Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ: Η κοντή.


Κοντές υπάρχουν παντού. Αλλά μόνο στο κέντρο της Αθήνας συναντάς τη βελτιωμένη ράτσα. Οι κοντές του κέντρου βιάζονται πολύ. Κάτι τρέχουν να προλάβουν, αλλά δεν καταλαβαίνω τι. Νομίζω ούτε αυτές ξέρουν. Γιατί ποτέ δεν περπατάνε σε ευθεία. Είμαι πάνω από 1.80 και δε θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω πώς λειτουργούν και γιατί το κάνουν αυτό. Να υποθέσω ότι κάτι συμβαίνει με το οπτικό τους πεδίο; Κάτι θέλουν να δουν και τους το κρύβει ο μπροστινός τους; Γι' αυτό κινούνται δεξιά αριστερά; Αν τις έχεις μπροστά σου σε ζαλίζουν. Ευτυχώς περπατούν τόσο γρήγορα, που σε λίγη ώρα εξαφανίζονται.
Τις έχω συναντήσει στο δρόμο. Συχνά είναι φορτωμένες με σακούλες που το περιεχόμενό της ξεχειλίζει. Αν δε βρίσκονται ήδη μπροστά σου, θα περάσουν οπωσδήποτε. Ανάμεσα απ' τα πόδια σου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κόντεψα να πατήσω κοντή στο δρόμο. Κάνε μια κανονική προσπέραση, κούκλα μου. Μην οδηγείς επικινδύνως. Θα προκαλέσεις ατύχημα και θα σε πληρώνουμε κιόλας. Αναρωτιέμαι: Η τροχαία τι κάνει σ' αυτές τις περιπτώσεις;
Τις έχω συναντήσει σε πολλούς χώρους. Αναφέρω σούπερ μάρκετ. Χαρακτηριστική περίπτωση. Πας να πιάσεις την κονσέρβα τα ντολμαδάκια και ξαφνικά, από το πουθενά, βλέπεις κάτω από το χέρι που σηκώνεις ένα κεφάλι. Πριν προλάβεις να το δεις, βλέπεις ένα χέρι μπροστά από το χέρι σου. Η κονσέρβα που έβαλες στο μάτι δεν υπάρχει πια. Με ταχύτητα αστραπής, πρόλαβε και την άρπαξε. Πάρε τη διπλανή. Το ίδιο είναι. Όταν φτάνεις στο ταμείο, θα τη βρεις μπροστά σου. Θα έχει περάσει και πάλι ανάμεσα απ' τα πόδια σου, χωρίς να φοβάται μην την πολτοποιήσεις στο επόμενο βήμα σου. Αδίστακτη.
Πάνω απ' όλα, με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η ταχύτητα είναι αντιστρόφως ανάλογη του ύψους. Όσο πιο κοντή, τόσο πιο γρήγορες είναι οι κινήσεις της. Μια ζωή μου έλεγε η μάνα μου ότι μέχρι να κουνήσω το ένα πόδι, βρωμούσε το άλλο. Και, έξαλλη καθώς ήταν, βλέποντας την ανικανότητά μου να μετακινήσω πχ ένα αντικείμενο, το μετακινούσε αυτή. Είναι κοντή.


Και μετά απ' αυτό, περιμένω να χαρακτηριστώ. Αν σκεφτεί κανείς, ότι πριν από λίγο καιρό, γράφοντας για πέφτουλες, χαρακτηρίστηκα αγάμητη, ανοργασμικιά και ότι άλλο (από αυτούς που σε άλλη φάση θα με χαρακτήριζαν γαμιόλα) τώρα θέλω να χαρακτηριστώ δίμετρη κομπλεξάρα.
Ευχαριστώ :)

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Ηλίας Πετρόπουλος - 7 χρόνια χωρίς το μεγάλο δάσκαλο.


Λόγος επικήδειος
διά τα παλαιά άγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
αλλά συγχρόνως και ελεγεία
εις ανάμνησιν της ομορφιάς μιας γυναίκας
εξαιρετικώς αγαπηθείσης.



Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα τραγούδια εξόχως ανιστορήθησαν. Τα ρεμπέτικα υπήρξαν κάποτε η παρηγοριά μας. Ήταν οι λευκοί ασπασμοί των παραγνωρισμένων. Αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου το βουβό, πλέον, μπουζούκι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δεν τραγουδούσαν οι γυναίκες (αυτές συνήθως αργά κατανοούν το πόσο αγαπήθηκαν), ούτε τα τραγουδούσαν οι σκληρόκαρδοι.

Όχι μόνο για την αλήθια, αλλά και για την ομορφιά της αλήθιας νιάζομαι. Μη μου στείλεις περιστέρια· μαντεύω τα λόγια αγάπης που θα μου πεις. Ο έρως συμβαίνει σαν δυστύχημα. Κρατούσα, τότε, σαν βιολί το σώμα σου, μα τώρα που είμαστε μακριά σ' έχω φωτιά παντοτινή μες στην καρδιά μου. Θα ψάχνεις λυπημένη να με βρεις στους άδειους δρόμους και θα ρωτάς παντού για μένα, και στην περιρρέουσα μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών θα αναζητάς επί ματαίω παρηγοριά. Εφέτος ανήμερα το Πάσχα έβρεχε και η δολιότης πίκραινε την καρδιά μου. Το ξέρω· η θέση μου είναι στο νεκροταφείο. Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι. Δεν είμαι δικός μου. Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν. Θλιβερά βλέματα τέκνα της σιωπής μου. Ο θάνατος απόψε διώχνει το κάθε τι απ' την ψυχή μου. Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία πού ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια. Τα ρεμπέτικα προήχθησαν εις μαυσωλείον αισθημάτων. Το να υποφέρεις απ' του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο. Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. Πολλά εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου με γαλούχησε με τα τραγούδια αυτά. Έχτισα το παρόν βιβλίο, σα να έχτιζα χελιδονοφωλιά, προς χάριν του ισοβίου φίλου Τσιτσάνη. Την εγκαρτέρηση εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα.

Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (άχ, σβήνω) όταν εσύ χρησιμοποιείς τα αισθήματα μου σαν κέρματα. Αν πρόκειται κανείς να διατηρήσει την ευαισθησία του ας είναι ο ηττημένος. Τα ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ως αναμνήσεις. Ζήσαμε τις πιο εφιαλτικές νύχτες του αιώνος. Οι ενθυμήσεις ελλοχεύουν. Ένιωσα τα πάντα μόνον σαν πάθη. Άφησέ με νάμαι παράφορος, αφού η λογική είναι ο προθάλαμος της τρέλας. Υπήρξα ένας Ιδανικός Φαύνος. Θα σε γκρεμίσω με δάκρυα, ζοφερή πολυαγαπημένη.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς. Και μόνον όποιος τα πλησιάσει με αγνό αίσθημα τα νιώθει και τα χαίρεται. Γιατί, η καρδιά με καρδιά μετριέται.

Έκλεισεν ό κύκλος των ρεμπέτικων τραγουδιών. Ανήκουν πια στο παρελθόν τα τραγούδια αυτά. Χοροστατώ μοιραίως στό μνημόσυνο τους αφού ο *** κυμαίνεται, τη νύχτα αυτή, μεταξύ ευφημίας και επιβιώσεως.

Αίφνης σκοτείνιασε η πλάση και η αυτοκτονία απέβη το όνειρο εκάστου εχέφρονος ανθρώπου. Ο θεηφόρος έρως μόνη πειθώ τής ζωής. Φυλακτά σε σχήμα καρδίας αντίκρυσα στο βυζαντινό μουσείον Αθηνών. Στα λάσια μπράτσα των ρεμπέτηδων συχνά βλέπω κεντημένη μιά καρδιά με φυλλοκάρδια, όπου στη μέση της έχει το όνομα της πολυαγαπημένης.

