Κατηγορίες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοδουλειές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοδουλειές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Παρουσίαση "Για μια χούφτα λίρες"

Ήρθε η ώρα να παρουσιάσω το πόνημά μου. Και για να μη βαρεθούμε στην παρουσίαση, είπα να το γυρίσω στο πάρτι. Ευτυχώς, αυτοί που ανέλαβαν να με βοηθήσουν, το 'χουν. Και θα κάνουμε, όσους έρθουν, να περάσουν καλά. Όσοι δεν έρθουν, θα μαστιγωθούν ανελέητα.


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΤΙ
Οι Εκδόσεις Σοκόλη-Κουλεδάκη και η Νάντια Κατσαρού 
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου "Για μια χούφτα λίρες" 
τη Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011 στις 20:00 
στο Metropolis Live Stage
 (Πανεπιστημίου 54 και Εμμ. Μπενάκη, 4ος όροφος).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος
ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σούλτας
και ο γιατρός-λογοτέχνης Θεόδωρος Φιλιππίδης

Αποσπάσματα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί:
Λίλα Σταμπούλογου
Θάνος Χρόνης

Η εκδήλωση θα κλείσει με ένα live "μουσικό ταξίδι"
 με τον Χρήστο Χατζόπουλο (ερμηνεία, ούτι, κιθάρα). 
Στο κανονάκι, η Σοφία Χατζοπούλου.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Για μια χούφτα λίρες - απόσπασμα 3ο












Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΝΟΥ

Ήταν η χτυπημένη από Βούλγαρους κομιτατζήδες τουρκική χρηματαποστολή. Τι πρωτότυπο, θα μου πεις. Το ’χουμε ξανακούσει. Ε, τι να κάνουμε, χτυπιόταν τότε αλύπητα ο κόσμος για το χρήμα. Μήπως τώρα καλύτερα είναι; Απλώς τώρα, πίσω από τη μανία για το χρήμα και την εξουσία κυρίως, βρίσκουν και βάζουν, έτσι για το ξεστράβωμα και το γκιοζμπογιατζιλίκι, τα ανθρώπινα δικαιώματα ορισμένοι. Οι οποίοι είναι και οι πρώτοι που τα καταπατούν.
Το χτύπημα εκτιμάται ότι έγινε στο σταθμό της Μέστης. Και τα έθαψαν, λένε δηλαδή, όπως βγαίνεις από το τούνελ, όπως χτυπάνε απέναντι τα φώτα του τρένου, πρώτος λόφος φάτσα κάρτα. Και είναι και φαλακρός. Εκτιμάται ότι βρίσκεται μεταξύ Συκοράχης και Κίρκης, αφού εκεί βρίσκεται το τούνελ. Προφανώς είναι αυτό το Κελ Τεπέ που το ψάχνουν μανιωδώς χρυσοθήρες απ’ όλη την Ελλάδα. Τέλος πάντων, η πηγή μας, και ξέρεις οι πηγές του κυρ Θανάση είναι αξιόπιστες, λέει ότι ήταν μιάμιση ώρα δρόμος με το μουλάρι από τη Μέστη. Οπότε παίρνεις το μουλαράκι σου, σωστέ εξερευνητή, και πλαγιά την πλαγιά, ραχούλα τη ραχούλα, ανηφορίζεις ψάχνοντας Κελ Τεπέ και τούνελ συγχρόνως. Κι άμα βρεις το συνδυασμό, γράψε μου να ’ρθω να πάρω κι εγώ μια χούφτα, να βγω από το λούκι που μ' έχουν τσακίσει οι τράπεζες και τα χρέη και χαΐρι δε θα δω ποτέ. Δεν πιστεύω η μια χούφτα, και μάλιστα του λεπτού χεριού μου, να σου στερήσει κάτι, αφού θα έχεις στη διάθεσή σου εφτά ολόκληρα κιβώτια πράμα.
