Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Τζαμπατζιλίκια


Διακοπές; Ποιες διακοπές; Πού; Πώς; Κι από τι; Από ποια δουλειά; Α, για να ξεσκάσω, να αλλάξω παραστάσεις, να βγω από το σπίτι και τέτοια. Όχι, δεν πήγα. Είχα μέρος να πάω και σπίτι για να μείνω, αλλά θα χρειαζόμουν και μια κατοστάρα για το πηγαινέλα. Κι εγώ με 100 ευρώ βγάζω το μήνα μου. Άσε που δεν παίζει να βρεθεί κανείς να με πάρει με το ιδιωτικό του αεροπλάνο, γιατί δε θα έχει κάτι να κερδίσει από μένα.
Εντάξει. Προσπαθώ να ξεγελάσω την κατάσταση. Να με πείσω πως μου αρέσει κι έτσι. Άρχισα να πηγαίνω για κάνα μπάνιο στη θάλασσα. Το δικαιούμαι, δε νομίζεις; Μπαίνω στο τραμ χωρίς εισιτήριο. Δεν έχω για εισιτήριο. Άμα δίνω τρία ευρώ κάθε μέρα για πηγαινέλα, δε θα μείνει μετά ούτε για ψωμί. Ναι, το ξέρω ότι όλο και θα βρεθεί κάποιος να μου πει ότι αυτός πληρώνει για μένα (που ποτέ δε θα καταλάβω πώς γίνεται), ότι ανά πάσα στιγμή κινδυνεύω να βρεθώ αντιμέτωπη με ελεγκτή που θα με προσβάλει -χέστηκα για το πρόστιμο, απλήρωτο θα μείνει όπως και τόσα άλλα που αδυνατώ να πληρώσω-, ότι όλο και κάποια συγγραφέας, που δεν έχει χρειαστεί να μπει σε ΜΜΜ, να βγει με πει τζαμπατζού. Ενώ, για παράδειγμα, ο βουλευτής που μετακινείται δωρεάν, όταν δε χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο που του παραχωρήθηκε επίσης δωρεάν, μαζί με όλα τα δωράκια που του κάναμε, είναι κοινωνικός λειτουργός.
Έχω βρει κι άλλους τρόπους ψυχαγωγίας και αποφυγής της τρέλας και της υστερίας που μπορούν να προκαλέσουν οι τέσσερις τοίχοι σε συνδυασμό με την ανέχεια, από αυτούς που κάποιοι θα τους έλεγαν τζαμπατζίδικους. Ψάχνω και βρίσκω πού περνάει η κάρτα ανεργίας για προσφορές, αναζητώ δωρεάν εκδηλώσεις, τρέχω ακόμη και σε πανηγύρια. Καλά να είναι κι η Ακρόπολη, η Πλάκα και τα πέριξ. Πάω και παριστάνω την τουρίστρια. Και αράζω κάπου εκεί γύρω και διαβάζω. Αυτό το διάβασμα είναι ένα θέμα. Τη βολεύω, δεν μπορώ να πω. Και ανταλλαγές βιβλίων κάνουμε και έχουν μείνει αδιάβαστα κάποια βιβλία που πήρα από τα παζάρια. Όμως, καμιά φορά, μπαίνω σε βιβλιοπωλείο να δω και καμιά καινούργια έκδοση και συνειδητοποιώ το πρόβλημα. Έχω διαβάσει βιβλία μέσα στα βιβλιοπωλεία. Εδώ, άμα θες, πες με και τζαμπατζού. Όχι για το βιβλιοπωλείο που δε θα εισπράξει, αφού συνήθως πρόκειται για αυτά τα σουπερμάρκετ που προωθούν ευπώλητες παπάρες και ελάχιστα ενδιαφέρονται για τους αναγνώστες. Αυτά που, εγώ, η φτωχάντζα, που στερούμαι το δικαίωμα στη γνώση, αρνούμαι να τα συντηρήσω. Νιώθω όμως άσχημα γιατί δεν μπορώ να αγοράσω βιβλίο κι έτσι χάνει το μικρό του ποσοστό κάποιος συγγραφέας ή μεταφραστής που του βγήκε η πίστη να το γράψει. Γιατί διαβάζω άλλα. Που δεν είναι ούτε ροζ, ούτε αυτών που έχουν γίνει κατεστημένο. Τα βαριέμαι. Βαριέμαι και τους ανθρώπους του πνεύματος και της διανόησης. Τον ακαδημαϊσμό και τον ελιτισμό τους. Το κενό τους. Αυτό που δεν τους δίνει τη δυνατότητα να ξεχωρίσουν τον τζαμπατζή από τον φτωχό. Τη ρεμούλα από την ανέχεια.
