Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Καυλοπιτσιρικάδες Νο2



Έχω αρχίσει να το πιστεύω και κανείς δε θα μου αλλάξει γνώμη μετά και το χτεσινό. Όλο αυτό το πανηγύρι στα Εξάρχεια είναι στημένο. Είχα γράψει κάποτε για κόντρα καυλοπιτσιρικάδων και παιχνίδι με τα όπλα τους, μολότοφ απ’ τη μια, δακρυγόνα από την άλλη. Δεν είχα πει όμως ότι κλείνουν ραντεβού ως συμμορίες για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Τώρα το λέω κι αυτό.
Παρασκευή βράδυ, κλείνω το μαγαζί και, κουβαλώντας όλη την κούραση της εβοδμάδας, σέρνω τα βήματά μου προς τα Εξάρχεια, όπου με περιμένουν οι μεγάλες μου αγάπες: το σπίτι μου, το μπάνιο μου, το ψυγείο μου, το κρεβάτι μου, ο υπολογιστής μου, τα βιβλία μου.
Στην Ιπποκράτους, οι ματατζήδες πιο πολλοί από ποτέ. Κι αρματωμένοι. Πιο κάτω, Ναυαρίνου με Μαυρομιχάλη, εκεί που άλλοτε έβλεπα δύο, έναν σε κάθε γωνία, να μιλάνε μεταξύ τους για ποδόσφαιρο ή για γκόμενες και να τους ακούει το σύμπαν, τώρα βλέπω καμιά εικοσαριά. Αρματωμένοι πάντα.
Κάθε Παρασκευή, η αστυνόμευση στην περιοχή των Εξαρχείων αυξάνεται. Δεν εννοώ την αστυνόμευση που μας προστατεύει από το έγκλημα. Αυτή δεν υπάρχει. Το καταλάβαμε αυτό και πριν από λίγες μέρες. Ο πολίτης είναι τόσο προστατευμένος που τον σφάζουν για μια κάμερα. Νιώθω ενοχές για αυτό, η Εξαρχειώτισσα. Γιατί όλη η αστυνομία του λεκανοπεδίου βρίσκεται στο χωριό μου και στις υπόλοιπες περιοχές οι εγκληματίες αλωνίζουν.
Κατηφορίζω προς το αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο της Ναυαρίνου. Και εκεί υπήρχε κινητικότητα. Τους έπιασαν οι ζέστες και ξεχύθηκαν στις δροσιές. Δεν τους έκοψα για εγκληματίες αυτούς που βρίσκονταν εντός και εκτός του πάρκου. Το πολύ πολύ, κάναν μπάφο να πίνανε. Εκτός κι αν έκαιγαν τίποτα αγριόχορτα που φύτρωσαν στο πάρκο – δεν παίρνω κι όρκο. Μπάφος και μπίρα. Και άδεια μπουκάλια. Όλο και κάπου θα τους χρειαστούν.
Κάθε Παρασκευή γίνεται χαμός στα εξαρχειομάγαζα. Αυτήν την Παρασκευή είχε πιο πολύ κόσμο από ποτέ. Υπήρχε μια αντιστοιχία με την αστυνόμευση. Περνώντας ανάμεσα από τα πλήθη, καθώς κατευθυνόμουν στο σπίτι μου, σκεφτόμουν ότι σε λίγη ώρα, όταν θα πέσουν τα δακρυγόνα κι όταν θ’ ανάψουν οι φωτιές, όλοι αυτοί δε θα προλαβαίνουν να εξαφανίζονται. Ήξερα τι επρόκειτο να συμβεί.
Το παιχνίδι είναι στημένο. Δεν εξηγείται αλλιώς. Γιατί θα πρέπει κάθε –μα κάθε- Παρασκευή να διώχνουν τον κόσμο από τα Εξάρχεια με τόσο βάρβαρο τρόπο; Δεν ξέρω με ποια αφορμή ξεκίνησε το πατιρντί. Επίσης δεν ξέρω αν συμβουλεύεται η αστυνομία κάποιον αστρολόγο, κάποιο μέντιουμ, κάποια καφετζού, κάποια χαρτορίχτρα που τους λέει με ακρίβεια ποια μέρα θα τους επιτεθούν οι αντιεξουσιαστές και οι πέντε διμοιρίες γίνονται τριάντα. Και όλες έτοιμες για δράση. Αν δε δίνουν ραντεβού κάθε Παρασκευή για μάχες καυλοπιτσιρικάδων, τότε σίγουρα με κάποιον τρόπο το προκαλούν.
Το πτώμα έπεσε και ξεράθηκε. Εκεί κοντά στο λόφο και στον καθαρό αέρα που είναι το σπίτι του, δεν πήρε χαμπάρι τι γινόταν στη Ναυαρίνου. Το πρωί και αφού έπαψε να είναι πτώμα, σηκώθηκε και πήγε να ανοίξει το μαγαζί. Έριξε μαύρο κλάμα. Εξαιτίας των χημικών (έμαθε πώς πήραν καινούργια, πιο εξελιγμένα, αντί να δώσουν κάνα φράγκο για την αποτελεσματική και πραγματική προστασία του πολίτη) που έπεσαν, εξαιτίας της βρωμιάς που είδε στο δρόμο (μπουκάλια σπασμένα, συσκευασίες δακρυγόνων, σκουπίδια σκορπισμένα) και εξαιτίας της θλίψης που προκαλεί το γεγονός ότι κάποιοι θέλουν να διαλύσουν το χωριό των ελεύθερων ανθρώπων, που διάλεξε να ζήσει. Ακόμα κλαίει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: