Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Η αγάπη που δεν έζησες


Αυτή η ιστορία με το χαρακτηρισμό «αγάμητη» σε όποια γυναίκα έχει λίγα (ή περισσότερα) νευράκια παραπάνω, είναι καιρός να σταματήσει. Από αλλού ξεκινάει το κακό και δεν είναι από κει τα νεύρα της.
Γιατί, άμα μια γυναίκα θελήσει να απαυτωθεί, είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Όμως η ίδια ξέρει πως θα είναι ένα απλό ξεχαρμάνιασμα που θα της ρυθμίσει προσωρινά τις ορμόνες, δίνοντάς της προσωρινή ηρεμία. Και την άλλη μέρα, πάλι νευράκια θα έχει.
Άσε που, τις περισσότερες φορές, δεν είναι αυτό που χρειάζεται. Συχνά δεν το θέλει καθόλου. Είτε γιατί αυτού του είδους το ξεχαρμάνιασμα, κατάλαβε ότι δεν έχει αποτέλεσμα, είτε γιατί πάει κόντρα στην ηθική της, είτε γιατί έχει στεγνώσει τόσο που δεν μπορεί να το κάνει. Γι’ αυτό, αν βλέπετε γυναίκα με νευράκια, μην τη στέλνετε να πάει να γαμηθεί. Δεν είναι αυτό που χρειάζεται. Κι είναι βασανιστικό άμα δε γλιστράει. Στείλτε την να πάει να αγαπηθεί. Η αγάπη είναι το καλύτερο λιπαντικό. Αλλά άντε να τη βρεις.
Δεν τη βρίσκεις. Και μη μου πεις ότι αν κάποια είναι παντρεμένη δεν ισχύουν αυτά γιατί αγαπήθηκε και έφτασε ως εκεί. Όλοι ξέρουμε τι είναι οι περισσότεροι γάμοι και γιατί γίνονται. Από ανασφάλεια μέχρι κοινωνική υποχρέωση κι από φόβος για μοναξιά μέχρι εγωιστικό πάθος είναι στις περισσότερες περιπτώσεις οι λόγοι που οδήγησαν σε γάμο. Ελάχιστες ήταν οι τυχερές που παντρεύτηκαν επειδή αγαπήθηκαν.
Οι γυναίκες που αγαπήθηκαν, εντός ή εκτός γάμου, έχουν κάτι που τις κάνει να ξεχωρίζουν απ’ τις άλλες. Η διαφορά τους είναι στο βλέμμα. Αυτή που αγαπήθηκε έχει βλέμμα ήρεμο. Όσο για να παρατηρεί τι γίνεται γύρω της και να κρατάει αυτό που τη γεμίζει. Η άλλη έχει ταραχή στο βλέμμα της. Ψάχνει, αλλά δεν ξέρει τι. Θέλει να πάρει, αλλά δεν ξέρει πώς. Και δεν ξέρει πως για να πάρει, πρέπει να δώσει. Κανόνας της φύσης είναι αυτός.
Το έχω δηλώσει επισήμως και τώρα που το θυμήθηκα, το ξαναλέω. Στο τέλος της ζωής μου θέλω να τα έχω κάνει, να τα έχω ζήσει, να τα έχω νιώσει όλα. Και τα όμορφα και τα άσχημα. Και τις χαρές και τα μαθήματα. Που θα μου δώσουν σοφία, θα γεμίσουν την ψυχή μου και θα ηρεμήσουν το βλέμμα μου. Να μπορώ να κοιτάω πίσω και να βλέπω τη ζωή μου γεμάτη.
