Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Οι Πέρσες στην Επίδαυρο και οι ελληνικές ομορφιές παντού



Πέντε μήνες ήταν χαμένος από την παρέα ο Λευτέρης. Από αναβολή σε αναβολή το πήγαινε στις μαζώξεις για τσιπουροκατανύξεις. «Το καινούργιο γκομενάκι τον έχει βάλει στο βρακί του» ήταν το μόνιμο σχόλιο όταν μιλούσαν για αυτόν. Το γκομενάκι υπήρχε μόνο ως τηλεφωνική ομολογία στον Τάσο, τον κολλητό του. Ούτε καν αυτόν κατάφερε να συναντήσει από κοντά. Μέχρι σήμερα. Κι όπως ήταν φυσικό, το θέμα της συζήτησης ήταν το Σουλάκι. Ο Τάσος ήθελε να μάθει τα πάντα για τη γυναίκα που έκανε το φίλο του να εξαφανιστεί. Τη φανταζόταν, εκτός από θεόμουνο, τόσο έξυπνη και πνευματώδη, τόσο συναρπαστική, που προκάλεσε στο φίλο του εθισμό, αλλά χαλάλι του.
«Ε, δεν είναι ακριβώς έτσι. Εντάξει, είναι μία πολύ ωραία κοπέλα, ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα, με ωραίο σώμα, σφιχτό και σμιλεμένο στα γυμναστήρια…»
«Τι λες, ρε φίλε! Σαν αυτά τα ξανθοπουτανάκια με τα στητά τα κωλαράκια που χαζεύω στο γυμναστήριο απέναντι από το γραφείο στο οποίο ποτέ δεν αξιώθηκα να πάω να γραφτώ και να τα χαρώ από κοντά; Μπράβο, ρε μεγάλε! Άξιος!» βιάστηκε να σχολιάσει ο Τάσος.
«Ε, εντάξει, η κοπέλα μου είναι. Δεν τη λες και πουτανάκι, αλλά ναι, κάπως έτσι είναι. Τις είχα βαρεθεί πια αυτές τις έξυπνες, τις διαβασμένες, τις διανοούμενες, που όλα τα ήξεραν και για όλα είχαν γνώμη. Είχα βαρεθεί τους διαρκείς σχολιασμούς τους για ό,τι συνέβαινε. Μα για όλα να έχουν άποψη!»
«Καλά έκανες. Αμάν με τις έξυπνες παντού γύρω μας. Και άντε, να τη δούμε καμιά μέρα».
«Μόνο αν έρθεις στον Κορυδαλλό, γιατί το Σουλάκι δεν έρχεται στο κέντρο. Δεν της αρέσει ούτε στα Εξάρχεια, ούτε στο Κολωνάκι. Βρε, καλή μου, βρε, χρυσή μου, τίποτα αυτή. Της είπα να την πάω στα Πετράλωνα που είναι πιο λαϊκά, με τίποτα δεν το δέχτηκε. Μόνο με Γκάζι συμβιβάζεται, που έχει μεγάλες μουσικές σκηνές».
«Εννοείς κάτι Ρέμους και κάτι Νότηδες; Και πας εκεί για την γκόμενα;»
«Μέχρι τότε θα τη στρώσω. Κοίτα, έχω ήδη βγάλει εισιτήρια για να πάμε στην Επίδαυρο να δούμε τους Πέρσες. Νομίζω ότι άμα γνωρίσει το θέατρο, θα ξεχάσει τις σκηνές. Δε φταίει αυτή αν δεν είχε ευκαιρίες να αποκτήσει τέτοιες εμπειρίες. Δε φταίει αυτή αν οι μόνες ευκαιρίες ήταν αυτά τα ευκαιριακά μαγαζιά με τα άθλια τραγούδια».
Ο Τάσος σκέφτηκε ότι μέχρι μουστάκι θα τον βάλει να ξυρίσει και δεν πήγε ποτέ στον Κορυδαλλό. Η Σούλα όμως σε λίγες μέρες βρέθηκε στην Επίδαυρο. Είχε οργανωθεί τέλεια.
