Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Όχι άλλες πατάτες!



Θυμήθηκα τη Γώγου τις προάλλες και έκανα συνειρμούς. Από αυτούς που μόνο εγώ μπορώ να κάνω. Γαμώτο, σκέφτηκα κάποια στιγμή. Έχουμε χάσει τη φαντασία μας. Κάθε μέρα μαγειρεύουμε πατάτες. Τώρα βέβαια, θα μου πεις, τι άλλο να μαγειρέψουμε με τα λεφτά που βγάζουμε και με αυτά που μένουν, αφού πρώτα πληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας; Πατάτες και πολύ μας είναι.
Όμως άμα δεν τρέφεσαι σωστά, δε λειτουργείς σωστά, ακόμα χειρότερο για τη φαντασία, την ήδη χαμένη. Φαύλος κύκλος. Και η φαντασία είναι άκρως επικίνδυνη για την εξουσία. Άλλωστε στο μυαλό είναι ο στόχος.
Δεν είναι κατάσταση αυτή με τις διαδηλώσεις που οργανώνουν φορείς και οργανώσεις. Έχω ξενερώσει. Μονότονες. Βαρετές. Αναποτελεσματικές. Χέστηκαν κι αν βγαίνουμε στους δρόμους και χτυπιόμαστε. Θα βγάλουν κι αυτοί τα μαντρόσκυλά τους μα χτυπηθούν με τους αναρχικούς, να γίνει το μπάχαλο και να τελειώσουν όλα με δυσάρεστο τρόπο. Να καίγεται η Αθήνα, να μην μπορείς να ανασάνεις από τα δακρυγόνα, δηλαδή να προστεθούν και τα αναπνευστικά προβλήματα στον υποσιτισμό μας. Πάρε το πτώμα σου και άδειασέ μας τη γωνιά. Κανένα αποτέλεσμα. Θυμήθηκα μια συζήτηση στο φέισμπουκ για εναλλακτικές διαδηλώσεις, όπου είχαν πέσει ενδιαφέρουσες προτάσεις. Και νομίζω πως ήρθε η ώρα.
Όχι άλλες πατάτες. Ήρθε η ώρα να ανανεώσουμε το μενού. Θα βάλουμε και κεφτεδάκια. Στο τάπερ. Θα πάρουμε και το καρό τραπεζομάντιλο και θα πάμε στο Σύνταγμα για πικνίκ. Τώρα που ήρθε η άνοιξη, μια χαρά θα είναι. Ασφαλώς, η εκδήλωση θα έχει και θέμα και όνομα: «Μαζί τα φάγαμε». Γραμμένο σε πανό για να ξέρουν και οι περαστικοί τι κάνουμε εκεί μαζεμένοι. Ποιος απ’ αυτούς δε θα κάτσει μαζί μας; Ποιος δε θα συμφωνήσει; Κι αν πλακώσουν τα μαντρόσκυλα, θα τους δώσουμε να γλείψουν κανένα κοκαλάκι. Έτσι κι αλλιώς, αρκούνται στα κοκαλάκια αυτοί.
Πλησιάζει όμως και το καλοκαίρι. Πόσοι από εμάς τους νεόπτωχους έχουμε τη δυνατότητα να πάμε διακοπές; Ούτε μέχρι τη θάλασσα μπορούμε να πάμε. Μέχρι το Σύνταγμα όμως; Με τις ξαπλώστρες μας, με τις ομπρέλες μας, με το φρέντο μας στο χέρι (έτσι όπως μάθαμε στις παλιές καλές εποχές που νομίζαμε ότι είχαμε κατακτήσει το σύμπαν), θα στηθούμε όλοι μαζί, μια χαρούμενη παρέα. Θα φορέσουμε τα μαγιό μας, θα πλατσουρίσουμε στο σιντριβάνι (με προσοχή στους μύκητες), θα λιαστούμε κάτω από τον καυτό ήλιο της υπέροχης πατρίδας μας. Κι αν πλησιάσουν τα μαντρόσκυλα της πατρίδας να μας διώξουν, θα τα στείλουμε από κει που ήρθαν. Θα τα κοιτάξουμε στα μάτια, θα χαμογελάσουμε και θα πούμε με τσαχπινιά και νάζι: «Αχ! Θα μου βάλεις λάδι στην πλάτη;»

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Η πίπα και η πίτα.

Τον είχες ζαλίσει τον άνθρωπο, κούκλα μου, με τους Βαλεντίνους, τα λουλουδάκια, τα αρκουδάκια και τα καρδουλάκια και άλλες τέτοιες πίπες. Τον είχες κάνει κουρέλι, αναγκάζοντάς τον να σε βγάζει για ρομαντικό δείπνο για δύο υπό το φως των κεριών και άλλες πίπες. Δε λέω, ήθελες κι εσύ τη μέρα σου, να νιώσεις ότι κάτι είσαι γι' αυτόν. Αφού από τόσες μέρες του χρόνου δεν αξιώθηκε να σου αφιερώσει μία, δηλαδή όλο το χρόνο πίπες, βρήκες την ευκαιρία σου. Α, όλα κι όλα, εμείς τα κρατάμε τα έθιμα. Τον Άγιο Βαλεντίνο -μεγάλη η χάρη του- τον τιμούμε στην οικογένειά μας, όχι πίπες. Κι έτρεχε ο άνθρωπος να σου κάνει τη χάρη, μη χάσει το κελεπούρι. Λες κι έχει όρεξη ν' ασχολείται με τέτοιες πίπες.
Δεν άντεξε όμως ο Χριστιανός τόση παράδοση. Έπρεπε να βρει μια μέρα να περάσει κι αυτός καλά. Καλά να είναι αυτός ο άγιος άνθρωπος, ο ραδιοφωνικός παραγωγός σταθμού της Καλιφόρνιας, ο Τομ Μπέρτσι, που από το 2002, καθιέρωσε την παγκόσμια ημέρα μπριζόλας και πεολειχίας. Τώρα έχουν και οι άντρες τη μέρα που θα γίνονται ευτυχισμένοι. Και δεν πιστεύω, εσύ που τιμάς τις παραδόσεις, να μην τίμησες σήμερα αυτήν τη μεγάλη γιορτή;
Βέβαια, δεν έχω καταλάβει πώς συνδυάζεται η μπριζόλα με την πίπα. Τρώει αυτός την μπριζόλα (για να μη μείνει με άδειο στόμα) ενόσω εμείς επιδιδόμεθα στην πίπα; Τρώμε την μπριζόλα και μετά κάνουμε πίπα; Τρώμε την μπριζόλα για να αλλάξει η γεύση; Την μπριζόλα την τρώμε με μαχαιροπήρουνο ή δαγκωτά; Στο τραπέζι ή στο κρεβάτι; Κι αν τα μπερδέψουμε; Αν, εκεί που πάμε για πίπα, νομίζουμε πως είναι η ώρα της μπριζόλας, τι γίνεται; Εκεί, αγάπη μου, νοικοκυροκόριτσό μου εσύ, ανοίγεις και φύλλο, βάζεις μέσα τη γέμιση, αυτό που πέρασες για μπριζόλα, και καλοφάγωτη.
Είναι επικίνδυνα πράγματα αυτά, κύριε Μπέρτσι μου. Η πίπα πρέπει να συνδυάζεται με τη χορτοφαγία. Διαφορετικά, κρέας το ένα, κρέας και τ' άλλο, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Για το καλό των αγοριών μας και ημών, βεβαίως.
Άντε και του χρόνου, να γιορτάσουμε πάλι με το καλό και αναίμακτα.

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

ΣτροΣ ΚΑ(ΤΑ)Ν αγάααααπη μου!



«Στην Ελλάδα οι άνθρωποι είναι βουτηγμένοι στα σκατά».
«Οι Έλληνες αισθάνονται ότι τους εξαπάτησαν κι όμως είναι εκείνοι που μαγείρεψαν τα στοιχεία και που δεν πληρώνουν φόρους».
Πες μας κι άλλα, να μας φτιάξεις τους κοπρολάγνους, μάνα μου. Πες μας κι άλλα, μεσιέ Στρος Καν, μπας και ξυπνήσουμε. Μπας και πάρουμε τα σκατά στα οποία βουτήξαμε και τα πετάξουμε στα μούτρα αυτών που μας ρίξανε μέσα.
Γιατί εγώ, η μαλάκω, τους πληρώνω τους φόρους μου. Όλους τους φόρους μου πληρώνω. Και ξέρω πολλούς άλλους μαλάκες που πληρώνουν τους φόρους τους. Αυτούς που δεν πληρώνουν δεν τους ξέρω. Δεν τους ξέρω προσωπικά δηλαδή. Γιατί είναι τόσο μεγάλοι και σπουδαίοι που δεν τους πλησιάζεις εύκολα. Συχνά έχουν και κάποιον να τους φυλάει (τον οποίο πληρώνουμε εμείς οι μαλάκες που πληρώνουμε φόρους) για να μην τους έρθει κανένα σκατό στη μάπα (από εμάς τους μαλάκες που πληρώνουμε φόρους).
Να τα ξεκαθαρίζεις τα πράγματα. Όταν μιλάς για τους Έλληνες και τα σκατά τους, να ξεκαθαρίζεις ποιοι είναι οι σκατάδες και ποιοι πνίγονται από τα σκατά. Και να λες και ονόματα. Όλων των καθωσπρέπει σκατάδων τα ονόματα να μας πεις. Και να μας προτείνεις τι να κάνουμε με δαύτους. Να τους ρίξουμε στο λάκκο με τα σκατά για σκατοθεραπεία, ας πούμε. Ή μήπως θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι πιο αποτελεσματικό;
Και τέλος, να μας πεις και για τα σκατά στα οποία εσύ και η παρέα σου μας ρίξατε. Έτσι για να μας αποτελειώσετε.
Α ρε Σουρή, όταν μιλούσες για σκατά, πόσο μπροστά ήσουν. 
Ή μήπως μια ζωή σκατά υπήρχαν σ' αυτήν τη χώρα;
Το έπος, αφιερωμένο στη σκατίλα μας:


Τίποτε δεν απόμεινε στον κόσμο πια για μένα,
όλα βρωμούν τριγύρω μου και φαίνονται χεσμένα.
Όλα σκατά γενήκανε και ο δικός μου κώλος
σκατά εγίνηκε κι αυτός, σκατά ο κόσμος όλος.

Μόνο σκατά φυτρώνουνε στον τόπο αυτό τον άγονο
κι όλοι χεσμένοι είμαστε, σκατάδες στο τετράγωνο.
Μας έρχεται κάθε σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,
μα μόλις φύγει βλέπομε πως αποσκατωθήκαμε.

Σκατά βρωμάει τούτος δω, σκατά βρωμά κι εκείνος,
σκατά βρωμάει το σκατό, σκατά βρωμά κι ο κρίνος.
Σκατά κι εγώ, μες στα σκατά, και με χαρτί χεσμένο
ό,τι κι αν γράψω σαν σκατό προβάλλει σκατωμένο.

Σκατά τα πάντα θεωρώ και χωρίς πια να απορώ,
σκατά μασώ, σκατά ρουφώ, σκατά πάω να χέσω,
απ' τα σκατά θα σηκωθώ και στα σκατά θα πέσω.

Όταν πεθάνω χέστε με, τα κόλλυβά μου φάτε
Και πάλι ξαναχέστε με και πάλι ξαναφάτε,
μα απ' τα γέλια τα πολλά κοντεύω ν' αρρωστήσω
και δεν μπορώ να κρατηθώ, μου φεύγουν από πίσω.

Σκατά ο μεν, σκατά ο δε, σκατά ο κόσμος όλος
κι απ' το πολύ το χέσιμο μου πόνεσε ο κώλος!



Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Τελεσίγραφο

Ελεεινή Χριστινάρα
Δεν ασχολούμαι μαζί σου, μην ασχολείσαι μαζί μου και με τους φίλους μου. Δε γουστάρουμε να σε βλέπουμε. Μας αηδιάζεις. Σε σιχαινόμαστε. ΕΣΕΝΑ σιχαινόμαστε. Μη φορτώνεις σε μένα αυτό που σου συμβαίνει. Δε με ήξερες κι από χτες. Δε φταίω εγώ που είσαι έτσι. Δε φταίω εγώ που μαζί σου ασχολούνται μόνο για να γελάσουν.
Πήγαινε να σε δει κάνας γιατρός. Σου το είπε κι άλλος αυτό, έτσι δεν είναι; Και έτρεξες να διαγράψεις όσα σκατά πέταξες στον τοίχο του για μένα. Ε λοιπόν, τα σκατά που στέλνεις εδώ και στο idoll, τα κρατάμε. Έχουμε τους λόγους μας.
Κανένα δικαστήριο δε θα κλείσει μέσα κάποια που απαντάει σε προσβολές που γίνονται στην προσωπικότητά της. Μάλλον αυτή που την προσβάλλει θα έχει τραβήγματα.
Αφού με διέσυρες, τράβα να με σύρεις και στα δικαστήρια. Αλλά εδώ και όπου αλλού γράφω, ΜΗΝ ΞΑΝΑΠΑΤΗΣΕΙΣ.
Ουστ λέμε!

