Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Ο ΜΠΟΥΜΠΟΥΝΑΣ

Αγαπάμε Νίκο Ζερβό, για πολλούς λόγους. Ο ένας είναι ότι στο φέισμπουκ, μας θυμίζει τα καλύτερα. Μας θύμισε και το επικό αυτό άσμα του Νικόλα Άσιμου.

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΔΡΑΜΑΤΑ


Είπα να μην ασχοληθώ, αφού ασχολούνται όλοι οι άλλοι, αλλά δεν μπορώ. Θα σκάσω. Μετά τις τσόντες και τις σαμπάνιες, ήρθαν οι εξομολογήσεις. Η Τζούλια μας άρχισε ν' ανοίγει την καρδιά της σε σοβαρές δημοσιογράφους. Έβγαλε η κοπέλα τα εσώψυχά της. Αυτά που τη βασάνιζαν. Αυτά που την καταδίωκαν. Αυτά που την οδήγησαν στην κατρακύλα...
Ποτέ δεν έζησε σαν όλα τα κορίτσια της ηλικίας της. Οι γονείς της, εκμεταλλεύτηκαν την ομορφιά της. Την καταπίεζαν να δείχνεται, ενώ αυτή ήθελε να παίξει με τα υπόλοιπα παιδάκια. Από εκεί ξεκίνησε, στις βίζιτες κατέληξε. Και τώρα είναι αργά για να γυρίσει πίσω...
Ακολούθησε το οικογενειακό δράμα. Να αλλάξει επώνυμο, δε δικαιούται η ατιμασμένη να φέρει το τίμιο όνομα του Αλεξανδραταίικου. Οι γονείς της, αμετανόητοι, δε δέχονται ότι έκαναν λάθος στην ανατροφή της κόρης τους. Πιστεύουν ότι έχει ψυχοσωματικές διαταραχές και πρέπει να τη δει γιατρός. Μια χαρά είναι το κορίτσι σας. Πουλάει αυτό που έχει. Αυτό που έμαθε από σας ότι έχει. Μουνί της δώσατε να καταλάβει ότι έχει, ε αυτό πουλάει.
Εγώ πάντως πιστεύω ότι έχει και μυαλό. Τους πουλάει και τους αγοράζει όλους. Και τις τρελίτσες της, τις έκανε σαν νέα και άβγαλτη κοπέλα και τα λεφτάκια της τα τσίμπησε και θα καλοπαντρευτεί, αφού βγήκε ο υπεράντρας που θα την κάνει Κυρία.
Αυτά να βλέπουν όλα τα κορίτσια της ηλικίας της και να ανοίξουν τα μάτια τους.
Βάφουμε το μαλλί πλατινέ.
Πουλάμε σε πρώτη φάση τα βυζιά μας.
Κάνουμε μοντελοδουλειές και τραγουδοδουλειές.
Συνεχίζουμε με βίζιτες.
Παρουσιάζουμε στα ΜΜΕ το οικογενειακό μας δράμα.
Καλοπαντρευόμαστε.
Άντε βρε, και στα δικά σας οι λεύτερες!

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Χαλαρώστε μωρά μου!