«Έχει θάλασσα η Επίδαυρος;» ρώτησε τη φίλη της τη Μαίρη, που ήταν η κουλτουριάρα της παρέας.
«Καλέ, ναι. Ο κόλπος της Επιδαύρου, το έχω ακούσει στην τηλεόραση. Να έρθω κι εγώ μαζί σας;»
Τι; Να μην έρθει; Τέλεια θα περνούσαν. Εξάλλου τόσο τη βοήθησε με τις γνώσεις της. Τώρα που ήξερε ότι στην Επίδαυρο έχει θάλασσα, θα έκανε τη σωστή ενδυματολογική επιλογή. Αγόρασε μια φούστα μάξι πλισέ, σε στυλ αρχαία Ελληνίδα Θεά και φρόντισε να έχει φακούς επαφής, νύχια και πέδιλα, στο ίδιο χρώμα, συνδυασμένα με λευκό αέρινο δαντελωτό μπλουζάκι.
Κάθισαν στο άνω διάζωμα και αυτό, πέρα από το ότι τη δυσκόλεψε στο σκαρφάλωμα με τις δίπατες πλατφόρμες που φορούσε, πρέπει να πούμε πως της κακοφάνηκε. Πάντα οι συνοδοί της την πήγαιναν πρώτο τραπέζι πίστα. Δεν το σχολίασε γιατί αποφάσισε να περιμένει γιατί ακόμη ήταν αρχή και δεν έπρεπε να κρίνει από αυτό αν ο Λευτέρης μπορεί να της προσφέρει αυτό που χρειάζεται. Εξάλλου, οι ηθοποιοί, εντάξει, δεν ήταν κι άγνωστοι, αλλά δεν ήταν κι ο Μπέζος, ούτε καν αυτοί που παίζανε στο Κάτω Παρτάλι, σειρά που παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον.
Οι πλατινόξανθες καλοχτενισμένες μπούκλες της πήγαιναν κι έρχονταν πάνω στους ώμους της καθώς κουνούσε το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, ψάχνοντας να βρει τη θάλασσα.
«Κάπου εδώ γύρω είναι, και δεν τη βλέπουμε. Την είδαμε όμως στο δρόμο» της είπε με τρόπο η φίλη της.
«Έπρεπε να φορέσω κάτι πράσινο» απάντησε κι αυτή με τρόπο, για μην πάρει χαμπάρι ο Λευτέρης την αγωνία της.
Μόλις βρήκαν θέσεις και βολευτήκανε, άρχισε η φωτογράφηση σε όλες τις πόζες. Στημένη να κοιτάει προς το στέιτζ, καθισμένη φαρδιά πλατιά με φόντο το στέιτζ, με φόντο τις κερκίδες, όρθια με τη φούστα να ανεμίζει, με τη φούστα ελαφρώς σηκωμένη και το πόδι να κάνει βήμα να ανέβει, με το χέρι στο πηγούνι να μοιάζει πως κάτι σκέφτεται, αλλά να φαίνεται και το δαχτυλίδι με τη γαλάζια πέτρα… Ένα διάλειμμα για το ποστάρισμα στο φέισμπουκ στο άλμπουμ με τίτλο “arxaio theatro ephdavrou-shmvainh tora” και ξανά μανά πόζες. Μετά ακολούθησε ένα διάλειμμα για να δούνε την παράσταση. Κατέγραψε και λίγο από την παράσταση, να την ανεβάσει κι αυτήν στο φέισμπουκ, μη νομίσει κανείς ότι πήγε εκεί για τουρισμό. Μπορεί βέβαια να έπεσε εντολή να κλείσουν τα κινητά, αλλά όλοι τα είχαν ανοιχτά και κατέγραφαν. Αφού έσβησαν τα φώτα και το θέατρο ήταν ακόμη φωτισμένο.