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Παρουσίαση "Για μια χούφτα λίρες"

Ήρθε η ώρα να παρουσιάσω το πόνημά μου. Και για να μη βαρεθούμε στην παρουσίαση, είπα να το γυρίσω στο πάρτι. Ευτυχώς, αυτοί που ανέλαβαν να με βοηθήσουν, το 'χουν. Και θα κάνουμε, όσους έρθουν, να περάσουν καλά. Όσοι δεν έρθουν, θα μαστιγωθούν ανελέητα.


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΤΙ
Οι Εκδόσεις Σοκόλη-Κουλεδάκη και η Νάντια Κατσαρού 
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου "Για μια χούφτα λίρες" 
τη Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011 στις 20:00 
στο Metropolis Live Stage
 (Πανεπιστημίου 54 και Εμμ. Μπενάκη, 4ος όροφος).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος
ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σούλτας
και ο γιατρός-λογοτέχνης Θεόδωρος Φιλιππίδης

Αποσπάσματα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί:
Λίλα Σταμπούλογου
Θάνος Χρόνης

Η εκδήλωση θα κλείσει με ένα live "μουσικό ταξίδι"
 με τον Χρήστο Χατζόπουλο (ερμηνεία, ούτι, κιθάρα). 
Στο κανονάκι, η Σοφία Χατζοπούλου.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Οι τζαμπατζήδες κι οι νταβατζήδες


Θα μας κλάσετε μια μάντρα αρχίδια. Γιατί είστε ένα μαντρί με αρχίδια. Απορώ με την υπομονή μας δηλαδή. Απορώ πώς δε σας στείλαμε στα σπίτια σας ή, ακόμα πιο δίκαια, στο διάολο, διαβολεμένη φάρα. Απορώ πώς καθόμαστε ακόμα στα σπίτια μας και δεν ήρθαμε στο μαντρί σας να σας δώσουμε αυτό που σας αξίζει. Θα γίνει κι αυτό.
Βγαίνει λοιπόν ο κύριος γαμώ-τον-μπελά-μου, γενικός γραμματέας του γαμώ-τα-υπουργεία-μου και αποκαλεί τζαμπατζήδες αυτούς που αρνούνται το χαράτσι σε διόδια, εισιτήρια, τράπεζες και άλλα σκατά που μας έχουν πνίξει. Δεν είμαστε εμείς τζαμπατζήδες κύριε αρχίδη μας. Εσείς είστε νταβατζήδες. Και μας περνάτε για πόντιες πουτάνες. Σαν αυτήν που αυτοκτόνησε όταν έμαθε ότι οι άλλες πληρώνονται. Η αλήθεια είναι ότι ούτε εμείς πληρωνόμαστε για τα γαμήσια που μας κάνετε. Επομένως, δε σας χρωστάμε τίποτα.
Νομίζω ότι έχω παρεκτραπεί. Η πίεση που έφτασε στα ύψη φταίει. Κι όποιος πιστεύει ότι παρομοιάζω τη χώρα με μπουρδέλο, κάνει λάθος. Δεν είναι. Είναι του πεζοδρομίου. Γι' αυτό και μας την πέσανε οι νταβατζήδες, γι' αυτό και χρησιμοποιώ την ανάλογη πεζοδρομιακή γλώσσα.
Από την άλλη, πώς μπορούν να μας αποκαλούν τζαμπατζήδες άνθρωποι που το βουλευτιλίκι τους, που σ' εμάς το χρωστάνε, τους δίνει το δικαίωμα να μετακινούνται δωρεάν (πιο σωστά με τα δικά μας λεφτά) να μην πληρώνουν τηλέφωνα (και πάλι με τα δικά μας λεφτά) να έχουν παρατρεχάμενους (που και πάλι εμείς τους πληρώνουμε) γραφεία, αυτοκίνητα και ό,τι σκατά έχουν παραχωρηθεί στους βουλευτές πέρα από το βαρβάτο μισθό τους. Που και αυτόν το γαμημένο, εμείς τον πληρώνουμε. Ε, αρκετά έχουμε πληρώσει για το μαντρί με τ' αρχίδια. Δε θα πληρώνουμε και για τους κολλητούς τους. Δεν έχουμε κανένα λόγο να πληρώνουμε ένα κράτος που δανείζεται (και μας ξεζουμίζει για να ξοφλήσει το δάνειο) για να δανείζει τις τράπεζες. Δεν έχουμε κανένα λόγο να πληρώσουμε καμιά ξεζουμίστρα τράπεζα με επιτόκιο που δε θα μας επιτρέψει ποτέ να ξοφλήσουμε το χρέος μας. Δεν έχουμε κανένα λόγο να πληρώσουμε διόδια για δρόμους της κακιάς ώρας. Και δεν έχουμε κανένα λόγο να πληρώσουμε εισιτήριο για μέσα μεταφοράς του κώλου.
Είμαι τρία χρόνια στην Αθήνα. Τρεις ήταν και οι τιμές των εισιτηρίων σ' αυτό το διάστημα. Άμα το φάμε, του χρόνου το εισιτήριο θα φτάσει στα δύο ευρώ. Κι όλα αυτά για να φτάσουμε στοιβαγμένοι και ταλαιπωρημένοι στον προορισμό μας. Θράσος χωρίς όρια.
Και έρχονται και οι απειλές για διώξεις σε όσους δεν πληρώνουν. Εδώ, συντρόφια, φτάνει και το τέλος της ιστορίας. Ας μας εξοργίσουν κι άλλο. Μέχρι να ξυπνήσει και το μαντρί με τα πρόβατα. Μετά απ' αυτό το ξύπνημα, το μαντρί με τ' αρχίδια θα αποτελεί παρελθόν.
Αρκεί να βρούμε και σωστή λύση για το μέλλον.



Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Τα σωστά, τα λάθη και τα πάθη


Έβλεπε χτες η μάνα μου το γιο μου στον ύπνο της και ανησύχησε. Τον έπαιρνε τηλέφωνο και το είχε κλειστό. Πήρε εμένα να μάθει αν είναι καλά. Το ίδιο έκανε και με την αδερφή μου πριν από λίγες μέρες. Μη δει κλειστό τηλέφωνο. Το έχει για κακό σημάδι.
Προσπαθώ να είμαι διακριτική και δε συνηθίζω να τον ζαλίζω στα τηλέφωνα. Κι όταν είναι με κόσμο, ρωτάω αν όλα πάνε καλά και του το κλείνω αμέσως. Ξέρω ότι θα με πάρει αυτός, αν χρειαστεί κάτι. Αλλά αυτή τη φορά πλακώθηκα στις κλήσεις. Αν και συνηθίζει να μένει από μπαταρία, ανησύχησα κι εγώ με το σκασμένο γιατί ήμουν έξω και δεν ήξερα ποια πόρτα να χτυπήσω. Ήταν κάπου στο δρόμο, μεταξύ Κομοτηνής και Κέρκυρας με στάση σε φίλους του στη Θεσσαλονίκη. Όταν επέστρεψα το βράδυ στο σπίτι, μπήκα στο ευλογημένο φέισμπουκ και είδα το στάτους του. Έλεγε ότι θα πάει να δει τους Rotting Christ παρέα με τους φίλους του. Το στάτους τελείωνε με τη λέξη "ξύλο". Δε φαντάστηκα ότι είναι κάτι ανησυχητικό. 
Την άλλη μέρα (σήμερα) ξαναμπήκα στο προφίλ του. Έλεγε ότι φεύγει για Κέρκυρα κι ότι έχει σπάσει όλα του τα κόκαλα στο λάιβ που παρέστη.  Σκέφτηκα ότι είναι κάποια έκφραση των νέων που μου διαφεύγει. Συνήθως τα παρακολουθώ αυτά γιατί πρέπει να ζω στην εποχή μου. Δεν πήγε το μυαλό μου στο κακό. Υπέθεσα ότι το μεσημέρι θα πάρει το λεωφορείο για Ηγουμενίτσα. (Στην Ηγουμενίτσα βρίσκεται και η γιαγιά του και συνήθως κάνει καμιά στάση περνώντας). Δεν έπεσα έξω. Εκεί τον πέτυχα όταν του τηλεφώνησα. Του είπα ότι τον παίρνουμε κι εγώ κι η γιαγιά του από χτες και μας γράφει, το γαϊδούρι.
-Ε, είδα καμιά πενηνταριά κλήσεις και δεν έκατσα ν' ασχοληθώ.
Το επιβεβαίωσε το γράψιμο.
Μου είπε ότι γύρισε κομμάτια από το λάιβ (δε φαντάστηκα ότι κυριολεκτούσε) κι άργησε να ξυπνήσει κι ότι έφυγε τρέχοντας να προλάβει το λεωφορείο και είναι νηστικός. Του είπα ότι η γιαγιά του τον έβλεπε στον ύπνο της και ανησύχησε.
-Καλά το είδε τ' όνειρο. Είμαι δαρμένος και πονάω παντού. 
Σοκ η μάνα. Προσπαθεί να βγάλει άκρη.
-Εννοείς ότι κωλοχτυπιόσουν εκεί που πήγες;
-Εντάξει. Και κωλοχτυπιόμουν και δερνόμουν.
Μου εξηγεί ότι οι σκληροί και άγριοι μεταλλάδες, που σέβονται τον σκοτεινό και καταχθόνιο εαυτό τους, σε τέτοιες μαζώξεις, κωλοχτυπιούνται σχηματίζοντας έναν κύκλο και είναι κάποιοι στη μέση που χτυπιούνται μεταξύ τους. Έτσι, για να γουστάρουν. Δεν μπορώ να πω ότι κι εγώ γουστάρω έτσι, αλλά δεν μπορώ να του αλλάξω και τα γούστα. Του λέω να πάρει τη γιαγιά του που ανησύχησε. Μου λέει να την πάρω εγώ και να της πω να τον πάρει γιατί πού να ψάχνει τώρα το τηλέφωνό της. Καραπουτσαριό ο μικρός.
Παίρνω τη μάνα μου και της εξηγώ ότι είναι πεινασμένος και δαρμένος και να τον περιθάλψει, αλλά κατά τ' άλλα είναι καλά. Της εξηγώ ότι δάρθηκε σ' ένα πάρτι (παρά το ότι δεν είναι φανατική χριστιανή, δεν της είπα το όνομα του συγκροτήματος, να μην τρομάξει) στο οποίο χτυπιούνται καθώς χορεύουν. Πήρα κλασική απάντηση, αυτή με την οποία μεγάλωσα και μου έχει γίνει εφιάλτης:
-Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά.
Της ζήτησα να μην αναφέρει μπροστά του αυτή τη λέξη. Αν θέλει να σχολιάσει το γεγονός, να του πει ότι αυτό που κάνει είναι τρελό, είναι κουλό, είναι βάρβαρο, βλαβερό, ή ό,τι άλλο θέλει. Αλλά να τον αφήσει ν' αποφασίσει μόνος του ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Με την ίδια λογική, θα μπορούσε κι ο γιος μου που, στην προκειμένη περίπτωση, θεωρεί το ξύλο απολύτως σωστό, να θεωρήσει λάθος την εμφάνιση μιας κυρίας στα μπουζούκια με τα χρυσαφικά και τη γούνα της. Με την ίδια λογική (και με όλο του το δίκιο), θα μπορούσε να θεωρήσει λάθος μια ενδεχόμενη παρουσία του στο κατηχητικό. Πράγματα που για άλλους είναι σωστά.
Αυτή η λέξη με τσιτώνει άγρια. Από τη στιγμή που κάνω κάτι χωρίς να ενοχλώ κάποιον, ποιος έχει το δικαίωμα να κρίνει αν είναι σωστό ή λάθος; Η λογική; Το σαβουάρ βιβρ; Οι κανόνες της κοινωνίας; Ο γείτονας που παρακολουθεί; Ο καθωσπρεπισμός;
Δε γαμιούνται λέω εγώ!