Κάθομαι στο βοξ στα Εξάρχεια και πίνω τον απογευματινό καφέ μου. Και αφού το βοξ μου δίνει ίντερνετ και ο γείτονας όχι, έχω και το λάπτοπ μου και χαζολογάω ή χαζοκοιτάω. Όταν ήρθα ήταν ήσυχα. Λίγες παρέες που μιλούσαν χαμηλόφωνα. Και γιατί να φωνασκούν άλλωστε; Η μουσική εδώ μέσα, απλά υπάρχει για να καλύπτει τη μούγκα. Εξάλλου είναι ένας χώρος που πολλοί τον συνδυάζουν με διάβασμα. Κι εγώ με το φίλο μου τον Γιώργο, που κι αυτός έφερε το λάπτοπ του γιατί έχει το ίδιο πρόβλημα με το δικό του γείτονα, μιλούσαμε χαμηλόφωνα. Ο μόνος έντονος ήχος, ερχόταν από το μπαρ. Τα ποτήρια, τα φλιτζάνια, τα παγάκια...
Μέχρι που πλάκωσαν τα ελληνόπουλα. Καμιά δεκαριά σκασμένα, μέλη κάποιας φοιτητικής παράταξης, ήρθαν να κάνουν συνέλευση στο βοξ. Ξεκίνησαν με τα τραβήγματα τραπεζοκαθισμάτων και το πού θα κάτσει ο καθένας. Ε, είπαμε κι εμείς ότι όταν βολευτούν θα το βουλώσουν. Πόσο έξω πέσαμε! Με το που στρώθηκαν άρχισαν να ουρλιάζουν. Αυτή η μανία του Έλληνα...
Ήθελα να σηκωθώ και να τα ξεχέσω. Μαλακισμένα, το μαγαζί έχει τόση ησυχία που δε χρειάζεται να ξελαρυγγιάζεστε! Σας ακούνε οι διπλανοί σας. Να είστε σίγουροι γι' αυτό. Σας το λέω εγώ που κάθομαι τρία τραπέζια μακριά και μου πήρατε τ' αυτιά. Κρατήθηκα. Είμαι ευγενής και δε μου αρέσει να προσβάλω τους άλλους. Συνήθως.
Σε λίγο παρατήρησα ότι άρχισαν όλοι να μιλάνε δυνατά. Άκουσα τις φωνές αυτών που καθόταν σε τρία τραπέζια, γύρω από το τραπέζι των μαλακισμένων. Μετά διαπίστωσα ότι κι εγώ μιλούσα δυνατά.
Αυτό το φαινόμενο, παρατηρείται μόνο στη χώρα μας, η οποία γέννησε τον πολιτισμό. Στην υπόλοιπη απολίτιστη Ευρώπη, επικρατεί ησυχία σε όλους τους χώρους. Κι όμως, μιλάνε. Μάλλον γνωρίζοντας ότι ως απολίτιστοι που είναι, δεν έχουν κάτι αξιόλογο να πουν και γι' αυτό το λένε χαμηλόφωνα. Μην τυχόν υπάρχει κάνας έλληνας εκεί γύρω και τους ακούσει και εκτεθούν. Θυμήθηκα που βρέθηκα πριν κάτι χρόνια στις Βρυξέλλες μαζί με κάτι άλλους δημοσιογράφους. Το περπάτημα που κάναμε, μας έβγαλε σε ένα ελληνικό μαγαζί. Από τις χειρονομίες που κάναμε κι από τη φασαρία που προκαλούσαμε, είδε ο γύφτος από μέσα απ' το μαγαζί τη γενιά του και βγήκε έξω για να το επιβεβαιώσει.
Ωχ! Τώρα φωνάζουν όλοι μαζί. Κι άλλες καρέκλες τραβιούνται. Ω ναι! Ήρθαν κι άλλοι. Μεγάλωσε βρε η τρελοπαρέα!
Να πιάσω το τασάκι, το ποτήρι με το νερό ή το φλιτζάνι του καφέ;
Προβληματισμός.

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Η Kats-woman συμβουλεύει: Ξέχασέ τον!


