Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Ο θάνατος του εμποράκου που ξέραμε


Κάποτε μ’ ένα φίλο μου, όποτε βαριόμασταν, πηγαίναμε να “mallακιστούμε”. Έτσι λέγαμε την επίσκεψή μας στο Mall. Μπουκάραμε στο εμπορικό κέντρο με ορμή δεκαπεντάχρονου και κάναμε πως τα κάναμε όλα, μέσα σ’ ένα χώρο που τα έχει όλα. Κάναμε πως ζούσαμε τη χαρά του καταναλωτισμού, μπαινοβγαίνοντας σαν χαζοχαρούμενα αμερικανάκια στα μαγαζιά, χωρίς απαραιτήτως να ψωνίζουμε. Κάναμε πως ψάχναμε να διαλέξουμε κάποια από τις ταινίες που έπαιζαν, ενώ στην πραγματικότητα θα μας ενδιέφερε μόνο αν έπαιζε ευρωπαϊκός κινηματογράφος, πράγμα που δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί εκεί μέσα. Στο τέλος, ενώ είχαμε ψοφήσει στο περπάτημα και λυσσάξει από την πείνα, κάναμε στάση για φαΐ πλαστικό κι έτσι φτάναμε στην κορύφωση του καταναλωτικού δράματος. Άλλοι κορύφωναν με έναν πανάκριβο καφέ, μέσα στη χλαπαταγή των χιλιάδων ευτυχισμένων καταναλωτών που έκαναν το ίδιο στα ατελείωτα τραπεζάκια που είχαν στηθεί στη σειρά. Υποτίθεται πως αυτόν τον καφέ τον απολάμβαναν όσο και τη θέα. Ευτυχώς, τέτοιες ανάγκες δεν είχαμε.
Η εμπειρία από αυτόν το χώρο, που με έχει σημαδέψει, είναι από μια παραμονή Χριστουγέννων. Πήγα μόνο γι’ αυτό. Για την εμπειρία του χριστουγεννιάτικου πνεύματος στο εμπορικό κέντρο. Εννοείται πως, ακόμη κι αν χρειαζόμουν κάτι, δε θα στηνόμουν στις ουρές των ταμείων, που έφταναν μέχρι έξω, για να το αποκτήσω. Το θεωρώ βλακώδες. Ούτε καν μαζοχιστικό. Κι όμως, είδα χιλιάδες άτομα να το κάνουν. Κι ύστερα, φορτωμένοι με τσάντες, να στήνονται σαν τα κοράκια γύρω από τα τραπέζια. Κι όταν άδειαζε κανένα απ’ αυτά, να ορμούν όλοι μαζί να το αρπάξουν. Ο τυχερός ήταν όποιος έριχνε τα περισσότερα κλοτσομπουνίδια στον άλλον. Αναρωτιόμουν αν γεννηθήκαμε ανώμαλοι ή αν μας έκαναν έτσι οι καταστάσεις. Δεν αναρωτιέμαι πια.
Τώρα μαθαίνω πως το κτίριο είναι αυθαίρετο και μάλιστα με δικαστική απόφαση και νιώθω να συνταράσσεται το είναι μου. Τι θα γίνει; Τι θ’ απογίνει; Τι θα γένουμε χωρίς mall; Το σύστημα αυτό ήτο μια κάποια λύσις. Πέρα από το κτίριο, αυτό το στολίδι του Αμαρουσίου, ήταν κι όλοι αυτοί οι ευτυχισμένοι καταναλωτές. Πώς θα τη βγάλουν από δω και πέρα; Θα αναγκαστούν να σκορπίσουν. Αλλού το ρουχάδικο, αλλού το τσαντάδικο, αλλού το βιβλιοπωλείο, αλλού ο σινεμάς… Αλλού γι’ αλλού η ζωή μας.
Αλλά για ποιο ρουχάδικο μιλάω, ποιο τσαντάδικο, ποιο βιβλιοπωλείο, ποιο σινεμά; Ποιος πάει πια σ’ αυτούς τους χώρους; Βρέθηκα σε εμπορικό κέντρο του κέντρου και ήταν νεκρό. Εντελώς. Χωρίς καμιά ελπίδα να αναστηθεί. Του είχαν κάνει και τα σαράντα. Σχεδόν όλα τα μαγαζιά, κλειστά, φαίνεται και στις φωτογραφίες. Κι ο χώρος, που κάποτε, από την πιτσιρικαρία της περιοχής, γινόταν φωτεινός και θορυβώδης, πλέον είναι εφιαλτικός. Σκοτεινός, αραχνιασμένος και παρηκμασμένος.