Προσφάτως συνάντησα μια γυναίκα, μεγαλύτερή μου, που ζει μόνη, αλλά όχι μοναχικά κι απολαμβάνει όσες μικρές ομορφιές της δίνει η καθημερινότητά της. Της είπα πως αυτό που βλέπω στο βλέμμα της είναι ο σκοπός μου. Μου αποκάλυψε και τον δικό της σκοπό. Μου είπε ότι, νεαρή ακόμη, είχε δει τη Γερτρούδη στον κινηματογράφο και σκέφτηκε πως στο τέλος της ζωής της, θα ήθελε να έχει αυτό που είχε κι η ηρωίδα της ταινίας. Να προσπεράσει τα εμπόδια, τα λάθη και τις δυσκολίες κι αυτό που θα της έχει μείνει, να είναι το ότι αγαπήθηκε. Διαπιστώνει (κι εγώ επίσης) ότι βρίσκεται σε καλό δρόμο. Και συμπληρώνει: «Μόνο που η δική μου ματιά δε θα ‘χει σκιά μελαγχολίας».
Με ή χωρίς σκιά μελαγχολίας, πρέπει να φροντίσουμε για τη ματιά μας. Πρέπει να φροντίσουμε να αγαπηθούμε. Και κυρίως να αγαπήσουμε. Για να έχουμε και κάτι καλό να θυμόμαστε.
Και για να καταλήξω εκεί που ξεκίνησα, γιατί εκνευρίζομαι όταν με πιάνει το αγαπησιάρικο. Όταν μια γυναίκα έχει νευράκια, δε φταίει το ότι είναι αγάμητη. Φταίει το ότι δεν αγαπήθηκε. Φταίει το ότι δεν πήρε αγκαλιές. Ή ότι οι αγκαλιές που πήρε είτε ήταν για να νιώσουν καλύτερα αυτοί που τις έδιναν, είτε για να τη φυλακίσουν μέσα τους. Φταίει το ότι δεν ένιωσε χάδι για αυτό που είναι, αλλά γιατί κατάφερε να γίνει αυτό που ο άλλος ήθελε. Φταίει το ότι δεν έχει ακούσει καλή κουβέντα, δεν έχει νιώσει τρυφερότητα, δεν έχει νιώσει πραγματικό ενδιαφέρον.
Δεν είναι ούτε κακογαμημένη. Είναι κακοαγαπημένη. Από κάποιον που αγαπάει μόνο τον εαυτό του. Και ζώντας τον εγωισμό του άλλου, γίνεται κι αυτή εγωίστρια. Και φτάνει στο σημείο να μην αντέχει να βλέπει άλλες να αγαπιούνται.
Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να θυμώσω με μια γυναίκα με νευράκια. Δεν μπορώ να θυμώσω ακόμη και με μια υστερική ύαινα. Μπορώ μόνο να της προτείνω να ανοίξει μυαλό, καρδιά και αγκαλιά και να πάει ν’ αγαπηθεί.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Οι αστοί και οι μαστοί


Πρώτα θέλω να ακούσεις προσεκτικά το τραγουδάκι από το οποίο δανείστηκα τον τίτλο, χωρίς να μένεις στις ασυναρτησίες που ενδεχομένως θα φτάσουν στα αυτιά σου. Έχουν κι αυτές κάποιο λόγο ύπαρξης. Άμα τον καταλάβεις, ίσως θα πρέπει να ανησυχήσεις για το ανοιχτό μυαλό σου. Άμα συμφωνήσεις κιόλας, επισκέψου έναν ειδικό. Άμα ταυτιστείς, πήγαινε για εξορκισμό.

Χώνεψέ το. Χωριάτης πλούσιος κι αν γενεί, σκατένια δόξα θα 'χει. Όταν σε λένε πχ Σαλαμούρα, δε γεννήθηκες ευγενής αστός. Για μένα βέβαια, τιμή σου που κρατάς το όνομα του τυροκόμου προγόνου σου. Πολλοί νεοαριστοκράτες αλλάζουν και τα ονόματά τους προκειμένου να θάψουν το ταπεινό τους παρελθόν, αλλά το DNA δεν αλλάζει.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ως αθώα επαρχιώτισσα, είχα την εντύπωση ότι ο διαχωρισμός των τάξεων τείνει να εξαφανιστεί. Έβλεπα τον κόσμο να ξεπερνάει τα παλιά του κόμπλεξ, αυτά με τους πλούσιους και τους φτωχούς που χώριζαν και διαχώριζαν τους ανθρώπους.