Πόνεσε η ψυχή μου βρε αναγνώστη μου με την επιστολή της Κατερίνας. Η οποία με λίγα λόγια, μου λέει ότι χώρισε με το ΜΑΛΑΚΑ της, χωρίς σοβαρό λόγο και δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό της και να το αντέξει η καρδιά της. Μπαίνω κατευθείαν στο ψητό.
Λοιπόν μανάριμ! Ακολουθούν οι δέκα εντολές για την αποτοξίνωση της χωρισμένης:
Τα έχω πρόσφατα τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσεις από το δικό μου το ΜΑΛΑΚΑ.
1. Θα τα σπάσεις.
2. Θα του θυμίσεις πόσο μαλάκας είναι, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.
3. Θα βγεις, θα πιεις, θα ξενυχτήσεις, θα μιλήσεις, θα χαζολογήσεις, θα μαλακιστείς.
4. Θα γκομενίσεις. Κι ας μην έχεις όρεξη. Έχεις πέραση. Αυτό έχει σημασία. Ναι, ξέρω ότι δεν έχεις μάτια για άλλον. Ναι, ξέρω ότι δε σου κάνει κούκου με κανέναν. Δεν το κάνεις γιατί θέλεις να χτυπήσεις γκόμενο. Το κάνεις για να νιώσεις καλύτερα.
5. Θα πάψεις να ακούς τη μουσική που άκουγες όσον καιρό ήσουν με το μαλάκα. Εγώ πήρα τα τραγουδάκια που άκουγα τότε και τα έχωσα σε ένα φάκελο και μου απαγορεύω να τον ανοίξω.
6. Θα αλλάξεις στέκια. Δε θα πατάς εκεί που πήγαινες μαζί του. Εγώ μόνο μια φορά πήγα κι αυτό μετά από καιρό. Αλλά εκεί που τον γνώρισα, δεν περνάω ούτε απ' έξω. Ούτε τη διαδρομή που έκανα τότε. Κι ας είναι ένας δρόμος που τον περνούσα συνέχεια. Δεν πήγα σε κείνο το μαγαζί, ούτε για να δω το λάιβ ενός φίλου μου, που δεν ήθελα να το χάσω.
7. Και τώρα που το ανέφερα, ας ακολουθείς εναλλακτικές και διαδρομές. Μην περνάς από τους δρόμους που περνούσες μαζί του. Σήμερα το θυμήθηκα, που είναι ιδιαίτερη μέρα για τη γειτονιά μου, λόγω λαϊκής στην Καλλιδρομίου. Τα Σάββατα, συνήθως το πρωί έφευγα από το σπίτι μαζί με το Μαλάκα μου, γιατί τον είχα στο σπίτι από την προηγούμενη και τον ντάντευα. Τύχαινε πάντα αυτή τη μέρα. Ε, δεν μπορούσε κι αυτός να μου κουβαλιέται Τρίτη, Πέμπτη, άλλη μέρα που δεν είχε αυτή την ιδιαιτερότητα; Τέλος πάντων. Και πάλι τα βολεύω. Ανεβαίνω κατευθείαν Ιπποκράτους και δεν περπατάω στη Ζωοδόχου Πηγής, όπως τότε.
8. Ασχολήσου με τη δουλειά σου και με πράγματα που σου αρέσουν. Θα έρθουν από εκεί τα καλά. Δοκιμασμένη μέθοδος ΚΑΙ αυτή. Και κυρίως, αποτελεσματική.
9. Γράψ'τον.
10. Άνοιξε τα γκαβά σου. ΣΙΓΟΥΡΑ κυκλοφορούν και καλύτεροι.
Καλή επιτυχία!
Και μη με απασχολείτε άλλο βρε κορίτσια με τέτοια θέματα. Άντε γιατί έχουμε και δουλειές!

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

H Kats-woman συμβουλεύει (ξανά)


Ας υποθέσουμε λοιπόν καλή μου φίλη, ότι έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο άντρες. Και ότι είναι οι τελευταίοι πάνω στη γη. Αλλά είναι και οι δύο ελαττωματικοί. Ο ένας είναι μουνόδουλος (όποια μουνίτσα δει, σέρνεται πίσω της σαν κοινός λιγούρης) κι ο άλλος είναι μανόδουλος (είναι ικανός να τινάξει τη ζωή του και τη ζωή σου στον αέρα, για να συρθεί πίσω από τη μάνα του). Ποιον θα προτιμήσεις;
Βγάλε τα συμπεράσματά σου, από τις επιστολές που έλαβα από τη Σούλα και την Κούλα.

