Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Υψηλή ποίηση Ian Anderson

ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ, ΕΧΟΥΝ ΜΑΘΕΙ ΝΑ ΔΙΝΟΥΝ ΑΣΥΣΤΟΛΑ.

Let me bring you songs from the wood:
to make you feel much better than you could know.
Dust you down from tip to toe.
Show you how the garden grows.
Hold you steady as you go.
Join the chorus if you can:
it'll make of you an honest man.

Let me bring you love from the field:
poppies red and roses filled with summer rain.
To heal the wound and still the pain
that threatens again and again
as you drag down every lover's lane.
Life's long celebration's here.
I'll toast you all in penny cheer.

Let me bring you all things refined:
galliards and lute songs served in chilling ale.
Greetings well met fellow, hail!
I am the wind to fill your sail.
I am the cross to take your nail:
A singer of these ageless times.
With kitchen prose and gutter rhymes.
Songs from the wood make you feel much better.

ΑΛΛΑ ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΚΤΙΜΟΥΝ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΔΙΝΕΤΑΙ, ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ Τ' ΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ. ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ.

Lend me your ear while I call you a fool.
You were kissed by a witch one night in the wood,
and later insisted your feelings were true.
The witch's promise was coming,
believing he listened while laughing you flew.

Leaves falling red, yellow, brown, all are the same,
and the love you have found lay outside in the rain.
Washed clean by the water but nursing its pain.
The witch's promise was coming, and you're looking
elsewhere for your own selfish gain.

Keep looking, keep looking for somewhere to be,
well, you're wasting your time, they're not stupid like he is.
Meanwhile leaves are still falling, you're too blind to see.

You won't find it easy now, it's only fair.
He was willing to give to you, you didn't care.
You're waiting for more but you've already had your share.
The witch's promise is turning, so don't you wait up
for him, he's going to be late.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Η Kats-woman συμβουλεύει! (3)