Η Μέστη λοιπόν τον καιρό εκείνον ήταν σταθμός ανεφοδιασμού των τρένων. Αυτοί λοιπόν οι μάγκες, την έστησαν εκεί κοντά που αρχίζουν οι ανηφόρες και αναγκαστικά το τρένο κόβει ταχύτητα. Μάλλον έκοβε ο καρβουνιάρης, διότι τα σύγχρονα τρένα της χώρας μας δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα τρένα των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Ανηφοριές κατηφοριές, δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Ούτε από χιόνια καταλαβαίνουν, ούτε από πλημμύρες στον Έβρο. Εκεί αυτά συνεχίζουν να προχωρούν ακάθεκτα. Να θυμηθώ την επόμενη φορά που θα ταξιδέψω με τρένο, αντί να μου κόψουν εισιτήριο, να κόψω εγώ ένα τιμολόγιο για διαφημιστικές υπηρεσίες στον ΟΣΕ. Τζάμπα του πλέκω το εγκώμιο τόση ώρα; Αν και θα το σκεφτώ πολύ το να ξαναπεράσω δώδεκα ολόκληρες ώρες κλεισμένη στο τρένο και με το κάπνισμα να απαγορεύεται σε όλους τους χώρους. Διότι, εντάξει, δε λέω, να σεβαστώ τον άλλο που δεν είναι υποχρεωμένος να δέχεται τον καπνό μου στα μούτρα. Αλλά ένας χώρος για τη φιλοξενία ημών των αρρώστων μέσα σε ένα ολόκληρο τρένο να μην υπάρχει! Και δε λέει να καπνίζεις φυλώντας τσίλιες συγχρόνως. Δηλαδή, ακόμη και στην εποχή που περιγράφουν τα ρεμπέτικα, όλοι, για να καπνίσουν τα επιλήψιμα έστω τσιγάρα τους, είχαν τους τσιλιαδόρους τους. Τι ωραία τραγούδια που θυμηθήκαμε εκείνο το βράδυ! Ξεκινήσαμε απ’ το «χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί, πάω για να φουμάρω», «ζούλα σε μια βάρκα μπήκα, στη σπηλιά του δράκου βγήκα» (τη βάρκα την αλλάξαμε και την κάναμε τρένο), «εφουμέρναμε ένα βράδυ, αργιλέ σπαχάνι μαύρη, δίχως νάχουμε στην πόρτα τσιλιαδόρους όπως πρώτα», «μας κυνηγούν τον αργιλέ γιατί τον πίνουν μάγκες και ζούλα τον φουμάρουνε όλοι οι αριστοκράτες» (στην προκειμένη περίπτωση μας κυνηγούσαν τα απλά τσιγάρα). Το «τουτ’ οι μπάτσοι πού ’ρθαν τώρα τι γυρεύουν τέτοια ώρα», δεν το τραγουδήσαμε, γιατί φτηνά τη γλιτώσαμε. Κανείς δεν εμφανίστηκε στα δύο δεκάλεπτα που κάναμε τσιγάρο στη ζούλα, οι στερημένες. Μόνο ο μπαγλαμάς κρυμμένος μέσα στο παλτό μας έλειπε. Λες κι ήμασταν ο Βαμβακάρης με τον Μπάτη στην εποχή του Μεταξά. Μεταξά είπα; Ας επιστρέψουμε στο θέμα μας.
Επί Μεταξά επέστρεψε στην Ελλάδα ο Βούλγαρος κομιτατζής ο οποίος ήταν και ο μοναδικός επιζών από τη ληστεία του τρένου και φυσικά ήξερε όλες τις λεπτομέρειες. Αφού λοιπόν λήστεψαν το τρένο, έθαψαν τα κιβώτια με τις λίρες στο γνωστό άγνωστο σημείο, αλλά στη συνέχεια οι Τούρκοι τους εντόπισαν. Και τους πετσόκοψαν. Ο δικός μας τραυματίστηκε αλλά δεν το έβαλε κάτω. Και έπειτα προσπάθησε να τα πάρει, αλλά, επί Μεταξά, δεν μπορούσε ο καθένας να αλωνίζει στη χώρα και να ψαχουλεύει στα λαγκάδια. Επίσης ήταν ακόμη πιο δύσκολο να ξεθάψει κιβώτια και να τα περάσει στη Βουλγαρία. Έμεινε λοιπόν ο Βούλγαρος να δουλεύει τσομπάνης στην περιοχή της Δράμας, κι ενώ ήξερε πού μπορεί να βρει το θησαυρό, ζούσε σε κακό χάλι. Τον καιρό εκείνον, τα μεροκάματα των αλλοδαπών, ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Άρχοντες είναι στις μέρες μας οι μετανάστες.
Τον είδε και τον λυπήθηκε ένας παλιός γνωστός του κυρ Θανάση που ήταν δάσκαλος στην περιοχή κατά το μεσοπόλεμο. Του έδωσε ρούχα, παπούτσια και κέρδισε την εμπιστοσύνη του. Και μόλις του είπε ότι κατάγεται από την Αλεξανδρούπολη, το Δεδέαγατς για να καταλάβει, ο Βούλγαρος τσίμπησε. Του αποκάλυψε το μυστικό του. Κι ο δάσκαλος που όσο ήταν νέος δεν μπόρεσε να πάει να ψάξει, το αποκάλυψε στον κυρ Θανάση όταν ήταν ήδη αρκετά μεγάλος. Και ποιος ξέρει σε πόσους ακόμη, αφού η περιοχή προσελκύει αρκετούς επισκέπτες, από όλη τη χώρα και το εξωτερικό.

Εδώ που τα λέμε, η Θράκη, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τουριστική περιοχή. Τραβάει μόνο κυνηγούς και χρυσοθήρες. Άντε και κανένα ξεχασμένο φυσιολάτρη που θα θέλει να δει κανένα βιότοπο, ή κανέναn αρχαιολάτρη που θα περάσει να δει τα Άβδηρα και τη Μαρώνεια. Στην τελευταία, μάλιστα, δεν είναι και η πρόσβαση εύκολη, αφού δρόμο ακούμε και δρόμο δε βλέπουμε. Για να φτάσεις στο αρχαίο θέατρο, πρέπει να σπάσεις το αμάξι σου.
Αλλά αυτή η περιοχή θα μπορούσε να προσελκύσει περισσότερο κόσμο. Μήπως, λέω εγώ τώρα, να προβάλουν οι αρμόδιοι τα μέρη όπου έδρασαν πειρατές και κομιτατζήδες και αυτά που φημίζονται για τους θησαυρούς που κρύβουν; Και να τρέχουν όλοι στη Μαρμαρίτσα, να σκαρφαλώνουν στα βράχια, να τσαλαβουτούν στο νερό για να δουν το περίφημο σκαλισμένο στο βράχο καράβι με τις εφτά βαρκούλες. Να τρέχουν να δουν την κλώσα με τα κλωσόπουλα. Να βγάζουν πυξίδες, να μετρούν βήματα, να βάζουν μπρος τα μηχανήματα ανίχνευσης μετάλλων και τις τσάπες και να τρέχουν να ψάχνουν σαν τρελοί να βρουν το θησαυρό και να μην τον βρίσκουν. Να στηθούν κοντά στα επίμαχα σημεία επιχειρήσεις που θα πουλούν ομοιώματα κλώσας, τσουμπλεκιών και άλλα σχετικά. Και το παραθαλάσσιο καφέ μπαρ, «η σπηλιά του Σούσουρα» όπου θα σπεύδουν να ξαποστάσουν οι επισκέπτες μετά από πολύωρη εξερεύνηση στα άγρια βουνά των Πετρωτών. Ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα, η ταβέρνα «ο μεζές του Σούσουρα» θα σερβίρει λαχταριστά μπινελίκια, αυθεντικές πειρατικές συνταγές. Αντίστοιχα, σε πιο ορεινούς προορισμούς, αυξημένη θα είναι η επισκεψιμότητα σε χώρους όπως «το κονάκι του κομιτατζή», «η σούπα του ληστή», «το θαμμένο τσουμπλέκι». Χαμός θα γίνεται. Γιατί στην εποχή μας που την κυβερνάει το χρήμα, πολύ φοβάμαι ότι είναι περισσότεροι αυτοί που ενδιαφέρονται για το πού έδρασε ο Σούσουρας, παρά για το πού έζησε ο Δημόκριτος.

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΛΙΡΕΣ - απόσπασμα



Ακούγονται πολλά για τις παγίδες του Σούσουρα. Έθαβε, λέει, τα λεφτά και τα διαμάντια σε απίστευτα σημεία και τα παγίδευε ώστε κανείς να μην μπορεί να τα πλησιάσει. Μόνο όποιος ήταν το ίδιο έξυπνος μ’ αυτόν. Θα έπρεπε όμως να βρει πρώτα τα σημάδια. Σημάδια τα οποία κανείς δεν μπόρεσε μέχρι τώρα να εξηγήσει. Οι γενναίοι πιτσιρικάδες, ήταν σίγουροι πως θα έβρισκαν το θησαυρό στη σπηλιά του Κύκλωπα. Ένα αξιόλογο σπήλαιο, το οποίο δεν είχε αξιοποιηθεί όπως άλλα. Και τώρα ακόμη, μετά από σημαντικές ανακαλύψεις που έγιναν και μελέτες και παρουσιάσεις, στην ίδια κατάσταση μένει. Γι’ αυτό λέμε πως, όποιος έχει λεφτά, είναι για να φεύγει από αυτόν τον τόπο. Ξεχασμένος κι απ’ το Θεό κι απ’ τους ανθρώπους. Για το Σούσουρα πάντως ήταν ο τόπος που επέλεξε να κρύψει λάφυρα των οποίων η αξία είναι αδύνατο να υπολογιστεί. Έτσι λένε τουλάχιστον.
            Πραγματικότητα ή μασάλια του κερατά, κανείς δεν ξέρει. Η παρέα του Λευτέρη πάντως πίστευε πως ήξερε τα πάντα.
 
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ
Οι παγίδες ήταν ο μόνος φόβος των μικρών εξερευνητών. Ποιος θα πήγαινε μπροστά, αφού υπήρχε φόβος να φάει το κεφάλι του. Ο Σούσουρας, λέει, έβαζε φοβερές παγίδες που λειτουργούσαν εκεί που δεν το περίμενες. Μόνο αυτός ήξερε πού τις είχε βάλει κι ήταν ο μόνος που μπορούσε να τις απενεργοποιήσει. Αυτές τις ανησυχίες εξέφραζαν τα παιδιά οδεύοντας προς το σπήλαιο με τα ποδήλατα και φορτωμένα με τσάπες, φακούς, σχοινιά και ό,τι άλλο θα μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο. Ο Λευτέρης και οι φίλοι του, επειδή ήταν και άτομα με λογική και έντονα αναπτυγμένη αντίληψη, σκέφτηκαν και βρήκαν τρόπο να γλιτώσουν από τις παγίδες. «Να βάλουμε μια κατσίκα να περπατάει μπροστά». Η ιδέα που έριξε ο ένας από αυτούς ήταν καταπληκτική. Θα έφταναν στο θησαυρό χωρίς να ρισκάρουν, ενώ η κατσίκα, που θα θυσιαζόταν για ιερό σκοπό, θα γινόταν μετά μπακιρλαμάς. Τέτοιο γεγονός, θα έπρεπε να το γιορτάσουν με φαγοπότι, βρε αδερφέ! Αλλά επειδή η κατσίκα δεν έχει και μεγάλο βάρος, αποφάσισαν να πάρουν τον μπουρμά του παππού του Λευτέρη. Το μαντρί δεν ήταν μακριά. Μπήκαν ρίχνοντας ψωμιά στα σκυλιά για να βγάλουν το σκασμό. Άρπαξαν το μπουρντισμένο το τραγί απ' τα κέρατα και το οδήγησαν έξω. Το κουβάλησαν μέχρι τη σπηλιά. Μπήκαν μέσα από την τρύπα που έχει για είσοδο. Στο σκοτάδι όμως το τραγί μουλάρωσε. Δεν τολμούσε να προχωρήσει. Τι σπρωξίδια τι κλωτσίδια, εκεί ο τράγος. Αμετακίνητος.