Επιστολή 1: Ο μουνόδουλος
Αγαπητή Kats-woman
Είμαι μία φανατική σου αναγνώστρια και παρακολουθώ με ενδιαφέρον τις πολύτιμες συμβουλές που δίνεις, οι οποίες είναι ικανές να λύσουν ακόμη και τα πιο σοβαρά προβλήματα του ανθρώπινου γένους. Εδώ και ένα χρόνο, τραβιέμαι (που λέει ο λόγος δηλαδή) με ένα παιδί, που είναι εντελώς ανώριμο. Δεν υπάρχει θηλυκό που να μη γυρνάει να το κοιτάξει. Και μου φαίνεται πολύ παράξενο, γιατί κοιτάει ακόμα και την κάθε τελευταία, τη στιγμή που εγώ, αντικειμενικά, είμαι πολύ εμφανίσιμη. Με αυτό το χαρακτήρα που έχει, μου είναι αδύνατο να τον εμπιστευτώ και να προχωρήσω σε σχέση μαζί του. Προσπάθησα να απομακρυνθώ και να κάνω σχέση με κάποιον άλλο, το έμαθε και μου έκανε σκηνή, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί, αφού στην ουσία, δεν είχαμε ποτέ τίποτα. Φυσικά με τον άλλο δεν προχώρησε, αφού είμαι κολλημένη σ' αυτόν τον παπάρα. Τώρα κάνει παρέα με μια φίλη μου και της λέει για την κάθε τσούλα που του γυαλίζει. Είμαι για να σκάσω. Τι να κάνω; Περιμένω με αγωνία τη γνώμη σου.
Σούλα

Αγαπητή Σούλα
Άντε στον παπάρα σου και μην το σκέφτεσαι πολύ. Και που κοιτάει, δεν έγινε και τίποτα. Πόσες από αυτές που κοιτάει νομίζεις ότι θα του κάτσουν; Οι άντρες για να πηδήξουν, πρέπει να κάνουν μεγάλη προσπάθεια. Μια γυναίκα πάλι, ακόμα και το τελευταίο μπάζο, άμα πει να πηδηχτεί, είναι εύκολο. Πόσο μάλλον εσύ που είσαι και εμφανίσιμη. Αυτό να καταλάβει ο μουνόδουλος αγαπημένος σου και να μαζευτεί. Από την άλλη, φρόντισε όταν θα είσαι δίπλα του και κοιτάει μουνίτσες, εσύ να τον κάνεις να αισθάνεται τη γελοιότητα της πράξης του. Δε γίνεται κύριέ μου να κυκλοφορείς με τη μουνάρα και να κοιτάς τη μουνίτσα! Θα γελάει ο κόσμος μαζί σου. Χώρια ότι το πιο πιθανό, είναι να μιλάει στη φίλη σου για τις τσούλες που του γυαλίζουν, για να σου το μεταφέρει και να γυαλίσει κι εσένα το μάτι σου. Γύρνα στον παπάρα σου και άφησέ τον να νομίζει...

Επιστολή 2: Ο μανόδουλος
Αγαπητή Kats-woman
Μετά από πολλή σκέψη, και εκτιμώντας το σημαντικό σου έργο και την ανεκτίμητη προσφορά σου σε θέματα σχέσεων, αποφάσισα να σου μιλήσω για τη συμφορά μου.
Ο αγαπημένος μου, δεν κάνει τίποτα αν δεν το εγκρίνει η μαμά του. Θα μπορούσα να αναφέρω μια σειρά από γεγονότα, αλλά θα χρειαστώ πολλές σελίδες. Αλλά νομίζω ότι είναι περιττό. Απλά θα σου αναφέρω την εξέλιξη της κατάστασης. Στην αρχή, το κρατούσε κρυφό ότι τρέχει από πίσω της και με άφηνε να πιστεύω ότι τρέχει για δουλειές του. Στην πορεία, άρχισε να αναφέρει ότι είναι μαζί της. Δεν είχα πρόβλημα. Αντιθέτως το θεωρούσα θετικό, γιατί πίστευα ότι κάποιος που αγαπάει τη μαμά του, είναι άνθρωπος με ευαισθησίες. Αλλά όταν άρχισε να έρχεται σκαστός για να με δει και να φύγει σε μισή ώρα για να μην τον ψάχνει η μαμά του, ε τρελάθηκα. Επιτέλους δηλαδή, Η ΜΑΜΑ ΤΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΟΤΙ Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΓΑΜΑΕΙ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΖΩΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΤΟΥ ΤΗ ΓΑΜΗΣΕΙ!
Συγνώμη για την ένταση και το ανέβασμα των τόνων και τα μπινελίκια, αλλά μου βγαίνει η αγανάκτηση. Περιμένω τη γνώμη σου και θα κάνω ότι μου πεις.
Κούλα

Αγαπητή Κούλα
Αυτές οι μανάδες – μαινάδες είναι μάστιγα. Όπως και τα ευνουχισμένα αγοράκια τους. Αν ο μπούλης σου, δεν μπορεί να τη στείλει να κοιτάξει τη δουλειά της, φύγε τρέχοντας. Και άσε τη μανούλα του να του βρει μια καλή νυφούλα από το Λύκειο Ελληνίδων ή από τον τοπικό Χριστιανικό Σύλλογο Κυριών και Δεσποινίδων για να ζήσουν καλά κι εσύ καλύτερα. Κρίμα το παιδί πάντως, γιατί και με τη νυφούλα, πάλι θα ψάχνει να βρει κανένα χαϊβάνι σαν εσένα. Και τότε θα φεύγει σκαστός κι από τη μαμά κι από τη νυφούλα. Αλίμονο στη δύσμοιρη που θα βρεθεί στο δρόμο του. Και δεν εννοώ τη νυφούλα γιατί αυτή θα περνιέται για κυρία με τις ευλογίες της Μητέρας.
ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΙΔΡΥΜΑ ΝΑ ΜΑΖΕΥΕΙΣ ΤΟ ΚΑΘΕ ΑΝΩΜΑΛΟ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΟ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΤΟΝ ΣΤΕΙΛΕΙΣ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ! Συγνώμη για την ένταση και το ανέβασμα των τόνων και τα μπινελίκια, αλλά μου βγαίνει κι εμένα η αγανάκτηση.

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

ΠΛΕΡΩΝΕ ΤΩΡΑ!


Βρε χαραμοφάη έλληνα! Ακόμα δεν κατέθεσες το μισθό σου στον τραπεζικό λογαριασμό αλληλεγγύης για την απόσβεση δημοσίου χρέους; Ντροπή σου! Τώρα μάλιστα που θα πάρεις και δώρο Πάσχα (όσο πάρεις από αυτό δηλαδή), μισθό δε χρειάζεσαι. Είναι υποχρέωση όλων μας! Δεν παραδειγματίζεσαι από τους τόσους και τόσους βιοπαλαιστές που συναντάει κάθε μέρα ο πρωθυπουργός μας και δηλώνουν πρόθυμοι να προβούν σ' αυτή την κίνηση;
Προβούν είπα και θυμήθηκα τον καλό μας κύριο Προβόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι η τράπεζα, δε θα παίρνει προμήθεια για τα ποσά που θα κατατίθενται σ' αυτό το λογαριασμό. Μιλάμε για μια χειρονομία που αποδεικνύει το ήθος, τη μεγαλοψυχία και την αυταπάρνηση που μπορεί να επιδείξει μία τράπεζα σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς για την πατρίδα. Την αναγνωρίζουμε τη θυσία κι έτσι κανείς από εμάς δε θα απαιτήσει να καταθέσει κι ο Προβόπουλος ένα μισθό του υπέρ αποσβέσεως του δημοσίου χρέους. Κι ας ξέρουμε ότι μια τέτοια κατάθεση, θα μπορούσε να μειώσει σημαντικό αυτό το γαμημένο χρέος.
Όχι πατριώτη. Δε θα περιμένεις να καταθέσουν οι βουλευτές μας το μισθό τους σ' αυτό το λογαριασμό. Οι βουλευτές τα χρειάζονται για να λύσουν τα δικά σου προβλήματα. Δε θα περιμένεις να πιάσουν όλους αυτούς που προκάλεσαν το χρέος και να τους τιμωρήσουν παραδειγματικά (πχ κρέμασμα και κάπνισμα) για να πειστείς ότι πρέπει να προσφέρεις στον τόπο σου.
Θα καταθέσεις το μισθό σου κι ας μην έχεις μετά να ταΐσεις τα παιδιά σου. Ας φάνε ένα μήνα τραχανά. Δε θα πάθουν και τίποτα. Ας μην το σουβλίσεις το αρνί βρε αδερφέ το Πάσχα! (Κι ένα σούβλισμα μετά το κάπνισμα, δε θα ήταν κακή ιδέα). Θα καταθέσεις κι εσύ ο επαγγελματίας, χωρίς να σκέφτεσαι ότι δε θα πατήσει κανείς στο μαγαζί σου, αφού όλοι θα έχουν καταθέσει υπέρ αποσβέσεως δημοσίου χρέους και θα έχουν μείνει απένταροι. Ούτε το αυξημένο ΦΠΑ που θα πληρώσεις θα σκεφτείς. Κι εσύ συνταξιούχε, που μου βγαίνεις και στους δρόμους και διαμαρτύρεσαι, αντί να πίνεις τα χαμέμηλά σου όπως αρμόζει στην ηλικία σου. Παντόφλα και σπίτι γρήγορα. Και το χαμομήλι κοίτα να βγεις να το μαζέψεις μόνος σου από τους αγρούς, γιατί σε λίγο δε θα έχεις να το αγοράσεις.
Άι σιχτίρ, γιατί ακούω κάτι εξυπνάδες και ταράζομαι. Άμα δεν πληρώσεις εσύ μαλάκα έλληνα τα γαμησιάτικα αυτών που εσύ ψηφίζεις, ποιος θέλεις να τα πληρώσει; Τον παρά σου και στην τράπεζα γρήγορα!
Για την πατρίδα ρε γαμώτο!