Από μικρή τον θυμόμουν το διαχωρισμό. Η μάνα μου είχε κομμωτήριο και ανάμεσα στις πελάτισσες - γυναίκες της διπλανής πόρτας, υπήρχαν και κάποιες τύπου αριστοκράτισσες, που ζούσαν στην εποχή του βασιλιά. Αυτές που έτρεχαν στα κοζερί και στα φιλανθρωπικά πάρτι και μιλούσαν για τα κατορθώματα των συζύγων των, αφού οι ίδιες δεν είχαν κάνει ποτέ κάτι στη ζωή τους, εκτός του να ξύσουν το μουνί τους. Αν και μικρή, είχα καταλάβει ότι ήταν γραφικές. Αν και μικρή, είχα συνειδητοποιήσει ότι ανήκω αλλού. Αλλά πολιτικά και όχι ταξικά. Αυτούς τους ταξικούς διαχωρισμούς δεν ήθελα ποτέ να τους δεχτώ.
Αργότερα, παρατηρούσα το φαινόμενο να φεύγουν πολλοί από τα χωριά τους για να κατέβουν στον κασαμπά, όπου είχαν εξασφαλίσει μια θέση στο δημόσιο, με τη βοήθεια πάντα κάποιου κόμματος εξουσίας, η οποία μαζί με τα διακόσια στρέμματα ποτιστικά, τους εξασφάλιζε μια νέα ζωή με ανέσεις, αν όχι πολυτέλειες. Αν όχι καγκουριές.
Ήταν η εποχή των μεγάλων κέντρων διασκέδασης, των ακριβών αυτοκινήτων, της φιγούρας και του απόλυτου κενού. Η εποχή της δημιουργίας μιας νέας τάξης: Των νεόπλουτων. Και πάλι δε θέλησα να δεχτώ τους διαχωρισμούς. Αλλά θεώρησα πως η μόρφωση και ο πολιτισμός θα μπορούσαν να γίνουν το αντίδοτο στην κατρακύλα. Πλακώθηκα στο διάβασμα, ασχολήθηκα με το θέατρο, είδα πολύ κινηματογράφο που δεν είχε σχέση με το Χόλιγουντ, άκουσα μουσική που δεν έπαιζαν τα ραδιόφωνα.  Είπα ότι, τουλάχιστον εγώ, δε θα γίνω σαν τους άλλους. Αποφάσισα ο πλούτος μου να είναι πνευματικός, πράγμα που πίστευα ότι μπορούσε να καλύψει την αιώνια αφραγκία μου.
Σκατά μυαλά κουβαλούσα. Το κατάλαβα όταν έβγαλα το βιβλίο μου. Κι ας πούμε ότι έχω ένα ταλέντο, ή ότι έγραψα ένα ωραίο βιβλίο, ή ότι έχω ιδιαίτερο τρόπο γραφής (έτσι μου είπαν αυτοί που ξέρουν, δεν τα λέω εγώ), πού πάω χωρίς να δικτυωθώ; Και άμα δε δικτυωθώ με τους νεοαστούς, δεν έχω μέλλον.
Αν δεν ανήκεις σ' αυτούς που γεννήθηκαν από πλούσια αρχίδια (ή από σκέτα αρχίδια που πλούτισαν ξαφνικά) οφείλεις να το κυνηγήσεις μόνος σου. Γιατί πρέπει να έχουμε ταξική συνείδηση (χεστήκαμε για την κοινωνική). Γιατί, αν θέλουμε να πετύχουμε στη ζωή μας, πρέπει να γίνουμε σωστοί αστοί (χεστήκαμε για τους ανθρώπους).
