Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Απ' το ρεμπέτικο στο "λαϊκό", ένα τσιγάρο δρόμος. Τρίφυλλο. Για να αντέξεις.


«Άμα τραγουδάς τον πόνο του κόσμου, τραγουδάς και τον δικό σου τον καημό. Άμα λες μόνο το δικό σου ντέρτι, δεν είσαι ρεμπέτης. Είσαι λαϊκός» έλεγε ο Βαγγέλης Παπάζογλου. Προφανώς δεν είναι ακριβής ο ορισμός του ρεμπέτη ή ο διαχωρισμός του από τον λαϊκό, αλλά σα να το ‘ξερε, πρόλαβε και έβαλε όρια, πριν καν προλάβει να δει τα πρώτα σημάδια της κατάντιας του λαϊκού τραγουδιού.
Ασφαλώς το ρεμπέτικο είναι το λαϊκό τραγούδι. Δε θα αναλύσω τι σημαίνει ο όρος, αν ήταν μαρκετίστικος, αν αναφέρεται μόνο στους μάγκες της εποχής. Δεν είναι αυτό το θέμα μου. Το θέμα μου είναι η εξέλιξη του λαϊκού τραγουδιού. Και η κατρακύλα του.
«Το ρεμπέτικο είχε μια τιμιότητα και μια ηθική. Κι ο Βαγγέλης πέθανε γι’ αυτό το πράγμα. Ο Βαγγέλης πέθανε γιατί δε δέχτηκε να παίζει στην κατοχή για τους προδότες και τους μαυραγορίτες. Πρώτα πρώτα, αν δε γίνει καταστροφή δε βγαίνει ρεμπέτικο. Κι ο λαός να βγάλει ένα τραγούδι, ότι μας καταστρέψατε, μας πήρατε την πατρίδα μας και τώρα... δεν πεθαίνουμε. Θα προσπαθήσουμε να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας. Δηλαδή η φιλοσοφία του λαού ήταν αυτό το σκεπτικό. Να ξαναγίνουμε αυτοί που ήμασταν. Δεν πάμε στο νεκροταφείο, πάμε προς τα κει που είναι το φως». Αυτά διηγιόταν ο Γιώργης, ο γιος του Βαγγέλη και της Αγγέλας Παπάζογλου κι εγώ σκεφτόμουν πώς διάολο γίνεται να έχουμε μαλθακέψει τόσο. Πώς γίνεται να πεθαίνουμε έτσι εύκολα. Φταίει κι ότι δεν υπάρχει πια λαϊκό τραγούδι όπως το εννοεί.
Η αφεντιά μου με τον Γιώργη Παπάζογλου στο σπίτι του, την ώρα που υπογράφει συγκινητικές αφιερώσεις στα βιβλία του. Του χρωστάω το δικό μου.
Ο Παπάζογλου δεν ήταν από τους μάγκες με τα χασίσια και τις τακτικές επισκέψεις στις φυλακές. Ήταν ένας τύπος που πάνω απ’ όλα τον ένοιαζε η οικογένειά του. Όμως η μαγκιά του ξεχείλιζε από παντού. Κυρίως από τον άκαμπτο χαρακτήρα του και την αλύγιστη μέση του (που του έδωσαν και το παρατσούκλι «Αγγούρης») πράγματα που τον έκαναν αξιοσέβαστο στο χώρο της μαγκιάς. Κι αυτός, γνωρίζοντας τις συνθήκες που τους έριξαν στο περιθώριο, τους σεβόταν. Γι’ αυτό έγραψε για τους λαχανάδες, σα να ήταν ένας απ’ αυτούς.
Παραδόξως, πριν προλάβει να εμφανιστεί το λαϊκό τραγούδι όπως το διαμόρφωσε ο μικροαστισμός, έκανε το διαχωρισμό. Αργότερα, η γυναίκα του η Αγγέλα, έχοντας η ίδια βιώσει την κατάντια του λαϊκού τραγουδιού, αλλά και τις κακοποιήσεις που υπέστησαν τα τραγούδια του Βαγγέλη κατά τη μετατροπή τους σε λαϊκά, το περιγράφει με αποτροπιασμό. Αν ζούσε τώρα, θα ήθελε, μαζί με την όραση, να χάσει και την ακοή της, για να μην ταράζεται από τους φρικτούς του ήχους. 
Αυτό με το διαχωρισμό το έχω κι εγώ. Επιμένω πως δεν είναι το ίδιο πράγμα. Αγαπώ το είδος που ονομάζεται ρεμπέτικο στο σύνολό του. Είτε πρόκειται για σμυρναίικο είτε για μουρμούρικο είτε για Βαμβακάρη είτε για Τσιτσάνη. Νιώθω όμως την ανάγκη να κάνω τους διαχωρισμούς. Εμφανίζω συμπτώματα αναφυλαξίας όταν ακούω σύγχρονο λαϊκό. Το ίδιο παθαίνει και η άλλη πλευρά. Βάλε ένα σκυλά να ακούσει Βαμβακάρη, που είναι και βαρύς και ζόρικος. Δε θα αντέξει. Θ’ αρχίσει να γαβγίζει. Το έχω ζήσει ως ραδιοφωνατζού σε σταθμό που έπαιζε κυρίως λαϊκά. Έκανα ήσυχα και ωραία την επιμορφωτική μου εκπομπή για το ρεμπέτικο και κάθε τόσο προέκυπτε κι από κάνας κουραδόμαγκας να ζητήσει κάναν Καρά γιατί του τα είχα ζαλίσει. Το πιο αστείο είναι ότι, επειδή δεν είχαν κραυγές, τα θεωρούσαν κλάψα. Δε θεωρούσαν κλάψα το λυγμό του Καρά, ούτε βέβαια αυτό που κάνουν οι ίδιοι όταν η κυρά τους τούς κυνηγάει με την παντόφλα.