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Η KATS-WOMAN ΔΕ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ ΚΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΤΟ ΠΑΙΡΝΕΙ ΟΠΩΣ ΘΕΛΕΙ


Αυτές τις μέρες, φιλοξενώ τη φίλη μου τη Στέλλα από το χωριό. Μάλλον, από γειτονικό χωριό. Πρόσεξε τώρα, ιστορία η Στέλλα. Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, ήταν πρώτο έτος στην αρχιτεκτονική τότε, είχε γνωρίσει τον Κώστα, που μόλις είχε αποφοιτήσει. Είχαν συναντηθεί κατά τη διάρκεια διακοπών συμφοιτητών και φίλων, με φίλους φίλων κλπ, δεν έχει σημασία. Έτυχε να κάτσουν δίπλα δίπλα, εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους, αλλά από την πρώτη στιγμή, ένιωσαν άνετα ο ένας με τον άλλο. Αυτό είναι χαρακτηριστικό των καρμικών σχέσεων. Αλλά δεν πήγε το μυαλό τους.
Η Στέλλα ζούσε στην Αλεξανδρούπολη και σπούδαζε στην Ξάνθη. Ο Κώστας ζούσε στο Παρίσι και σπούδαζε στην Αθήνα. Εκείνο το διάστημα, είχε αποφασίσει να μείνει στην Αθήνα. Ακολούθησαν αρκετά πήγαινε έλα Αθήνα Ξάνθη για ένα χρόνο. Στην πορεία, ο Κώστας χρειάστηκε να επιστρέψει στο Παρίσι. Τα πήγαινε έλα μειώθηκαν, αλλά κανείς δεν έλεγε να το τελειώσει. Κάποια στιγμή, η Στέλλα κουράστηκε. Θεώρησε πως η απόσταση είναι εμπόδιο και πως θα πρέπει να διακόψουν. Αλλά και πάλι, δε μίλησαν για τέλος.
Στην πορεία, η Στέλλα βρήκε τον Γιάννη και ο Κώστας, ποιος ξέρει ποια... Μετά από δύο χρόνια, ο Κώστας ήρθε στην Ελλάδα για κάτι δουλειές. Τηλεφώνησε στη Στέλλα για να συναντηθούν. Την πέτυχε σε κακή φάση με το Γιάννη. Ετοιμάστηκε να πάει να τον βρει, αλλά την τελευταία στιγμή, την έπιασαν οι ανασφάλειές της. Αυτός, έκανε μεγάλη επιτυχία με τη δουλειά του, χώρια ότι η οικογένειά του ήταν χωμένη μέσα σε υψηλούς κύκλους στο Παρίσι. Η μάνα του είχε γκαλερί κι ο πατέρας του, επίσης αρχιτέκτονας, από τους πολύ πετυχημένους. Και ο Κώστας στο γραφείο του να συνεχίζει την παράδοση. Και ήταν αυτός ο λόγος που γύρισε στο Παρίσι και δεν μπορούσε να το εγκαταλείψει. Η Στέλλα πάλι, με μάνα υπάλληλο σε λογιστικό γραφείο και με πατέρα ιδιοκτήτη ταχυφαγείου. Άλλο ένα σημείο που κάνει τη σχέση τους αταίριαστη. Τι νόημα θα είχε να πάει να τον βρει, αφού η σχέση αυτή ήταν καταδικασμένη. Αυτό σκέφτηκε και ακύρωσε το εισιτήριό της. Ο Κώστας της τηλεφωνούσε κι αυτή δεν τολμούσε να το σηκώσει.