           «Βάλ' του νέφτι στον κώλο!» Τι έμπνευση ήταν αυτή που είχε ένας απ’ την παρέα! Συμφώνησαν κι οι άλλοι. Ο Λευτέρης όμως ήταν πιο προσγειωμένος. Πού να το βρει το νέφτι; Ε, τότε να βάλει μουστάρδα. Πήγε ο Λευτέρης με τον ένα από τους φίλους του στο σουβλατζίδικο του χωριού και πήραν ένα σάντουιτς με πολλή μουστάρδα. Να ξεχειλίζει η μουστάρδα.
«Καλά, βρε παιδί μου, τι θα την κάνεις τόση μουστάρδα; Θα πάρει φωτιά ο κώλος σου».
            «Γι’ αυτό τη θέλω» απαντάει το κωλόπαιδο γελώντας πονηρά μαζί με το φίλο του. Πού να πάει το μυαλό του ανθρώπου ότι θα έπαιρνε φωτιά ο κώλος της κατσίκας. Δεν παραξενεύτηκε με το βίτσιο τους, άλλωστε η παρέα του Λευτέρη είχε κάνει τρέλες και στο παρελθόν, οπότε του έδωσε το σάντουιτς, πήρε τα λεφτά του και τους έστειλε στο καλό. Οι δύο φίλοι, πήραν γεμάτοι χαρά το σάντουιτς με τη μουστάρδα, ή μήπως τη μουστάρδα με το σάντουιτς, πήραν και τα ποδήλατα και ξεκίνησαν για τη σπηλιά. Μπήκαν μέσα, όπου στην είσοδο τους περίμεναν οι άλλοι δύο που κρατούσαν τόση ώρα το τραγί να μην τους φύγει που είχε ανησυχήσει το έρμο. Με τελετουργικές κινήσεις, άνοιξαν το σάντουιτς και το πάτησαν στον κώλο της κατσίκας, η οποία άρχισε να τρέχει σαν τρελή από το σοκ που υπέστη, αλλά και για να γλιτώσει απ’ τα κωλόπαιδα που της κάνανε τον κώλο πυροτέχνημα. Αδύνατο να την ακολουθήσουν
            Το σχέδιο είχε ναυαγήσει, όπως και τα πλοία που λήστευε ο Σούσουρας. Πάνε και οι θησαυροί, πάνε κι οι μπακιρλαμάδες. Θα έπαιρναν το θησαυρό και θα κάνανε το γύρο του κόσμου. Θα ζούσαν σε ακριβά ξενοδοχεία, θα λιάζανε τα κορμιά τους σε μαγευτικές παραλίες, οι καλύτερες γκόμενες θα ήταν εκεί να τους συντροφεύουν, θα έκαναν όργια... Τώρα μια απ’ τα ίδια. Επιστροφή στην πραγματικότητα. Και στο χωριό, παρεμπιπτόντως.
            Έλα όμως που, στο μεταξύ, ο παππούς του Λευτέρη είχε πάει στο μαντρί και διαπίστωσε ότι έλειπε ο τράγος... Και ήταν και το αγαπημένο του ζωντανό. Πόσες φορές δεν κάθισαν μαζί και τα λέγανε όταν έβγαζε το κοπάδι για βοσκή… Άνθρωπος. Άνθρωπος ο Περικλής.
«Περικλή, Περικλή!» Πουθενά ο Περικλής. Απόκριση καμιά. «Τι διάολο έγινε το ζωντανό; Άνοιξε η γης και το κατάπιε; Μαρή Παγώνα! Είδες τον Περικλή;»
«Και πού να τον δω, εδώ μόνο κατσίκες για άρμεγμα έχει. Λες από τότε που το μπουρντίσαμε να άλλαξε συνήθειες και αποφάσισε να κατεβάσει και γάλα; Μπουνακλάντησες με φαίνεται». Η γιαγιά του Λευτέρη το ’χε ρίξει στο άρμεγμα. Ο παππούς του ήταν για πιο εκλεπτυσμένες δουλειές. Πιο ντελικάτη ιδιοσυγκρασία ο άνθρωπος. Η Παγώνα το άρμεγμα, η Παγώνα το τσάπισμα, στα χωράφια η Παγώνα, στο στάβλο η Παγώνα, ε, και στις δουλειές του σπιτιού η Παγώνα φυσικά, είναι για σερνικά αυτά τα πράματα;
«Τα σκυλιά ήταν ήσυχα. Μάλλον αυτός ο εγγονός μας ήταν που τελευταία έχει κουντουρντήσει. Όλο στους δρόμους είναι μαζί με τους άλλους τους αλητάμπουρες. Αλλά θα του δείξω εγώ». Και άρπαξε τη βέργα που είχε από κρανιά και πήρε τους δρόμους να βρει τον Περικλή του. Κι άμα το πετύχαινε πουθενά το κοπρόσκυλο τον εγγονό του, θα του ’σπαζε τη βέργα στην πλάτη. Δεν άργησε να τον πετύχει, τον Λευτέρη, γιατί ο Περικλής την είχε κάνει. «Έλα δω βρε μισκίνη! Έλα δω να σε περιλάβω».
Ο Λευτέρης σφύριζε αδιάφορα. «Τι κάνεις παππού»; Οι φίλοι του ήταν πιο ταραγμένοι. Ο παππούς σηκώνει τη βέργα και τη ρίχνει όπου προλαβαίνει. Οι άλλοι όπου φύγει φύγει. Το Λευτέρη όμως τον έχει πιάσει απ’ το γιακά και τον περιλαβαίνει. Συγχρόνως καλούσε και τον Περικλή απεγνωσμένα, σέρνοντας και τον Λευτέρη από δίπλα. Κάποια στιγμή το ζωντανό, ακούγοντας το όνομά του, εμφανίστηκε. Μόλις όμως είδε το Λευτέρη, άρχισε να τρέχει λες και του ξανάβαλε μουστάρδα στον κώλο. Ε, ο παππούς ήταν σίγουρος ότι κάτι του έκανε. Έριξε πάλι καμιά δεκαριά φορές τη βέργα πάνω του.
«Τι του κάνατε τους ζωντανού ρε τσογλάνια»;
Τελικά ο Λευτέρης του ξέφυγε. Ε, ολόκληρος άντρας πια, είπαμε σεβασμό στον παππού, αλλά όχι και να κάθεται να τις τρώει. Εδώ είχαμε στο μυαλό μας όργια σε εξωτικά νησιά και θα ανεχτούμε το ξύλο από τον παππού; Όταν, μετά από αρκετές ώρες, αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι, τον περίμενε και η παντόφλα της μάνας του, που είχε στο μεταξύ ενημερωθεί για τα κατορθώματα του γιου της.


Ε, φτάνει τόσο. Για τη συνέχεια, πάρτε και κάνα βιβλίο.

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΛΙΡΕΣ

Έμαθα ότι στα χωριά μου πέφτουν στοιχήματα για το ποιος είναι ο κύριος Χ. Και κανείς δε χάνει. Πάντως στην εποχή που οι πολιτικοί αρπάζουν από την τσέπη μας και τα ρίχνουν στην από μέσα, το να ψάχνει ένας πολιτικός χαμένους θησαυρούς, είναι χόμπι που κανέναν δεν ενοχλεί. (Σχετικό με το θέμα σχόλιο).

Χαράματα η ώρα πέντε (και όχι τρεις που λέει και το τραγούδι) χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Στέλιος ταράχτηκε γιατί δε συνηθίζεται να σε θυμάται κάποιος για καλό τέτοια ώρα. Το σηκώνει κι ακούει τη χαρακτηριστική φωνή του γνωστού πετυχημένου επιχειρηματία και στελέχους της τοπικής αυτοδιοίκησης. Φίλος του πατέρα του ο κύριος Χ (οφείλουμε να διατηρήσουμε την ανωνυμία των επωνύμων, τους υπόλοιπους δε, τους ξεφωνίζουμε όσο θέλουμε) από τα παιδικά τους χρόνια, ήταν αρκετά εξοικειωμένος με το Στέλιο που τον γνώριζε από παιδί. Τον έπαιρνε συχνά σε εξορμήσεις και πέρασε μαζί του αρκετές στιγμές τρέλας. Από αυτόν την κόλλησε τη λόξα με το κυνήγι θησαυρού. Ο κύριος Χ, δεν είχε ανάγκη από χρήματα, αφού δεν ήξερε τι είχε. Αλλά όσα περισσότερα έχεις, τόσα περισσότερα ζητάς. Το ταμάχι αυτό δεν μπορούσε να το εξηγήσει ο Στέλιος.
            Θα μπορούσε να θυμηθεί πολλά περιστατικά από τον κύριο Χ. Πώς να ξεχάσει το σκάψιμο σε μουσουλμανικά νεκροταφεία έξω από ένα χωριό; Ο Στέλιος έσκαβε ανελέητα και ο κύριος Χ, που δεν ξέρει πως πιάνουν την τσάπα χωρίς να χαλάσει το μανικιούρ, φυλούσε υποτίθεται τσίλιες, αλλά δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τους συνοριοφύλακες που πλησίαζαν. Δεν προλάβαιναν τα τρέχουν στο αυτοκίνητο κι από κει όπου τους βγάλει ο δρόμος. Τους έβγαλε μέσα στο χωριό όπου γινόταν γάμος, με κόσμο, ζουρνάδες, νταβούλια, νυφοπάζαρο λίγο παραπέρα κι όλα τα σχετικά. Για να αποφύγει το γάμο ο Στέλιος, έστριψε σε ένα στενό. Το οποίο οδηγούσε κατευθείαν σ' ένα μαντρότοιχο. Το γάμο τον απέφυγαν. Τους συνοριοφύλακες όχι. Ο Στέλιος ήταν έτοιμος για χειροπέδες, αυτόφωρο, διασυρμό και ποιος ξέρει τι άλλο. Αλλά η άνεση του κυρίου Χ και το γεγονός ότι ήταν αναγνωρίσιμος τον έσωσε.
«Είμαστε καλεσμένοι σε ένα γάμο και χαθήκαμε στα στενά. Είδατε εσείς, ρε παιδιά, πού γίνεται ο γάμος;» Πόσο αφηρημένος είναι, βρε παιδί μου, ο κύριος Χ; Κι από παρατηρητικότητα ούτε ίχνος. Ούτε αυτός ούτε ο οδηγός του. Και βέβαια τον είδανε, από δίπλα πέρασαν. Τους οδήγησαν στο γάμο, καληνύχτισαν ευγενικά, βάρεσαν και πέντε δέκα προσοχές, έκαναν άλλες τόσες υποκλίσεις στον άρχοντα και αποχώρησαν. Ευτυχώς στο γάμο που πήγανε, δε φάνηκαν εντελώς ξεκάρφωτοι. Πώς έτυχε να παντρεύεται η ξαδέρφη της Σιμπέλ και να πέσουν πάνω σε δικούς τους ανθρώπους. Έτσι, μόλις είδαν την Σιμπέλ και τον Σαμπρή να τους καλωσορίζουν, πείστηκαν και οι συνοριακοί. Βέβαια η απορία από το βλέμμα της Σιμπέλ έκανε αρκετή ώρα να φύγει. Μέχρι να της εξηγήσουν ότι δεν ήξεραν τίποτα για το γάμο και ότι άλλα έψαχναν. Γενικά η Σιμπέλ ήταν πολύ έξυπνη, αλλά αυτό το βίτσιο με το ψάξιμο δεν το πολυκαταλάβαινε.
.................................................................................
Αν και δόθηκαν εξηγήσεις στη Σιμπέλ για το πώς βρέθηκαν στο χωριό της ξαδέρφης της, ο κύριος Χ δεν έδωσε καμιά εξήγηση στο Στέλιο για το λόγο του πρωινού ξυπνήματος.
«Σήκω όπως είσαι. Θα περάσουμε σε δέκα λεπτά να σε πάρουμε. Πρέπει να μας πας στα Πετρωτά. Σ’ εκείνα τα μέρη μόνο εσύ δε χάνεσαι» είπε ο κύριος Χ στο Στέλιο (για να επιστρέψουμε και στα γεγονότα που μας αφορούν).
