Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Ας υπνωτιστούμε

Περνούσα έξω από κάτι κλαμποκαφέ, από αυτά που βρίσκονται παρατεταγμένα στη σειρά, κλείνουν όλο το πεζοδρόμιο και αφήνουν ένα μικρό άνοιγμα για τους περαστικούς, οι οποίοι πρέπει να μπουν στην ατμόσφαιρα του χώρου, να ακούσουν τις μουσικές τους, να έρθουν σε επαφή με τους θαμώνες και να νιώσουν την ευγενική αλλά πάντα επιθετική προσέγγιση του κράχτη τους. Συνήθως, το πρώτο πράγμα που κάνω όταν μου συμβαίνει αυτό, είναι να κατεβάσω καντήλια. Αυτή τη φορά, με πρόλαβαν οι σκέψεις μου.
Κοίταξα τους θαμώνες που κάθονταν αδιάφορα στα τραπέζια. Όλοι απορροφημένοι στα κινητά τους κι ενίοτε σκύβανε να ρουφήξουν τον φρέντο τους από το καλαμάκι. Κάποιοι έπαιζαν, κάποιοι φεϊσμπούκαραν, κάποια αυτοφωτογραφιζόταν στημένη σε πόζα «περνάω γαμάτα». Δεν πρόλαβα να σκεφτώ ότι πρέπει κάτι να συμβεί για να τους ταρακουνήσει. Γιατί και πάλι με πρόλαβε άλλη σκέψη. Μήπως αυτό που ζουν είναι ήδη ταρακούνημα; Τα τόσα ντεσιμπέλ της άθλιας μουσικής, η τεχνολογία που τους φέρνει τόσο κοντά στην πληροφορία, τόσο μακριά μεταξύ τους, ο καφές που τους έχει τσιτώσει, τα πηγαινέλα στα καφέ και στα μπαρ, η τηλεόραση που είναι σαφές πως τους υπέδειξε πρότυπα, τα οποία ακολούθησαν πιστά. Δεν μπορεί να είναι υπνωτισμένοι όλοι αυτοί. Ζουν το σήμερα και το ζουν έντονα. Επομένως δε χρειάζονται κάτι να τους ταρακουνήσει, αλλά κάτι να τους υπνωτίσει.
Όταν το μυαλό δουλεύει, έστω για λίγα και συγκεκριμένα πράγματα, δε χρειάζεται αφύπνιση. Όταν υπάρχει δράση, έστω και αν αυτή η δράση περιορίζεται στο να βγαίνει κανείς από το σπίτι του για να πάει για καφέ, το ταρακούνημα είναι περιττό. Όλοι αυτοί που δουλεύουν μέχρι εκεί το μυαλό και το σώμα τους, η συντριπτική πλειοψηφία δηλαδή, δεν πρόκειται να νιώσουν κανένα ταρακούνημα, ακόμη κι αν τους πλακώσει κανείς στα κλοτσομπουνίδια.
Θυμήθηκα τους ντανταϊστές. Που έκαναν τέχνη τον παραλογισμό τους, ως απάντηση στον παραλογισμό της εποχής τους. Ο ντανταϊσμός δεν έφτασε στην Ελλάδα. Αν και θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ντανταϊστικές πράξεις αυτά που έκανε ο Άσιμος. Πράξεις που τον έκαναν να θεωρείται άκρως επικίνδυνος. Τόσο που, πέρα από τις διώξεις της αστυνομίας και την αντιμετώπιση των αστών, έτρωγε πόρτα σε εκδοτικούς και δισκογραφικές. Το σύστημα λειτουργούσε οργανωμένα για να του εμποδίσει την επαφή με τον κόσμο. Ίσως γιατί θα μπορούσε να υπνωτίσει πολύ κόσμο. «Συχνά, σα με ρωτούσανε αν είμαι καλλιτέχνης, εγώ απάνταγα πως ναι, αλλά δεν κάνω τέχνη. Προσπαθώ να δημιουργήσω τις συνθήκες για να κάνουμε και τέχνη» έλεγε ο ίδιος. Αυτό χρειαζόμαστε. Ένα νέο ντανταϊστικό κίνημα που θα δημιουργήσει τις συνθήκες για να κάνουμε τέχνη.
Φαντάζομαι τον Άσιμο να μπαίνει σ’ αυτά τα κλαμποκαφέ, τα παρατεταγμένα στη σειρά και να φωνάζει στους απασχολημένους με τα κινητά τους: «Γιατί φοράτε κλουβί;» ή «Μην περπατάτε ανάποδα. Η ζωή έχει αντίθετη κατεύθυνση». Όχι πως όταν τα έκανε, είχε επιτυχία. Και τότε κανείς δεν υπνωτίστηκε. Αλλά κάποια πράγματα θέλουν χρόνο για να ωριμάσουν. Ίσως τώρα είναι η κατάλληλη εποχή. Τώρα που οι άνθρωποι είναι πιο προγραμματισμένοι και πιο καλοκουρδισμένοι από ποτέ. Τώρα που έχουν πάψει να δημιουργούνται καλλιτεχνικά και άλλα κινήματα.
Τους ανθρώπους του κλαμποκαφέ δε θα τους συναντήσουμε ποτέ σε μια γκαλερί, σε ένα θέατρο (άντε να πάνε να δούνε τον Μπέζο), σε ένα κοντσέρτο κλασικής μουσικής. Αντιθέτως, θα τους συναντήσουμε στο εκλογικό τμήμα της περιοχής τους να ψηφίζουν. Διαμορφώνουν τις ζωές των υπολοίπων, χωρίς να έχουν διαμορφώσει τον ψυχικό τους κόσμο. Υπνωτισμός επειγόντως.
Μόνο η τέχνη μπορεί να υπνωτίσει. Μόνο η τέχνη θα μπορέσει να τους αποσπάσει την προσοχή από το κινητό, να τους τραβήξει το βλέμμα Μόνο η τέχνη που θα πεταχτεί μπροστά τους στο δρόμο, θα μπορούσε να τους αλλάξει την πορεία. Να τους κάνει να ξεχάσουν ότι πήγαιναν στο κλαμποκαφέ να περάσουν τη μέρα τους με το κινητό στο χέρι και υπνωτισμένοι να παρακολουθούν το πρωτόγνωρο που συμβαίνει γύρω τους.
Μόνο αν βγει η τέχνη στους δρόμους κι αν υπάρξει για όλους, θα υπνωτιστούν. Κι αν είναι ανίκανη να υπνωτίσει τον κόσμο, δεν τη χρειαζόμαστε. Αν είναι πιστή στους δημοκρατικούς θεσμούς και θέλει να υπάρχει για όσους θέλουν να τη βάλουν στη ζωή τους, δεν πρόκειται να κάνει θαύματα. Αν δε θέλει να επιβληθεί, να ανατρέψει, να καθοδηγήσει, να κάτσει στη μούχλα της και να τη χαίρονται οι λίγοι. Αν είναι όμως μια τέχνη δυνατή, να σπάει κόκαλα, να παίρνει τα μυαλά, να σε παίρνει απ' τα μούτρα, θα τους υπνωτίσει και θα τους οδηγήσει εκεί που μόνο αυτή ξέρει. Κι ο φρέντο με το καλαμάκι μπορεί να περιμένει.


Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Η υστερική συνδικαλίστρια και η βολεμένη αριβίστρια

Εδώ και αρκετά χρόνια ανήκω στη μεγάλη και περήφανη παρέα των άνεργων δημοσιογράφων. Και επειδή είναι δύσκολα τα πράγματα στα ΜΜΕ και γιατί όσα μπορούν και επιβιώνουν δε θα ήθελαν ποτέ συνεργασία μαζί μου, πράγμα για το οποία οφείλω να παραδεχτώ πως υπάρχει μια αμοιβαιότητα.
Ως δημοσιογράφος, παρά τα όσα ακούγονται για κονομημένους "συναδέλφους", δεν κατάφερα να μαζέψω ούτε δεκάρα. Και δεν έκανα και καμιά μεγάλη ζωή. Έβγαζα όσα χρειαζόμουν για να ζήσω αξιοπρεπώς και τίποτα παραπάνω.
Η αγάπη μου για αυτό που έκανα και επειδή δεν μπορούσα να κρατηθώ χωρίς να σχολιάσω, με έστρεψαν στη δημιουργία του μπλογκ μου αρχικώς, και στη συνέχεια κάποιων συνεργατικών πόρταλ που δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να σχολιάσω την κακή τους κατάληξη.
Λογικά σκεπτόμενος κάποιος, θα μπορούσε να αναρωτηθεί γιατί έμεινα στην απόξω, αφού ήμουν πολύ καλή δημοσιογράφος (και το λέω ξέροντας ότι ενδεχομένως θα το δουν κι αυτοί που ξέρουν τη δουλειά μου και θα έχουν τη δυνατότητα να με διαψεύσουν, αν υπερβάλλω). Ως πολύ καλή δημοσιογράφος που ήμουν, συνήθιζα να σέβομαι τους ανθρώπους που αγωνίζονταν για την επιβίωση (σε εποχές μάλιστα που τα σημερινά προβλήματα ούτε να τα φανταστούμε μπορούσαμε) και να μη γλείφω κανενός πολιτικού τα παπάρια. Είχα μάλιστα εξοργίσει πολλούς από αυτούς, σε σημείο που κάποιος με έτρεχε στο ΕΣΡ (και αυτό ήταν η μεγαλύτερή μου επιτυχία) επειδή λέει τον δυσφημούσα και τον κατηγορούσα αδίκως. Δεν κατηγόρησα ποτέ κανέναν. Απλώς τα ρεπορτάζ μου ήταν λίγο πιο εκκεντρικά ως προς τον τρόπο, αλλά απολύτως αληθή ως το περιεχόμενο, πράγμα που διαπίστωσε και το Συμβούλιο και με απάλλαξε.
Ωστόσο 6 χρόνια τώρα, όπου γράφω, το κάνω εθελοντικά. Και είναι κι αυτός ένας λόγος που ξεκινάω κάθε συνεργασία με όρεξη να κάνω κάτι καλό και στο τέλος ξενερώνω και σιγά σιγά αποσύρομαι. Δεν είναι κι εύκολο να πληρωθώ για τη δουλειά που κάνω. Ξέρουν καλά οι εργοδότες πως δε θα βγω να γράψω ποτέ για υστερικές συνδικαλίστριες, αναφερόμενη σε γυναίκες που βγάζουν μεροκάματο καθαρίζοντας τα σκατά του κάθε χαρτογιακά. Θα το είχα βουλώσει και θα στεκόμουν προσοχή μπροστά σε ανθρώπους που χάνουν τη δουλειά τους. Έχουν πάρει χαμπάρι το σεβασμό που έχω στους ανθρώπους που κερδίζουν το ξεροκόμματό τους με κόπο. Και αυτός ο σεβασμός για τους άλλους, η άρνησή μου να ακολουθήσω την οποιαδήποτε γραμμή, η αδυναμία μου να κοιτάξω τον άλλον από ψηλά, με αναγκάζει να μην προσπαθώ καν να δοκιμάσω την τύχη μου στο χώρο. Η ιδιότητα του άνεργου δημοσιογράφου στην Ελλάδα, πιστεύω πως είναι τίτλος τιμής. Κράτησα λοιπόν τον τίτλο και έκανα τα άσχετα επαγγέλματα για την επιβίωση και τη διατήρηση της αξιοπρέπειάς μου.
Οι μόνοι υστερικοί συνδικαλιστές λοιπόν που έτυχε να γνωρίσω, ήταν βολεμένα κομματόσκυλα που ο μόνος αγώνας που έκαναν ήταν για να στήσουν την πολιτική τους καριέρα. Φαινόμενο συνηθισμένο στη χώρα μας. Εξίσου συνηθισμένο φαινόμενο και οι δημοσιογράφοι που έχουν πιάσει όλα τα πόστα. Ο δημοσιογράφος πλέον ξεχωρίζει από τον κομπασμό του και το εξυπνακίστικο ύφος του. Τρία πόστα έχει πιάσει η "συνάδελφος" που ενοχλήθηκε από τις βάρβαρες καθαρίστριες που επιτέθηκαν σε ευγενικούς αστυνομικούς. Και το πιο απογοητευτικό (και αηδιαστικό) είναι ότι έχει μεγάλο κοινό. Ανθρώπους που απολαμβάνουν τα αλαζονικά της σχόλια και συχνά τα συναγωνίζονται. Ζούμε ανάμεσα σε υπέροχους ανθρώπους.
Δεν την ξέρω καν αυτήν τη συνάδελφο με το λεπτό γούστο (δε διαβάζω, δε βλέπω, δεν ακούω αυτά τα αξιόλογα μέσα), αλλά υποψιάζομαι πως είναι πολύ καλή δημοσιογράφος για να είναι τόσο περιζήτητη. Μπορώ και να στοιχηματίσω: Η πένα της τσακίζει κόκαλα και το ήθος της σπάει αρχίδια. Η τσίπα της πάντως αναζητείται και αμφιβάλλω αν θα βρεθεί ποτέ.


Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Αποφεύγοντας το χαμένο χρόνο



Ο χρόνος είναι χρήμα και το χρήμα είναι πολύ σημαντικό στη ζωή μας. Έπρεπε να πιάσω πάτο (οικονομικό) για να το καταλάβω. Έπρεπε η κρίση να με χτυπήσει αλύπητα για να παραδεχτώ ότι κακώς δεν το εκτιμούσα μέχρι τώρα. Το χρήμα μάς δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε πράγματα που μας ευχαριστούν, να ζούμε αξιοπρεπώς, να διεκδικούμε ποιότητα στη ζωή μας. Το χρήμα είναι αυτό που χρησιμοποιεί κάποιος που θέλει να κάνει μια επένδυση και η καλύτερη επένδυση είναι αυτή η ποιότητα στη ζωή μας. Ήρθε λοιπόν η ώρα να δηλώσω κάτι που μέχρι πριν από λίγους μήνες το θεωρούσα βρισιά: Είμαι φιλοχρήματη.
Ο χρόνος ανταλλάσσεται με χρήμα και αντιστρόφως. Δίνω χρόνο για να γίνει κάτι, πληρώνομαι. Λογικά δηλαδή συμβαίνει κάτι τέτοιο. Συχνά ο χρόνος που αφιέρωσα σε μια δουλειά, δεν αναγνωρίζεται. Τότε μιλάμε για χαμένο χρόνο. Από την άλλη έχουμε και χρήμα που δαπανάται για πράγματα που δε γίνονται. Εκεί μιλάμε για πεταμένα λεφτά. Γενικώς, αν δεν υπάρχει δίκαιη ανταλλαγή χρόνου-δουλειάς, κάτι δεν πάει καλά.
Επένδυση δεν κάνουμε μόνο σε υλικά αγαθά. Κάνουμε και στους ανθρώπους, οι οποίοι καμία σχέση δεν έχουν με το χρήμα, ωστόσο κάποιοι είναι –τουλάχιστον για εμάς- πολύτιμοι όσο και το χρήμα. Αν δεν έχουμε τον ύπουλο σκοπό του υλικού κέρδους από αυτούς, πράγμα που θεωρώ απαράδεκτο και δε θα το σχολιάσω καν, η επένδυση αυτή έχει ως σκοπό, μέσα από τη διαπροσωπική σχέση, να γνωρίσουμε έναν καλύτερο κόσμο, έστω να τον δούμε αλλιώς, να κερδίσουμε από τη ματιά του άλλου, να γεμίσει η ψυχή μας, να δουλέψει το μυαλό μας και εν τέλει να προχωρήσουμε μαζί τους ένα βήμα μπροστά.
Αυτού του είδους η επένδυση γίνεται απευθείας με χρόνο, χωρίς να χρειαστεί ανταλλαγή με χρήμα, καθώς θα ήταν τραγικό να ζούμε με αγορασμένους ανθρώπους γύρω μας. Συχνά λέμε ότι κάποια σχέση ήταν χάσιμο χρόνου. Αυτό δεν έχει να κάνει με το χρόνο που αφιερώσαμε σ’ αυτήν (ας είναι και 15 χρόνια γάμου, ας είναι και φιλία από το δημοτικό). Το θέμα δεν είναι η σχέση που θα λήξει, αλλά το πώς θα λήξει και το πόσα και τι θα αφήσει πίσω της.
Χάσιμο χρόνου είναι να αφιερώνω αυτήν την πολύτιμη έννοια, ισότιμη του χρήματος, σε ευτελείς και ανούσιες καταστάσεις, σε άτομα μηδαμινής αξίας, τουλάχιστον για μένα. Χάσιμο χρόνου είναι να μένω στάσιμη είτε στην τσέπη είτε στην ψυχή είτε στο μυαλό, να μην εξελίσσομαι, να μην προχωρώ. Χάσιμο χρόνου εγκληματικό είναι να κόβω χρόνο από το πολύτιμο για να τον αφιερώσω στο ευτελές.
«Τι ψυχή έχει ένας καφές» μου είχε πει προσφάτως κάποιος, επιμένοντας να κάτσουμε να πιούμε έναν καφέ για να γνωριστούμε. Ήταν ολοφάνερο ότι η γνωριμία που επεδίωκε δεν ήταν ούτε σε φιλικό ούτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Για να πω την αλήθεια, έτσι όπως ήταν, πιστεύω πως δε δυσκολευόταν να κάνει τέτοιες γνωριμίες. Για μένα όμως, ακριβώς όπως το είπε: Καμία ψυχή δεν έχει ένας καφές κι εγώ αποφεύγω να ασχολούμαι με ό,τι δεν έχει ψυχή. Δεν το έβαλε κάτω. «Μια γνωριμία δεν έβλαψε ποτέ κανέναν». Σωστά. Οποιαδήποτε γνωριμία θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμη, ειδικά σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς πάντα χρειαζόμαστε φίλους για να αλληλοστηριχτούμε. Αλλά δε φαινόταν να καίγεται για αλληλεγγύη. «Είσαι παντρεμένη;» κατέληξε, προφανώς θεωρώντας πως μόνο μια παντρεμένη θα ήταν τόσο αρνητική σε μια γνωριμία. Ή αθώος ήταν ή αφελής ή κοινός βλαξ. Ελάχιστες παντρεμένες θα τον απέφευγαν. Αφού οι περισσότερες, χωμένες στο τέλμα του γάμου τους και μπουχτισμένες από την αδιαφορία του κοιλαρά, λιγδιάρη, κλανιάρη και φωνακλά συζύγου τους (όταν τον γνώρισαν δεν ήταν έτσι) δε θα τον άφηναν να ψάχνει για επιχειρήματα. Δε θα άφηναν ευκαιρία επιβεβαίωσης να πάει χαμένη, πράγμα απαραίτητο στην κατάστασή τους. Άλλωστε ο μόνος χαμένος χρόνος για αυτές, είναι αυτός που προσπαθούν να φέρουν πίσω τον άντρα που είχαν γνωρίσει.
Η άρνησή μου ασφαλώς δεν είχε να κάνει με την ηθική του κόσμου (όποια γκομενίζει είναι πουτάνα –αναφέρω και το όποιος γκομενίζει είναι γαμιάς και μάγκας, για να χαρίσω γέλιο στους αναγνώστες μου) δεν είχε να κάνει με τη δική μου ηθική (μην κάνεις στον άλλον αυτό που δε θέλεις να σου κάνει, αν πάλι σου το κάνει ο άλλος αυτό που δε θα ήθελε να του συμβεί, είναι δικό του ηθικό πρόβλημα). Είχε να κάνει με το χάσιμο χρόνου. Ο χρόνος που θα σπαταλούσα για το ανούσιο θα χανόταν από τη δουλειά μου και θα χρειαζόταν να αναπληρωθεί. Στη συνέχεια θα έπρεπε να κόψω από μένα. Λιγότερο διάβασμα, λιγότερη δημιουργία, λιγότερος χρόνος με τον εαυτό μου. Θα έπρεπε να τον κόψω από τους δικούς μου ανθρώπους, φίλους, αγαπημένα πρόσωπα, αυτόν με τον οποίο αλληλοσπρωχνόμαστε (ή αλληλοτραβιόμαστε;) να κάνουμε αυτό το ρημάδι βήμα μπροστά, που λέγαμε. Όμως πώς να το κάνεις αυτό το βήμα κόβοντας χρόνο από το σπρώξιμο (ή έστω το τράβηγμα) και ξοδεύοντάς τον σε κάτι ανούσιο; Πώς να πας μπροστά ξοδεύοντας πολύτιμο χρόνο για κάτι ευτελές; Πώς να πας μπροστά όταν κλέβεις το χρόνο σου από αυτό που σου δίνει ώθηση κι όταν τον ξοδεύεις σε φρένα; Δεν είμαστε για πισωγυρίσματα.