Ο Κώστας αρραβωνιάστηκε μετά από τρία χρόνια. Με την κόρη ενός εισαγγελέα. Το έμαθε τυχαία από κοινή γνωστή, κοινού γνωστού, κάτι τέτοιο. Αλλά κι αυτή, έξι μήνες πριν, γνώρισε τον Τάσο. Δημόσιο υπάλληλο. Είχε τελειώσει στο μεταξύ με τις σπουδές της, έμενε στο δικό της σπίτι πλέον και δούλευε σε ένα γραφείο. Ζούσαν μια ήρεμη ζωή, χωρίς εντάσεις και χωρίς πάθη. Πήγαιναν μαζί σε γάμους και οικογενειακές και κοινωνικές εκδηλώσεις. Κάποια στιγμή, σκόπευαν να παντρευτούν.
Τη Στέλλα, είχα σχεδόν δυο χρόνια να τη δω. Από τότε που κατέβηκα στην Αθήνα. Την είδα πριν δυο μήνες και ξημερωθήκαμε κάνοντας αναδρομή στις ζωές μας. Ασφαλώς θυμήθηκε τον Κώστα. Λίγες μέρες μετά, του τηλεφώνησε. “Ποια είσαι”; τη ρώτησε. “Αυτή που κατάλαβες” του απάντησε. Και βέβαια κατάλαβε κι ας είχε τόσα χρόνια να της μιλήσει. Του έδωσε εξηγήσεις για το στήσιμο τότε που ήρθε και περίμενε να τη συναντήσει και ακολούθησαν τα σχετικά, “πού βρίσκεσαι”, “τι κάνεις στη ζωή σου”, “πώς περνάς”, “στείλε μου καμιά φωτογραφία” και έμειναν εκεί.
Ο Κώστας είχε ήδη χωρίσει με την αρραβωνιάρα όταν μίλησαν. Η Στέλλα, χώρισε πριν δυο βδομάδες με τον Τάσο. Δεν τα βρήκανε στα διαδικαστικά. Ξέρεις, ο Τάσος ήταν από αυτούς τους γαμπρούς που κάνουν συμφωνίες πριν προχωρήσουν σε τόσο σημαντικές αποφάσεις όπως ο γάμος. Από την άλλη η Στέλλα, και γι' αυτό είναι από τις λίγες φίλες που κράτησα από το παρελθόν, δεν κάνει συμβιβασμούς. Κι ας το έβαλε στα πόδια τότε με τον Κώστα. Κι ας έχει τις ανασφάλειές της.
Τώρα λοιπόν που ξεφορτώθηκε το μικροαστό και μπορεί και κυκλοφορεί ελεύθερα, ήρθε να με δει. Πριν λίγο, μπήκε από τον υπολογιστή μου να δει τα μέιλ της. Πρώτο στη λίστα, ήταν το όνομα Κώστας. “Πού είσαι, τι έγινες; Τα πήρες τα μέιλ μου; (για κάποιο λόγο δεν τα πήρε). Θα έρθω το καλοκαίρι και κοίτα να μην εξαφανιστείς πάλι”.
Δεν άντεξε να απαντήσει. Δεν έβρισκε τι να πει. Δεν τη χωρούσε ο τόπος. Βγήκε κλαίγοντας από χαρά, να πάει μία βόλτα για να πάρει αέρα. Ελπίζω να μη φτάσει περπατώντας στη Βουλιαγμένη και να θυμηθεί να γυρίσει πριν νυχτώσει.
Είναι κάποιες σχέσεις, οι οποίες δε γίνεται να τελειώσουν ποτέ. Κι όσο πιο έγκαιρα το καταλάβουν αυτοί που εμπλέκονται σ' αυτές, τόσο σε λιγότερες συμβιβαστικές λύσεις ξεπέφτουν.
Με συγκίνησαν τα άτιμα. Και σκέφτομαι ότι θα έχω και δικό μου άνθρωπο στο Παρίσι. Τι καλά!

