Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ: ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ – ΠΑΡΤ ΟΥΑΝ


Το πρωί της πρωτοχρονιάς, η μαμά μου με ξαπόστειλε να πω τα κάλαντα. Ήθελε να ετοιμάσει το σπίτι γιατί το βράδυ είχε καλεσμένους και δε με ήθελε στα πόδια της. Δε με πείραξε καθόλου. Εξάλλου, θα μάζευα λεφτά για να πάρω εκείνη την Μπάρμπι – αστραφτερή πριγκίπισσα στον παραμυθένιο πύργο, που της τη ζητάω τόσον καιρό τώρα και δε μου την παίρνει η στρίγγλα! Όταν γύρισα στο σπίτι, με την Μπάρμπι μου εννοείται, χώθηκα στο δωμάτιό μου, για να μην της ανακατώσω το σπίτι που το είχε αστράψει με τη βοήθεια της παραδουλεύτρας της, ενώ αυτή ήταν στην κουζίνα για την προετοιμασία του βραδινού τραπεζιού. Δε μου έδωσε σημασία, ούτε εγώ σ' αυτήν. Μόνο κάποια στιγμή με φώναξε γιατί ήταν η ώρα του φαγητού και μετά με ανάγκασε να κοιμηθώ, γιατί το βράδυ έπρεπε να υποδεχτούμε τον καινούργιο χρόνο και θα ξενυχτούσα.
Το βράδυ λοιπόν, άρχισαν να καταφθάνουν οι επισκέπτες. Η κυρία Ασπασία και ο κύριος Αγησίλαος, έφεραν και την κόρη τους την Ηλέκτρα. Είναι ένα χρόνο μικρότερή μου και πολύ σπασίκλα. Μας ξαπόστειλαν στο δωμάτιό μου να παίξουμε. Η ζήλεια της για την καινούργια μου Μπάρμπι, ήταν ολοφάνερη. Ήθελε να στήσει σκηνή, όπου μπαίνουν κακοποιά στοιχεία στον πύργο και την απαγάγουν για να ζητήσουν λύτρα από τον αγαπημένο της. Δεν το επέτρεψα.
Μετά από λίγο, η μαμά μου μας φώναξε να φάμε. Όλοι ήταν στρωμένοι στο μεγάλο τραπέζι και εμένα με την Ηλέκτρα μας πέταξαν στο τραπεζάκι της κουζίνας, λες και ήμασταν ανεπιθύμητες. Δεν πειράζει. Οι συζητήσεις των μεγάλων για την οικονομική κρίση ήταν πολύ βαρετές για να θέλω να κάτσω μαζί τους. Μετά άρχισαν να παίζουν χαρτιά και να ξεφωνίζουν σαν δαιμονισμένοι. Εγώ και η Ηλέκτρα, αποσυρθήκαμε και πάλι στο δωμάτιό μου για να με εκνευρίσει για άλλη μία φορά, με το ηλίθιο παιχνίδι που ήθελε να παίξει με την Μπάρμπι μου. Λίγο πριν τις δώδεκα, οι μεγάλοι, μας ξανακουβάλησαν στη χαρούμενη παρέα τους. Στις δώδεκα παρά ένα, ακολούθησε η ηλίθια τελετή σβησίματος των φώτων. Έπρεπε να μας βρει στα μαύρα τα σκοτάδια ο καινούργιος χρόνος. Να μπει στα τυφλά κι όποιον πάρει ο χάρος. Αφού άρχισαν όλοι μαζί, να μετράνε σαν παιδάκια της πρώτης δημοτικού και αφού άρχισαν τα επιφωνήματα ωωωωωωωω! και ξανά ωωωωωωωω! στις δώδεκα