Για το θέμα της κλάψας θα πρέπει κι εγώ να κάνω διευκρινίσεις. Στα ρεμπέτικα τραγούδια υπάρχει πόνος και νταλγκάς, υπάρχει καημός μεγάλος, ενίοτε κι απόγνωση. Αλλά η κλάψα απαγορεύεται. Θα σου βάλω δύο τραγούδια του χωρισμού, ένα σχεδόν άγνωστο ρεμπέτικο κι ένα πασίγνωστο λαϊκό, για να καταλάβεις τη διαφορά. Στο πρώτο, αφού γίνει η περιγραφή του αβάσταχτου πόνου, καταλήγει: «Μείνε καρδιά μου άρρωστη με συντροφιά το κλάμα, ν’ αγαπηθείς να χωριστείς πες πως το έχεις τάμα». Η καρδιά η άρρωστη καλείται να επαναλάβει κάτι απολύτως υγιές. Αυτό που είναι φτιαγμένη να κάνει. Να πονάει και να ξαναζωντανεύει για νέες περιπέτειες.
Και βέβαια, ένα τέτοιο θέμα, ταιριάζει να εκφραστεί μουσικά με ένα χασάπικο. Δεν ξέρω πώς γίνεται να εκφράζεις πόνο χωρισμού με το πανηγυρτζίδικο ύφος του τραγουδιού που ακολουθεί. Ας είχε τουλάχιστον μια εσωτερικότητα, ένα βάθος, έναν μαζεμένο ήχο, βρε αδερφέ. Δεν πειράζει, μωρέ. Θα μας πείσει για τον πόνο με ένα μακρόσυρτο «αχ» σε όλους τους τόνους.
Δε θα καταλάβω ποτέ γιατί έπρεπε να υπάρχουν αυτοί οι ρυθμοί στην Ελλάδα. Δεν είναι καν τσιφτετέλι. Οι Ινδοί ξέρουν, αν μη τι άλλο, να το χορεύουν αυτό το πράγμα. Εμείς όχι. Δεν είναι η κουλτούρα μας και γίνεται γελοίο όταν καταγίνονται οι άσχετοι μ’ αυτό. Προφανώς γι’ αυτό κλέβονταν ατόφια τα ινδικά τραγούδια. Για να μην είναι ξεφωνημένη η γελοιοποίηση. Ήταν όμως ξεφωνημένη η παρακμή. Γιατί, πώς να το κάνουμε, η Ναργκίς δεν ήτο Ελληνίς.
Η κατρακύλα είχε αρχίσει. Όχι πως δεν είναι καλό το ινδικό λαϊκό τραγούδι ή το αραβικό που κλέψαμε στη συνέχεια (και κλέβουμε ακόμη) αλλά είναι γελοίο να το παρουσιάζουμε ως ελληνικό λαϊκό. Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι (αυτό που ξέραμε ως ρεμπέτικο) τελείωσε γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 50. Όταν άρχισαν τα κλαψομούνικα από τη μια και τα ανούσια γλεντζέδικα από την άλλη. Άρχισαν και οι ασέλγειες πάνω στα ρεμπέτικα. Το χαρέμι στο χαμάμ, αυτό το αργό τσιφτετέλι, που είχε φτιαχτεί για να το χορέψει η μερακλού και να τη βλέπει ο δερβίσης και να λιώνει από την κάψα, μετατρέπεται σε συρτοτσιφτετέλι με ντιριντάχτα για να κωλοχτυπιούνται οι σουσούδες και να τον παίζουν κρυφά οι λιγούρηδες. Άμα μιλήσω για ξερατό, θα θεωρηθώ απόλυτη και προκατειλημμένη; Χέστηκα. Και λίγα λέω. Όποιος έχει τη στοιχειώδη αισθητική, το αντιλαμβάνεται ακούγοντας τα δύο άσματα που ακολουθούν.
Έτσι πάει μέχρι σήμερα. Έτσι ξεχάσαμε και ποιοι ήμασταν, από πού περάσαμε και πώς φτάσαμε ως εδώ. Κι ότι το λαϊκό τραγούδι συνόδευε την κάθε μας στιγμή. Τώρα συνόδευε μόνο το γλεντοκόπι. Άντε και την καψούρα μας (το κάψιμο που προκαλούν τα ούρα και ουχί την κάψα μας), καθώς μεταλλασσόταν σε καψουροτράγουδο.