Πρέπει να το κοιτάξω. Μπορώ να γίνω. Την πνευματική μου καλλιέργεια την έχω. Αλλά πρέπει να καλλιεργήσω κι άλλα πράγματα. Πρέπει να μπω σε πρόγραμμα. Ο νέος αστός πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά:
Να είναι ατσαλάκωτος. Δεν μπορώ. Το μόνο σίδερο που χρησιμοποιώ, είναι για τα μαλλιά. Τα οποία είναι τόσο σγουρά, που μαρτυρούν τον τσαλακωμένο χαρακτήρα μου.
Να είναι κομψός. Το 'χω!
Σκάσε, δεν εννοώ αυτό. Εννοώ να έχει ένα σταθερό, συντηρητικό στυλ στο ντύσιμο. Δεν το 'χω. Το στυλ στο ντύσιμο το έχω και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει, αλλά μόνο συντηρητικό δεν είναι.
Να είναι πάνω από τρία χρόνια αγάμητος. Άντε γαμήσου. Πάνω από τρεις μέρες και πάλι χάρη σου κάνω.
Να προσέχει τη γλώσσα του. Τι θα πει "άντε γαμήσου"; Να σου εξηγήσω. Αυτό που ξέχασες να κάνεις, ψωνάρα νεοαστή κι έχεις στεγνώσει πιο πολύ κι από στέπα. Γιατί δε θα σου κάτσει ποτέ ο κομψευόμενος κι ατσαλάκωτος και δήθεν καλλιεργημένος φλώρος που έβαλες στο μάτι. Δε θα σου κάτσει γιατί, όταν δεν πουλάει πνεύμα σε σένα, ψωνίζει γκομενάκια στο γκέι ρόμεο. Ασφαλώς δε θα παραδεχτεί ούτε στον εαυτό του την ομοφυλοφιλική του φύση.
Να τρέχει σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις και λογοτεχνικές βραδιές. Το ότι ανακατεύτηκα με τη λογοτεχνία, δε θα με υποχρεώσει να ξενερώνω μπροστά σε πάνελ με ψευτοκουλτουριάρηδες και δήθεν πνευματώδεις ανθρώπους που μιλάνε για ψυχές και μεγάλα βάθη. Ακόμα και στην ανάλογη εκδήλωση για το δικό μου βιβλίο, τα πράγματα ήταν τόσο χύμα που πιο πολύ θύμιζε πάρτι. Κι όσοι ήταν στο πάνελ, έκαναν τα πάντα για να διασκεδάσουν οι από κάτω. Φροντίζοντας το πάθος να είναι μεγαλύτερο από το βάθος.
Να δείχνει συνεχώς πόσο μορφωμένος και καλλιεργημένος είναι. Ναι, κοίτα τη μεγάλη μόρφωσή μου, γιατί θα τρομάξεις άμα δεις το μικρό πουλί μου.
Από το μεσημέρι που θα ξυπνήσει, μέχρι το πρωί που θα κοιμηθεί, να έχει πάει τουλάχιστον σε δέκα χώρους συνάντησης αστών. Άσε με, μάνα μου κι έχω να νοιαστώ και για τον κηπουρό που δε φάνηκε ακόμη να κλαδέψει την τριανταφυλλιά. Χώρια ότι έχω κάτι τρεχάματα σε συμβολαιογράφους για το εξοχικό και το ξενοδοχείο στη Μύκονο. Δεν προλαβαίνω, δεν προλαβαίνω.
Να δείχνει συνεχώς την απέχθειά του σε κομμουνιστάς, αναρχικούς και άλλα ταραχοποιά στοιχεία. Ε, ναι. Και αστός και μαστός, δε γίνεται. Και την πούτσα στο μουνί και την ψυχή στον παράδεισο, δεν πάει.
