Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Χαλαρώστε μωρά μου!


Κάθομαι στο βοξ στα Εξάρχεια και πίνω τον απογευματινό καφέ μου. Και αφού το βοξ μου δίνει ίντερνετ και ο γείτονας όχι, έχω και το λάπτοπ μου και χαζολογάω ή χαζοκοιτάω. Όταν ήρθα ήταν ήσυχα. Λίγες παρέες που μιλούσαν χαμηλόφωνα. Και γιατί να φωνασκούν άλλωστε; Η μουσική εδώ μέσα, απλά υπάρχει για να καλύπτει τη μούγκα. Εξάλλου είναι ένας χώρος που πολλοί τον συνδυάζουν με διάβασμα. Κι εγώ με το φίλο μου τον Γιώργο, που κι αυτός έφερε το λάπτοπ του γιατί έχει το ίδιο πρόβλημα με το δικό του γείτονα, μιλούσαμε χαμηλόφωνα. Ο μόνος έντονος ήχος, ερχόταν από το μπαρ. Τα ποτήρια, τα φλιτζάνια, τα παγάκια...
Μέχρι που πλάκωσαν τα ελληνόπουλα. Καμιά δεκαριά σκασμένα, μέλη κάποιας φοιτητικής παράταξης, ήρθαν να κάνουν συνέλευση στο βοξ. Ξεκίνησαν με τα τραβήγματα τραπεζοκαθισμάτων και το πού θα κάτσει ο καθένας. Ε, είπαμε κι εμείς ότι όταν βολευτούν θα το βουλώσουν. Πόσο έξω πέσαμε! Με το που στρώθηκαν άρχισαν να ουρλιάζουν. Αυτή η μανία του Έλληνα...
Ήθελα να σηκωθώ και να τα ξεχέσω. Μαλακισμένα, το μαγαζί έχει τόση ησυχία που δε χρειάζεται να ξελαρυγγιάζεστε! Σας ακούνε οι διπλανοί σας. Να είστε σίγουροι γι' αυτό. Σας το λέω εγώ που κάθομαι τρία τραπέζια μακριά και μου πήρατε τ' αυτιά. Κρατήθηκα. Είμαι ευγενής και δε μου αρέσει να προσβάλω τους άλλους. Συνήθως.
Σε λίγο παρατήρησα ότι άρχισαν όλοι να μιλάνε δυνατά. Άκουσα τις φωνές αυτών που καθόταν σε τρία τραπέζια, γύρω από το τραπέζι των μαλακισμένων. Μετά διαπίστωσα ότι κι εγώ μιλούσα δυνατά.
Αυτό το φαινόμενο, παρατηρείται μόνο στη χώρα μας, η οποία γέννησε τον πολιτισμό. Στην υπόλοιπη απολίτιστη Ευρώπη, επικρατεί ησυχία σε όλους τους χώρους. Κι όμως, μιλάνε. Μάλλον γνωρίζοντας ότι ως απολίτιστοι που είναι, δεν έχουν κάτι αξιόλογο να πουν και γι' αυτό το λένε χαμηλόφωνα. Μην τυχόν υπάρχει κάνας έλληνας εκεί γύρω και τους ακούσει και εκτεθούν. Θυμήθηκα που βρέθηκα πριν κάτι χρόνια στις Βρυξέλλες μαζί με κάτι άλλους δημοσιογράφους. Το περπάτημα που κάναμε, μας έβγαλε σε ένα ελληνικό μαγαζί. Από τις χειρονομίες που κάναμε κι από τη φασαρία που προκαλούσαμε, είδε ο γύφτος από μέσα απ' το μαγαζί τη γενιά του και βγήκε έξω για να το επιβεβαιώσει.
Ωχ! Τώρα φωνάζουν όλοι μαζί. Κι άλλες καρέκλες τραβιούνται. Ω ναι! Ήρθαν κι άλλοι. Μεγάλωσε βρε η τρελοπαρέα!
Να πιάσω το τασάκι, το ποτήρι με το νερό ή το φλιτζάνι του καφέ;
Προβληματισμός.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Φωναζουμε και δεν ακουμε ο ενας τον αλλο. Οταν ψιθυριζεις ακουγεσαι καλυτερα.

Ποιος σου ειπε οτι ο κοσμος θελει να συνομιλει; Να ακουγεται θελει, να τα πει.

Ημαρτον, κι εγω ενοχη για αυτο το παραπτωμα. Οταν βγεις εξω το καταλαβαινεις, οπου μονο εμεις ακουγομαστε στους δρομους.

Δε βαριεσαι, ετσι κι αλλιως η διεθνης λεξη μαλακας ακουγεται συνεχεια... Μηπως γιαυτο μας λενε ετσι οι ξενοι; Λεω εγω τωρα...

Ροζα

kats-woman είπε...

Χώροι που κάνουν κόντρα ποιος θα ακουστεί περισσότερο: Τρία γουρουνάκια στη Σκουφά και τα μαγαζιά στη Χάρητος.
Πάντα μιλάμε για το πολιτισμένο κυριλέ Κολωνάκι!
Ουστ βλαχάρες!