Τότε στο ραδιόφωνο είχα και διαμαρτυρίες για τα χασικλίδικα. Έπρεπε να πέσει λογοκρισία, λες και ζούμε στην εποχή του Μεταξά. Οι ρεμπέτες τραγουδούσαν τη ζωή τους. Δηλαδή τους έρωτες, τη φτώχεια, τα γεγονότα, τον τρόπο ζωής τους. Και μέσα στον τρόπο ζωής τους ήταν κι αυτό. Τραγούδησαν τον πόλεμο, το χαμό των ανθρώπων τους, τις φυλακές και τις εξορίες. Το λαϊκό τραγούδι ήταν συγχρόνως και πολιτικό. Χωρίς να το επιδιώκει. Απλώς γιατί οι δημιουργοί του δεν ήταν αδιάφοροι για όσα συνέβαιναν γύρω τους. Και, παρά τη λογοκρισία, βρίσκανε τρόπο να μιλήσουν για μάνες που έχουν τα παιδιά τους στις εξορίες.
Καθώς άρχισε να στήνεται η ελληνική κοινωνία και να δημιουργούνται οι τάξεις, προέκυψε και η ανάγκη τους να εκφραστούν μουσικά. Έτσι, για τους αστούς, δημιουργήθηκε το ελαφρό, άντε και ελαφρολαϊκό τραγούδι, ενώ οι μικροαστοί φτιάχνονταν και αποκτούσαν ξαφνικά μαγκιά με το βαρύ λαϊκό. Μέχρι πριν από τον πόλεμο, υπήρχε το ανατολίτικο και το δυτικό. Ο καρσιλαμάς κι η όπερα. Διαφορετικά είδη, αλλά άμα τα έβαζες στη ζυγαριά, πιάνανε καλά νούμερα. Τώρα ο διαχωρισμός γίνεται με το βάρος και την ελαφρότητα. Βέβαια, η κατάντια του λαϊκού τραγουδιού έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που, αν είχα να διαλέξω, θα προτιμούσα σαφώς την αβάσταχτη ελαφρότητα. Διότι βγαίνει ο άλλος με κακοποιημένα (σκυλοποιημένα για να είμαι πιο ακριβής) ρεμπέτικα και τα βαφτίζει «βαριά κι ασήκωτα». Ε, έπρεπε να υπάρχει ο ανάλογος όρος από την άλλη πλευρά για να κρατηθούν οι ισορροπίες. Η σκυλοποίηση ενός σεμνού και χαμηλών τόνων τραγουδιού, με τον ηλεκτρικό ήχο του μπουζουκιού που κάνει ντεμέκ δεξιοτεχνίες, την επιτηδευμένη, βαριά φωνή του τραγουδιστή (βλακωδώς νόμιζαν κι ακόμη νομίζουν ότι αυτό δίνει το βάρος και τη βαρβατίλα σε ένα τραγούδι) και τα επιφωνήματα τύπου «έλλλλα ρε παιδί μου, δώσσσσε», δεν ήταν η χαριστική βολή στο λαϊκό τραγούδι. Υπήρξε και υπάρχει ακόμη συνέχεια. Οι Έλληνες «δημιουργοί» δε βαριούνται να κατακρεουργούν. Εγκληματικές πράξεις βαρέων βαρών.
«Ωραίο τραγούδι αυτό, Γιώργη, της στεναχώριας, έλεγε ο Μάρκος. Η στεναχώρια γεννάει τη δημιουργία, αλλά όχι στεναχώρια κουβαροψυχίτισσα. Στεναχώρια βαρβάτη, με αναστάσιμη ψυχή» έλεγε μεταξύ άλλων ο Γιώργης Χριστοφιλάκης σε συνάντησή μας και κουβέντα για το ρεμπέτικο και το Μάρκο. Ρεμπέτικο και χαζοχαρουμενιά δεν κολλάνε. Δεν του ταιριάζει η επιτηδευμένη εξωστρέφεια του νεοέλληνα. Γι' αυτό καταστράφηκε το είδος. Γίναμε χαζοχαρούμενοι, αγαπήσαμε το εύκολο και το ανώδυνο. Πλαδαρέψαμε. 
Ο αγαπημένος Δάσκαλος Γιώργης Χριστοφιλάκης λέει, το μαθητούδι παρακολουθεί. Με κουβάλησε στο στέκι του, αλλά κι εγώ τον κουβάλησα εκεί σε ώρα που δεν έβγαινε.
Στην πορεία έγινε τόσο ευτελές το είδος, που έπρεπε να εφευρεθεί κάτι άλλο. Κάτι που να χωράει κι έναν στίχο ή έναν ήχο της προκοπής. Και ανακαλύφθηκε το έντεχνο. Λες και αυτό που υπήρχε μέχρι τότε ήταν άτεχνο. Λες κι ο Σκαρβέλης ή ο Τούντας ήταν τίποτα συνθέτες της πλάκας. Λες κι ο Μάρκος ή ο Τσιτσάνης έγραφαν τραγουδάκια για μικρά παιδιά. Και άντε, άμα είσαι ο Χατζιδάκις και έχεις ταλέντο και ευφυΐα και συνδυάζεις με τον τρόπο σου τη δυτική μουσική με τη βυζαντινή, κάτι πετυχαίνεις (αν και το είχαν κάνει οι Σμυρνιοί με τα μινόρε τους, πολλά χρόνια πριν, έτσι για το κέφι τους) αλλά χέσε με βρε μάνα μου με αυτόν τον ορισμό του τραγουδιού που κατάντησε να φοριέται ακόμη κι από σχήματα τύπου Πυξ Λαξ. (Και νομίζω με το τελευταίο παράδειγμα περί εντέχνου ήμουν αρκετά σαφής και δε χρειάζεται να κάνω περαιτέρω ανάλυση για το είδος).