ακριβώς, ξεκίνησαν οι αγκαλιές και τα φιλιά και τα χρόνια πολλά, ενώ συγχρόνως έξω έπεφταν πυροτεχνήματα. Βγήκαμε όλοι στο μπαλκόνι να απολαύσουμε το φαντασμαγορικό θέαμα. Τα ωωωωωωω! έγιναν ααααααααα! κάθε φορά που γινόταν μια έκρηξη στον ουρανό. Τα ίδια επιφωνήματα, ακολούθησαν και στο κόψιμο της βασιλόπιτας. Βρήκε το φλουρί ο μπαμπάς της Ηλέκτρας και ησυχάσαμε. Αφού τελείωσε κι αυτό το πανηγύρι, ξαναμπήκα στο δωμάτιό μου, έχοντας για παρέα το αρρωστημένο μυαλό της Ηλέκτρας. Ήμουν αποφασισμένη να της το ξεκόψω. Θα παίζαμε επιτραπέζια. Πού να ξέρω όμως ότι η Ηλέκτρα δεν ξέρει να χάνει. Κάθε φορά που έχανε, γινόταν πανικός στο δωμάτιο. Ευτυχώς, πολύ σύντομα νύσταξε. Φαίνεται πως δεν είχε κοιμηθεί το μεσημέρι. Της είπα να το πει στη μαμά της. Ευκαιρία να ξεκουμπιστεί.
Ξεκουμπίστηκαν σχετικά γρήγορα κι έτσι έμεινα να παίζω με την ησυχία μου με την καινούργια μου Μπάρμπι. Κάποια στιγμή νύσταξα κι εγώ κι έπεσα στο κρεβάτι μου και κοιμήθηκα. Ο θεός να το κάνει ύπνο αυτό. Από μέσα ακούγονταν οι φωνές των χαρτόμουτρων. Κι όταν βαρέθηκαν το χαρτί, άρχισαν τα ανέκδοτα και τα χάχανα κι όταν τελείωσαν κι αυτά, άρχισαν να χορεύουν τσιφτετέλια μέσα στη μαύρη νύχτα ουρλιάζοντας. Η πανσέληνος θα έφταιγε. Κατά τις τέσσερις, μας άδειασαν τη γωνιά. Οι γονείς μου τσακώθηκαν για λίγο, για άγνωστο λόγο, μετά με θυμήθηκαν κι εμένα που είχα πέσει για ύπνο με τα ρούχα και πάντα αγκαλιά με την Μπάρμπι, με σκέπασαν στοργικά και πήγαν κι αυτοί να ξεραθούν.
Την άλλη μέρα το πρωί, γύρω στο μεσημέρι δηλαδή, ξύπνησαν και με ξύπνησαν κι εμένα. Έπρεπε να πάμε στη γιαγιά Ευτέρπη για φαγητό. Μετά πήγαμε στη γιαγιά Καλλιόπη για καφέ. Τα Χριστούγεννα είχαμε πάει στη γιαγιά Καλλιόπη για φαγητό και στη γιαγιά Ευτέρπη για καφέ. Είχαμε βρει μια ισορροπία στις επισκέψεις στις γιαγιάδες μου. Δίκαια πράγματα. Αφού φάγαμε του σκασμού κι αφού είδαμε όλο το σόι και στη μία γιαγιά και στην άλλη και έπαιξα με όλα μου τα ξαδέρφια που είχαν μαζευτεί, επιστρέψαμε στο σπίτι μας και στην Μπάρμπι μου.
Επιτέλους ησυχία. Μέχρι το Πάσχα που θα ξαναμαζευτούμε. Δε μου αρέσει το Πάσχα. Σιχαίνομαι τη μαγειρίτσα. Και το χειρότερο: Δε λέω κάλαντα, δε μαζεύω λεφτά και αναγκάζομαι να αρκούμαι σε ότι μου παίρνουν οι άλλοι. Άντε και του χρόνου λοιπόν.
Ω! Τι ωραία που πέρασα την Πρωτοχρονιά!

Δεν υπάρχουν σχόλια: