. Ενθουσιάζεται. Της είχα δείξει και την άλλη φορά ένα κόλπο. Τρελαίνεται για τέτοια.
Τα είδε όλα, πήρε μόνο δύο. Κι αυτά απ' τα φτηνά. Δε βαριέσαι. Η πλάκα είναι ότι δε δυσανασχέτησα καθόλου. Ούτε μετά, όταν έφυγε και ήρθα αντιμέτωπη με το βουνό από μετάξι που έπρεπε να μπει σε τάξη. 
Παρατηρώ λοιπόν, ότι οι ξινές παλιές Κολωνακιώτισσες και να σου κάνουν το μαγαζί άνω κάτω, δε θα σου σπάσουν τα νεύρα. Πρώτα πρώτα, ξέρουν να ψωνίζουν. Απλώς θέλουν να τα δούνε όλα πριν αποφασίσουν. Λογικό. Η ευγένειά τους είναι μεγαλύτερη από την ξινίλα τους. Η ξινίλα που σε κάνει να ξερνάς είναι αυτή της νεόπλουτης κομπλεξικιάς βλαχάρας που μπαίνει και σε αντιμετωπίζει σαν δούλα της. (Έχω πολλές τέτοιες, θα τις ξεφωνίσω άλλη φορά).
Και καθώς δίπλωνα με χαμόγελο τα καμιά τριανταριά φουλάρια που δοκίμασε (ή δοκίμασα) σκεφτόμουν πόσο πολύ θα ήθελα να της μοιάσω σε καμιά 70αριά χρόνια, όταν θα φτάσω στην ηλικία της. Αν και, με το ύψος που έχω, μάλλον δε θα φοράω μικρό νούμερο μαγιό.