Δεν ξέρω ποιους εννοούσες όταν ρωτούσες πού είναι οι άνθρωποι του πνεύματος και της διανόησης. Έπρεπε να πάρουν θέση, λες και θα τους έβλεπε η ανάλγητη εξουσία και, υποκλινόμενη στο μεγαλείο του πνεύματος, αν όχι χεσμένη πάνω της απ’ το δέος, θα έβγαζε λιγότερη βαρβαρότητα πάνω μας. Τελικά η διανόηση καλύτερα να παρέμενε μουγκή, αραγμένη στον ελιτίστικο κόσμο της. Να άλλαζε κάθε μισή ώρα στάτους για να αναφερθεί στον καιρό, στις καλοκαιρινές διακοπές και σε άλλες ομορφιές, χάρες και χαρές της ζωής. Κι ας ζούμε σε εποχές που λίγοι χαίρονται τη ζωή τους. Όποιος θυμάται τους ανθρώπους του πνεύματος να στηρίζουν στα δύσκολα τους άλλους, τους μη προικισμένους με πνεύμα, είναι νοσταλγός μια γελοίας ρομαντικής εποχής, γελοίος κι ο ίδιος. Οι άνθρωποι του πνεύματος έχουν μεταλλαχτεί. Έχουν γίνει ένα με το τέρας. Από συγγραφείς που είναι έτοιμοι να σε στείλουν στο διάολο αν δεν τηρείς το βάρβαρο νόμο, μέχρι σκηνοθέτες που σκαρώνουν γλοιώδη στιχάκια για τον πρωθυπουργό, διασφαλίζοντας ίσως έτσι το χαβιάρι τους, οι άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων έχουν πάρει το δρόμο τους. Ένα δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα, τη στιγμή που οι υπόλοιποι κάνουμε ελιγμούς για να αποφύγουμε τα σκατά που μας έχουν πνίξει. Όπως βολεύεται ο καθένας.
Η διανόηση είναι μπερδεμένη. Στηλιτεύει την παρανομία, ακόμη κι αν οι νόμοι είναι εγκληματικοί. Σε αποκαλεί τζαμπατζή αν δεν έχεις να πληρώσεις εισιτήριο και δεν παίρνει πίσω τη λέξη της. Μόνο έρχονται άλλα μέλη αυτής της ελίτ για να μιλήσουν για λάθος λέξη. Δηλαδή λογοτέχνης χρησιμοποιεί λάθος λέξεις. Και τον διαβάζουμε. Αν είναι έτσι, όλο το λάθος είναι δικό μας. Αλλά δε βαριέσαι κυραλένα μου; Ένα παιδί χωρίς μέλλον ήταν, όπως τόσα και τόσα σ’ αυτή τη χώρα, που παρανομούν κάθε φορά δε χρησιμοποιούν εισιτήριο, άθλια κλεφτρόνια, μιάσματα της κοινωνίας. Άσε που δεν υπάρχει περίπτωση να διαβάσουν τα υψηλής διανόησης έργα σου (που αν έχουν κι αυτά λάθος λέξεις, να το κοιτάξεις). Δεν τα χρειαζόμαστε αυτά τα παιδιά. Ούτε τους γονείς που ανέθρεψαν αυτούς τους μικρούς λωποδύτες. Στο διάολο οι φτωχοί κι η μιζέρια τους. Χαλάνε την τάξη, την ευπρέπεια, την ελιτίστικη αισθητική μας. Να καθαρίσει ο τόπος, να μείνουν οι ευγενείς, οι νομοταγείς και οι φραγκάτοι που θα πουλάνε πνεύμα και διανόηση.
Σύντομα θα πάνε οι φτωχοί από κει που ήρθαν. Ήθελαν να έχουν και σπίτια. Τόλμησαν να γίνουν ιδιοκτήτες. Τελειώνουν αυτά. Σε λίγο θ’ αρχίσουν οι πλειστηριασμοί για να σωθούν οι τράπεζες. Σε λίγο, που θα σου πάρουν το σπίτι, ό,τι σου έχει απομείνει, μην ανησυχείς κι η διανόηση θα είναι εκεί. Για να σου πει πως δεν υπήρχε άλλη λύση, αφού, ως τζαμπατζής, δεν πλήρωνες το δάνειο και πως έτσι ταιριάζει στους τζαμπατζήδες. Θα τα βάλει με τους τζαμπατζήδες, αφήνοντας τους νταβατζήδες να αλωνίζουν. Ίσως βέβαια, να μην ακούσεις τις επιπλήξεις της για το σφάλμα σου. Ίσως να μη δεις το δάχτυλο που θα σου κουνάει για το παράπτωμά σου. Ίσως τότε να σκέφτεσαι ότι γλίτωσες. Ότι τώρα η τράπεζα θα πληρώνει φόρο ακίνητης περιουσίας, χαράτσια και άλλα νταβατζιλίκια που δεν μπορούσε να αντέξει η τσέπη σου. Ότι ίσως να μη σου ζητήσουν ποτέ να πληρώσεις χαράτσι για την παράγκα που θα στήσεις για να στεγαστείς.
Ίσως να σταματήσεις να κοιτάς τη ζωή σου από απόσταση και να περιμένεις να σε στηρίξουν άλλοι. Ίσως να πάρεις αποφάσεις. Να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου. Να ενώσεις τις δυνάμεις σου –όσες σου έχουν απομείνει- με άλλους σαν εσένα. Να ορίσετε τη μοίρα σας, να στήσετε μια κοινωνία που θα αγνοεί τους βάρβαρους νόμους. Που θα αγνοεί τους βάρβαρους ανθρώπους του πνεύματος.