Αυτοί οι χώροι συνήθως στήνονταν σε κτίρια γυάλινα, αστραφτερά και μεγαλοπρεπή. Υπήρχε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν κάτι σαν ναό. Ναό της υπερκατανάλωσης. Με αισθητική απολύτως ταιριασμένη στη λογική του "μπες και πάρε ό,τι άχρηστο σου γυαλίσει". Φως και λάμψη για να σε τυφλώνει, να μη βλέπεις ότι χάνεις την ποιότητα. Και θόρυβος για να μην ακούς ούτε τη σκέψη σου, αν αυτή υπήρχε κι αν τύχαινε να σου πει ότι… mallακίζεσαι εκεί μέσα.
Δεν ήταν εύκολο σε δύσκολους καιρούς, να σηκώσουμε το βάρος του εμπορικού κέντρου. Δεν ξέρω αν κατάφεραν να το αντιληφθούν όσοι προσπαθούσαν μέχρι την τελευταία στιγμή να θυσιάσουν και να βεβηλώσουν ελεύθερους χώρους, όπως στο Ελληνικό ή στον Ελαιώνα, για να στηθούν κι άλλοι παρόμοιοι ναοί της αισχροκέρδειας και του αίσχους. (Εδώ περιμένω να βγει ένας νεοφιλελές και να με κολλήσει στον τοίχο, τρίβοντάς μου στη μούρη πως δεν πρόκειται για αισχροκέρδεια αλλά για κανόνες της αγοράς). Και δεν ξέρω κι αν θέλουν να το αντιληφθούν, αφού άλλος είναι ο σκοπός τους και καμία σχέση δεν έχει με τη στήριξη του υγιούς εμπορίου.
Βλέπω μεγάλα μαγαζιά να κλείνουν και δε λυπάμαι. Ξέρω πως για κάθε πολυκατάστημα που κλείνει, θα ανοίξουν δέκα μικρά μαγαζάκια, από μικρομεσαίους που αγωνίζονται για να επιβιώσουν ή από απολυμένους που στήνουν συνεταιρισμούς. Θα σβήσουν οι απρόσωπες επιχειρήσεις και θα βγουν στην επιφάνεια οι παραγωγοί, οι οικοτεχνίες, αυτοί που σέβονται τον καταναλωτή, επειδή θέλουν να τον ξαναδούν και να έχουν προσωπική σχέση μαζί του. Ποτέ δε λυπήθηκα για μεγάλα βιβλιοπωλεία, που κλείνουν τα υποκαταστήματά του. Αν εξαιρέσουμε τους ανθρώπους που έχαναν τη δουλειά τους, οι επιχειρήσεις δεν ήταν κι οι πιο τίμιες. Μπορώ να ξεκινήσω από το ότι δεν πλήρωναν τους εργαζόμενους και να καταλήξω στον τρόπο που προωθούσαν βιβλία που δεν είχαν τίποτα να προσφέρουν πέρα από αποχαύνωση. Τελικά καλά έκανα. Μικρά βιβλιοπωλεία, φτιαγμένα από ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο, ίσως και κάποιους από αυτούς τους απολυμένους, ξεφυτρώνουν παντού. Τα πανάκριβα αστραφτερά καφέ-μπαρ, με όλη την καλά κρυμμένη φιλοσοφία που κουβαλάνε πίσω τους, συντηρούνται πλέον μόνο από αυτούς που κινούνται στην ίδια φιλοσοφία. Κι ο κόσμος ψάχνει να καθίσει σε μικρά, συμπαθητικά μαγαζάκια με καλές τιμές.
Δεν τελειώνει ο κατάλογος με τους χώρους που αλλάζουν και μαζί μ’ αυτούς αλλάζει και η νοοτροπία μας. Κι όταν όλα τα εμπορικά κέντρα κλείσουν και μετατραπούν σε ξενώνες αστέγων ή εκθεσιακοί χώροι ή παζάρια παραγωγών, ακόμη κι αν μείνουν έτσι, ως απολιθώματα της καταναλωτικής εποχής, κι όταν ο καταναλωτής έρθει σε επαφή με έμπορο που τον σέβεται, θα βγούμε κι απ’ την κρίση. Και δεν εννοώ την οικονομική.

1 σχόλιο:

Λιακάδα ☼ είπε...

Πόσο δίκιο έχεις...
Ομως για λόγους καθαρά πρακτικότητας θα προτιμούσα αυτό να'χε συμβεί στο HALL παρά στο MALL.
Το δεύτερο ήταν σημείο συνάντησης για όλους τους Αθηναίους αφού είχε εύκολη πρόσβαση, θεα και εξυπηρετούσε πολύ στις βόλτες των παιδιών.
Χαίρομαι όμως που το πήγες το θέμα πολυ βαθιά και εξετασες παραμέτρους.