Δε σταματάνε να έρχονται επιστολές από τότε που οι φίλοι μου έμαθαν ότι δίνω λύση σε προβλήματα επικοινωνίας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Μία άκρως ενδιαφέρουσα επιστολή, είναι η ακόλουθη. Τη στέλνει η φίλη Ευτέρπη, από την Καβάλα.
"Αγαπητή Kats-woman
Πήρα το θάρρος να σου γράψω κι εγώ, γιατί είδα ότι κατέχεις καλά το θέμα της διαχείρισης της γυναικείας πουτανιάς και είμαι σίγουρη ότι έχει καλά αποτελέσματα σε σένα. Εγώ πάλι, δεν μπορώ να καταφέρω τίποτα. Με δασκάλα εσένα όμως, κάτι μου λέει ότι θα πάω μπροστά.
Δουλεύω στην κουζίνα ενός γνωστού εστιατορίου εδώ στην περιοχή. Όποτε ανεβείς στα μέρη μας, θα χαρώ να σε ταΐσω. Τα καλύτερα θα σου κάνω. Τις προάλλες λοιπόν, την Καθαρά Δευτέρα για την ακρίβεια, δούλευα σαν το σκυλί μέσα στις λίγδες για να ταΐσουμε τους αμέτρητους πελάτες. Τόνοι καλαμαράκια και χταποδάκια πέρασαν απ' τα χέρια μου. Κι εκεί που έλεγα στη βοηθό μου για την κακιά τη λύσσα που τους πιάνει κάθε χρόνο τέτοια μέρα και δεν παίρνουμε ανάσα, είχε πάει τέσσερις η ώρα κι ακόμα κουβαλιόταν ο κόσμος, τσουπ, σκάει μύτη μια μηχανή μεγάλου κυβισμού. Μουγγάθηκα όταν οι επιβάτες τους, ένας δίμετρος θεογκόμενος και μια κοντή, κατσιασμένη, κακομοίρα εκ πρώτης όψεως, έβγαλαν τα κράνη τους. Αυτός ήταν γνωστός επαγγελματίας στην πόλη κι αυτή παλιά γνωστή δική μου. Ναι, ήταν η Αρχοντούλα, η χαζή του σχολείου. Και ναι, ήταν η σύζυγος του θεομάναρου. Με αποσυντόνισε. Κάηκαν τα καλαμαράκια. Τι μπορεί να βρήκε αυτός σ' αυτήν; Με ποια κριτήρια μπορεί να επέλεξε μια τέτοια γυναίκα; Πώς ένας άντρας που τα έχει όλα, έχει δίπλα του μια γυναίκα που, εκτός από γαμώ-τον-μπελά-μου εμφάνιση, είναι και γαμώ-τα-μυαλά-μου γενικότερα; Τέτοια σκεφτόμουν καθώς προσπαθούσα να διορθώσω τη ζημιά που προκάλεσα στην κουζίνα.
