Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Λόλα, να ένα αγγούρι


Εμένα το σχολείο μού έχει αφήσει τραύματα. Και να φανταστεί κανείς ότι ξεκίνησα τη μαθητική μου καριέρα ως φυτό. Ένα βίτσιο με το διάβασμα από νήπιο. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να γλιτώσω από κάτι πληγές να –με το συμπάθιο- που μου προκάλεσε.
Στο σχολείο της εποχής μου, που λες, μαθαίναμε πατριδογνωσία. Τη μισή μας μέρα την αφιερώναμε σ’ αυτό το μάθημα. Εφιάλτης. Η δασκάλα μου στο δημοτικό έχει κατακτήσει μια θέση ανάμεσα στα πέντε πιο κακιασμένα άτομα που έχω συναντήσει. Ανάμεσα στους λόγους της βράβευσής της, είναι και η λύσσα με την οποία μας δίδασκε αυτά τα μαθήματα.
Μας έπνιγε με τον πατριωτισμό στην τάξη και μετά μας έβγαζε στο προαύλιο για χορούς και τραγούδια. Τραγουδούσαμε: «Στης Θράκης μας τ’ απάτητα βουνά που η δόξα βασιλεύει… μπλα μπλα μπλα… Θρακιώτες και Θρακιώτισσες για τέτοια ένδοξη πατρίδα, γεια σας παιδιά! (η χαιρετούρα κρινόταν απαραίτητη για να νιώσουμε τη δόξα να κυλάει στο αίμα μας)… ξανά μπλα μπλα μπλα». Ε, εγώ μ’ αυτό το τραγουδάκι έτρωγα δοξασμένες φρίκες. Τέτοιες φρίκες που, τόσα χρόνια μετά, μου έχει καρφωθεί στο μυαλό πιο πολύ κι απ’ το αρνάκι άσπρο και παχύ. Χώρια ότι είχα την εντύπωση πως έλεγε για πατητά βουνά και καθόμουν μετά στο παράθυρο και παρατηρούσα τα βουνά της Ροδόπης για να διαπιστώσω αν όντως είναι πατητά στο σχήμα τους. Δεν ήταν. Κι εδώ που τα λέμε, ούτε απάτητα ήταν, όπως τα ήθελε η παραχάραξη της ιστορίας που μας πασάρανε οι νοσταλγοί της Χούντας. Η πραγματική ιστορία –αυτή που έμαθα αργότερα, εκτός σχολείου- τα ήθελε πατημένα από πολλούς και διάφορους που εναλλάσσονταν κατά καιρούς.
Το συγκεκριμένο τραγουδάκι το χορεύαμε σε καλαματιανό. Ούτε καν ζωναράδικο, συγκαθιστό, μπαϊντούσκα, κάτι θρακιώτικο, βρε αδερφέ. Μετά πιάναμε το «Μακεδονία ξακουστή» γιατί έπρεπε να χωνέψουμε πως όλοι οι τόποι της πατρίδας μας είναι δοξασμένοι.
Δεν ήταν μόνο οι χοροί και τα τραγούδια που μου σημάδεψαν τη ζωή. Ήταν και το κατηχητικό, απαραίτητο συμπλήρωμα του σχολείου. Το οποίο βρισκόταν εκεί για να καλύψει τις μεταφυσικές μου ανησυχίες με τραγουδάκια για το Χριστούλη που μας βλέπει από ψηλά. Οι γονείς μου ανησυχούσαν μην μπλέξω με παπαδαριά και θεούσες με μουστάκια. Δεν έμπλεξα. Δε θυμάμαι αν ήταν από τύχη, αν δούλεψε το μυαλό μου ή αν έφταιγε τελικά η άρνησή μου ν’ αφήσω μουστάκι.
Στο γυμνάσιο και στο λύκειο είχαν χαλαρώσει τα πράγματα. Ίσως επειδή οι νοσταλγοί της Χούντας όλο και κρύβονταν. Δε μας υποχρέωναν να είμαστε πατριώτες. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν ήταν ιδανικό, ωστόσο τρωγόταν, σε σχέση με το τωρινό. Έπαιρνες τη γνώση που χρειαζόσουν για να προχωρήσεις παραπέρα. Η γνώση δεν ήταν στείρα. Σου έδιναν τη δυνατότητα να σκεφτείς, να αναλύσεις, να κρίνεις. Όχι πως αυτός ήταν ο σκοπός τους, αλλά τουλάχιστον δεν το απαγόρευαν.
Περνώντας τα χρόνια, το σύστημα άλλαξε. Το σχολείο ήταν εκεί για να δίνει πληροφορίες. Πολλές και συχνά άχρηστες. Ωστόσο εσύ έπρεπε να τις καταπιείς αμάσητες και, όταν ερχόταν η ώρα, να τις ξεράσεις στην κόλλα των εξετάσεων. Οι καθηγητές σου ήταν αδύνατο να σε βοηθήσουν στην κατάποση. Η αποστολή τους ήταν μόνο να σε μπουκώνουν. Γι’ αυτό δε γινόταν να καταπιείς τόση πληροφορία χωρίς φροντιστήριο. Το σχολείο αποδεικνυόταν άχρηστο, όπως πάντα υποψιαζόμασταν.
Αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, σύντομα το σχολείο θα είναι ακατάλληλο για παιδιά και νέους. Κι αν πάρουμε στα σοβαρά κι αν εφαρμοστούν προτάσεις σαν αυτή της κυρίας καθηγήτριας που ήδη έχει βάλει το χέρι της –με προτεταμένο το μεσαίο δάχτυλο- στην εξέλιξη της ελληνικής παιδείας, το κλείσαμε το μαγαζί. Λουκέτο από την πρωτοβάθμια. Για τα πανεπιστήμια δεν το συζητώ, είναι ήδη τελειωμένα.
Ομολογώ ότι δεν έμαθα αρχαία ελληνικά. Άλλο τραύμα κι αυτό. Ένας ελεεινός φιλόλογος, που φρόντισε να με χλευάσει με το που με αντίκρισε, καθόρισε την πορεία μου. Με έκανε να σιχαθώ το μάθημά του, επειδή δεν ήθελα να τον βλέπω, οπότε η ώρα που έμπαινε στην τάξη ήταν πολύ μαρτυρική για να ασχοληθώ και με αυτά που έλεγε. Αργότερα, προσπάθησα μόνη μου να διαβάσω Πλάτωνα, έχοντας από τη μια μεριά το πρωτότυπο κι από την άλλη τη μετάφραση. Δεν το έκανα επειδή επιθυμούσα να αναστήσω μια νεκρή γλώσσα, όπως ισχυρίζεται η κυρία καθηγήτρια, η οποία ωστόσο τα γνωρίζει καλύτερα τα αρχαία από μένα, τα οποία προφανώς τα έμαθε επειδή έτσι έπρεπε. Εγώ έμαθα αυτά τα λίγα, για λόγο συγκεκριμένο. Γιατί κατάλαβα πως γνωρίζοντας τη γλώσσα ενός λαού, αντιλαμβάνεσαι καλύτερα τη σκέψη του. Μπαίνεις στο μυαλό του.
Χωρίς να καταφέρω να μάθω καμιά γλώσσα καλά, φρόντισα να έρθω σε επαφή με πολλές. Από τούρκικα μέχρι καλιαρντά. Έτσι, για να γνωρίσω τον κόσμο. Να ξανοιχτώ σε άλλους κόσμους. Πώς θα γνωρίσουμε τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, άμα δεν καταλάβουμε πώς σκέφτονταν τότε; Πώς θα γνωρίσουμε τη σκέψη τους, αν δε γνωρίσουμε τη γλώσσα τους; Αναγκαστικά, θα καταλήξουμε σε εικασίες. Θα φανταστούμε κάτι που ποτέ δε συνέβη. Θα βγει για παράδειγμα ο χρυσαυγίτης και, με σπαστά (νέα) ελληνικά, θα ισχυριστεί ότι από κει βαστάει η σκούφια του κι ότι η σκέψη του είναι βασισμένη στα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Χωρίς να ξέρει πώς και γιατί.
Τώρα βέβαια, για να μην τα έχει καταλάβει αυτά η κυρία καθηγήτρια, ή είναι πολύ ρηχή η σκέψη της, ή κάποιο λόγο θα έχει. Και, αν και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το πρώτο, είναι πιο πιθανό το δεύτερο. Η παιδεία στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Κι αν υπάρχουν κάποια ίχνη της, πρέπει να σβηστούν άμεσα. Η μόρφωση θα απαγορευτεί. Θα την αντικαταστήσει η εκπαίδευση. Εκπαίδευση ανθρώπων, παρόμοια με αυτή των σκύλων. Τα παιδιά μας πρέπει από δω και πέρα να εκπαιδεύονται με τρόπο που θα εμποδίζει τη σκέψη και τη βούληση. Θα μάθουν να εκτελούν εντολές. Μια γλώσσα που, όταν μιλιόταν, προκαλούσε τη σκέψη, πρέπει να πεθάνει. Θα την εκτελέσουμε και θα την παρουσιάσουμε ως νεκρή.
Ό,τι και να λέει η κυρία καθηγήτρια, δεν υπάρχουν νεκρές γλώσσες. Ειδικά οι γλώσσες που παράγουν σκέψεις, έννοιες, ιδέες, κάθε άλλο παρά νεκρές είναι. Κι όλα αυτά, τα έχουμε ανάγκη στην εποχή μας περισσότερο από ποτέ. Εξάλλου αυτό είναι παιδεία. Κι όχι η στείρα γνώση που μας πετάνε στα μούτρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: