Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Για μια χούφτα λίρες - απόσπασμα 3ο












Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΝΟΥ

Ήταν η χτυπημένη από Βούλγαρους κομιτατζήδες τουρκική χρηματαποστολή. Τι πρωτότυπο, θα μου πεις. Το ’χουμε ξανακούσει. Ε, τι να κάνουμε, χτυπιόταν τότε αλύπητα ο κόσμος για το χρήμα. Μήπως τώρα καλύτερα είναι; Απλώς τώρα, πίσω από τη μανία για το χρήμα και την εξουσία κυρίως, βρίσκουν και βάζουν, έτσι για το ξεστράβωμα και το γκιοζμπογιατζιλίκι, τα ανθρώπινα δικαιώματα ορισμένοι. Οι οποίοι είναι και οι πρώτοι που τα καταπατούν.
Το χτύπημα εκτιμάται ότι έγινε στο σταθμό της Μέστης. Και τα έθαψαν, λένε δηλαδή, όπως βγαίνεις από το τούνελ, όπως χτυπάνε απέναντι τα φώτα του τρένου, πρώτος λόφος φάτσα κάρτα. Και είναι και φαλακρός. Εκτιμάται ότι βρίσκεται μεταξύ Συκοράχης και Κίρκης, αφού εκεί βρίσκεται το τούνελ. Προφανώς είναι αυτό το Κελ Τεπέ που το ψάχνουν μανιωδώς χρυσοθήρες απ’ όλη την Ελλάδα. Τέλος πάντων, η πηγή μας, και ξέρεις οι πηγές του κυρ Θανάση είναι αξιόπιστες, λέει ότι ήταν μιάμιση ώρα δρόμος με το μουλάρι από τη Μέστη. Οπότε παίρνεις το μουλαράκι σου, σωστέ εξερευνητή, και πλαγιά την πλαγιά, ραχούλα τη ραχούλα, ανηφορίζεις ψάχνοντας Κελ Τεπέ και τούνελ συγχρόνως. Κι άμα βρεις το συνδυασμό, γράψε μου να ’ρθω να πάρω κι εγώ μια χούφτα, να βγω από το λούκι που μ' έχουν τσακίσει οι τράπεζες και τα χρέη και χαΐρι δε θα δω ποτέ. Δεν πιστεύω η μια χούφτα, και μάλιστα του λεπτού χεριού μου, να σου στερήσει κάτι, αφού θα έχεις στη διάθεσή σου εφτά ολόκληρα κιβώτια πράμα.
Η Μέστη λοιπόν τον καιρό εκείνον ήταν σταθμός ανεφοδιασμού των τρένων. Αυτοί λοιπόν οι μάγκες, την έστησαν εκεί κοντά που αρχίζουν οι ανηφόρες και αναγκαστικά το τρένο κόβει ταχύτητα. Μάλλον έκοβε ο καρβουνιάρης, διότι τα σύγχρονα τρένα της χώρας μας δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα τρένα των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Ανηφοριές κατηφοριές, δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Ούτε από χιόνια καταλαβαίνουν, ούτε από πλημμύρες στον Έβρο. Εκεί αυτά συνεχίζουν να προχωρούν ακάθεκτα. Να θυμηθώ την επόμενη φορά που θα ταξιδέψω με τρένο, αντί να μου κόψουν εισιτήριο, να κόψω εγώ ένα τιμολόγιο για διαφημιστικές υπηρεσίες στον ΟΣΕ. Τζάμπα του πλέκω το εγκώμιο τόση ώρα; Αν και θα το σκεφτώ πολύ το να ξαναπεράσω δώδεκα ολόκληρες ώρες κλεισμένη στο τρένο και με το κάπνισμα να απαγορεύεται σε όλους τους χώρους. Διότι, εντάξει, δε λέω, να σεβαστώ τον άλλο που δεν είναι υποχρεωμένος να δέχεται τον καπνό μου στα μούτρα. Αλλά ένας χώρος για τη φιλοξενία ημών των αρρώστων μέσα σε ένα ολόκληρο τρένο να μην υπάρχει! Και δε λέει να καπνίζεις φυλώντας τσίλιες συγχρόνως. Δηλαδή, ακόμη και στην εποχή που περιγράφουν τα ρεμπέτικα, όλοι, για να καπνίσουν τα επιλήψιμα έστω τσιγάρα τους, είχαν τους τσιλιαδόρους τους. Τι ωραία τραγούδια που θυμηθήκαμε εκείνο το βράδυ! Ξεκινήσαμε απ’ το «χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί, πάω για να φουμάρω», «ζούλα σε μια βάρκα μπήκα, στη σπηλιά του δράκου βγήκα» (τη βάρκα την αλλάξαμε και την κάναμε τρένο), «εφουμέρναμε ένα βράδυ, αργιλέ σπαχάνι μαύρη, δίχως νάχουμε στην πόρτα τσιλιαδόρους όπως πρώτα», «μας κυνηγούν τον αργιλέ γιατί τον πίνουν μάγκες και ζούλα τον φουμάρουνε όλοι οι αριστοκράτες» (στην προκειμένη περίπτωση μας κυνηγούσαν τα απλά τσιγάρα). Το «τουτ’ οι μπάτσοι πού ’ρθαν τώρα τι γυρεύουν τέτοια ώρα», δεν το τραγουδήσαμε, γιατί φτηνά τη γλιτώσαμε. Κανείς δεν εμφανίστηκε στα δύο δεκάλεπτα που κάναμε τσιγάρο στη ζούλα, οι στερημένες. Μόνο ο μπαγλαμάς κρυμμένος μέσα στο παλτό μας έλειπε. Λες κι ήμασταν ο Βαμβακάρης με τον Μπάτη στην εποχή του Μεταξά. Μεταξά είπα; Ας επιστρέψουμε στο θέμα μας.
Επί Μεταξά επέστρεψε στην Ελλάδα ο Βούλγαρος κομιτατζής ο οποίος ήταν και ο μοναδικός επιζών από τη ληστεία του τρένου και φυσικά ήξερε όλες τις λεπτομέρειες. Αφού λοιπόν λήστεψαν το τρένο, έθαψαν τα κιβώτια με τις λίρες στο γνωστό άγνωστο σημείο, αλλά στη συνέχεια οι Τούρκοι τους εντόπισαν. Και τους πετσόκοψαν. Ο δικός μας τραυματίστηκε αλλά δεν το έβαλε κάτω. Και έπειτα προσπάθησε να τα πάρει, αλλά, επί Μεταξά, δεν μπορούσε ο καθένας να αλωνίζει στη χώρα και να ψαχουλεύει στα λαγκάδια. Επίσης ήταν ακόμη πιο δύσκολο να ξεθάψει κιβώτια και να τα περάσει στη Βουλγαρία. Έμεινε λοιπόν ο Βούλγαρος να δουλεύει τσομπάνης στην περιοχή της Δράμας, κι ενώ ήξερε πού μπορεί να βρει το θησαυρό, ζούσε σε κακό χάλι. Τον καιρό εκείνον, τα μεροκάματα των αλλοδαπών, ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Άρχοντες είναι στις μέρες μας οι μετανάστες.
Τον είδε και τον λυπήθηκε ένας παλιός γνωστός του κυρ Θανάση που ήταν δάσκαλος στην περιοχή κατά το μεσοπόλεμο. Του έδωσε ρούχα, παπούτσια και κέρδισε την εμπιστοσύνη του. Και μόλις του είπε ότι κατάγεται από την Αλεξανδρούπολη, το Δεδέαγατς για να καταλάβει, ο Βούλγαρος τσίμπησε. Του αποκάλυψε το μυστικό του. Κι ο δάσκαλος που όσο ήταν νέος δεν μπόρεσε να πάει να ψάξει, το αποκάλυψε στον κυρ Θανάση όταν ήταν ήδη αρκετά μεγάλος. Και ποιος ξέρει σε πόσους ακόμη, αφού η περιοχή προσελκύει αρκετούς επισκέπτες, από όλη τη χώρα και το εξωτερικό.

Εδώ που τα λέμε, η Θράκη, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τουριστική περιοχή. Τραβάει μόνο κυνηγούς και χρυσοθήρες. Άντε και κανένα ξεχασμένο φυσιολάτρη που θα θέλει να δει κανένα βιότοπο, ή κανέναn αρχαιολάτρη που θα περάσει να δει τα Άβδηρα και τη Μαρώνεια. Στην τελευταία, μάλιστα, δεν είναι και η πρόσβαση εύκολη, αφού δρόμο ακούμε και δρόμο δε βλέπουμε. Για να φτάσεις στο αρχαίο θέατρο, πρέπει να σπάσεις το αμάξι σου.
Αλλά αυτή η περιοχή θα μπορούσε να προσελκύσει περισσότερο κόσμο. Μήπως, λέω εγώ τώρα, να προβάλουν οι αρμόδιοι τα μέρη όπου έδρασαν πειρατές και κομιτατζήδες και αυτά που φημίζονται για τους θησαυρούς που κρύβουν; Και να τρέχουν όλοι στη Μαρμαρίτσα, να σκαρφαλώνουν στα βράχια, να τσαλαβουτούν στο νερό για να δουν το περίφημο σκαλισμένο στο βράχο καράβι με τις εφτά βαρκούλες. Να τρέχουν να δουν την κλώσα με τα κλωσόπουλα. Να βγάζουν πυξίδες, να μετρούν βήματα, να βάζουν μπρος τα μηχανήματα ανίχνευσης μετάλλων και τις τσάπες και να τρέχουν να ψάχνουν σαν τρελοί να βρουν το θησαυρό και να μην τον βρίσκουν. Να στηθούν κοντά στα επίμαχα σημεία επιχειρήσεις που θα πουλούν ομοιώματα κλώσας, τσουμπλεκιών και άλλα σχετικά. Και το παραθαλάσσιο καφέ μπαρ, «η σπηλιά του Σούσουρα» όπου θα σπεύδουν να ξαποστάσουν οι επισκέπτες μετά από πολύωρη εξερεύνηση στα άγρια βουνά των Πετρωτών. Ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα, η ταβέρνα «ο μεζές του Σούσουρα» θα σερβίρει λαχταριστά μπινελίκια, αυθεντικές πειρατικές συνταγές. Αντίστοιχα, σε πιο ορεινούς προορισμούς, αυξημένη θα είναι η επισκεψιμότητα σε χώρους όπως «το κονάκι του κομιτατζή», «η σούπα του ληστή», «το θαμμένο τσουμπλέκι». Χαμός θα γίνεται. Γιατί στην εποχή μας που την κυβερνάει το χρήμα, πολύ φοβάμαι ότι είναι περισσότεροι αυτοί που ενδιαφέρονται για το πού έδρασε ο Σούσουρας, παρά για το πού έζησε ο Δημόκριτος.

1 σχόλιο:

Γιάννης Μπαϊμπάκης είπε...

Αγαπητή Νάντια μόλις έλαβα το βιβλίο σου και θα το διαβάσω τις επόμενες μέρες. Αν δεν έχεις αντίρρηση θα ήθελα να σου πάρω μια συνέντευξη για την ιστοσελίδα μου (coinsmania.gr).

Η κατηγορία «Συνεντεύξεις» της ιστοσελίδας μου είναι σχετικά νέα και μπορείς να την δεις στον σύνδεσμο που ακλουθεί:
http://www.coinsmania.gr/cms/viewforum.php?f=104

Δεν βρήκα το e-mail σου και επειδή δεν έχω συνειδητά λογαριασμό στο facebook , δεν βρήκα άλλο τρόπο να επικοινωνήσω μαζί σου παρά την επιλογή που δίνεις για σχόλια στο μπλοκ σου. Ονομάζομαι Γιάννης Μπαϊμπάκης και το e-mail μου είναι: info@coinsmania.gr

Περιμένω απάντηση σου
Φιλικά
Γιάννης Μ.