Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Το ποσοστό της λοβοτομής


Δε με τρόμαξαν οι δημοσκοπήσεις που θέλουν το 30% των Ελλήνων, όχι μόνο να έχει συμφιλιωθεί με τη χούντα, αλλά να πιστεύει ότι τότε ήταν καλύτερα. Δε με τρομάζει και δε με παραξενεύει τίποτα πια. Για την ακρίβεια, έχω συμφιλιωθεί κι εγώ με την κατάσταση.
Γεννήθηκα και έζησα πολλά χρόνια της ζωής μου σε πόλη φτιαγμένη από τη χούντα. Στην εξωτική Κομοτηνή, το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς, είναι το σπαθί. Πώς πάνε και φωτογραφίζονται στην Ακρόπολη οι επισκέπτες της Αθήνας, ενώ οι Αθηναίοι δεν έχουν πατήσει; Ένα τέτοιο πράμα συμβαίνει και με το σπαθί. Οι επισκέπτες στήνονται στο επιβλητικό, αν όχι τερατώδες, μνημείο της χούντας και φωτογραφίζονται, πιστεύοντας ίσως πως πρόκειται για μνημείο πεσόντων ηρώων, ενώ οι ντόπιοι το προσπερνούν αδιάφορα. Ε, εντάξει, όχι όλοι. Κάποιοι το κοιτούν και αναπολούν. Δεν είναι λίγοι. Κοτζάμ σπάθα, δε θα μπορούσε να λοβοτομήσει και να ευνουχίσει;
Μπορούσα ακόμη και σε καθημερινή βάση να πετύχω κάποιον από αυτούς τους λοβοτομημένους και ευνουχισμένους, που θα μιλούσε για τα θαύματα που έκανε η χούντα στην περιοχή. Έχτισε δημόσια κτίρια χουντικής αισθητικής και καλά που ήταν κι αυτή και έκλεισε το ποτάμι. Στην Κομοτηνή κυλούσε ένα ποτάμι που δεν ήταν καθόλου σιγανό και το νερό του καθόλου γάργαρο. Και ζημιές είχε προκαλέσει και ψυχές είχε πάρει και εστία μολύνσεως ήταν. Το όνομά του τα λέει όλα: Μπουκλουτζάς. Σκατάς, στα ελληνικά. Ε, πολλοί Κομοτηναίοι πιστεύουν ότι άμα δεν ήταν η χούντα, δε θα έκλεινε. Δε θα υπήρχαν δρόμοι, δε θα χτίζονταν κτίρια, θα μέναμε στην εποχή των καμηλιέρηδων, σιγά μην ερχόταν και φως-νερό-τηλέφωνο στην περιοχή.
Δε με εντυπωσιάζει καμιά δημοσκόπηση και δεν τρομάζω με καμιά νοοτροπία. Τη νιώθω από παιδί και ξέρω. Ξέρω ότι πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει αυτό το 30% που θα αποτελείται από ανόητα, ασυνείδητα ανθρωπάκια που θα κοιτάνε να βολέψουν τον κώλο τους κι ας είναι αυτό το βόλεμα, σοδομισμός για τους κώλους των υπολοίπων. Αυτό το 30% σύρθηκε δεξιά κι αριστερά, άραξε στο κέντρο, έγλειψε κώλους, έστησε κώλους, δε βολεύτηκε στη μία στάση, στήθηκε στην άλλη. Ακολούθησε τις τάσεις της κάθε εποχής, μεγαλοπιάστηκε, σπούδασε αλλά δε μορφώθηκε, αγόρασε ακριβά αυτοκίνητα για να πουλήσει μούρη και στέγασε το κιτσαριό του σε χλιδάτα σπίτια. Σπίτια πολλών τετραγωνικών. Και άντε να πληρώσεις το χαράτσι, όπως κι αν το 'χουνε βαφτίσει. Αυτό το 30% και η νοοτροπία του είναι που φέρανε και το είδος της χούντας που ζούμε τώρα.
Οι παλιοί αναπολούν τις εποχές που γλείφανε κάνα κόκαλο απ’ τα κουφάρια που άφηνε η χούντα, τα παιδιά τους, εθισμένα στην ίδια νοοτροπία, τραβάνε ζόρια ξαφνικά και θέλουν να ζήσουν τις ίδιες δόξες. Λογικό το βρίσκω. Όσο λογικό είναι και το αποτέλεσμα της δημοσκόπησης. Όσο λογική είναι η ύπαρξη αυτού του επικίνδυνου 30% που ζει ανάμεσά μας και καθορίζει τις μοίρες των υπολοίπων.
Οι άνθρωποι αυτοί έχουν συμφιλιωθεί με οποιαδήποτε κατάσταση εκτός της αξιοπρέπειας. Κι εγώ έχω συμφιλιωθεί με το ότι ζούνε ανάμεσά μας. Δεν εντυπωσιάζομαι όταν περπατάω στο δρόμο, πάω στο περίπτερο, μπαίνω στο λεωφορείο και συναντάω μια υστερική θείτσα που φωνάζει ότι η χρυσή αυγή θα μας σώσει. Δεν κοιτάζω πλέον παράξενα τον τύπο με το στάιλινγκ του χρυσαυγίτη και τα μπράτσα εκτεθειμένα χειμώνα καλοκαίρι, ώστε να φαίνονται τα τατού με τους σταυρούς, τους μαίανδρους και τη λέξη «Ελλάς». Δε μένω με έκφραση χάνου παρακολουθώντας παρέλαση χρυσαύγουλων στους δρόμους της Νάουσας. Έχω συμφιλιωθεί με την ύπαρξη του κιτσαριού, της αμορφωσιάς, της αήττητης βλακείας, αλλά και με την ήττα των αξιών. 
Αυτό που ζούμε, μας αξίζει και πρέπει να το υποστούμε. Γιατί ανεχόμαστε αυτό το 30% των ηλιθίων ελληναράδων. Δεν ξέρω αν μπορούμε να τους αλλάξουμε και πώς. Σίγουρα όμως με την ανοχή μας, αυτό το ποσοστό θα μεγαλώνει. 

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Σκατά με φράουλες


Εννοείται πως μποϊκοτάρουμε τις φράουλες της Μανωλάδας. Όμως δεν πρέπει να ανακαλύψουμε και άλλες ανάλογες περιπτώσεις, πριν απλωθεί η γάγγραινα; Και να μποϊκοτάρουμε την εκμετάλλευση και τη σκατίλα απ’ όπου κι αν προέρχεται.
Και να ξεκινήσω από την εκστρατεία για τα ελληνικά προϊόντα που μας μπέρδεψε. Και γεμίζουν οι συσκευασίες με ελληνικές σημαιούλες και μόλις τις βλέπουμε αρπάζουμε το προϊόν με αγάπη και στοργή, σα να το έφτιαξαν τα χεράκια της μανούλας μας. Έχουμε μάθει αν φτιάχτηκε κάτω από συνθήκες Μανωλάδας; Εμπιστευόμαστε τόσο πολύ την ελληνική εταιρία, που μας τονίζουν ότι πρέπει να προτιμήσουμε; Είμαστε σίγουροι ότι αυτή η ελληνική εταιρία δεν ξεζουμίζει τους εργαζόμενους; Είμαστε σίγουροι πως δεν απέλυσε τους μισούς, δεν επιβάλλει απλήρωτες υπερωρίες (αφού η παραγωγή το πιο πιθανό είναι να αυξήθηκε μετά την εκστρατεία για τα ελληνικά προϊόντα), δεν επέβαλε μεροκάματα πείνας, υπό την απειλή της απόλυσης;
Αυτή η ελληνική εταιρία είμαστε σίγουροι ότι δε συμμετέχει σε κάποιο καρτέλ που ανεβάζει τις τιμές των προϊόντων; Έχουμε δει πόσο πιο ακριβά είναι τα προϊόντα των καλών ελληνικών εταιριών που στηρίζουμε με πάθος για το καλό της χώρας, σε σχέση με τα ξένα; Λες να είναι επειδή επιχορηγούνται οι ξένες εταιρίες από κάποιο κύκλωμα που στοχεύει στην καταστροφή της χώρας μας;
Σ’ αυτή τη βρόμικη εποχή, είναι καιρός να μάθουμε τι καταναλώνουμε. Και να μάθουμε να σιχαινόμαστε τα προϊόντα τα ποτισμένα με αίμα, ιδρώτα και εκμετάλλευση. Ήρθε ο καιρός να μη θεωρούμε πως μόνο οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους για την παραγωγή των σκατών που μας πουλάνε. Ακόμα και στην ταπεινή μας χώρα, σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, υπάρχουν άνθρωποι που εκμεταλλεύονται ανθρώπους με το χειρότερο τρόπο. Έχουμε εντοπίσει τις εταιρίες ρούχων που φτιάχνονται κάτω από άθλιες συνθήκες, αλλά ποιος μας λέει ότι τα περίφημα «ελληνικής ραφής» που όλοι πλέον αναζητούμε, δεν είναι φτιαγμένα από άμοιρους Μπαγκλαντεσιανούς που είναι χωμένοι επί 15 ώρες σε μπουντρούμια για ένα ξεροκόμματο; Ακόμη κι οι άνθρωποι της τίμιας αγροτιάς μας, όπως είδαμε, μετατρέπονται σε δουλεμπόρους και πυροβολούν όσους τολμούν να απαιτούν αμοιβή για τη δουλειά τους. Πόσοι εργάζονται σ’ αυτή τη χώρα απλήρωτοι και δεν τολμούν να μιλήσουν; Πόσες εταιρίες χρησιμοποιούν αυτό που λέμε κοινωνική ευθύνη, ένα κόλπο που ανακάλυψαν μεταξύ τους για να σκεπάζουν με λουλούδια τα σκατά τους; Πόσο πρέπει να στηρίζουμε αυτούς που δημιουργούν αυτήν την κατάσταση και πόσο συνένοχοι είμαστε όταν τη συντηρούμε; Πόσο είμαστε σε θέση να καταλάβουμε ότι σε λίγο καιρό θα είμαστε εμείς στη θέση των μεταναστών που τους εκμεταλλεύονται; Και εννοείται ότι θα φταίμε εμείς και η ανοχή μας.
Μποϊκοτάζ και όχι μόνο. Και ξεσκέπασμα. Δεν ξέρω για τις φράουλες, αλλά παίρνω όρκο ότι σκατά δεν έχει μόνο στη Μανωλάδα. Έχει σε όλη την Ελλάδα. Στη Μανωλάδα μόλις τα ανακαλύψαμε. Στις Μανωλάδες που υπάρχουν γύρω μας έχουμε χρέος να τα ανακαλύψουμε και να τα αποκαλύψουμε. Μποϊκοτάζ στην εκμετάλλευση και δημιουργία ενός καινούργιου κόσμου. Ανθρώπινου και τίμιου. Γιατί –ακόμη κι αν δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει- μπορούμε.

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Ο Φιλιππίδης, ο Μινωτής κι η γιαγιά με τα καρούλια



Δεν έχω δει ποτέ παράσταση με το Μινωτή. (Είμαι και παιδούλα, άλλωστε). Πάντως, φαντάζομαι ότι αν έβλεπα, θα στεκόμουν ακίνητη και θα φρόντιζα να μην ακούγεται ούτε η ανάσα μου.
Δεν έχω δει ποτέ παράσταση με το Φιλιππίδη. (Έχω και μια θεατρική παιδεία, άλλωστε). Πάντως, φαντάζομαι ότι αν έβλεπα (ε ρε φαντασία που την έχω) θα ερχόμουν αντιμέτωπη με ένα σοβαρό δίλημμα: Πιτόγυρο ή πίτσα; Η μπίρα θα ήταν δεδομένη. Δεν πιστεύω ότι μια θεατρική παράσταση με το Φιλιππίδη, είναι πιο μυσταγωγική και κατανυκτική από έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Ότι δεν πρόκειται για φάση που απέχει και πολύ από τη συγκέντρωση καφροπαρέας για να παρακολουθήσει σπλάτερ και να κάνει χαβαλέ. Θα μου πεις, δες πρώτα και μετά κρίνε. Βλέπω. Βλέπω πχ το διαφημιστικό σποτ της παράστασης και αποφασίζω πως άμα το πιτόγυρο δεν είναι τίγκα στο τζατζίκι, δε θα ταιριάζει στην ατμόσφαιρα του χαβαλέ και του τζέρτζελου που προσφέρεται στην παράσταση.
Βέβαια, όταν αποκτούσα θεατρική παιδεία, μάθαινα ότι δεν πρέπει εξωτερικοί παράγοντες να βγάζουν τον ηθοποιό από την κατάσταση στην οποία έχει μπει για να υποδυθεί ένα ρόλο. Και πάλι όμως, αυτά γίνονται για τους ηθοποιούς που υποδύονται ρόλους. Όχι για αυτούς που βγαίνουν στη σκηνή επιδεικνύοντας το –λέμε τώρα- ταλέντο τους στο οποίο έχουν προσαρμόσει ένα έργο που το έχουν διασκευάσει αναλόγως. Διότι απ’ ό,τι κατάλαβα, περί διασκευής του έργου του Γκολντόνι, προσαρμοσμένης στο… ταλέντο του Φιλιππίδη πρόκειται. Αλλά ας μείνω στο θέμα του χαβαλέ κι ας μην το συνεχίσω με τα περί ναρκισσισμού.
Όταν λοιπόν προσφέρεις χαβαλέ στο κοινό σου, θα αντιμετωπιστείς με χαβαλέ. Ένα κοινό εκπαιδευμένο στην τηλεόραση, πηγαίνοντας στο θέατρο να δει ζωντανό τον τηλεοπτικό γελωτοποιό του, το λιγότερο που θα έχει μαζί του, είναι πατατάκια. Και δεν μπορεί ο ηθοποιός που το έχει εκπαιδεύσει έτσι, να απαιτεί να αντιμετωπιστεί σαν το Μινωτή γιατί τη σχέση του με τον κόσμο την έχει ήδη καθορίσει.
Πέρα όμως από το γεγονός με το οποίο όλοι είχαμε κάτι να πούμε, αυτό που με εκπλήσσει είναι αυτό το κοινό. Που έχει εκπαιδευτεί στην τηλεόραση και δεν είναι μικρό. Που μέσα στην κρίση και τη στιγμή που τα μικρά θέατρα, όπου αξιόλογοι καλλιτέχνες δίνουν ψυχή, είναι άδεια ή απειλούνται με κλείσιμο, αυτοί τρέχουν ακόμη και πληρώνουν ακριβό εισιτήριο για να παρακολουθήσουν τους τηλεοπτικούς αστέρες να… παίζουν. Παραστάσεις χωρίς ουσία παίρνουν παράταση γιατί ο κόσμος κάνει ουρές για να θαμάξει φίρμες και ηθοποιοί με ήθος ψάχνουν για δουλειά επειδή κανείς δεν τους έχει δει στην τηλεόραση.
Τελικά, η κρίση, αντί να εξαλείψει τη νοοτροπία που την προκάλεσε, την κάνει πιο έντονη. Ακόμη και σ’ αυτούς τους καιρούς, ο Έλληνας καθοδηγείται από την τηλεόραση που τον ναρκώνει με σάχλες. Κι η πλάκα είναι ότι η σάχλα που τον νάρκωσε, απαιτεί να σταθεί μπροστά της σε στάση προσοχής και δεν του επιτρέπει ούτε πατατάκια να τρώει για να περάσει η ώρα ευχάριστα μαζί της.
Και δεν είναι μόνο το θέατρο. Ο Σφακιανάκης γεμίζει τους χώρους που τραγουδάει και χτυπιέται και το κοινό του διαμορφώνει το ήθος του, παραληρώντας με τους ναζιστικούς του χαιρετισμούς. Το σιντί του Πλούταρχου πουλάει σαν τρελό κι όλος ο κόσμος χύνει... δακρύζει ήθελα να πω, ακούγοντάς τον να σπαράζει για τα λασπόνερα. Οι μανάδες παίρνουν τα παιδιά τους και τα πηγαίνουν να δούνε το Μάικ το Φασολάκη -δε θα αντέξω να σχολιάσω περισσότερο. Αυτά και άλλα παρόμοια συμβαίνουν γύρω μας και ψάχνουμε να βρούμε από πού μας ήρθε.
Λέω λοιπόν, να στείλουμε από κει που ήρθε, τη σάχλα που μας νάρκωνε μέχρι τώρα. Να κλείσουμε το μέσο που τη συντηρεί, να ανοίξουμε κάνα βιβλίο για να μάθουμε τι εστί θέατρο και, αφού μας περισσεύουν για να δούμε και καμιά παράσταση, να στηρίξουμε το αληθινό θέατρο και κάθε προσπάθεια που γίνεται με αγάπη και σεβασμό για την τέχνη. Γιατί όποιος σέβεται την τέχνη του, σέβεται και το κοινό του. Και ο σεβασμός είναι πάντα αμοιβαίος.