            Μέσα στο άγριο ξημέρωμα, στον ύπνο του τα έβλεπε τα Πετρωτά; Σε δέκα λεπτά ο Στέλιος ήταν έξω από το σπίτι του, έτοιμος να ξεναγήσει τον κύριο Χ και την παρέα του. Μαζί με τον κύριο Χ ήταν ένας συνάδελφός του, επίσης επιτυχημένος επιχειρηματίας, ο κύριος Ψ από την Αθήνα (άλλος επώνυμος ο οποίος πρέπει να κρατήσει την ανωνυμία του) και ο παρατρεχάμενός του. Έψαχναν να βρουν τα σημάδια του πειρατή του Σούσουρα, που ο Θεός ξέρει τι έκρυψε σ’ εκείνη την περιοχή. Όρεξη για περπάτημα να είχαν. Σχετικά με το περπάτημα δεν ξέρω, αλλά ο κύριος Χ συνήθως έχει όρεξη γενικώς. Και πολύ σύντομα άρχισαν οι από την όρεξη προερχόμενες παρενέργειες. Τη μια κουραζόταν, την άλλη ήθελε νερό, μόνο το ταπεράκι με τα κεφτεδάκια δε ζήτησε. Και, αφού κανείς δε νοιάστηκε να πάρει νερό μαζί του, βολεύτηκε μ' ένα πεταμένο μπουκάλι με θολό περιεχόμενο. Χωρίς να ανησυχεί μήπως τον πιάσει κόψιμο και χωρίς να δίνει σημασία στην προσπάθεια των υπολοίπων να τον αποτρέψουν.
            «Μια χαρά νεράκι του θεού ήταν. Νιώθω καλύτερα».
            Αφού είδαν τα σημάδια που ήθελαν, άρχισε η επιστροφή τους προς το όχημα που τους περίμενε. Αλλά, στο μεταξύ, από τη μια η χρήση θολού νερού κι από την άλλη το γεγονός ότι το έντερο του κυρίου Χ δούλευε ρολόι, έγινε στάση για εκκένωση. Για να διαπιστωθεί στη συνέχεια ότι η εκδρομή, δεν ήταν καθόλου οργανωμένη τελικά.
«Κωλόχαρτο έχετε»;
           «'Οχι βέβαια, ούτε κωλόχαρτο ούτε χαρτομάντιλο ούτε καν εφημερίδα. Μωρομάντιλο σου κάνει; Ούτε απ’ αυτό υπάρχει. Βολέψου με καμιά πέτρα». Αυτό το παιδί ο Στέλιος, άμα αρχίσει, τα λέει μαζεμένα. Τι ζήτησε ο άνθρωπος; Ένα απλό κωλόχαρτο.
            «Με ποιους έχω μπλέξει! Ούτε νερό ούτε κωλόχαρτο, που πάτε, ωρέ συντρόφια!» Αυτά τα συντροφικά τα συνήθιζε ο κύριος Χ, γιατί πάνω απ’ όλα ήτο σοσιαλιστής. Σκούπισε τη χαράδρα ανάμεσα στα χοντρά οπίσθιά του με πέτρες και σηκώθηκε ξύνοντας τον κώλο του. Συνεχίζοντας να ξύνει τον κώλο του και, καθώς είχε αδειάσει το μέσα του, τηλεφώνησε σε παρακείμενη ταβέρνα, πήρε τα συντρόφια του και πήγε να τους κάνει ένα συντροφικό τραπέζι. Αν και ήταν πρωί ακόμη, η παραγγελιά στον Κυριάκο τον ταβερνιάρη ήταν να ζυμώσει και τα πέντε κιλά κιμά που διέθετε.
           Στην ιδέα ότι θα πλακωθεί στους κεφτέδες, είχε ξεχάσει και τη φαγούρα στον κώλο και την ταλαιπωρία και τα σημάδια και το θησαυρό του Σούσουρα. Ο Στέλιος όμως, θα τα θυμόταν και το βράδυ που θα συναντούσε τους άλλους. Να θέλεις ν’ αγιάσεις και να μην μπορείς...