Η Σούλα δεν καταλάβαινε και πολλά. Θα ρωτούσε μετά τη Μαίρη για να της εξηγήσει τι ήταν αυτό που έβλεπε. Ποτέ τον Λευτέρη, μην τη νομίζει για χαζή. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτό ήταν που τον γοήτευε. Εκεί που άρχισε να βαριέται, με κείνον τον τύπο που δε φορούσε ράσα και φορούσε στρατιωτική φόρμα (ο αγγελιοφόρος ήταν κανονικά, αλλά θα της το έλεγε μετά η Μαίρη) και μιλούσε ασταμάτητα, μόλις είπε «νυν υπέρ πάντων αγών» και όλοι χειροκρότησαν σαν άλλοι σαλαμινομάχοι, ξεχεριάστηκε κι αυτή στο χειροκρότημα και σχεδόν δάκρυσε από τη συγκίνηση, γιατί αυτήν την ατάκα την ήξερε από τον αδερφό της (καλά, αυτός περνιόταν και για Μακεδονομάχος και ντυνόταν Σπαρτιάτης και πήγαινε στα επετειακά ιβέντ στις Θερμοπύλες) που την είχε σαν αφίσα στο δωμάτιό του, μαζί με κάτι άλλα τέτοια αγωνιστικά αποφθέγματα, κάτι σήματα από τα ΛΟΚ που υπηρέτησε, την ελληνική σημαία, τη σημαία του ολυμπιακού και ένα μεγάλο σταυρό με φωτάκια που τον αγόρασε στο πανηγύρι των Ταξιαρχών.
Μετά συνέχισαν μέχρι το τέλος να μιλάνε και να μην τους καταλαβαίνει κανείς. Ευτυχώς το έργο ήταν μικρής διάρκειας και η ώρα που θα φωτογραφιζόταν ξανά, δεν άργησε να έρθει. Στο προφίλ της στο φέισμπουκ γινόταν ήδη χαμός. “arxaia ellinhda thea!!!!!” “ta spas!!!” “Ise genimenei protagonistreia” “MΠΡΑΒΩ ΑΔΕΡΦΕΙ ΜΟΥ ΕΤΣΗ ΤΕΡΙΑΖΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΙΛΥΝΝΕΣ” (αυτό το τελευταίο μάζεψε περισσότερα λάικ κι από τις φωτογραφίες της theas. Τους χάρισε και δεύτερη δόση φωτογραφιών, σχολιάζοντας πως η παράσταση ήταν υπέροχη και ότι “nikisame tous perses giati imastan geneoigeneoi san ellines!!!!”
Ο Λευτεράκης καμάρωνε την αθωότητα της καλής του. Ήμασταν γενναίοι σαν Έλληνες. Ήταν έτοιμη να γνωρίσει τον Εγγονόπουλο και τον Μπολιβάρ. Ναι, αυτό θα ήταν το επόμενο βήμα του στην εκπαίδευσή της. Τον ενθουσίαζε το γεγονός ότι της έδειχνε πράγματα κι αυτή ενθουσιαζόταν τόσο που τα έδειχνε στους φίλους της στο φέισμπουκ. Οι δικοί του φίλοι πάλι, δεν ενθουσιάζονταν καθόλου, αλλά σκέφτονταν ότι θα του περάσει.
Δεν του πέρασε. Πριν κλείσουν χρόνο, μετακόμισε στον Κορυδαλλό, στο σπίτι πάνω από το σπίτι της μαμάς της Σούλας, γιατί έπρεπε να έχει ένα δικό της άνθρωπο κοντά της. Πριν απ’ αυτό, να μην ξεχάσω να το πω και την περάσεις για καμιά παρδαλή, της έδωσε δαχτυλίδι με μια γκουμούτσα να, με το συμπάθιο. Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, έγινε κι ο γάμος που ήταν μια καλή ευκαιρία να πάνε οι φίλοι του στον Κορυδαλλό. Τα παιδιά τους δεν είχαν γαλάζια μάτια και ξανθά μαλλιά. 




http://kats-woman.blogspot.com/2014/08/blog-post_28.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: