Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Αποφεύγοντας το χαμένο χρόνο



Ο χρόνος είναι χρήμα και το χρήμα είναι πολύ σημαντικό στη ζωή μας. Έπρεπε να πιάσω πάτο (οικονομικό) για να το καταλάβω. Έπρεπε η κρίση να με χτυπήσει αλύπητα για να παραδεχτώ ότι κακώς δεν το εκτιμούσα μέχρι τώρα. Το χρήμα μάς δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε πράγματα που μας ευχαριστούν, να ζούμε αξιοπρεπώς, να διεκδικούμε ποιότητα στη ζωή μας. Το χρήμα είναι αυτό που χρησιμοποιεί κάποιος που θέλει να κάνει μια επένδυση και η καλύτερη επένδυση είναι αυτή η ποιότητα στη ζωή μας. Ήρθε λοιπόν η ώρα να δηλώσω κάτι που μέχρι πριν από λίγους μήνες το θεωρούσα βρισιά: Είμαι φιλοχρήματη.
Ο χρόνος ανταλλάσσεται με χρήμα και αντιστρόφως. Δίνω χρόνο για να γίνει κάτι, πληρώνομαι. Λογικά δηλαδή συμβαίνει κάτι τέτοιο. Συχνά ο χρόνος που αφιέρωσα σε μια δουλειά, δεν αναγνωρίζεται. Τότε μιλάμε για χαμένο χρόνο. Από την άλλη έχουμε και χρήμα που δαπανάται για πράγματα που δε γίνονται. Εκεί μιλάμε για πεταμένα λεφτά. Γενικώς, αν δεν υπάρχει δίκαιη ανταλλαγή χρόνου-δουλειάς, κάτι δεν πάει καλά.
Επένδυση δεν κάνουμε μόνο σε υλικά αγαθά. Κάνουμε και στους ανθρώπους, οι οποίοι καμία σχέση δεν έχουν με το χρήμα, ωστόσο κάποιοι είναι –τουλάχιστον για εμάς- πολύτιμοι όσο και το χρήμα. Αν δεν έχουμε τον ύπουλο σκοπό του υλικού κέρδους από αυτούς, πράγμα που θεωρώ απαράδεκτο και δε θα το σχολιάσω καν, η επένδυση αυτή έχει ως σκοπό, μέσα από τη διαπροσωπική σχέση, να γνωρίσουμε έναν καλύτερο κόσμο, έστω να τον δούμε αλλιώς, να κερδίσουμε από τη ματιά του άλλου, να γεμίσει η ψυχή μας, να δουλέψει το μυαλό μας και εν τέλει να προχωρήσουμε μαζί τους ένα βήμα μπροστά.
Αυτού του είδους η επένδυση γίνεται απευθείας με χρόνο, χωρίς να χρειαστεί ανταλλαγή με χρήμα, καθώς θα ήταν τραγικό να ζούμε με αγορασμένους ανθρώπους γύρω μας. Συχνά λέμε ότι κάποια σχέση ήταν χάσιμο χρόνου. Αυτό δεν έχει να κάνει με το χρόνο που αφιερώσαμε σ’ αυτήν (ας είναι και 15 χρόνια γάμου, ας είναι και φιλία από το δημοτικό). Το θέμα δεν είναι η σχέση που θα λήξει, αλλά το πώς θα λήξει και το πόσα και τι θα αφήσει πίσω της.
Χάσιμο χρόνου είναι να αφιερώνω αυτήν την πολύτιμη έννοια, ισότιμη του χρήματος, σε ευτελείς και ανούσιες καταστάσεις, σε άτομα μηδαμινής αξίας, τουλάχιστον για μένα. Χάσιμο χρόνου είναι να μένω στάσιμη είτε στην τσέπη είτε στην ψυχή είτε στο μυαλό, να μην εξελίσσομαι, να μην προχωρώ. Χάσιμο χρόνου εγκληματικό είναι να κόβω χρόνο από το πολύτιμο για να τον αφιερώσω στο ευτελές.