Καθιερώθηκε να λες «πάμε μπουζούκια» και να εννοείς ότι πας να ζήσεις τον σοδομισμό που γίνεται στο ιερό όργανο και τον εκχυδαϊσμό της ιερής μουσικής του τόπου σου. Και να σου αρέσει. Και να σου αρέσει που το ιερό ζεϊμπέκικο, χορός για άντρες αρχιδάτους και όχι για αρχίδια με αρκουδοβατραχίσια χάρη, κατέληξε κάπως έτσι:
Αυτό είναι και το πρότυπο του κάθε νεοέλληνα που βαφτίζει λαϊκή μουσική αυτό το αίσχος κι έχει συνδέσει το γλεντοκόπι στα «μπουζούκια» με την ελληνική παράδοση, με το φλογερό του -αχ, σιγά, καλέ, θα με κάψεις- ταμπεραμέντο, τη μαγκιά και αυτή του την ανοιχτοχεροσύνη που κανένας άλλος λαός δεν έχει. 
Έχω όμως κι εγώ το χέρι ανοιχτό, καλέ μου νεοέλληνα και παρ’ τα να μη σου τα χρωστάω.




5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τα "λες" όπως ακριβώς πρέπει,Νάντια...έτσι είναι κι οποιανού του ξινίζει,ας βάλει την κεφάλα του κάτω να σκεφτεί καλύτερα και χωρίς εγωισμούς.
όσον αφορά το ¨Της πόλης το χαμάμ" όταν πρωτοάκουσα την αυθεντική εκτέλεση έκλαιγα και σκυλομετάνιωνα για εκείνη που άκουγα για χρόνια.Το ίδιο ισχύει και για τη "Γυφτοπούλα" του Μπάτη όπως και για άλλα τραγούδια της τότε εποχής.
Όρμα τους,έχουμε ανάγκη από ψυχές σαν τη δική σου να μας θυμίζει ποιοι είμαστε επιτέλους..Ευτυχώς υπάρχουν ελάχιστες,αλλά καλές πένες ακόμα...άρα μπορούμε και να ελπίζουμε.
Κατερίνα.

