Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Το ποσοστό της λοβοτομής


Δε με τρόμαξαν οι δημοσκοπήσεις που θέλουν το 30% των Ελλήνων, όχι μόνο να έχει συμφιλιωθεί με τη χούντα, αλλά να πιστεύει ότι τότε ήταν καλύτερα. Δε με τρομάζει και δε με παραξενεύει τίποτα πια. Για την ακρίβεια, έχω συμφιλιωθεί κι εγώ με την κατάσταση.
Γεννήθηκα και έζησα πολλά χρόνια της ζωής μου σε πόλη φτιαγμένη από τη χούντα. Στην εξωτική Κομοτηνή, το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς, είναι το σπαθί. Πώς πάνε και φωτογραφίζονται στην Ακρόπολη οι επισκέπτες της Αθήνας, ενώ οι Αθηναίοι δεν έχουν πατήσει; Ένα τέτοιο πράμα συμβαίνει και με το σπαθί. Οι επισκέπτες στήνονται στο επιβλητικό, αν όχι τερατώδες, μνημείο της χούντας και φωτογραφίζονται, πιστεύοντας ίσως πως πρόκειται για μνημείο πεσόντων ηρώων, ενώ οι ντόπιοι το προσπερνούν αδιάφορα. Ε, εντάξει, όχι όλοι. Κάποιοι το κοιτούν και αναπολούν. Δεν είναι λίγοι. Κοτζάμ σπάθα, δε θα μπορούσε να λοβοτομήσει και να ευνουχίσει;
Μπορούσα ακόμη και σε καθημερινή βάση να πετύχω κάποιον από αυτούς τους λοβοτομημένους και ευνουχισμένους, που θα μιλούσε για τα θαύματα που έκανε η χούντα στην περιοχή. Έχτισε δημόσια κτίρια χουντικής αισθητικής και καλά που ήταν κι αυτή και έκλεισε το ποτάμι. Στην Κομοτηνή κυλούσε ένα ποτάμι που δεν ήταν καθόλου σιγανό και το νερό του καθόλου γάργαρο. Και ζημιές είχε προκαλέσει και ψυχές είχε πάρει και εστία μολύνσεως ήταν. Το όνομά του τα λέει όλα: Μπουκλουτζάς. Σκατάς, στα ελληνικά. Ε, πολλοί Κομοτηναίοι πιστεύουν ότι άμα δεν ήταν η χούντα, δε θα έκλεινε. Δε θα υπήρχαν δρόμοι, δε θα χτίζονταν κτίρια, θα μέναμε στην εποχή των καμηλιέρηδων, σιγά μην ερχόταν και φως-νερό-τηλέφωνο στην περιοχή.
Δε με εντυπωσιάζει καμιά δημοσκόπηση και δεν τρομάζω με καμιά νοοτροπία. Τη νιώθω από παιδί και ξέρω. Ξέρω ότι πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει αυτό το 30% που θα αποτελείται από ανόητα, ασυνείδητα ανθρωπάκια που θα κοιτάνε να βολέψουν τον κώλο τους κι ας είναι αυτό το βόλεμα, σοδομισμός για τους κώλους των υπολοίπων. Αυτό το 30% σύρθηκε δεξιά κι αριστερά, άραξε στο κέντρο, έγλειψε κώλους, έστησε κώλους, δε βολεύτηκε στη μία στάση, στήθηκε στην άλλη. Ακολούθησε τις τάσεις της κάθε εποχής, μεγαλοπιάστηκε, σπούδασε αλλά δε μορφώθηκε, αγόρασε ακριβά αυτοκίνητα για να πουλήσει μούρη και στέγασε το κιτσαριό του σε χλιδάτα σπίτια. Σπίτια πολλών τετραγωνικών. Και άντε να πληρώσεις το χαράτσι, όπως κι αν το 'χουνε βαφτίσει. Αυτό το 30% και η νοοτροπία του είναι που φέρανε και το είδος της χούντας που ζούμε τώρα.
Οι παλιοί αναπολούν τις εποχές που γλείφανε κάνα κόκαλο απ’ τα κουφάρια που άφηνε η χούντα, τα παιδιά τους, εθισμένα στην ίδια νοοτροπία, τραβάνε ζόρια ξαφνικά και θέλουν να ζήσουν τις ίδιες δόξες. Λογικό το βρίσκω. Όσο λογικό είναι και το αποτέλεσμα της δημοσκόπησης. Όσο λογική είναι η ύπαρξη αυτού του επικίνδυνου 30% που ζει ανάμεσά μας και καθορίζει τις μοίρες των υπολοίπων.
Οι άνθρωποι αυτοί έχουν συμφιλιωθεί με οποιαδήποτε κατάσταση εκτός της αξιοπρέπειας. Κι εγώ έχω συμφιλιωθεί με το ότι ζούνε ανάμεσά μας. Δεν εντυπωσιάζομαι όταν περπατάω στο δρόμο, πάω στο περίπτερο, μπαίνω στο λεωφορείο και συναντάω μια υστερική θείτσα που φωνάζει ότι η χρυσή αυγή θα μας σώσει. Δεν κοιτάζω πλέον παράξενα τον τύπο με το στάιλινγκ του χρυσαυγίτη και τα μπράτσα εκτεθειμένα χειμώνα καλοκαίρι, ώστε να φαίνονται τα τατού με τους σταυρούς, τους μαίανδρους και τη λέξη «Ελλάς». Δε μένω με έκφραση χάνου παρακολουθώντας παρέλαση χρυσαύγουλων στους δρόμους της Νάουσας. Έχω συμφιλιωθεί με την ύπαρξη του κιτσαριού, της αμορφωσιάς, της αήττητης βλακείας, αλλά και με την ήττα των αξιών. 
Αυτό που ζούμε, μας αξίζει και πρέπει να το υποστούμε. Γιατί ανεχόμαστε αυτό το 30% των ηλιθίων ελληναράδων. Δεν ξέρω αν μπορούμε να τους αλλάξουμε και πώς. Σίγουρα όμως με την ανοχή μας, αυτό το ποσοστό θα μεγαλώνει. 

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Σκατά με φράουλες


Εννοείται πως μποϊκοτάρουμε τις φράουλες της Μανωλάδας. Όμως δεν πρέπει να ανακαλύψουμε και άλλες ανάλογες περιπτώσεις, πριν απλωθεί η γάγγραινα; Και να μποϊκοτάρουμε την εκμετάλλευση και τη σκατίλα απ’ όπου κι αν προέρχεται.
Και να ξεκινήσω από την εκστρατεία για τα ελληνικά προϊόντα που μας μπέρδεψε. Και γεμίζουν οι συσκευασίες με ελληνικές σημαιούλες και μόλις τις βλέπουμε αρπάζουμε το προϊόν με αγάπη και στοργή, σα να το έφτιαξαν τα χεράκια της μανούλας μας. Έχουμε μάθει αν φτιάχτηκε κάτω από συνθήκες Μανωλάδας; Εμπιστευόμαστε τόσο πολύ την ελληνική εταιρία, που μας τονίζουν ότι πρέπει να προτιμήσουμε; Είμαστε σίγουροι ότι αυτή η ελληνική εταιρία δεν ξεζουμίζει τους εργαζόμενους; Είμαστε σίγουροι πως δεν απέλυσε τους μισούς, δεν επιβάλλει απλήρωτες υπερωρίες (αφού η παραγωγή το πιο πιθανό είναι να αυξήθηκε μετά την εκστρατεία για τα ελληνικά προϊόντα), δεν επέβαλε μεροκάματα πείνας, υπό την απειλή της απόλυσης;
Αυτή η ελληνική εταιρία είμαστε σίγουροι ότι δε συμμετέχει σε κάποιο καρτέλ που ανεβάζει τις τιμές των προϊόντων; Έχουμε δει πόσο πιο ακριβά είναι τα προϊόντα των καλών ελληνικών εταιριών που στηρίζουμε με πάθος για το καλό της χώρας, σε σχέση με τα ξένα; Λες να είναι επειδή επιχορηγούνται οι ξένες εταιρίες από κάποιο κύκλωμα που στοχεύει στην καταστροφή της χώρας μας;
Σ’ αυτή τη βρόμικη εποχή, είναι καιρός να μάθουμε τι καταναλώνουμε. Και να μάθουμε να σιχαινόμαστε τα προϊόντα τα ποτισμένα με αίμα, ιδρώτα και εκμετάλλευση. Ήρθε ο καιρός να μη θεωρούμε πως μόνο οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους για την παραγωγή των σκατών που μας πουλάνε. Ακόμα και στην ταπεινή μας χώρα, σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, υπάρχουν άνθρωποι που εκμεταλλεύονται ανθρώπους με το χειρότερο τρόπο. Έχουμε εντοπίσει τις εταιρίες ρούχων που φτιάχνονται κάτω από άθλιες συνθήκες, αλλά ποιος μας λέει ότι τα περίφημα «ελληνικής ραφής» που όλοι πλέον αναζητούμε, δεν είναι φτιαγμένα από άμοιρους Μπαγκλαντεσιανούς που είναι χωμένοι επί 15 ώρες σε μπουντρούμια για ένα ξεροκόμματο; Ακόμη κι οι άνθρωποι της τίμιας αγροτιάς μας, όπως είδαμε, μετατρέπονται σε δουλεμπόρους και πυροβολούν όσους τολμούν να απαιτούν αμοιβή για τη δουλειά τους. Πόσοι εργάζονται σ’ αυτή τη χώρα απλήρωτοι και δεν τολμούν να μιλήσουν; Πόσες εταιρίες χρησιμοποιούν αυτό που λέμε κοινωνική ευθύνη, ένα κόλπο που ανακάλυψαν μεταξύ τους για να σκεπάζουν με λουλούδια τα σκατά τους; Πόσο πρέπει να στηρίζουμε αυτούς που δημιουργούν αυτήν την κατάσταση και πόσο συνένοχοι είμαστε όταν τη συντηρούμε; Πόσο είμαστε σε θέση να καταλάβουμε ότι σε λίγο καιρό θα είμαστε εμείς στη θέση των μεταναστών που τους εκμεταλλεύονται; Και εννοείται ότι θα φταίμε εμείς και η ανοχή μας.
Μποϊκοτάζ και όχι μόνο. Και ξεσκέπασμα. Δεν ξέρω για τις φράουλες, αλλά παίρνω όρκο ότι σκατά δεν έχει μόνο στη Μανωλάδα. Έχει σε όλη την Ελλάδα. Στη Μανωλάδα μόλις τα ανακαλύψαμε. Στις Μανωλάδες που υπάρχουν γύρω μας έχουμε χρέος να τα ανακαλύψουμε και να τα αποκαλύψουμε. Μποϊκοτάζ στην εκμετάλλευση και δημιουργία ενός καινούργιου κόσμου. Ανθρώπινου και τίμιου. Γιατί –ακόμη κι αν δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει- μπορούμε.

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Ο Φιλιππίδης, ο Μινωτής κι η γιαγιά με τα καρούλια



Δεν έχω δει ποτέ παράσταση με το Μινωτή. (Είμαι και παιδούλα, άλλωστε). Πάντως, φαντάζομαι ότι αν έβλεπα, θα στεκόμουν ακίνητη και θα φρόντιζα να μην ακούγεται ούτε η ανάσα μου.
Δεν έχω δει ποτέ παράσταση με το Φιλιππίδη. (Έχω και μια θεατρική παιδεία, άλλωστε). Πάντως, φαντάζομαι ότι αν έβλεπα (ε ρε φαντασία που την έχω) θα ερχόμουν αντιμέτωπη με ένα σοβαρό δίλημμα: Πιτόγυρο ή πίτσα; Η μπίρα θα ήταν δεδομένη. Δεν πιστεύω ότι μια θεατρική παράσταση με το Φιλιππίδη, είναι πιο μυσταγωγική και κατανυκτική από έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Ότι δεν πρόκειται για φάση που απέχει και πολύ από τη συγκέντρωση καφροπαρέας για να παρακολουθήσει σπλάτερ και να κάνει χαβαλέ. Θα μου πεις, δες πρώτα και μετά κρίνε. Βλέπω. Βλέπω πχ το διαφημιστικό σποτ της παράστασης και αποφασίζω πως άμα το πιτόγυρο δεν είναι τίγκα στο τζατζίκι, δε θα ταιριάζει στην ατμόσφαιρα του χαβαλέ και του τζέρτζελου που προσφέρεται στην παράσταση.
Βέβαια, όταν αποκτούσα θεατρική παιδεία, μάθαινα ότι δεν πρέπει εξωτερικοί παράγοντες να βγάζουν τον ηθοποιό από την κατάσταση στην οποία έχει μπει για να υποδυθεί ένα ρόλο. Και πάλι όμως, αυτά γίνονται για τους ηθοποιούς που υποδύονται ρόλους. Όχι για αυτούς που βγαίνουν στη σκηνή επιδεικνύοντας το –λέμε τώρα- ταλέντο τους στο οποίο έχουν προσαρμόσει ένα έργο που το έχουν διασκευάσει αναλόγως. Διότι απ’ ό,τι κατάλαβα, περί διασκευής του έργου του Γκολντόνι, προσαρμοσμένης στο… ταλέντο του Φιλιππίδη πρόκειται. Αλλά ας μείνω στο θέμα του χαβαλέ κι ας μην το συνεχίσω με τα περί ναρκισσισμού.
Όταν λοιπόν προσφέρεις χαβαλέ στο κοινό σου, θα αντιμετωπιστείς με χαβαλέ. Ένα κοινό εκπαιδευμένο στην τηλεόραση, πηγαίνοντας στο θέατρο να δει ζωντανό τον τηλεοπτικό γελωτοποιό του, το λιγότερο που θα έχει μαζί του, είναι πατατάκια. Και δεν μπορεί ο ηθοποιός που το έχει εκπαιδεύσει έτσι, να απαιτεί να αντιμετωπιστεί σαν το Μινωτή γιατί τη σχέση του με τον κόσμο την έχει ήδη καθορίσει.
Πέρα όμως από το γεγονός με το οποίο όλοι είχαμε κάτι να πούμε, αυτό που με εκπλήσσει είναι αυτό το κοινό. Που έχει εκπαιδευτεί στην τηλεόραση και δεν είναι μικρό. Που μέσα στην κρίση και τη στιγμή που τα μικρά θέατρα, όπου αξιόλογοι καλλιτέχνες δίνουν ψυχή, είναι άδεια ή απειλούνται με κλείσιμο, αυτοί τρέχουν ακόμη και πληρώνουν ακριβό εισιτήριο για να παρακολουθήσουν τους τηλεοπτικούς αστέρες να… παίζουν. Παραστάσεις χωρίς ουσία παίρνουν παράταση γιατί ο κόσμος κάνει ουρές για να θαμάξει φίρμες και ηθοποιοί με ήθος ψάχνουν για δουλειά επειδή κανείς δεν τους έχει δει στην τηλεόραση.
Τελικά, η κρίση, αντί να εξαλείψει τη νοοτροπία που την προκάλεσε, την κάνει πιο έντονη. Ακόμη και σ’ αυτούς τους καιρούς, ο Έλληνας καθοδηγείται από την τηλεόραση που τον ναρκώνει με σάχλες. Κι η πλάκα είναι ότι η σάχλα που τον νάρκωσε, απαιτεί να σταθεί μπροστά της σε στάση προσοχής και δεν του επιτρέπει ούτε πατατάκια να τρώει για να περάσει η ώρα ευχάριστα μαζί της.
Και δεν είναι μόνο το θέατρο. Ο Σφακιανάκης γεμίζει τους χώρους που τραγουδάει και χτυπιέται και το κοινό του διαμορφώνει το ήθος του, παραληρώντας με τους ναζιστικούς του χαιρετισμούς. Το σιντί του Πλούταρχου πουλάει σαν τρελό κι όλος ο κόσμος χύνει... δακρύζει ήθελα να πω, ακούγοντάς τον να σπαράζει για τα λασπόνερα. Οι μανάδες παίρνουν τα παιδιά τους και τα πηγαίνουν να δούνε το Μάικ το Φασολάκη -δε θα αντέξω να σχολιάσω περισσότερο. Αυτά και άλλα παρόμοια συμβαίνουν γύρω μας και ψάχνουμε να βρούμε από πού μας ήρθε.
Λέω λοιπόν, να στείλουμε από κει που ήρθε, τη σάχλα που μας νάρκωνε μέχρι τώρα. Να κλείσουμε το μέσο που τη συντηρεί, να ανοίξουμε κάνα βιβλίο για να μάθουμε τι εστί θέατρο και, αφού μας περισσεύουν για να δούμε και καμιά παράσταση, να στηρίξουμε το αληθινό θέατρο και κάθε προσπάθεια που γίνεται με αγάπη και σεβασμό για την τέχνη. Γιατί όποιος σέβεται την τέχνη του, σέβεται και το κοινό του. Και ο σεβασμός είναι πάντα αμοιβαίος.


Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Στην Κύπρο δεν έχει μόνο βίλες


Έχω κουραστεί. Δυο μέρες τώρα, κάνω να μπω στο φβ και μου έρχονται και μου τρίβονται στη μούρη κάτι κυπριακά αρχίδια να, με το συμπάθιο. Όλοι μιλάνε γι’ αυτά, με όλους τους τρόπους. Ναι. Για να ξέρουμε ότι δεν πάνε ασυνόδευτες οι διαβόητες βίλες τους (και ελπίζω να μην είναι τελείως άγνωστη η τελευταία κυπριακή λέξη).
Ένα πράγμα ακατανόητο με τους Έλληνες του διαδικτύου. Να λες «γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά, πατέρα». Γιατί είναι τόσο γελοίος που νομίζει πως πήρε το αίμα του πίσω. Ή πως θα σωθεί η Κύπρος και θα τον παρασύρει κι αυτόν στη σωτηρία. Ή για να κάνει το κομμάτι του και να τρίψει τα αρχίδια των Κυπρίων πολιτικών στους ευνούχους τους δικούς του.
Χαλαρώστε, πουλάκια μου. Το παιχνίδι με την Κύπρο μόλις άρχισε και θα γίνει κάτω από διαφορετικούς όρους. Γιατί, πολύ απλά, η Κύπρος δεν είναι Ελλάδα. Και όχι, το «όχι» το κυπριακό δεν ήταν τόσο γενναίο, σε αντίθεση με το ποταπό «ναι σε όλα» της Ελλάδας. Οι Κύπριοι είπαν, σ’ αυτή τη φάση, όχι, γιατί μπορούσαν.
Επαναλαμβάνω πως η Κύπρος δεν είναι Ελλάδα. Η οικονομία της δεν είναι σαν τη δική μας. Δεν είναι τόσο φούσκα. Είχε βάσεις. Κάποτε. Όταν ήταν μια χώρα με πραγματική ευημερία που προσέλκυε επενδυτές και καταθέτες. Όλοι έχουμε κάποιον γνωστό με οφσόρ ή καταθέσεις στην Κύπρο. Φαινόταν όμως, ακόμη και σε μένα την άσχετη, ότι κάτι δεν πάει καλά.
Εγώ λοιπόν, η άσχετη, πιστεύω πως, παρά τις «γενναίες αποφάσεις» τα προβλήματα τώρα αρχίζουν. Και λέω ότι ο κυπριακός λαός είναι χειρότερος από τον ελληνικό. Θυμάμαι όταν μπήκαμε στο ευρώ, που κάναμε χαρές γιατί θα γινόμασταν Ευρωπαίοι με τα ούλα μας, που απορούσα με τη βλακεία μας. Χωρίς να έχω ιδέα από οικονομία (τουλάχιστον αυτού του είδους την οικονομία που έχουμε, επειδή είμαι οπαδός οικονομίας άλλου τύπου) κάτι μου έλεγε ότι μια μέρα αυτό το ισχυρό νόμισμα θα μας δημιουργήσει προβλήματα. Μπορώ να κατανοήσω ότι τη χαρά μας την προκάλεσε αυτή η ισχύ του νομίσματος που μπροστά του η ταπεινή μας δραχμούλα κρυβόταν ντροπιασμένη. Τη χαρά των Κυπρίων όμως τι την προκάλεσε όταν έμπαιναν στο ευρώ, αφήνοντας στην άκρη την ισχυρή τους λίρα; Το ότι θα γίνουν Ευρωπαίοι με τα ούλα τους; Το ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, συγκινημένη από το δράμα του μέλους που τα έχει δώσει όλα, θα διευθετούσε το θέμα της Βόρειας Κύπρου; Σωθήκανε κι αυτοί, σαν εμάς.
Και για να τελειώνουμε, η πορεία της Κύπρου τα τελευταία χρόνια (τα ευρωπαϊκά) δείχνει ότι οι πολιτικοί της δεν είναι και τόσο γενναίοι. Μια χαρά προδότες είναι. Γι’ αυτό, μέσα σε λίγα χρόνια, κατάφεραν να διαλύσουν την οικονομία τους. Σε λίγο καιρό, αν δε δώσουν το ευρώ στους Ευρωπαίους να το βάλουν εκεί που ξέρουν, οι Κύπριοι θα γίνουν σαν εμάς. Φτωχοί και με τη φήμη των λαμογιών. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, για όλα θα φταίνε οι μετανάστες.
Πιστεύω πως, άμα θέλουν, μπορούν να γίνουν γενναίοι οι Κύπριοι πολιτικοί και ο λαός τους. Και να γίνει η Κύπρος όπως ήταν κάποτε. Και, ρε γαμώτο, πάντα ήθελα να γίνουμε Κύπρος και όχι το αντίθετο, που συμβαίνει τώρα. Όταν το (ξανα)πετύχουν, ας δείξουν και σε εμάς, τ’ αδέρφια τους, πώς γίνεται. Και στη Γιουροβίζιον θα ξηγηθούμε όπως πρέπει: Ντουζ πουάν.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Θέλω να κάνω επανάσταση


Βλέπω τον κόσμο έτοιμο να "αγανακτήσει" πάλι και ξεσηκώνομαι. Θέλω κι εγώ να κάνω επανάσταση. Αλλά δε θέλω να στηθώ στο Σύνταγμα και να ρίχνω μούντζες στη Βουλή. Ούτε να τη σημαδεύω με λέιζερ, φωνάζοντας "να καεί να καεί το μπουρδέλο η Βουλή". Δε θέλω να κάψω κανένα κτίριο, το οποίο, μόλις ξεθυμάνει η ορμή, θα ξαναφτιαχτεί και θα συνεχίσει το έργο του. Θέλω να κάψω το έργο που γίνεται εκεί μέσα. Δε θέλω να φωνάξω και κανείς να μη με ακούσει. Εξάλλου, αυτοί που πέτυχαν να μας εξοντώσουν, δεν το έκαναν με φωνές. Δε μας ειδοποίησαν καν. Το έκαναν, ενώ μας είχαν ποτίσει το ηρεμιστικό με το όνομα "φόβος για το άγνωστο". Έτσι θέλω να τους αντιμετωπίσω. Να τους δώσω ηρεμιστικό με το όνομα "κούνια που σε κούναγε", να τους κοιμίσω και να τραβήξω προς το άγνωστο.
Μπροστά στα όπλα προηγμένης τεχνολογίας που χρησιμοποιούν, τα δικά μας, τα ξεπερασμένα, τα σκουριασμένα και ξεχαρβαλωμένα, πρέπει να δουλευτούν με μαεστρία και στρατηγική. Για να νικήσεις το σύστημα, πρέπει να μπεις σ’ αυτό. Ή να φτιάξεις ένα άλλο, καλύτερο. Και ισχυρότερο.
Στην περίπτωσή μας, το σύστημα λέγεται καπιταλισμός και έχει χαλάσει. Παρά τα μερεμετιάσματα, τις επεμβάσεις, τα μπάι πας και τις τεχνητές αναπνοές που του γίνονται μέρα νύχτα, ο θάνατός του πλησιάζει. Και είναι τόσο εγωπαθές αυτό το σύστημα, που θέλει να πάρει μαζί του όσο πιο πολλούς μπορεί. Ε, ας βοηθήσουμε να πάρει τους φίλους του, να έχει καλή παρέα εκεί κάτω. Γι’ αυτό θέλω να κάνω επανάσταση, αλλά όχι σαν αυτήν που περιέγραψα.
Θέλω να κάνω επανάσταση με την ένταξή μου σε μια κολεκτίβα. Ή και πολλές. Οι περισσότεροι γνωστοί μου είναι άνεργοι ή ημιαπασχολούμενοι. Θα μπορούσαμε να μαζευτούμε και να στήσουμε συνεταιρισμούς ή ό,τι επιτρέπει η νομοθεσία σ’ αυτή τη χώρα (που θα νόμιζε κανείς ότι η αποστολή της είναι να εμποδίζει τον μικρό να σηκώσει κεφάλι). Να στήσουμε αυτές τις μορφές επιχειρήσεων που όσοι ασχολούνται με το ίδιο αντικείμενο, δεν τρώγονται για το ποιος θα υπερισχύσει, αλλά ενώνουν τις δυνάμεις τους και γίνονται ισχυροί με άλλο τρόπο. Πιο τίμιο. Που όσο πιο ισχυροί γίνονται, τόσο πιο πολύ στηρίζουν τις άλλες κολεκτίβες. Κι όσο η μια κολεκτίβα στηρίζει την άλλη, τόσο πιο δεμένη είναι η κοινωνία, τόσο αυξάνεται η συνοχή της (αυτό που δήθεν προσπαθούσαν μέχρι τώρα με τις επιδοτήσεις που έπεφταν για να μεγαλώσουν οι επιχειρήσεις που στην ουσία ποτέ δε μεγάλωναν) και τόσο πιο ευτυχισμένοι είναι οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι. Όχι οι πολίτες. Όχι οι μηχανές. Οι άνθρωποι που θα δουλεύουν για το σύνολο, για τους άλλους ανθρώπους, επομένως για τον εαυτό τους. Όχι για το αφεντικό τους.
Είπα για αφεντικό και θυμήθηκα το εστιατόριο της Θεσσαλονίκης που πήγε να κλείσει και το ανέλαβαν οι εργαζόμενοι. Κι από τότε είδαμε κι άλλες τέτοιες περιπτώσεις. Ε, αυτό πρέπει να γίνει παντού. Οι επιχειρήσεις να περάσουν στα χέρια των εργαζομένων, οι αποφάσεις να παίρνονται από τις συνελεύσεις τους, να δουλεύει ο καθένας για τον εαυτό του, ξέροντας ότι δε θα χάσει και τα κέρδη να μοιράζονται σ’ αυτούς, αντί να γίνονται σκάφη και βίλες.
Να καλλιεργούμε τις ποικιλίες που καλλιεργούσαν οι παππούδες μας, να φοράμε, να τρώμε και να πίνουμε ό,τι φτιάχτηκε από τους ανθρώπους μιας κολεκτίβας. Να στηρίζουμε τα μαγαζάκια και τα προϊόντα που παράγονται σε μικρές επιχειρήσεις. Να μην καταναλώνουμε προϊόντα πολυεθνικών ή μεγάλων επιχειρήσεων, να μη στηρίζουμε μεγάλες επιχειρήσεις. Μέχρι να κλείσουν κι αυτές απ’ τον καημό τους. Ή να μετακομίσουν. Ή να γίνουν κι αυτές κολεκτίβες. Κι όπως είπε κι ο μακαρίτης ο Τσάβες –καλή του ώρα εκεί που βρίσκεται- μπορούμε και χωρίς κοκακόλα.
Να αλλάξει μορφή η οικονομία μας. Να αποκτήσουμε οικονομία δωρεών για τη στήριξη των αδυνάτων, ώστε να σταθούν στα πόδια τους, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουν να στηρίξουν και τους υπόλοιπους. Να στηρίξουμε την ανταλλακτική οικονομία, και τις τράπεζες χρόνου. Τράπεζες είπα; Να γίνουν και οι τράπεζες κολεκτίβες. Κι αν δεν μπορούν, να φτιάξουμε καινούργιες. Και νόμισμα που θα χρησιμοποιούμε στις μεταξύ μας συναλλαγές. Μέσα σε μια χώρα, να υπάρχουν δύο οικονομίες. Εμείς και οι άλλοι. Και να δούμε ποιος θα χάσει.
Να γίνουν καταλήψεις σε όλα τα νεκρά, παρατημένα κρατικά κτίρια και να οργανωθούν εκεί μέσα δράσεις. Δράσεις για την οικονομία και για τον πολιτισμό. Να κάνουμε τέχνη που θα τους ρίχνει χλαπάτσες στα μούτρα. Όσο μας τσαλαπατάνε, τόσο να δημιουργούμε και να τους τρίβουμε στη μούρη όσα τα μίζερα -γαμώ τα- υπουργεία τους δεν άφησαν να δημιουργηθούν. 
Να παρανομούμε. Να αγοράζουμε και να πουλάμε αγαθά και υπηρεσίες μεταξύ μας χωρίς παραστατικά. Να πολεμάμε με τα ίδια όπλα το κράτος που από τη μια μας κλέβει κι από την άλλη μας παρακινεί να γίνουμε ρουφιάνοι του.
Κάτω απ’ τη μύτη μιας κυβέρνησης που θα κάνει τα δικά της, στήνοντας τα οπίσθιά της στους δανειστές και τα παλούκια της στα δικά μας οπίσθια, θα στήσουμε μια ύπουλη επανάσταση. Τόσο ύπουλη, όσο αυτοί που θα την έχουν προκαλέσει. Όσο τα μέτρα που λένε πως ποτέ δε θα πάρουν και πάντα παίρνουν.
Οι δηλωμένοι άνεργοι ξεπέρασαν το εκατομμύριο. Αυτοί που δουλεύουν για το ξεροκόμματο σε κάτεργα και κάτω από συνθήκες που θυμίζουν μεσαίωνα, είναι άλλοι τόσοι. Αυτοί που τρέμουν μη χάσουν τη δουλειά τους, είναι ακόμα περισσότεροι. Τι περιμένουμε; Ζούμε τον απόλυτο εξευτελισμό και το ανεχόμαστε; Ή νομίζουμε ότι ρίχνοντας μια μούντζα θα λυθούν όλα;
Τώρα θα μου πεις ότι όλα αυτά δε γίνονται, ζούμε στην Ελλάδα και του Έλληνα ο σταρχιδισμός (και ο αρχιδισμός) δεν έχει όμοιό του, χώρια ότι θέλει πάντα να είναι αυτός ο αρχηγός και πώς να αντέξει σε μια συλλογικότητα. Έτσι είναι. Όλα αυτά είναι ουτοπικά. Αλλά, εφόσον, διαπιστωμένα πλέον, μέχρι και ο ρεαλιστικός καπιταλισμός τα κακαρώνει, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Είναι καιρός να στήσουμε την ουτοπία μας και να ζήσουμε σ’ αυτήν. Η ουτοπία δεν είναι φανταστική, αν το θελήσουμε. Κι όλα αυτά μπορούν να συμβούν. Ναι, με άλλους, διαφορετικούς ανθρώπους. Όμως κάτι μου λέει ότι αυτοί οι διαφορετικοί είναι πολλοί και δεν υπάρχουν μόνο στη φαντασία μου.


Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Μαμά, έχω πάει κι εγώ στη Βίλλα Αμαλίας


Ευτυχώς, η μαμά μου δε θα διαβάσει αυτό το κείμενο και θα γλιτώσουμε το εγκεφαλικό. Δεν παλεύεται η ταραχή της κάθε φορά που της λέω ότι κάνω κάτι που, σύμφωνα με αυτό που λέει η τηλεόραση, είναι επικίνδυνο, τρομακτικό, τρομοκρατικό, άνομο, παράνομο κλπ.
Η αρχή έγινε όταν έφτασα στην Αθήνα, πριν από 5 χρόνια και της ανακοίνωσα ότι βρήκα σπίτι στα Εξάρχεια. Φανταζόταν ότι σε κάθε γωνιά του δρόμου, θα πεταγόταν ένας αναρχικός που θα με ανάγκαζε να πάρω ναρκωτικά ή θα με λήστευε ή θα με ακολουθούσε και θα μου έκαιγε το σπίτι. Και κάθε φορά που έβλεπε –στην τηλεόραση πάντα- ότι καίγεται η Αθήνα ή ότι κάτι γίνεται στα Εξάρχεια, μου τηλεφωνούσε και μου ζητούσε να ταμπουρωθώ, όχι για να μη με πνίξουν τα χημικά –δεν έχει ιδέα τι είναι αυτά-, αλλά για να μη μου επιτεθούν, χτυπήσουν, κάψουν. Της εξήγησα ότι τα Εξάρχεια είναι ένας τόπος με βιβλιοπωλεία, εκδοτικούς οίκους, χώρους τέχνης, όμορφα στέκια, φιλικούς ανθρώπους και κόσμο που προσπαθεί να αλλάξει τον κόσμο. Το μόνο κακό είναι ότι σε κάποια σημεία γίνεται διακίνηση ναρκωτικών, αλλά στα περισσότερα γίνεται διακίνηση ιδεών. Για κάποιο λόγο –για την ακρίβεια, επειδή έτσι τα λένε στην τηλεόραση- ήταν σίγουρη ότι οι διακινητές των ναρκωτικών και των ιδεών είναι τα ίδια πρόσωπα. Για τον ίδιο λόγο, οι περισσότεροι που ζούνε εκτός, που δεν έχουν δει με τα μάτια τους, που δεν έχουν ζήσει, που δεν έχουν ψάξει, που πιστεύουν ό,τι τους λένε οι Καμπουράκηδες και οι όμοιοί τους, που μέσω αυτών έμαθαν πχ για τις καταλήψεις, πιστεύουν το ίδιο πράγμα.
Μπορεί να μην είμαι ενεργό μέλος κάποιας ομάδας, μπορεί να μη βρίσκομαι στο δρόμο, στην κατάληψη, στον αγώνα, μπορεί να κάθομαι και να παρακολουθώ από το σπίτι μου, μπορεί να είμαι μια κουράδα που κρατάει αποστάσεις ασφαλείας, μπορεί να σκατογέρασα, αλλά στηρίζω. Και αυτό το κείμενο αποτελεί την υπεύθυνη δήλωση της στήριξής μου.
Στηρίζω τις καταλήψεις και μακάρι να γεμίσει ο τόπος τέτοιες. Μακάρι να μπούνε σ’ όλα τα εγκαταλελειμμένα κτίρια της χώρας που σαπίζουν, που καταρρέουν, που βρομάνε μούχλα, σκατίλα και ποντικίλα, που το πολύ πολύ να φιλοξενήσουν κάνα πρεζόνι που θα μπει για να ξεμοναχιαστεί για να πάρει τη δόση του. Να μπούνε σ’ όλα αυτά τα κτίρια και να τα αγαπήσουν, να τα καθαρίσουν, να τα μερεμετιάσουν με τα χεράκια τους, να τα κάνουν χώρους συγκέντρωσης, διακίνησης ιδεών, αλληλεγγύης. Να γίνει δηλαδή αυτό που έγινε στη Βίλλα Αμαλίας.
Αυτό το μέρος το κοιτούσα με χαμόγελο όποτε περνούσα απ' έξω κι ερχόμουν σε επαφή με την ταμπέλα που βρισκόταν αναρτημένη στη γωνία, σαν αυτές που αναρτούν στα δημόσια κτίρια για την αποκατάσταση των οποίων ξοδεύονται πολλά εκατομμύρια (που τα περισσότερα πάνε υπέρ πίστεως και πατρίδος). Η συγκεκριμένη έγραφε μεταξύ άλλων για εργοτάξιο αλληλεγγύης με ανάδοχο τον οργανισμό ζωντανών κτιρίων, με άλλα λόγια, κάτι καλό γίνεται εκεί μέσα. Βρέθηκα εκεί ως επισκέπτρια σε κάποια (εξαιρετική) εκδήλωση. Η αλήθεια είναι ότι ένιωθα άσχετη, καθώς έβλεπα ότι όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους κι εγώ ξέρω μόνο καναδυό απ’ αυτούς. Και η αλήθεια είναι ότι είμαι άσχετη. Διότι ναι μεν κι εγώ κι αυτοί είμαστε οπαδοί της ουτοπίας, αλλά εγώ έχω προσαρμοστεί σ’ αυτό το σκατένιο αστικό περιβάλλον που μου επιβλήθηκε και απλώς ονειρεύομαι έναν καλύτερο κόσμο, ενώ αυτοί αγωνίζονται με γενναιότητα για να πετύχουν το όνειρό τους.
Νομίζω ότι, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται με σιγουριά όσοι δεν έχουν περάσει ούτε απ' έξω, είναι περιττό να πω ότι δεν είδα τίποτα εκεί μέσα που να με κάνει να νιώσω πως βρίσκομαι σε άντρο ανομίας. Από την άλλη, αν ανομία είναι να εναντιώνεσαι και να αντιστέκεσαι σε ανήθικους νόμους που δε σε σέβονται, σε εξευτελίζουν, σε καταστρέφουν, τότε τη στηρίζω και ας θεωρηθεί και αυτό υπεύθυνη δήλωση.
Η κυβέρνηση θέλει να μας πείσει ότι ξαφνικά ενδιαφέρεται για τα ιστορικά δημόσια κτίρια κι ότι σε όσα από αυτά έχει γίνει κατάληψη, οργανώνονται επικίνδυνες τρομοκρατικές δράσεις. Ο μέσος άνθρωπος, που παρακολουθεί τα νέα στο Mega, δεν έχει καταλάβει ότι θα πρέπει να στηρίζει αυτό που τρομοκρατεί την κυβέρνηση. Ο μέσος άνθρωπος πιστεύει πως οι καταλήψεις είναι αυτό που δήλωσε η χρυσή αυγή. Ο μέσος άνθρωπος θα έπρεπε να έχει καταλάβει πως η αστυνομία θα μπορούσε, αντί για καταληψίες (που προωθούν τη σκέψη και την αντίσταση), να συλλάβει πρεζέμπορους (που προωθούν την ύπνωση). Ο μέσος άνθρωπος πρέπει να κλείσει την τηλεόρασή του και να διαβάσει για να μάθει, να βγει στο δρόμο (έστω και σαν παρατηρητής) και, κυρίως, να σταματήσει την κατανάλωση κουτόχορτου.
Και όλοι μαζί, κι εγώ, η κουράδα που δεν κουνάει λίγο τον κώλο της για να αλλάξει ο κόσμος και τα περιμένει όλα στο πιάτο, να κατανοήσουμε το λόγο, το σκοπό και το νόημα των καταλήψεων, και να στηρίξουμε, με όποιον τρόπο μπορούμε, αυτά τα άντρα αντίστασης στους ανήθικους νόμους ενός κράτους που δε σέβεται τους πολίτες του.

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, μαύρα καθαρά λεφτά


«Βρε, βρε, μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε» λέμε εκείνες τις σπάνιες φορές που μπαίνει κανένα ψιλό στην τσέπη μας. Έχουμε μάθει πλέον να ζούμε μ’ αυτά τα μικρά ευχάριστα ξαφνιάσματα, αυτές τις μικρές χαρές που μας δίνει το λίγο χρήμα που ξεφύτρωσε από το πουθενά, έχοντας προσφέρει μια μικρή υπηρεσία, αυτό που καλλιεργήσαμε, ή κάτι που φτιάξαμε με τα χεράκια μας.
Όλοι τη βγάζουμε όπως μπορούμε. Ρωτάς τον άλλον με τι ασχολείται και σου λέει πχ ότι ήταν δημοσιογράφος και να είναι καλά οι ελιές στο χωριό που μπορεί τώρα και πουλάει το λάδι χωρίς μεσάζοντες και τη βγάζει κουτσά στραβά. Έχει κι ένα φίλο γραφίστα ο οποίος δούλευε σε μια εταιρεία και, τώρα που απολύθηκε, κάνει καμιά ψιλοδουλειά από δω κι από κει. Έχει και μια γκόμενα που είναι ηθοποιός, αλλά τώρα πλέκει ζιπουνάκια και τα πουλάει σε εργαζόμενες μητέρες που δεν έχουν καιρό για τέτοια, ενώ καμιά φορά, νταντεύει και τα παιδιά τους. Κι ευτυχώς που ο κόσμος τα προτιμάει πλέον αυτά τα προϊόντα, αλλιώς θα αναγκαζόταν να χαρίσει το λάδι όπως το χάριζε μέχρι τώρα για να καταλήξει στη μεγάλη εταιρεία που το μοσχοπουλάει στον καταναλωτή.
Κι η μεγάλη εταιρεία; Τι κάνει η μεγάλη εταιρεία; Τι πουλάει και ποιος τα αγοράζει; Το κύκλωμα της αγοράς με όλες τις εμπλεκόμενες μεγάλες εταιρείες ποιος θα το συντηρήσει άμα ο κόσμος αγοράζει από τον παραγωγό ή το χειροτέχνη; Και μετά η εταιρεία πώς θα μπορεί, στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (αυτό το υπέροχο τέχνασμα διαφήμισης και φοροαπαλλαγής), να κάνει καλές πράξεις για τον άνθρωπο και το περιβάλλον; Και, κυρίως, πώς θα πληρώσει φόρους; Κάτι τέτοια είναι που θα καταστρέψουν την ελληνική οικονομία.
Είμαι σίγουρη ότι σύντομα θα βγούνε να μας ενημερώσουν. Με το κόλπο της διαφήμισης. Μπορεί να μη χρειαστεί καν να κάνουν καινούργιες και να βγάλουν από το ψυγείο αυτές που έχουν ήδη παίξει. Όπως αυτή με το επικίνδυνο για την υγεία λάδι που παίρνουμε από τον παραγωγό, που τη βλέπαμε κάποτε τρομοκρατημένοι, επειδή όλοι είχαμε στα σπίτια μας λάδι που το είχαμε πάρει από κάποιο γνωστό που έχει δέντρα στο χωριό του.
Οι διαφημίσεις τους ήταν φτιαγμένες έτσι ώστε να γίνουμε σωστοί πολίτες. Θυμάμαι μία μεταπολιτευτική για το ΙΚΑ. Δεν έπρεπε να δουλεύουμε χωρίς ασφάλιση. Σωστό αυτό, αλλά τελικά αποδείχτηκε μούφα αυτή η ιστορία. Μπήκαν όλοι οι εργαζόμενοι στο ΙΚΑ, τους γίνονταν οι κρατήσεις από το μισθό τους και τα ταμεία του ιδρύματος, για κάποιο λόγο, ήταν άδεια. Σιγά σιγά οδηγούμαστε στο να συνταξιοδοτούμαστε στα 80, για να δεις γιατρό (σε κάνα μήνα, πρώτα ο Θεός) πρέπει να κλείσεις τηλεφωνικό ραντεβού που θα το πληρώσεις ακριβά κι όταν πας να εξεταστείς, ο γιατρός θα σε βρει απολύτως υγιή, για να μη σου γράψει φάρμακα, γιατί τέτοια εντολή πήρε. (Βέβαια, άμα πας στο ιδιωτικό του ιατρείο, θα σου γράψει όλο το φαρμακείο, για λόγους που μόνο αυτός γνωρίζει). Καταλήγεις λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η ασφάλιση (ειδικά αυτού του τύπου) είναι περιττή και δεν έχεις άδικο. Και καταλαβαίνεις πόσο επιπόλαια σκεφτόσουν όταν πίστευες πως είσαι ασφαλισμένος κι ασφαλής. Αποφασίζεις να μην το ξανακάνεις.
Στη δεκαετία του ’90 έπαιζε διαφήμιση που μας παρακινούσε να κόβουμε αποδείξεις. Οι άτιμοι οι μαρκετίστες χτυπούσαν τον πατριωτισμό μας και πατούσαν πάνω στις ευαισθησίες μας. Σκέτη παλιανθρωπιά δηλαδή. «Αγαπάς την Ελλάδα; Απόδειξη». Άμα ήθελες ας μην έκοβες. Υπήρχε φόβος να σου κολλήσουν τη ρετσινιά του ανθέλληνα, να σου κόψουν την καλημέρα, να σε δείχνουν με το δάχτυλο και να φωνάζουν «να αυτός που δεν αγαπάει την Ελλάδα, λιθοβολήστε τον», να σε απομονώσουν, να σε περιθωριοποιήσουν, να σου ρίχνουν ροχάλες όσοι σε συναντούν στο δρόμο.
Πήγαιναν κι έρχονταν οι αποδείξεις από τους γνήσιους πατριώτες. Τα δήλωναν όλα και απέδιδαν το ΦΠΑ τους σε τακτά χρονικά διαστήματα. Απόδειξη της αγάπης στην Ελλάδα είναι και ο ΦΠΑ. Ο οποίος, να θυμίσω, είναι ένας ευρωπαϊκός φόρος. Δηλαδή είναι η απάντηση σε όσους προσπαθούν να μας πείσουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εκείνο το ευαγές ίδρυμα που μοιράζει λεφτά στην Ελλάδα επειδή την αγαπάει και θέλει να την κάνει ανταγωνιστική. (Επίσης κάτι μου λέει ότι αυτοί που προσπαθούν να μας πείσουν γι’ αυτό, έχουν τσεπώσει από αυτά τα λεφτά για να κάνουν τις επενδύσεις τους –αυτές που μας οδήγησαν στην ανάπτυξη που ζούμε- και γι’ αυτό κάνουν αγαπουλίτσες στους Ευρωπαίους, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).
Ας επανέλθω στο θέμα μου. Οι άνεργοι αυτής της χώρας, που δεν είναι και λίγοι (που στην πραγματικότητα είναι περισσότεροι από τους δηλωμένους), αλλά και όσοι δεν είναι άνεργοι, αλλά τραβάνε τα δικά τους ζόρια, βρήκαν τρόπο να επιβιώσουν. Σ’ αυτό βοήθησε και η αλλαγή της νοοτροπίας των καταναλωτών. Έτσι άρχισε το μεταξύ μας αλισβερίσι. Βρίσκουμε άκρη μέσα από δίκτυα διακίνησης χωρίς μεσάζοντες, στις γειτονιές στήνονται δράσεις, ο ένας πιάνεται στον άλλον και όλοι μαζί αγωνιζόμαστε να βγούμε από το μπατάκι που μας έχουν βυθίσει.
Δημιουργούνται τράπεζες χρόνου, οι οποίες σύντομα θα απειλήσουν τις τράπεζες που μέχρι τώρα γνωρίζαμε. Στήνονται παζάρια και γίνονται ανταλλαγές προϊόντων και υπηρεσιών, δράσεις που προβλέπεται να τσακίσουν τις μεγάλες εταιρείες. Άσε που οι μεγαλοεπενδυτές, που η κυβέρνηση βλέπει στον ύπνο της πως δεν προλαβαίνουν να έρχονται, θα φύγουν τρέχοντας. Και οι συλλογικές κουζίνες, πού θα πάει, θα τα κλείσουν τα πανάκριβα γκουρμεδορεστοράν. Ξεκινώντας από τις ανταλλαγές, το μεταξύ μας πάρε-δώσε και άλλες αλληλέγγυες δράσεις, θα καταλήξουμε να φτιάχνουμε κολεκτίβες οι οποίες θα ανταγωνιστούν και θα αντικαταστήσουν τις εταιρείες της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας (αυτές που τσέπωσαν τα λεφτά από την ΕΕ, από το ΦΠΑ που όλοι πληρώνουμε και κανείς μας χαΐρι δεν είδε). Με άλλα λόγια, δράσεις αναρχικές έρχονται να αντιμετωπίσουν την αποτυχία του καπιταλισμού.
Και βέβαια, όλα αυτά τα (λιγοστά αλλά πολύτιμα) χρήματα και αγαθά που διακινούνται μεταξύ μας, είναι αφορολόγητα. Μαύρα, που λέμε. Βέβαια το κράτος καταβάλλει προσπάθειες να εμποδίσει αυτές τις δράσεις και να τιμωρήσει τους κακούς φοροφυγάδες, κυνηγώντας τους ψιλικατζήδες (ενώ από την άλλη χαρίζουν στα μεγάλα αρπακτικά κάποια από τα εκατομμύρια του χρέους τους) οι οποίοι όμως είναι πολλοί και δε θα ξέρουν από ποιον να ξεκινήσουν.
Προβλέπω πως οι διαφημιστικές θα τρέχουν και δε θα προλαβαίνουν σε λίγο καιρό. Θα στηθούν καμπάνιες αντιμετώπισης αυτής της μάστιγας. Θα μας εκβιάσουν και πάλι. Αν αγαπούμε την Ελλάδα, απόδειξη. Θα μας βάλουν να καταγγείλουμε το διπλανό μας που κάνει ένα μερεμέτι για να ταΐσει το παιδί του και δε δίνει τα μισά στην εφορία και τα άλλα μισά στο ΦΠΑ. Αυτή τη φορά όμως, δε νομίζω πως θα πιάσει. Το κράτος που μας επιβάλλει με τρόπο εκβιαστικό και σαδιστικό να το στηρίξουμε, θα πάρει τους όρχεις μας στους οποίους θα βρει γραμμένο το όνομά του με μεγάλα, καλλιγραφικά και ανεξίτηλα γράμματα. Γιατί στο μεταξύ, θα έχουμε μάθει να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον. Και θα μας αρέσει.