Με την Αρχοντούλα ήμασταν συμμαθήτριες στο Λύκειο, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Εγώ είχα πάντα έτοιμη μια εξυπνάδα να ξεστομίσω, είχα πολύ κόσμο μαζεμένο γύρω μου, ήμουν μέσα σε όλα, μπορούσα να επιλέξω όποιον γκόμενο ήθελα. Η Αρχοντούλα, ήταν αυτή που πάντα είχε κάτι άκυρο να ξεστομίσει, αυτή που έκανε παρέα με άλλη μία σαν αυτή, η άσχετη, η άκυρη, αυτή που κανείς δε γυρνούσε να κοιτάξει. Το Λύκειο το έβγαλε με το ζόρι και χάρη στην κατανόηση που έδειχναν οι καθηγητές της για το χαμηλό δείκτη νοημοσύνης της.
Αυτός ο γκόμενος, μπορεί να μας πει κάποιος, τι προσόντα διέκρινε στην Αρχοντούλα και όχι μόνο ασχολήθηκε μαζί της, αλλά τη χρεώθηκε κιόλας μονίμως κι επισήμως; Κι αυτή ως κυρία βολτάρει τέτοια μέρα κι εγώ η μπακούρω, στην κουζίνα και ψήνομαι. Ποια λάθη κάνω; Θέλω μια απάντηση πριν τρελαθώ εντελώς.
Ευχαριστώ"

Φίλη Ευτέρπη
Νομίζω ότι ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά σου, αλλά δε θες να το παραδεχτείς. Οι άντρες, θέλουν μια γυναίκα μουγγή, άβουλη, να μην ασχολείται μαζί τους, να μην έχει άποψη... Τι να σε κάνουν εσένα την ξύπνια; Να τους τη βγαίνεις κάθε τρεις και λίγο; Να έχεις μια απάντηση σε κάθε μαλακία τους; Αυτό είναι το λάθος σου και αμφιβάλλω αν μπορείς να το διορθώσεις. Δεν είσαι κορίτσι για σπίτι και χώνεψέ το.
Είμαι σίγουρη ότι οι άντρες ενθουσιάζονται όταν σε γνωρίζουν. Γιατί πάντα στην αρχή, θέλουν μια γυναίκα έξυπνη, ανεξάρτητη, αεράτη, να καμαρώνουν γι' αυτήν. Στην πορεία όμως αρχίζουν να αισθάνονται άβολα. Νιώθουν λίγοι. Ε όχι μανδάμ! Δε θα είναι πιο λίγος από σένα ο μαλάκας σου! Θα σε αφήσει και θα πάει να βρει την Αρχοντούλα. Να ησυχάσει το κεφάλι του από τις εξυπνάδες σου. Να την χειρίζεται όπως τον βολεύει. Να μην του αντιμιλάει. Να του πλένει. Να του μαγειρεύει. (Εντάξει, αυτό φαντάζομαι το κάνεις κι εσύ, αλλά όχι όλες σαν εσένα). Να του σιδερώνει. Να ανέχεται τη μάνα του στα πόδια τους. Να τον ρωτάει αν ήταν καλά εκεί που ξενοπήδηξε. Να το βουλώνει.
Θα τα έκανες εσύ όλα αυτά; Σιγά μην τα έκανες. Έτσι μπακούρω θα μείνεις μαρή μια ζωή με το χαρακτήρα που έχεις. Άντε τράβα στην κουζίνα σου και στα τηγάνια σου, μη σου καούν οι κιοφτέδες! Κι άμα δε βάλεις μυαλό, άντρα δε θα κρατήσεις πάνω από τρίμηνο.