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ


Άλλο ένα “ατυχές” γεγονός και σε καμία περίπτωση στοχευμένο, ήταν το ρίξιμο δακρυγόνων κατευθείαν στα μούτρα του Μανώλη Γλέζου.
Μα ναι. Και πώς να αντιδράσει ο πανικόβλητος αστυνομικός, βλέποντας τον υπερήλικα κύριο να τον απειλεί με τη μολότοφ στο ένα χέρι και το άλλο να κρατάει ένα παλούκι ναααα με το συμπάθιο και να απειλεί τις περιουσίες των νομοταγών πολιτών; Και ναι. Πού να ξέρει ο αστυνομικός, ποιος είναι αυτός ο γέρος που απειλούσε τη δημόσια τάξη και ασφάλεια;
“Δεν τον γνωρίζω. Δεν έχω ακούσει ποτέ την ιστορία του. Και στο κάτω κάτω βρε αδερφέ, ένας γέρος που δεν κάθεται στο σπίτι του να πιει το χαμομήλι του και τρέχει σε πορείες, είναι ύποπτη υπόθεση. Αναρχοπατέρας έμοιαζε. Γι' αυτό του το έριξα. Για να χτυπήσω το κακό στη ρίζα του. Πού να πάει το μυαλό μου ότι θα προκαλέσω τόσες αντιδράσεις με αυτή την καθ' όλα νόμιμη ενέργειά μου” ομολόγησε ο εν λόγω αστυνομικός.
Συνάδελφός του, μάρτυρας στο περιστατικό, κατέθεσε:
“Δίκιο έχει ο εκλεκτός συνάδελφος. Ούτε εγώ τον ήξερα τον κύριο. Και σε κάποια φάση άκουσα “Ο Γκλέτσος! Ο Γκλέτσος!” και απόρησα. Ο Γκλέτσος είναι ίνδαλμα για μένα. Πάντα ήθελα να γίνω σκληρός και ζόρικος σαν αυτόν. Μου φάνηκε παράξενο το να βρεθεί στην πορεία και σκέφτηκα ότι μια επίθεση εναντίον του, όντως θα αποτελούσε πλήγμα για την τέχνη και τον πολιτισμό. Μετά μου το διευκρίνησαν. Μου είπαν για κάποιον Γλέζο και μια ιστορία για κάτι σημαίες και αντίσταση κατά των γερμανών. Δεν ξέρω εγώ απ' αυτά. Εγώ μεγάλωσα, ακούγοντας τον παππού να επιμένει ότι “οι γερμανοί είναι φίλοι μας”. Και δε θα διαφωνήσω με τον παππού, επομένως κρίνω ότι ο συνάδελφος, αν ένιωσε να απειλείται από τον εν λόγω κύριο, σωστά έπραξε”.
Απορία δική μου: Μέχρι πότε ανιστόρητοι και κομπλεξικοί καυλωμένοι μπάτσοι, θα κρατούν στα χέρια τους χημικά και θα τα ξαμολάνε για να μας προστατεύουν;
Δεν περιμένω απάντηση.