selana είπε...

kats-woman υποκλίνομαι στην λεβεντιά σου!!!!!!!

Thesia.P είπε...

ΜΠΡΑΒΟ ΝΑΝΤΙΑ !!!!

argosholos είπε...

Mα με αυτά που λες απομυθοποιείς όλα τα νιάτα μας. Τα 80ς...Το πρώτο τραπέζι πίστα, τη πρώτη κάλτσα πίστα, τον λαό στην εξουσία...Γιατί ρε γμτ? Μεγαλώσαμε, να μη νοιώθουμε ότι η 10ετία των 70(ένα όμορφο αμάξι με 2 άλογα) - 80ς (ιστορία μου αμαρτία μου) ήταν δικιά μας;

Κάπως έτσι φτάσαμε, καραφλοί, χοντροί και κουρασμένοι στα 2013-4:κατερινάκι, κατερινάκι, στα μπούτια...
Γεράσαμε, δεν προσφέραμε τπτ, και έχουμε και μνημόνιο...Φτου σου γκίνια και μελίγκρα!

Ανώνυμος είπε...

Αργόσχολε,το πρώτο τραπέζι πίστα μας έφαγε,διότι στο τελευταίο δεν ανεχόμασταν να κάτσουμε...Μάθαμε στη ζωή να απαιτούμε τα "ρετιρέ"παντού...λες και ποιοι είμαστε.Άσε κι έχω παραδείγματα πολλά:π.χ.Φοιτητής,γιος αγρότη,ψάχνει αξιοπρεπές διαμέρισμα στο Κολωνάκι και γύρω,καλής αρχιτεκτονικής(!),προκειμένου να σπουδάσει..."Στη φοιτητική Εστία πάνε οι εξαθλιωμένοι",λέει.Και τώρα για πείτε μου:Σε ποιον να σκάσεις μπάτσα:Στον πατέρα ή στο γιο;;;Ξέφυγα από το θέμα,αλλά δεν είμαι και τόσο εκτός.Συγγνώμη,Νάντια.
Κατερίνα.