Τάξις και ηθική, λέμε. Τάξις και ηθική. Βάλε την ηλίθια ηθική σου στον κώλο σου, κομπλεξικέ αστέ. Για μένα η ηθική δεν πάει με την τάξη. Για μένα η ηθική είναι η συνέπεια απέναντι στον άνθρωπο. Τον οποιονδήποτε άνθρωπο. Ο οποίος δε διαφέρει σε τίποτα από μένα. Και τους βλέπω όλους ίδιους. Ακόμα κι εσένα που προσπαθείς να φανείς ανώτερος.
Όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο δύσκολο μου φαίνεται να τηρήσω τις αρχές. Και το παίρνω απόφαση. Δε θα γίνω ποτέ αστή. Δε θα δικτυωθώ ποτέ. Δε θα πετύχω ποτέ. Πάλι στην ξεφτίλα, έτσι, για να κλείσω και με Άσιμο. Όπως ξεκίνησα.


Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Τα καμένα και οι καμένοι


Έμεινα μια μέρα μουγκή, προσπαθώντας να αποφασίσω με ποιον πρέπει να θυμώσω.
Ο θυμός υπήρχε καιρό τώρα γι' αυτούς που μας οδηγούν στην εξαθλίωση για να εξυπηρετήσουν συμφέροντα άλλων. Δεν είναι θέμα να το αναλύσω τώρα. Τα ξέρουμε.
Είχα θυμό μεγάλο με τα κανάλια και την προσπάθειά τους να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Φαντάζομαι πόσες θείτσες που ενημερώνονται από την τηλεόραση, χέστηκαν από το φόβο τους μήπως κλείσει ο Σκλαβενίτης κι ανοίξει στη θέση του ο Μαυραγορίτης. Θα ξεμέναμε από πετρέλαιο κι από φάρμακα γιατί... δεν ξέρω. Άσε που δε θα είχαν να πληρώσουν τις συντάξεις. Και για να σώσει η θείτσα τον κώλο της, έπρεπε να συμφωνήσει στο να καούν οι κώλοι των παιδιών και τον εγγονιών της και να κάτσει στ' αυγά της, που μου ήθελε και διαμαρτυρίες.
Την Κυριακή, μέχρι κάποια στιγμή ήμουν θυμωμένη με την καταστολή. Με τα πιστά σκυλιά που σκοτώνουν για το ξεροκόμματο που τους δίνει το αφεντικό τους. Μ' αυτούς που έπεφταν με τις μηχανές τους πάνω σε ανθρώπους κι αμέσως μετά τους ψέκαζαν και τους χτυπούσαν με λύσσα. Που χτυπούσαν αδιακρίτως, απλώς επειδή κάποιοι (που δεν ήταν και λίγοι) τόλμησαν να πάνε σε συγκέντρωση. Που για δεύτερη φορά, δε δίστασαν να ψεκάσουν το Γλέζο. Που ο σκοπός τους ήταν να διαλύσον τη συγκέντρωση, με κάθε τρόπο.
Στο τέλος θύμωσα με τις φωτιές, ενώ κανονικά δε με ενοχλεί καθόλου μια καμένη τράπεζα. Αλλά κοντά στην κακιά την τράπεζα, κάηκαν και μαγαζιά που ήδη είχαν να αντιμετωπίσουν την κρίση. Ενώ δε με ενοχλεί ένα σπασμένο ΑΤΜ με το περιεχόμενό του να μοιράζεται, με ενοχλεί μια σπασμένη βιτρίνα κι ένα πλιατσικολογημένο μαγαζί.
Μέχρι χτες λέγαμε για τα κλειστά μαγαζιά στο κέντρο, για το ένα εκατομμύριο άνεργους, για την απόγνωση που δημιουργεί η κρίση και η ανέχεια και για την αλληλεγγύη. Παπάρια αλληλεγγύη δείχνει το λεηλατημένο μαγαζί. Μόνο για αλληλεγγύη του κώλου μπορούμε να μιλήσουμε όταν δημιουργούνται κι άλλοι άνεργοι.