Υ/Γ: Άμα ήξερα να εφαρμόσω τη γυναικεία πουτανιά, δε θα ήμουν εδώ να ασχολούμαι με σένα. Θα είχα φύγει για σουκού με το μαλάκα μου. Και τη μαμά του ίσως.

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΤΙΛΑΣ


“Αχ! Λάθος έκανα. Δεν είναι σήμερα το πάρτι που θα πηγαίναμε, αύριο είναι”. Σάββατο μεσημέρι και ενώ έχω το άγχος για την αποκριάτικη περούκα και το μακιγιάζ της Diamanda Galas που δεν τα έχω προβάρει (στα υπόλοιπα δεν έχω να κάνω και μεγάλες αλλαγές) μαθαίνω ότι μπορώ να περιμένω μια μέρα ακόμα. Ο φίλος μου ο Γιώργος τα είχε μπερδέψει. Αλλά δεν παραλείπει να προσθέσει: Εμείς πάντως θα βγούμε, οπότε κανόνισε”. Δε ρωτάω πού θα πάμε, άλλωστε πάντα ξεκινάμε την περιπλάνηση και στην πορεία αποφασίζουμε πού θα καταλήξουμε.
Το βράδυ μου το ξεφουρνίζει: “Να, θα πάμε σ' ένα μπαράκι που παίζει μουσική ένας φίλος, δεν είναι ακριβώς μπαράκι, θα δεις τι είναι”. Να δεις που θα με πάει σε γκεόμπαρο. “Όχι, δεν είναι ακριβώς γκεόμπαρο, θα δεις τι είναι”. Θα είναι απλά φρέντλι σκέφτηκα όταν μου είπε ότι θα έρθει και η Βασιλική. Ξεκινήσαμε λοιπόν για Γκάζι. Εκεί συναντήσαμε και τον Γιάννη και κατευθυνθήκαμε στο κατάστημα. Μπαίνοντας είδα κάτι γυναίκες. Ναι, είναι φρέντλι. Στριμωχτήκαμε ανάμεσα σε χαρούμενα αγόρια που χόρευαν το ένα πάνω στ' άλλο. Κοίταξα καλύτερα γύρω μου. Οι γυναίκες δεν ήταν γυναίκες. Ήταν αγόρια που με την ευκαιρία της Απορκιάς, βάλανε περούκες και μακιγιάζ. Με εντυπωσίασε δίπλα μας μια κοντή στραβοχυμένη ηλικιωμένη, με ριγέ πουκάμισο και αθλητικό παπούτσι, που πασπάτευε το τεκνάκι της, αλλά και τα γύρω αγόρια καμιά φορά. Ήταν ο πιο κακοντυμένος εκεί μέσα. Διότι δεν μπορώ να πω, όλα τα αγόρια ήταν ένα κι ένα. Καλοντυμένα, καλοαρωματισμένα και όμορφα. Αλλά ρε γαμώτο, κανείς δε θα γυρνούσε να με κοιτάξει. Αυτός ο φίλος μου ο Γιώργος, βάλθηκε να με αφήσει στο ράφι. Επίσης, τώρα κατάλαβα γιατί μόνο κάτι κακοντυμένοι μπουρτζόβλαχοι, τραχανοπλαγίτες, με άθλια κουρέματα και ελεεινή αισθητική γυρνάνε να με κοιτάξουν. Γιατί οι ωραίοι, είναι γκέι. Επομένως δε φταίω εγώ και αυτό είναι μια παρηγοριά για τις ελάχιστες ανασφάλειες που έχω για την εμφάνισή μου. Και εδώ, δίνω έναν πόντο στους γκέι.
Μόνη ανάμεσα σε τόσους άντρες. Και η Βασιλική αργεί να φανεί. Θυμάμαι ότι η τελευταία φορά που βρέθηκα μόνη, ανάμεσα σε άντρες, ήταν όταν ο πρώην μου (κακοντυμένος μπουρτζόβλαχος ασφαλώς κι αυτός) με πήγε σε στριπτιζάδικο. Εκεί ήμουν η μόνη ντυμένη. Υπήρχαν και επαγγελματίες που περιέφεραν τα εκτεθειμένα προς ενοικίαση μουνιά τους. Και οι κάγκουροι που ήταν μαζεμένοι εκεί, πλήρωναν ένα κάρο παράδες στην είσοδο για να δουν αυτά τα δημοσίας χρήσεως μουνιά. Για να τα πιάσουν, έδιναν κάτι παραπάνω. Για να τους κωλοτριφτούν, έδιναν ακόμα περισσότερα. Και ασφαλώς τα μοσχοπλήρωναν για να τα γαμήσουν. Κι αναρωτιέμαι, τι καταλαβαίνουν όταν γαμάνε με τα λεφτά τους. Δε θα κάτσω να αναλύσω το χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεση και τα κόμπλεξ του άντρα που πληρώνει για να δει ή να πιάσει ή να γαμήσει μουνί δημοσίας χρήσεως. Απλά θα δώσω άλλον ένα πόντο στους γκέι. Οι οποίοι, έχουν τον τρόπο να κερδίζουν τις πιο ωραίες και έξυπνες γυναίκες. Το λένε οι στατιστικές και το επιβεβαιώνω.
Έφτασε και η Βασιλική. Άντε να δούμε πού θα στριμωχτεί κι αυτή. Εγώ ήδη άρχισα να δυσανασχετώ με τις αγκωνιές και τις κωλιές που τρώω από τα κεφάτα αγόρια που βρίσκονται γύρω μου. Αλλά δεν πειράζει. Μ' αρέσει το εύθυμο περιβάλλον. Εξάλλου είναι τόσο χαριτωμένα και ευγενικά παιδιά, που δεν υπάρχει περίπτωση να τα παρεξηγήσω. Χώρια ότι είναι φιλικοί, έχουν την τάση να αυτοσαρκάζονται, κάνουν έξυπνα σχόλια και απαντούν έξυπνα σε σχόλια άλλων. Σε ανάλογη περίπτωση, ο στρέιτ θα ξινιζόταν. Βέβαια, έχω τύχει περιπτώσεις που ο στρέιτ λειτουργεί κάπως έτσι. Αλλά έχω διαπιστώσει, ότι αυτός ο στρέιτ, λειτουργεί απλά χαζοχαρούμενα και παρά το ότι έχει προτίμηση στις γυναίκες, στερείται ανδρισμού γενικότερα. Άλλος ένας πόντος για τους γκέι λοιπόν .
Η ώρα κοντεύει τέσσερις και κανείς δε λέει να φύγει για να αδειάσει λίγο ο χώρος και να αναπνεύσουμε κι εμείς οι καψερές. Βέβαια, εγώ κι ο Γιώργος, είμαστε τουλάχιστον ένα κεφάλι πάνω από τους υπόλοιπους. Τι να πει και η κοντή από δίπλα που πασπατεύει τα αγόρια δηλαδή. Και εδώ συμπεραίνω. Αυτά τα παιδιά, δεν κουράζονται ποτέ να διασκεδάζουν, αφού κανείς δε λέει να φύγει. Ενώ οι στρέιτ, δε φεύγουν από ένα μέρος, άμα δε φύγει η γκόμενα από απέναντι που τη χαλβαδιάζουν και ελπίζουν να τη ρίξουν. Θα δώσω άλλον ένα πόντο στους γκέι.
Το κλείσαμε το μαγαζί. Βγήκαμε στην Πειραιώς για ταξί. Ξαποστείλαμε τους δύο που κατευθύνονταν προς Πειραιά, για να περάσουμε, υποτίθεται, απέναντι και να φύγουμε προς κέντρο. Σιγά μη φύγουμε έτσι εύκολα. Γυρίσαμε πίσω για ένα βρώμικο από τον Κώστα. Στρωθήκαμε να το φάμε σε κάτι σκαλοπάτια, για να παρακολουθούμε και τι περνάει. Αγάμητες και καυλωμένες χοντρές. Ασυνόδευτες. Ξανθά και ανεγκέφαλα πουτανάκια, που έψαχναν τον παραλή γκόμενο, ο οποίος πάλι δεν τους έκατσε, γιατί προτίμησε να τα χώσει στην στριπτιτζού, παρά σ' αυτά που θα θέλουν και γάμο σ' ένα μήνα. Ασυνόδευτα. Καυλωμένοι κάγκουροι, μετανιωμένοι που κυνηγούσαν τις ξανθιές και δεν έκατσαν στις χοντρές, να γαμήσουν έστω και με κλειστά μάτια. Οι κύριοι μετά των κυριών τους, έχουν ήδη αποσυρθεί από νωρίς στα διαμερίσματά των, επομένως δεν συναντήσαμε αυτή την κατηγορία. Και τέλος, ωραία καλοντυμένα αγόρια, συνοδευόμενα από ωραίες καλοντυμένες τύπισσες. Τα αγόρια ήταν γκέι, χωρίς αμφιβολία και τα κορίτσια φίλες τους, τα οποία δε συμβιβάζονται με την κατηγορία των ανδρών που προαναφέραμε. Και με τον όρο “καλοντυμένος” δεν εννοώ ότι βάλανε τα καλά τους, αλλά ότι αυτά που φορούσαν, ήξεραν πώς να τα βάλουν. Ε, βγήκαμε κι εμείς στο τέλος και γέμισε η Πειραιώς. Ένας δίμετρος θεός και μια δίμετρη θεά, που σιγά μην ήτανε ζευγάρι αυτοί οι δυο.
Όλοι οι πόντοι στους γκέι. Και στις φίλες τους.