Οι νεοελληνικοί αιώνες εγκυμονούσαν τα ρεμπέτικα τραγούδια. Στον έρωτα ο χρόνος ετάχθη υπέρ των ανδρών. Αφότου γεννηθήκαμε ο θάνατος αναμένει. Ήπια τα χίλια πικρά όχι, πριν καταπιαστώ με τα ρεμπέτικα. Οι χαρές, όπως και οι ηδονές, οδηγούν στην γνήσια θλίψη. Σαν χειρονομίες σφοδρού κοπετού μοιάζουν τα φτερουγίσματα αυτουνών που χορεύουν ζεϊμπέκικο. Ο Γιάννης Τσαρούχης ξέρει γιατί αποκαλεί τον ζεϊμπέκικο Χορό των Χορών. Ίσως, μόνον ένας ερωτευμένος μπορούσε να συντάξει τον επικήδειο των ρεμπέτικων τραγουδιών, πού εξακολουθούν να φαντάζουν σαν μαγικός λουλουδότοπος μακρινός, οριστικά χαμένος και απροσπέλαστος. Ο νους του ανθρώπου (ισχυρός ως ο έρως, πανίσχυρος ως ο θάνατος) εξακοντίζεται προς το παρελθόν. Η θλίψη αποτελεί την ηχώ τών ερωτικών λαϊκών ασμάτων. Είθε, σύντομα τα ελληνόπουλα να διδάσκονται στα σχολεία την απαράμιλλη μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών.

Θα σταδιοδρομήσω του λοιπού ως προδότης. Κατάβαθα κι εγώ, κατάβαθα κι εσύ, πληγώσαμε τις καρδιές μας. Όλη νύχτα με ξυπνούσαν οι αναστεναγμοί μου. Είμαι φίλος των νεκρών. Το επόμενο πάθος με σώζει από το προηγούμενο, μα κάθε πάθος κατακάθεται στην παλίμψηστη ψυχή μου σαν μαυρίλα, και τότε η αυτοκτονία υποδύεται την λύτρωση. Η ιδιοφυΐα είναι η μόνη αποδεκτή μορφή παραφροσύνης, ο δε οίκτος φόρτος αλλοτρίων δυστυχιών. Οι μεγάλοι έρωτες, όλοι τους, είναι σαν ερωτικό παράπονο. Ο έρως στερείται νίκης. Αρχίζει και τελειώνει με ήττα του ανδρός. Σαν τον Αχιλλέα ήσουνα υπερήφανη και σκληρόκαρδη· όμως, ώρα σου καλή, όπου κι αν βρίσκεσαι, γλυκιά μου αγαπημένη.

Καθώς χαμένο σκυλί, σκυλί του δρόμου, σέρνομαι αυτές τις μαύρες μέρες με άδεια καρδιά και κάθε δειλινό πέφτω, πέφτω, σ' ένα βάραθρο πέφτω. Βέβαια οι γυναίκες στερούνται φαντασίας και πάθους, αλλά εγώ αγάπησα και αγαπήθηκα, κι εσένα δείχνω όταν ερωτηθώ για το νόημα του έρωτος. Λιποτάκτης στην μυριάνθρωπη έρημη Αθήνα που με τρομοκρατεί κι όλο με εξωθεί προς την αυτοκτονία. Η απαισιοδοξία είναι απόδειξη ανθρωπιάς. Εγώ ειμί ο εχθρός μου. Στην ηλικία όπου τώρα πια έφτασα το νιώθω πεντακάθαρα πως είμαι ένας αποτυχημένος. Δεν θα σκεφτόμουνα ποτέ δίχως το συνοικέσιον της μελαγχολίας. Συχνά κλέβω ψυχές, μα εσύ δεν είσαι κοντά μου, ούτε σε ξένα χέρια. Γέρασα με ερωτευμένη καρδιά εφήβου. Είναι υπερβολή να ζεις με αγάπη κι είναι επικίνδυνο να κατέχεις, τόσο πολύ, τα μυστικά της ψυχής σου. Αδυνατώ να θάψω τις αναμνήσεις κι αυτό θα προσδιορίσει τον θάνατο μου. Την κοίτη του τάφου μου είδα. Πόσες μέρες, πόσα χρόνια, θα άντεχες εσύ μιά ζωή δίχως ελπίδες;

Αργείς· η ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τα βράδια, ολομόναχος, κατάμονος, στο καμαράκι που ξέρεις, και κατηγορώ τον εαυτό μου, κι όλο σκέφτομαι περί της αδυσωπήτου φθοράς των αισθημάτων. Ο νους μου αρμενίζει προς την απελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλούς φίλους γύρω μου κι από τότε ζω σαν πουλί τρομαγμένο. Σε περιμένω μέρα και νύχτα και κάθε αυγή να ξαναγυρίσεις σε καρτερώ. Με παρασύρει η καρδιά μου (εσύ, γλυκιά μου, ακόμη την κυβερνάς) σε αναπολήσεις της εξαίσιας μορφής σου, που ούτε μπορώ ούτε θέλω να ξεχάσω, και που αφότου εχάθη σε μαύρα σκοτάδια μ' έριξε. Εκείνην που κάθεται αντίκρυ μου την έχω μες στα στήθια μου. Οι σκιές των δολοφονηθέντων φίλων, και ψες τη νύχτα, όπως κάθε νύχτα, ήρθαν αργοσαλεύοντας στον ύπνο μου, και τάχα ήσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλή, μαραμένη. Ευλαβούμενος της μνήμης των περιδιαβάζω στην Οδόν Αναπαύσεως. Όταν φεύγει η αγαπημένη είναι σαν νάχει πεθάνει. Στα μάτια σου τα σημάδια της προδοσίας. Η ομορφιά μιας γυναίκας είναι ένα ένδυμα ευχαριστήσεως. Κλείσε με στην καρδιά σου κι ας το ξέρουμε μόνον εμείς οι δυό.

Ήκμασαν τα ρεμπέτικα τραγούδια την εποχή που μετρούσαμε τάφους. Η δράση σχεδόν αποβλακώνει τον άνδρα. Οι άνδρες των ρεμπέτικων τραγουδιών απεχθάνονται τους μετριοπαθείς. Είναι σοφός όποιος αγαπά κι ελπίζει, και είναι σοφώτατος όποιος λυπάται. Ο ερωτευμένος καταντάει μισός άνθρωπος. Ο οίκτος δέον να θεωρείται της αγάπης η ανάληψις. Έρωτα μάθετε οι ενοικούντες επί της γης. Πάντα οι απογοητευθέντες σώζουν την οικουμένη. Μιά ειδική λεβεντιά απαιτείται για νάναι κανείς ανήθικος. Η λογική μου εδρεύει στην καρδιά μου. Ο έρως θρέφει (αλίμονο) τους ιδεώδεις. Τα του παρελθόντος αγλαΐζονται. Ο κυνισμός φαίνεται πως είναι ο θώραξ των ευαισθήτων, που τους προφυλάσσει από τον δαίμονα της ενδοσκοπήσεως. Ο οίκτος έρχεται με τα χρόνια. Η σκέψη είναι δυστυχία. Εξ οίκτου αμαρτάνω. Τρομάζω όταν σκέφτομαι. Υπήρξες τόσον ωραία που σε σεβόμουνα. Είναι αντιδραστικός κι ο αρνούμενος να αποθάνει. Αντιφάσκω, άρα ζω. Η αυτοκτονία είναι έκφραση ανταποδοτική της κοινωνικής ποινής του ψυχικού εξοστρακισμού. Η μόνη προσωπική χειρονομία στην αυτοκτονία είναι η αυτόχειρη εκτέλεση μιάς κοινωνικής αποφάσεως. Στον έρωτα ενός ανδρός, πιθανώτατα, έχει μεγαλύτερη σημασία το ζέον αίσθημα παρά το όνομα της αγαπημένης. Η κεφαλή μου, τώρα, σε προσκέφαλο φέρετρον, κι όχι στα γόνατα σου, τώρα, αναπαύεται. Έναν σταυρό σού χάραξα στο μέτωπο και σε σημάδεψα. Μοναξιά θωπεία θανάτου.

Τα μάτια της προοιώνιζαν την καταδίκη. Τίποτε δεν μου στοίχισε ο χωρισμός· τίποτ' άλλο εκτός από την ενθρόνιση της μελαγχολίας. Μάλλον δεν υπάρχουν γυναίκες ανιδιοτελώς ερωτευμένες. Η γυνή φιλοδοξεί να αποβεί νεκροθάφτης του αγαπημένου της. Θάνατοι και θάνατοι θα διαβούν μα συ θα βαστάς μέσα μου. Εσύ, που απουσιάζεις κι ωστόσο νιώθω να με κοιτάς με χίλια μάτια. Εσύ, που ήσουνα εκείνη με τα πικρά δάκρυα και τα ολόγλυκα φιλιά. Η δεινή, εσύ, που μ' ανάγκασες ν' αγαπήσω τα λουλούδια περισσότερο απ' τους ανθρώπους. Εσύ, η λύκων βρώσις κι ο άγγελος των επιγείων λιβαδιών.