Γι' αυτό και δε θέλω να πιστέψω ότι αυτές οι καταστροφές ήταν επαναστατικές πράξεις. Όταν μια παρέα μπουκάρει σε ένα μαγαζί για να το αδειάσει, είναι καγκουριά και αρχιδιά. Όταν καις ένα ιστορικό κτίριο που στεγάζει κινηματογράφο (χώρο πολιτισμού) είσαι τουλάχιστον κάγκουρας κι αν νομίζεις ότι κάνεις επανάσταση, είσαι και γελοίος.
Βγήκα σήμερα στο κέντρο να δω τι απόμεινε. Τα μαγαζιά στο Atrium δεν ξέρω πόσο υπηρετούσαν το σύστημα και έπρεπε να καταστραφούν, ούτε το Αττικόν και τα γειτονικά καταστήματα.
Θυμήθηκα τη δήλωση του Θεοδωράκη, μετά την επίθεση δακρυγόνων: "Τέτοια χημικά έχω να δω από όταν πέθανε ο Πέτρουλας". Τι το 'θελε και το μελέτησε; Στο ίδιο σημείο έγινε το μεγαλύτερο μακελειό. Όταν άκουσα στην τηλεόραση για φωτιά στη Χρήστου Λαδά, πριν δω εικόνα, το μυαλό μου πήγε στο μαγαζί του Λαμπράκη, το οποίο εξακολουθεί να στέκει περήφανο και να μας περνάει την πληροφορία που θέλει. Επανάσταση σε άσχετα κτίρια δεν είναι επανάσταση.
Συνέχισα κατεβαίνοντας την Ερμού για να δω άσχετα μαγαζιά και πάλι να έχουν γίνει κάρβουνο. Αλλά στην Αθηνάς φαίνεται πως έγινε πιο οργανωμένη επίθεση. Εκεί η καγκουριά μειώθηκε, αφού όντως χτύπησαν τράπεζες.
Με όλα αυτά, ο μεγάλος κερδισμένος ήταν το μνημόνιο. Είχε γίνει πλέον το δεύτερο θέμα που μας απασχολούσε. Κερδισμένοι βγήκαν και οι πολιτικοί που το ψήφισαν. Η συγκέντρωση διαλύθηκε, πήγαν κι αυτοί ήσυχοι στα σπίτια τους και θα ζήσουν ήσυχοι κι από δω και πέρα. Αφού πλέον οι πολίτες ξέχασαν το θυμό που είχαν γι' αυτούς και είναι περισσότερο θυμωμένοι με όσους καταστρέφουν την Αθήνα.
Όταν άλλος σου φταίει κι αλλού ξεσπάς, πάσχεις από κάψιμο. Ενώ το αρχικό σύνθημα ήταν "να καεί το μπουρδέλο η Βουλή" πράγμα που νομίζω ότι δε βρίσκει και πολλούς αντίθετους, είτε πρόκειται για συμβολικό κάψιμο, είτε για πραγματικό, κάηκαν άσχετα κτίρια.
Βέβαια, άμα το δούμε κι αλλιώς, οι καμένοι άνθρωποι, αυτοί που τους κατέστρεψε η κρίση, είναι περισσότεροι από τα καμένα κτίρια. Ο άνθρωπος αξίζει περισσότερο από το κτίριο και αξίζει περισσότερο να θρηνούμε για αυτόν.
Μπορούμε να σκεφτούμε κι ότι σε περίοδο πολέμου, υπάρχουν παράπλευρες απώλειες. Και ναι, έχουμε πόλεμο. Ποτέ δεν κατακτήθηκε τίποτα με ειρηνικό τρόπο. Και χρειαζόμαστε πολεμιστές. Αλλά πόλεμος χωρίς στρατηγική είναι μπάχαλο και καταλήγει σε αποτυχία.
       

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Οι μωρότεροι των ιατρών (αν και οι τελευταίοι είναι χρήσιμοι)

Γαμημένα παιδικά τραύματα. Δεν ξέρω πώς, αλλά ήρθε στην κουβέντα η δασκάλα μου στις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Αυτή η ανάμνηση με τσάκισε. Ένιωσα να τρέμω. Με έριξε στο αλκοόλ, η σκατοπουτάνα, για να ηρεμήσω.
Θυμήθηκε η αδερφή μου, που κι αυτή δεν είχε γλιτώσει από τη σκύλα, ότι τη συνάντησε μια μέρα που έβγαλε το σκυλί για πιπί. Η σκατόγρια την είδε και κρύφτηκε πίσω από μια κολώνα. Λογική αντίδραση δασκάλας που γέμισε τις παιδικές ψυχές με τα σκατά που κουβαλούσε στη δική της και τώρα που γερνάει και βρίσκεται κοντά στον ψόφο (δεν ξέρω αν ψόφησε στο μεταξύ, κι αν το ξέρει κανείς, ας με ενημερώσει να κάνω κάνα πάρτι) δεν έχει μούτρα να τα κοιτάξει στα μάτια.
"Μην κρύβεστε κυρία Νίκη, σας βλέπω" της λέει η αδερφή μου.
"Φαντάστηκα ότι δε θέλεις να με βλέπεις" της απάντησε καλοσυνάτα το μουνόσκυλο. 
"Με μπερδεύετε με τη Νάντια. Εγώ σας έχω ξεπεράσει" διευκρινίζει.
"Η Νάντια δε θέλει να με βλέπει, το ξέρω". Γαμώτο. Ούτε ένα Αλτσχάιμερ να τη χτυπήσει την πατσαβούρα. Θυμάται τη συνάντησή μας πριν από χρόνια μέσα στο μαγαζί της φίλης μου. Εγώ να προσπαθώ να κοιτάξω αλλού για να μην ξεράσω πάνω της κι αυτή να με καρφώνει. 
"Νάντια, εσύ είσαι;" τόλμησε να με ρωτήσει. 
Το ξερατό έφτασε στο λαιμό. Μου ήρθε να το εκτοξεύσω όλο πάνω στην άσχημη, μουσάτη μούρη της και τη φαλακρή κεφάλα της. (Όπως καταλαβαίνεις, είχε ορμονικές διαταραχές, προφανώς από την αγαμία). Πρέπει να κατάλαβε ότι μου προκάλεσε αναγούλα. 
"Με θυμάσαι;" συνέχισε να με ρωτάει, η καριόλα. 
Μια ζωή σαδίστρια ήταν, η ψώλα, τώρα θ' αλλάξει; σκέφτηκα. Ντε και καλά να της μιλήσω.
"Δεν ξεχνιέστε" της απάντησα, νιώθοντας το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου.
"Έλα βρε Ναντιούλα μου, περασμένα ξεχασμένα" δικαιολογήθηκε. 
Εδώ να σημειώσω ότι ήμουν η Ναντιούλα κάθε φορά που συναντούσε τη μητέρα μου. Το καλό κορίτσι, το φρόνιμο, το συνεσταλμένο, η καλή μαθήτρια. Δεν είχε λόγο να πει ψέματα. Από την άλλη, είχε πολλούς λόγους να ξεσπάει πάνω στα πιο αδύναμα παιδιά της τάξης. Και ήμουν ένα από αυτά.
"Περασμένα, αλλά οι εφιάλτες δεν ξεχνιούνται" είπα, δίνοντάς της να καταλάβει πως δεν έχω όρεξη για πολλές κουβέντες. Δεν το συνέχισε. Και δεν το ξέχασε.
Φαντάζομαι έχει φάει πολλές ροχάλες από παλιούς της μαθητές, της έχουν ρίξει πολλά μπινελίκια στο δρόμο που περπατούσε και γι' αυτό νιώθει άσχημα κάθε φορά που τους συναντάει. Σιγά μην κρύβεται επειδή νιώθει τύψεις και ντροπή, η σκατόγρια. Θα είμαι ευτυχής αν επιβεβαιώσω ότι δεν έχει μούτρα να κυκλοφορήσει στην πόλη. Θα είμαι ακόμα πιο ευτυχής αν μάθω ότι ψόφησε μετά από κακιά αρρώστια και έχοντας γίνει ερείπιο.