Υ.Γ. Ο Γιώργος με απείλησε ότι θα με πάει και σε καλύτερα. Άντρα δεν υπάρχει περίπτωση να βρω, αλλά θα περάσω καλά βρε αδερφέ!

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Αγάπη μου, σκάσε και περπάτα!


Γενικά περπατάω γρήγορα. Όχι με γρήγορο βηματισμό, αλλά με μεγάλα βήματα. Και βαριά να συμπληρώσω, διότι ε, ένα βάρος κι ένα ζοριλίκι το έχουμε. Αλλά πάω να ξεφύγω από το θέμα εγώ τώρα. Όταν λοιπόν περπατάω, δε βλέπω τι γίνεται γύρω μου. Κοιτάω τον προορισμό μου. Αυτό θα μου πεις τώρα, πρέπει να το εφαρμόσω γενικά στη ζωή μου, αλλά εκεί συνέχεια αφαιρούμαι, ψάχνομαι και ξεφεύγω. Αλλά και πάλι πάω να ξεφύγω από το θέμα. Ας αφήσω τις εισαγωγές κι ας μπω στο ψητό γιατί το βλέπω, πάλι θα πάω εκεί που κοιτάω και θα ψάχνομαι.
Περπατούσα βράδυ στο Κολωνάκι και δεν είχα κανένα ενδιαφέρον να κοιτάξω γύρω μου. Κοιτούσα μπροστά μου. Και εκεί τους είδα. Έκοψα ταχύτητα. Ήταν από τις γυναίκες που δεν παιρνούν απαρατήρητες. Και το άρωμα με το οποίο είχε λουστεί πατόκορφα, με είχε ζαλίσει. Περπατούσε με μικρά νευρικά βήματα, πάνω στα πανύψηλα τακούνια της. Δε γινόταν να μην τα προσέξω. Πίσω ήταν χρυσά και μπροστά μαύρα. Το πλαϊνό κόψιμο, ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον. Περίτεχνο. Κάτι σαν φιόγκος, κάτι σαν πεταλούδα, κάτι σαν δαντέλα, κάτι σαν κοφτό λευκαδίτικο... δεν μπόρεσα να το προσδιορίσω. Αυτό πάντως που υπήρχε στο παλτό της, ναι ήταν φιόγκος. Ξεκάθαρα. Σατέν φιόγκος δεμένος πίσω στη μέση. Κρατούσε και μια τσάντα μαύρη, σκληρή και συμπαγή, κρεμασμένη σε χοντρή χρυσή αλυσίδα. Το μαλλί της έφτανε στην πλάτη και ήταν φρεσκοκουρεμένο. Ούτε τρίχα δεν περίσσευε από την ευθεία που σχημάτιζε. Και φρεσκοχτενισμένο. Ούτε τρίχα δεν πετούσε.
Δίπλα της και καμιά φορά πίσω της, αλλά πάντα κρατώντας αποστάσεις ασφαλείας, περπατούσε αυτός. Διακριτικά και αθόρυβα. Σαν καλά εκπαιδευμένο σκυλί. Σαν υπνωτισμένος. Μπορεί να έφταιγε το άρωμά της. Αυτός ήταν... δε θυμάμαι. Και φορούσε... δε θυμάμαι. Ποιος θα γυρίσει να τον κοιτάξει όταν δίπλα του είναι αυτή; Ε, δεν τον κοίταξα ούτε εγώ.
Αυτή, δεν το έκλεινε. Έκανε παρατηρήσεις, σχολίαζε, έδινε εντολές. Αυτός μουγκός. Ούτε ναι, ούτε όχι, ούτε ένα σχόλιο, τίποτα. Είμαι σίγουρη ότι όταν μιλούσε, έτρωγε σφαλιάρα από τη σκύλα. Και, άντε, όταν είναι οι δυο τους, μπορεί και να το ευχαριστιέται, αλλά μπροστά σε κόσμο... τι θα πει ο κόσμος; Σε κάποια φάση, αυτή γύρισε να κοιτάξει μια βιτρίνα και είδα και το πρόσωπο. Το μακιγιάζ ήταν όσο και το άρωμά της. Και το μάτι άγαρμπα βαμμένο, με χοντρή μαύρη γραμμή, βλεφαρίδα κάγκελο και αστραφτερή σκιά. Σκέφτηκα πόσο πολύ θα ήθελα να δω πού πάει και να τη δω να βγάζει το παλτό της. Αλλά δεν ήταν δύσκολο να μαντέψω τι θα έβλεπα. Μαύρο φόρεμα με χρυσές λεπτομέρειες και όλα τα χρυσά κοσμήματα του γάμου πάνω της.
Κάποιος θα σκεφτόταν ότι μισιούνται. Αλλά εγώ νομίζω ότι πρόκειται για ένα πραγματικά ευτυχισμένο ζευγάρι. Αυτό σκέφτηκα καθώς τους προσπερνούσα, γιατί αυτό το άρωμα με είχε υπνωτίσει.
Αυτός, άβουλος και παθητικός, βρήκε τη γυναίκα που τον άγει και τον φέρει, όπως έκανε κι η μαμά του. Αυτή, υστερική και κακομαθημένη, βρήκε τον άντρα που ικανοποιεί χωρίς πολλές κουβέντες όλες τις ιδιοτροπίες της, όπως έκανε κι ο μπαμπάς της. Αυτός, ολοφάνερα ευνουχισμένος, χωρίς προσωπικότητα, χωρίς άποψη, πιστό σκυλί της ευνουχίστριάς του. Και είμαι σίγουρη ότι τον γαμάει κι αυτή μένει αγάμητη. Και είμαι σίγουρη ότι έτσι τη βρίσκουν κι οι δυο.
Αχ! Και να μπορούσαμε να πετύχουμε κι εμείς αυτή την ευτυχία!