Έπραξαν το πάν για να μαράνουν την ζωντανή καρδιά των ρεμπέτηδων. Οι μεγάλες ψυχές αντιφάσκουν. Ισχυρότερη μνήμη είναι η μνήμη της καρδιάς. Ο λυρισμός ήταν η μόνη επιτρεπτή στους ρεμπέτες πολυτέλεια. Τρυφερότης περιβάλλει, σαν δροσερό φύλλωμα, τα παλαιά αισθήματα. Για μιαν ακόμη φορά, στην άκρη τού γκρεμού, αλλάζω ψυχή κι ο νους μου ανθοφορεί. Καλβίνος του αγνού έρωτος, ελπίζω πως και η πλέον άσπλαχνη αγαπημένη δεν δύναται να σκοτώσει την ποίηση που κρύβει μέσα του ένας σιωπηλός άνδρας.

Βασικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι λαϊκά άσματα της αγάπης και, ειδικώτερα, της ερωτικής εγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τα μισά ρεμπέτικα έχουν τον έρωτα θέμα τους, και τα πιο πολλά απ' αυτά θρηνούν τον ερωτικό χωρισμό· την πικρότατη ορφάνια. Ο ρεμπέτης γνωρίζει ότι ο έρως είναι μεταθετό αίσθημα και ότι ο οίκτος των επικυριάρχων η αγάπη είναι. Τόσο έδειραν τα πάθη τους ανθρώπους των ρεμπέτικων τραγουδιών ώστε απώλεσαν το δικαίωμα να εκπροσωπούν τον εαυτό τους. Στα δημώδη άσματα ο εραστής καταπλήσσει με την ανδρεία, ενώ ο εραστής των ρεμπέτικων τραγουδιών εκλιπαρεί, καθικετεύει, ελκύει διά του οίκτου. Σε λιτανεία μετήλλαξε τον πανδαμάτορα έρωτα το ρεμπέτικο τραγούδι, όπου οι περιπτύξεις είναι ψυχικές οι δε μνήμες δεσπόζουν. Τυγχάνων ορθόδοξος ερωτικός πρωθιερεύς αντιλαμβάνομαι σαφώς πως αν δεν χτίσεις μιά ζωή σφαλμάτων και αμαρτιών δεν θα εξαρθείς εις υπήκοον τού θανάτου, πως οπωσδήποτε καλύτερα είναι να σε σκοτώσουν παρά να αυτοκτονήσεις αφού η ανίκητη τρομερή πλειοψηφία των μοχθηρών ούτε αιδημοσύνην ούτε χλωρόν φόβον ένιωσε ποτέ, και, πως η καρδία οίκος της ψυχής εστίν. Η φιληδονία είναι αληθινή αρρώστια. Το γυμνό κορμί σου (ευφροσύνη της οράσεώς μου) οδηγεί στο φθινόπωρο, στο φθινόπωρο. Ουσιαστικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι ερωτικές επιστολές. Ο άνθρωπος είναι δύο. Δεν σε αναπολώ παρά σαν μιαν όμορφη κοπέλα (ώ, μεγαλείον των υψηλών γυναικών) να έρχεσαι με την αγκαλιά γεμάτη άνθη, και τότε σε φιλούσα και με αντιφιλούσες, πίστη μου κι ελπίδα μου. Αγάπησα κάποιαν κυπαρισσένια τέως άγνωστη που δεν ξεχνιέται. Εορτή των Νεκρών η μέρα του χωρισμού. Είπες παντού πως με μισείς, σαν όμως ξανανταμώσαμε, την ύστατη φορά, εδάκρυσες και με τρυφερότητα άπλωσες το πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στο ιδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα εδώ κοντά φτερουγίζεις — μακριά μου όσο ποτέ. Με θυμάσαι άραγε ακόμη, φευγάτη μου αγάπη;

Οι ερωτευμένοι χρησιμοποιούν ολόχρυσα λόγια, λόγια πού καίνε, αν και η αγάπη νιώθεται και δεν την αποδεικνύουν. Οι ερωτευμένοι εκφράζονται με υπερβολές γιατί διαβιούν εν υπερβολαίς. Όσο κι αν ο άνθρωπος έχει βουνό την καρδιά αδυνατεί να αγαπήσει πολλές φορές στη ζωή του. Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής. Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ' αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.



Αθήναι, Μάιος 1967.



(από το βιβλίο "Ρεμπέτικα Τραγούδια")

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Η ΚΑΤΣΓΟΥΜΑΝ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ

Τα μεγάλα μυστικά που θα σε κάνουν ακαταμάχητο.

Την έχεις καταλάβει την γκομενίτσα από την πρώτη στιγμή. Κορίτσι από σπίτι και για σπίτι. Δεν το γλιτώνεις το σπίτωμα αγόρι μου. Αλλά μη βιάζεσαι. Κάτσε να κάνω την εισαγωγή και θα σου πω τη σωστή διαδικασία. Είναι λοιπόν κορίτσι για σπίτι. Τον κατάλαβες εσύ τον αδαμάντινο χαρακτήρα από το πρώτο ραντεβού. Σεμνό και μετρημένο. Μαζί σου, γιατί όταν την άφησες στο σπίτι της και πήγες να της την πέσεις και σου είπε τα κουλά τύπου "για ποια με πέρασες" και κλείσατε ραντεβού και για αύριο, δεν ξέρεις πού και πώς συνέχισε το βράδυ της. Αλλά, αφού σου είπε ότι θα τα ξαναπείτε, ας μη σε αναστατώνω. Εσένα σου κάνει. Κι εμένα δε μου πέφτει λόγος. Εξάλλου είμαι εδώ για να σου πω πώς θα γίνεις ακαταμάχητος κι όχι πώς θα πάψεις να είσαι μαλάκας.
Πρώτα θα ήθελα να κοιτάξεις το θέμα αυτοκίνητο. Αν είναι τίποτα φίατ πούντο, σε βλέπω κακομοίρη μου να τραγουδάς την άλλη μέρα πούντο πούντο το γκομενάκι. Προκαταβολικά σου λέω, τράβα πάρε κάνα κάμπριο, να την εντυπωσιάσεις την γκόμενα. Μη σκέφτεσαι τα λεφτά. Φαντάσου ότι τα τρως στις πουτάνες. Ε, τουλάχιστον εδώ θα πάνε για καλό σκοπό και πάνω απ' όλα θα βρεις την αγνή κόρη που θα σου προσφέρει τον αγνό έρωτά της.
Το αν θα την ξαναδείς, εξαρτάται από το πού την πήγες. Δεν πιστεύω πρώτο ραντεβού να πήγατε στη χασαποταβέρνα "ο μερακλής" γιατί να ξέρεις, ότι την επόμενη το τηλέφωνό της θα είναι κλειστό ή στο αθόρυβο.
Τα καλά κορίτσια πηγαίνουν σε καλά μαγαζιά. Να προτιμήσεις για τις εξόδους σας περιοχές όπως η Γλυφάδα και το Κεφαλάρι. Στην καθημερινότητά σας, προτείνω Μηλιώνη ή Βαλαωρίτου. Και μετά, βόλτα - έκπληξη από Βουκουρεστίου, για να της χαρίσεις την τσάντα του Λουί που κάθε κορίτσι-για-σπίτι ονειρεύεται.
Κορίτσι για σπίτι είπα; Μην ξεχάσουμε και από πού ξεκινήσαμε. Μην το καθυστερείς το σπίτωμα. Αν εφαρμόσεις πιστά τις συμβουλές μου, θα δεις ότι η αγαπημένη σου θα σου κάνει τρελές χαρούλες κάθε φορά που θα σε βλέπει. Για να μην τις κόψει όμως ξαφνικά και ψάχνεσαι -και ψάχνεται κι αυτή επίσης- ετοίμασε και τη φωλίτσα σας. Ναι μανάριμ. Για να βρει μια στέγη ο αγνός και τίμιος έρωτάς της για σένα.
Αχ! Συγκινούμαι με τις τρυφερές ιστορίες αγάπης.
Καλά στέφανα!
(Και χωρίς αγκάθια).

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Η ΚΑΤΣΓΟΥΜΑΝ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ

Τα μεγάλα μυστικά που θα σε κάνουν ακαταμάχητη.