Όπως χάρηκε κι ο γιος μου όταν σκοτώθηκε σε τροχαίο ο δάσκαλος που του είχε γαμήσει την ψυχή. 
"Τώρα μένει να ψοφήσει και η Ρένα" είχε πει σε μία φίλη του, χωρίς να έχει πάρει χαμπάρι ότι δίπλα του καθόταν η κόρη της Ρένας. Το πολύ πολύ, να μάθει κι αυτή η καριόλα ότι οι μαθητές της τη μισούν και να κρύβεται όταν τους συναντάει.
Η Ρένα. Κακιά και κακομούτσουνη. Με όψη φιδιού. Φίδι μέσα κι έξω. Όλη η τάξη είχε καταλάβει ότι τον μισούσε. Το πιο ήσυχο και πιο έξυπνο παιδί της τάξης. Δε μιλάω ως ψωνάρα μάνα. Έτσι γίνονται τα παιδιά που κυκλοφορούν σε θέατρα, εκθέσεις και ωδεία κι έχουν διαβάσει τουλάχιστον εκατό βιβλία, πριν καν πάνε σχολείο. Μάλλον αυτό το πρόβλημα είχε η αμόρφωτη βλαχάρα - ναι, ήταν κι αμόρφωτη. Μικρό παιδί, αλλά πάντα είχε μια απάντηση που την έκανε να νιώθει λίγη. 
Το ίδιο μίσος είχε και για μένα, η τσουλάρα. Με ανέφερε συχνά στην τάξη. Της καθόταν στραβά το ότι η μάνα του μαθητή της δούλευε στην τηλεόραση. Είμαι σίγουρη ότι πετούσε βελάκια στην οθόνη της κάθε φορά που εμφανιζόμουν. Το σημαντικότερο που την ενοχλούσε στο μαθητή της ήταν το ότι καμιά φορά ήταν ακούρευτος. Δεν έβρισκε άλλο παράπτωμα. Το ότι δεν είχε καμία όρεξη να κάθεται στο μάθημα, ήταν δικαιολογημένο. 
Αργότερα, ευτυχώς, συνάντησε καθηγητές που τον έκαναν να ξαναβρεί το ενδιαφέρον του για τη μάθηση και τη γνώση. 
Εγώ ήμουν γκαντέμω και σ' αυτό. Αν και μετά την ύαινα με την αυξημένη τεστοστερόνη, έπεσα στον απίστευτα καλοσυνάτο δάσκαλο, καλή του ώρα, μετά από λίγα χρόνια, στην πρώτη λυκείου, ο καθίκης ο φιλόλογος μού χώθηκε με το που με είδε. Στην πορεία, δεν ήθελε να πιστέψει ότι εγώ, που τόσο ήθελε να με τσακίσει, έγραφα καλές εκθέσεις. Και στα διαγωνίσματα έγραφα καλά. Είμαι σίγουρη πως ήθελε να τα κάψει. Μόνο έγραφα. Δε μιλούσα. Μάλλον από εκεί το έπαθα. Μάλλον αυτό το εφηβικό τραύμα είναι ο λόγος που μόνο γράφοντας μπορώ να εκφραστώ και δυσκολεύομαι με τα προφορικά.
Θυμήθηκα το Χρόνη Μίσσιο που είχε δηλώσει πως αν είχε παιδιά, θα αναλάμβανε ο ίδιος τη μόρφωσή του και δε θα τα έστελνε στο σχολείο, μην τύχει και πέσουν σε ανέραστη δασκάλα ή βλάκα δάσκαλο. Δίκιο έχει. Δε λέει να ρισκάρεις με την ψυχή του παιδιού σου. Αν ξανακάνω παιδί, θα το εφαρμόσω.