«Τι ψυχή έχει ένας καφές» μου είχε πει προσφάτως κάποιος, επιμένοντας να κάτσουμε να πιούμε έναν καφέ για να γνωριστούμε. Ήταν ολοφάνερο ότι η γνωριμία που επεδίωκε δεν ήταν ούτε σε φιλικό ούτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Για να πω την αλήθεια, έτσι όπως ήταν, πιστεύω πως δε δυσκολευόταν να κάνει τέτοιες γνωριμίες. Για μένα όμως, ακριβώς όπως το είπε: Καμία ψυχή δεν έχει ένας καφές κι εγώ αποφεύγω να ασχολούμαι με ό,τι δεν έχει ψυχή. Δεν το έβαλε κάτω. «Μια γνωριμία δεν έβλαψε ποτέ κανέναν». Σωστά. Οποιαδήποτε γνωριμία θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμη, ειδικά σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς πάντα χρειαζόμαστε φίλους για να αλληλοστηριχτούμε. Αλλά δε φαινόταν να καίγεται για αλληλεγγύη. «Είσαι παντρεμένη;» κατέληξε, προφανώς θεωρώντας πως μόνο μια παντρεμένη θα ήταν τόσο αρνητική σε μια γνωριμία. Ή αθώος ήταν ή αφελής ή κοινός βλαξ. Ελάχιστες παντρεμένες θα τον απέφευγαν. Αφού οι περισσότερες, χωμένες στο τέλμα του γάμου τους και μπουχτισμένες από την αδιαφορία του κοιλαρά, λιγδιάρη, κλανιάρη και φωνακλά συζύγου τους (όταν τον γνώρισαν δεν ήταν έτσι) δε θα τον άφηναν να ψάχνει για επιχειρήματα. Δε θα άφηναν ευκαιρία επιβεβαίωσης να πάει χαμένη, πράγμα απαραίτητο στην κατάστασή τους. Άλλωστε ο μόνος χαμένος χρόνος για αυτές, είναι αυτός που προσπαθούν να φέρουν πίσω τον άντρα που είχαν γνωρίσει.
Η άρνησή μου ασφαλώς δεν είχε να κάνει με την ηθική του κόσμου (όποια γκομενίζει είναι πουτάνα –αναφέρω και το όποιος γκομενίζει είναι γαμιάς και μάγκας, για να χαρίσω γέλιο στους αναγνώστες μου) δεν είχε να κάνει με τη δική μου ηθική (μην κάνεις στον άλλον αυτό που δε θέλεις να σου κάνει, αν πάλι σου το κάνει ο άλλος αυτό που δε θα ήθελε να του συμβεί, είναι δικό του ηθικό πρόβλημα). Είχε να κάνει με το χάσιμο χρόνου. Ο χρόνος που θα σπαταλούσα για το ανούσιο θα χανόταν από τη δουλειά μου και θα χρειαζόταν να αναπληρωθεί. Στη συνέχεια θα έπρεπε να κόψω από μένα. Λιγότερο διάβασμα, λιγότερη δημιουργία, λιγότερος χρόνος με τον εαυτό μου. Θα έπρεπε να τον κόψω από τους δικούς μου ανθρώπους, φίλους, αγαπημένα πρόσωπα, αυτόν με τον οποίο αλληλοσπρωχνόμαστε (ή αλληλοτραβιόμαστε;) να κάνουμε αυτό το ρημάδι βήμα μπροστά, που λέγαμε. Όμως πώς να το κάνεις αυτό το βήμα κόβοντας χρόνο από το σπρώξιμο (ή έστω το τράβηγμα) και ξοδεύοντάς τον σε κάτι ανούσιο; Πώς να πας μπροστά ξοδεύοντας πολύτιμο χρόνο για κάτι ευτελές; Πώς να πας μπροστά όταν κλέβεις το χρόνο σου από αυτό που σου δίνει ώθηση κι όταν τον ξοδεύεις σε φρένα; Δεν είμαστε για πισωγυρίσματα.
Εκείνο το «χρόνου φείδου» που μαθαίναμε στο σχολείο και κάναμε σαχλά γυμνασιακά λογοπαίγνια, είναι καιρός να το νιώσουμε και να το εφαρμόσουμε. Πράγμα που θα κάνουμε μόνο αν νιώσουμε την αξία του χρόνου, μόνο αν νιώσουμε πού πρέπει να τον αφιερώσουμε, αν καταλάβουμε τι πρέπει να κάνουμε για να τον προλάβουμε. «Ζούμε με συναισθήματα, όχι με τις ώρες στο ηλιακό ρολόι. Θα έπρεπε να μετράμε το χρόνο με τους χτύπους της καρδιάς» είπε ο Αριστοτέλης και αυτός που τον άκουσε, δεν άφησε στιγμή να πάει χαμένη.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                               

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Η Τζένη Βάνου στο Pink Froyd: Τα γραπτά μένουν και δε θέλω να μείνουν οι πίκρες μου

Ένα χρόνο πριν, ακριβώς ένα χρόνο πριν, μια ομάδα ιντερνετανθρώπων είχαμε στήσει το Pink Froyd. Αν ήμασταν πιο συντονισμένοι και δεν το διαλύαμε, δε θα αναγκαζόμουν να μεταφέρω στο μπλογκ μου αυτή τη συνέντευξη που δεν πρέπει να χαθεί. Ευτυχώς, παρά τον καμένο υπολογιστή, βρέθηκε σε μέιλ που είχα στείλει στους συνεργάτες μου. Και να που πάλι κυκλοφορεί ξανά στο διαδίκτυο. Δεν παίρνω όρκο ότι είναι η τελευταία της, πάντως σίγουρα είναι αυτή που αραδιάζει με άνεση όσα έκανε κι όσα ένιωθε, στους αναγνώστες.
Η Τζένη Βάνου, τον τελευταίο καιρό, δεν εμφανιζόταν πουθενά. Εκτός από το Pink Froyd. Που είχε την τιμή να κάνει πρεμιέρα με συνέντευξή της. Η Νάντια Κατσαρού και η Αργυρώ Μουστάκα Βρεττού μίλησαν μαζί της για όλα. Ήταν εμπειρία από τις λίγες. Ήταν Θεά ως το τέλος. Η συνέντευξη που ακολουθεί, αναδημοσιεύεται με πολύ άσχημη αφορμή. Αλλά θεωρώ πως είναι κι ο καλύτερος τρόπος για να την αποχαιρετήσουμε.

Η συνάντηση είχε κανονιστεί να γίνει στο σπίτι της, ένα απόγευμα Σαββάτου. Η Θεά από το παρελθόν, η οποία έχει αποσυρθεί και δεν εμφανίζεται πλέον πουθενά, γιατί δεν έχει κάτι καινούργιο να πει, έχει κάνει μια εξαίρεση για εμάς. Και μάλιστα, για να μας διευκολύνει και να μην ψαχνόμαστε, ήρθε και μας πήρε ο γιος της (με το γιο του).
Φτάνοντας σ’ ένα διαμέρισμα όπως αυτό της διπλανής πόρτας, αντικρίσαμε μία γυναίκα όπως αυτή της διπλανής πόρτας. Ελάχιστες φωτογραφίες μαρτυρούσαν το πόσο σημαντική ήταν σ’ αυτό που έκανε. Οι περισσότερες έδειχναν το πόσο σημαντικοί είναι οι άνθρωποί της, τα παιδιά της και το εγγόνι της.
«Έχετε δει ποιο ωραίο εγγονό;» είπε σε κάποια φάση, καμαρώνοντάς τον, καθώς πήγαινε να παίξει στο δίπλα δωμάτιο. Και μας ενημερώνει πως οι φωτογραφίες βρίσκονται στο πατάρι. Κι όταν σχολιάσαμε πως αυτό δείχνει άνθρωπο που δεν είναι νάρκισσος, συμπλήρωσε: «Δεν είμαι και μαχητική. Από μικρή το έχω αυτό. Έχω παραδώσει τα όπλα από 5 χρονών. Ο δυναμισμός μου υπάρχει κι όλα τα έκανα μόνη μου».
Η Τζένη Βάνου, απλή, χαμογελαστή και ανοιχτή σε κάθε ερώτηση, μας εξηγεί ποιες είναι οι προτεραιότητες κι αυτά που δίνουν νόημα στη ζωή της. Έρχεται με ψυχραιμία αντιμέτωπη με λάθη, πάθη, δυσκολίες, επιτυχίες κι αποτυχίες. Ήξερε πάντα πως με τη φωνή της μπορεί να καταφέρει πολλά. «Εμένα με έκανε ο Θεός. Ήθελε. Εγώ δεν έκανα καμία προσπάθεια. Με έλουσε με χρυσόσκονη και με άφησε. Ήξερα πάρα πολύ καλά ότι έχω εκπληκτική φωνή και βάση αυτού πορευόμουν. Κι έλεγα ό,τι και να γίνει, δε θα χαθώ». Και ξέρει πως είναι κι αυτός ένας λόγος που δεν επεδίωξε τίποτα περισσότερο. Όπως λέει, είχε λάθος χαρακτήρα για το επάγγελμά της.
Η συζήτηση περιλαμβάνει ερωτήσεις για τη ζωή της τότε και τώρα, τη δουλειά της, το πώς βλέπει τα πράγματα, ενώ είναι πολύ εύκολο να ξεφύγουμε και να καταπιαστούμε με θέματα άσχετα, από τηλεοπτικές σειρές και ζώδια, μέχρι τη σχέση της με την τεχνολογία και το ίντερνετ. Με το οποίο δεν έχει καμία σχέση και δε θέλει να αποκτήσει. «Είναι ευτύχημα το ότι βάζω πλυντήριο» λέει και θυμάται άλλο ένα παράδειγμα της αδυναμίας της να χειριστεί τέτοια μηχανήματα, τότε που οι πρόβες γίνονταν με κασέτες, όπου γράφανε και το πήγαιναν στο μέστρο και τα κατάφερνε χάρη στη βοήθεια που είχε από τα παιδιά της.
Μας περιγράφει την καθημερινότητά της: Έχει ανοιχτή τηλεόραση, απλώς για να παίζει, καθώς βρίσκεται στην κουζίνα και μαγειρεύει. Καμιά φορά βλέπει το Σουλεϊμάν,  παρακολουθεί ειδήσεις μέχρι να της ανάψουν τα λαμπάκια. Για να το αποφύγει αυτό, προτιμάει να βλέπει τις ειδήσεις από τη Μαρία Χούκλη γιατί δεν υπάρχει φανατισμός, όπως λέει, στον τρόπο της.
Δεν έχει πολλές γνώσεις για το νέο ελληνικό τραγούδι, ωστόσο της αρέσουν αρκετές νέες φωνές. Εκτιμά πως δεν υπάρχουν μεγάλα τραγούδια και πιστεύει πως φταίει η ταχύτητα της εποχής. «Η εποχή μας τρέχει, στροβιλίζεται. Τώρα λένε «άκουσα ένα τραγούδι και πάω να το βρω». Τότε έλεγαν «έβγαλε καινούργιο δίσκο ο τάδε, θα τον πάρω να δω τι έχει μέσα». Πίστευαν στον εκτελεστή. Τώρα βέβαια, το καλό που συμβαίνει είναι ότι δεν αδικούνται οι δημιουργοί των τραγουδιών».
Αναφερόμενη στους δημιουργούς, ξεχωρίζει τον Θεοφάνους, αδιαφορώντας για την έκθεσή του στα ριάλιτι, γιατί, όπως λέει, η δουλειά του τής θυμίζει το ρομαντισμό της δικής της γενιάς. «Με συγκινεί, όσο με συγκίνησε και ο Σπανός στο παρελθόν» συμπληρώνει και θυμάται τις δύο συνεργασίες με μεγάλους συνθέτες που ποτέ δεν έγιναν.
«Όταν πρωτοήρθε από τη Γαλλία, ήμουν η πρώτη που συνάντησε. Ήρθε σπίτι μου και είπαμε κομμάτια, είδαμε ένα ιδανικό δέσιμο, αλλά πήγε σε άλλη εταιρεία και δεν μπορούσε ούτε να με πλησιάσει ούτε να τον πλησιάσω Τότε ήταν αυστηρά, τα συμβόλαια, μας έδεναν χειροπόδαρα, αλλά από τους δίσκους είχαμε και μεγάλες αμοιβές και διαφήμιση».
Αναφέρεται και στο Μάνο Χατζιδάκι, με τον οποίο δε συνεργάστηκε ποτέ και πιστεύει πως αυτό ήταν η μεγάλη απώλεια. «Είχαμε προηγούμενα. Όταν ζήτησε να συνεργαστώ μαζί του, δεν μπορούσα γιατί ήδη είχα αρχίσει δουλειά με τον Πλέσσα, και εξαιτίας του Πλέσσα άκουσε και τα ντέμο μου ο Χατζιδάκις, και δεν μπορούσα να πω «Μίμη με έκανες κάπως γνωστή, αντίο, καλή καρδιά και να στραφώ αλλού». Υπήρχε δέσιμο τότε με τους ανθρώπους».
Δεν έχει να πει άσχημη κουβέντα για κάποιον, ακόμη κι αν δεν της αρέσει. Πιστεύει πως οι καλλιτέχνες είναι μια οικογένεια και μεταξύ συγγενικών προσώπων πρέπει να υπάρχουν καλές σχέσεις.
Η συζήτηση πηγαίνει στην κρίση. Θυμάται κι άλλες δύσκολες εποχές που πέρασε η χώρα. «Τότε όμως ο κόσμος είχε μάθει στις δυσκολίες. Οι άνθρωποι είχαν γνωρίσει την κατοχή και έβλεπαν το καλό που έρχεται και είχαν το κουράγιο να αγωνιστούν. Τώρα πρόκειται για οικονομικό πόλεμο, δε μας δίνουν ελπίδες, έχουμε συνηθίσει στις ανέσεις και είναι δύσκολο να προσαρμοστούμε» σχολιάζει.
Δε γινόταν να μη μιλήσουμε και για τις σχέσεις και τους έρωτες της ζωής της. Έρωτες που πάντα υπήρχαν, ακόμα και τα τελευταία 24 χρόνια που είναι μόνη, πιστεύει πως ό,τι έχει μέσα της διοχετεύεται αλλού. «Διοχετεύτηκε στην αγωνία μου για το να μαγειρέψω καλά, να πάει καλά η δουλειά μου. Για σχέση δεν ήθελα να ακούσω. Δεν έκανα πολλές σχέσεις στη ζωή μου και ίσως φταίει αυτό. Είχα έναν πρώτο μεγάλο έρωτα, μετά παντρεύτηκα, δεν πήγε καλά ο γάμος, κι εκεί που χώρισα, έζησα το μεγάλο έρωτα της ζωής μου που κράτησε 16 χρόνια». Δεν παντρεύτηκαν γιατί δεν το επέτρεψαν οι συγκυρίες και το τάμα που είχε κάνει να παντρευτεί στη Μηχανιώνα. Είχε και το νυφικό επί 8 χρόνια και τελικά το έδωσε στην αδερφή της. Μιλάει για αυτή τη σχέση και ανοίγεται μέχρι εκεί που θέλει.
«Ήταν ο ωραιότερος άντρας των Βαλκανίων και στην αρχή δεν το πίστευα ότι ήταν μαζί μου. Ήταν μια πραγματικά σημαντική σχέση. Ο χωρισμός, παρ’ όλο που εγώ τον προκάλεσα, μου στοίχισε και για πρώτη φορά στη ζωή μου, για ένα εξάμηνο δεν ήμουν εγώ. Τώρα δε θέλει ούτε ν’ ακούσει για μένα».
Η συζήτηση με την Τζένη Βάνου μπορεί να ξεφύγει και να πάει εκεί που κανείς δεν το περιμένει. Έτσι μάθαμε πως πιστεύει στο Θεό, αλλά δεν πάει στην εκκλησία και αδυνατεί να νηστέψει, πράγμα που το βλέπει ως έλλειψη δύναμης. Είναι ανοιχτή στην κριτική, ακόμη και στην αρνητική που κατά καιρούς γινόταν για τις επιλογές της και τις συνεργασίες της, ωστόσο έχει ως απάντηση την ανάγκη της για δουλειά, δηλώνοντας ότι το επάγγελμά της το μεταχειρίστηκε βιοποριστικά.
Όταν πιάνει τιμόνι, συμπεριφέρεται σαν άντρας και επιθετικά, παρά τους χαμηλούς τόνους που έχει στη ζωή της. Αυτόν τον καιρό όμως, το τιμόνι της λείπει, γιατί δεν πάει στους γιατρούς για να κάνει ανανέωση στο δίπλωμά της.
Διαβάζει. Αν και τώρα τελευταία, μπήκε στον πειρασμό να διαβάσει γνωστά μπεστ σέλερ πονηρής θεματολογίας, συνήθως προτιμά παραμύθια και άρλεκιν γιατί ξέρει πως θα έχουν καλό τέλος. Προφανώς μπουχτισμένη από τη δική της ζωή που ήταν γεμάτη πίκρες, όπως δηλώνει. Και αυτός είναι ο λόγος που δε θέλει να γραφτεί σε βιβλίο η ιστορία της ζωής της, παρά τις προτάσεις που είχε.
«Τα γραπτά μένουν και δε θέλω να μείνουν οι πίκρες μου, που μπορεί να πικράνουν κι άλλους. Δε θέλω να παρουσιαστεί η ζωή μου τόσο μελό όσο είναι».
Παρά το μελό της ιστορίας της ζωής της, σε μας άφησε την εικόνα της γυναίκας που έζησε, δημιούργησε, αγάπησε, αγαπήθηκε, πόνεσε και, τελικά, έρχεται με γενναιότητα αντιμέτωπη με τα λάθη της και συνεχίζει να βρίσκει ουσία στη ζωή της και να την απολαμβάνει. Μας άρεσε.