Φίλες μου! Ήρθε η ώρα να μάθετε όλα τα μυστικά της επιτυχίας. Ήρθε η ώρα να του αποδείξετε ότι κοντά σας θα είναι ευτυχισμένος. Ναι. Υπάρχει κάτι που το κάνετε καλύτερα από τη μαμά του. Μην πάει εκεί το μυαλό σας βρε, ντροπή! Κανένας άντρας δεν πιστεύει ότι η μαμά του κάνει αυτό που φαντάζεστε. Εκεί είναι ικανός να παραδεχτεί ότι είστε καλύτερη από τη μαμά του. Αλλά, αν ακολουθήσετε τις συμβουλές μου, θα παραδεχτεί ότι είστε πιο ικανή και αλλού. Και δε θα αργήσει η ώρα του γάμου, φίλες μου αγαπημένες.
Ναι λατρεμένες. Ήρθε η ώρα να τον τυλίξετε το μαλάκα σας. Σε μια κόλλα χαρτί. Και στη λαδόκολλα ίσως. Γιατί ποια άλλη κάνει τόσο αφράτα κεφτεδάκια; Η μαμά του; Αποκλείεται. Σιγά μην ξέρει αυτή το κόλπο που θα σου πω εγώ.
Λοιπόν, καλή μου αναγνώστρια, θέλεις να σου γίνει ο κιμάς αφρός; Θα ρίξεις στη ζύμη λίγο ξίδι (ελπίζω να μην είσαι τόσο άχρηστη και να ξέρεις τι εννοώ όταν μιλάω για ζύμη του κεφτέ) κι έτσι όπως τη ζυμώνεις θα τη σηκώνεις ψηλά και θα τη ρίχνεις κάτω, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ. Μην κάνεις το ίδιο και στην ομελέτα. Εκεί να προτιμήσεις μαγειρική σόδα. Το ξίδι ωστόσο, θα το χρειαστείς αλλού. Τρίβεις το κρεμμύδι, που λες κουκλάραμ, και ποτίζουν τα κρινοδάχτυλά σου με το μεθυστικό του άρωμα. Νομίζεις ότι μ' αυτά τα χέρια θα αγκαλιάσεις τον καλό σου χωρίς να τον στείλεις αδιάβαστο; Μην του το κάνεις γιατί θα σε στείλει κι αυτός από κει που ήρθες. Κάνε ένα πέρασμα με ξιδάκι και τέρμα η κρεμμυδίλα. Αν δε γουστάρεις όξινο υλικό στα χέρια σου, μπορείς να το αντικαταστήσεις με ελληνικό καφέ, που κάνει και το δέρμα βελούδο. Κι άντε το έτριψες το κρεμμύδι και το έβαλες για σοτάρισμα και θες να φτιάξεις μια άσπρη σάλτσα. Θα το αφήσεις να φαίνεται μαύρο; Αηδία. Μην ταράζεσαι κούκλα μου. Είναι εδώ η Κατσγούμαν για να σε σώσει. Θα ρίξεις αλάτι στο λάδι του σοταρίσματος. Το κόλπο που χαρίζει στο κρεμμύδι το λευκό που ξεχωρίζει.
Και εντάξει, του μαγείρεψες, όλα έγιναν όπως έπρεπε, αλλά το σπίτι βρομάει σαν μαγέρικο της συμφοράς. Συμφορά μεγάλη, κούκλα μου. Πώς θα τον υποδεχτείς τον καλό σου εκεί μέσα; Προλαβαίνεις να το σώσεις. Κάψε φλούδες πατάτας και λεμονιού και η μπόχα θα εξαφανιστεί αμέσως.
Διαπιστώνει λοιπόν ο μπούλης ότι γνώρισε τη νοικοκυρά των ονείρων του και δε θέλει να τη χάσει. Της φέρνει μια αγκαλιά λουλούδια για να την καλοπιάσει και να συνεχίσει τα θεϊκά της κόλπα που ικανοποιούν τα καυτά του βίτσια (στην κουζίνα). Τι θα κάνει η προκομμένη για να μην της μαραθούν και να του αποδείξει πόσο μεγάλη σημασία έχει γι' αυτήν να βλέπει για καιρό τα λουλούδια που της χάρισε; Με μια κουταλιά ζάχαρη και μία λευκό ξίδι, τα άνθη θα παραμείνουν ένα μήνα στο βάζο να κρατούν την αγάπη σας ζωντανή.
Καλά στέφανα!
Αχ! (Πετάρισμα βλεφάρων και βλέμμα που χάνεται στο κενό).