Εκείνο το «χρόνου φείδου» που μαθαίναμε στο σχολείο και κάναμε σαχλά γυμνασιακά λογοπαίγνια, είναι καιρός να το νιώσουμε και να το εφαρμόσουμε. Πράγμα που θα κάνουμε μόνο αν νιώσουμε την αξία του χρόνου, μόνο αν νιώσουμε πού πρέπει να τον αφιερώσουμε, αν καταλάβουμε τι πρέπει να κάνουμε για να τον προλάβουμε. «Ζούμε με συναισθήματα, όχι με τις ώρες στο ηλιακό ρολόι. Θα έπρεπε να μετράμε το χρόνο με τους χτύπους της καρδιάς» είπε ο Αριστοτέλης και αυτός που τον άκουσε, δεν άφησε στιγμή να πάει χαμένη.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                               

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Η Τζένη Βάνου στο Pink Froyd: Τα γραπτά μένουν και δε θέλω να μείνουν οι πίκρες μου

Ένα χρόνο πριν, ακριβώς ένα χρόνο πριν, μια ομάδα ιντερνετανθρώπων είχαμε στήσει το Pink Froyd. Αν ήμασταν πιο συντονισμένοι και δεν το διαλύαμε, δε θα αναγκαζόμουν να μεταφέρω στο μπλογκ μου αυτή τη συνέντευξη που δεν πρέπει να χαθεί. Ευτυχώς, παρά τον καμένο υπολογιστή, βρέθηκε σε μέιλ που είχα στείλει στους συνεργάτες μου. Και να που πάλι κυκλοφορεί ξανά στο διαδίκτυο. Δεν παίρνω όρκο ότι είναι η τελευταία της, πάντως σίγουρα είναι αυτή που αραδιάζει με άνεση όσα έκανε κι όσα ένιωθε, στους αναγνώστες.
Η Τζένη Βάνου, τον τελευταίο καιρό, δεν εμφανιζόταν πουθενά. Εκτός από το Pink Froyd. Που είχε την τιμή να κάνει πρεμιέρα με συνέντευξή της. Η Νάντια Κατσαρού και η Αργυρώ Μουστάκα Βρεττού μίλησαν μαζί της για όλα. Ήταν εμπειρία από τις λίγες. Ήταν Θεά ως το τέλος. Η συνέντευξη που ακολουθεί, αναδημοσιεύεται με πολύ άσχημη αφορμή. Αλλά θεωρώ πως είναι κι ο καλύτερος τρόπος για να την αποχαιρετήσουμε.

Η συνάντηση είχε κανονιστεί να γίνει στο σπίτι της, ένα απόγευμα Σαββάτου. Η Θεά από το παρελθόν, η οποία έχει αποσυρθεί και δεν εμφανίζεται πλέον πουθενά, γιατί δεν έχει κάτι καινούργιο να πει, έχει κάνει μια εξαίρεση για εμάς. Και μάλιστα, για να μας διευκολύνει και να μην ψαχνόμαστε, ήρθε και μας πήρε ο γιος της (με το γιο του).
Φτάνοντας σ’ ένα διαμέρισμα όπως αυτό της διπλανής πόρτας, αντικρίσαμε μία γυναίκα όπως αυτή της διπλανής πόρτας. Ελάχιστες φωτογραφίες μαρτυρούσαν το πόσο σημαντική ήταν σ’ αυτό που έκανε. Οι περισσότερες έδειχναν το πόσο σημαντικοί είναι οι άνθρωποί της, τα παιδιά της και το εγγόνι της.
«Έχετε δει ποιο ωραίο εγγονό;» είπε σε κάποια φάση, καμαρώνοντάς τον, καθώς πήγαινε να παίξει στο δίπλα δωμάτιο. Και μας ενημερώνει πως οι φωτογραφίες βρίσκονται στο πατάρι. Κι όταν σχολιάσαμε πως αυτό δείχνει άνθρωπο που δεν είναι νάρκισσος, συμπλήρωσε: «Δεν είμαι και μαχητική. Από μικρή το έχω αυτό. Έχω παραδώσει τα όπλα από 5 χρονών. Ο δυναμισμός μου υπάρχει κι όλα τα έκανα μόνη μου».
Η Τζένη Βάνου, απλή, χαμογελαστή και ανοιχτή σε κάθε ερώτηση, μας εξηγεί ποιες είναι οι προτεραιότητες κι αυτά που δίνουν νόημα στη ζωή της. Έρχεται με ψυχραιμία αντιμέτωπη με λάθη, πάθη, δυσκολίες, επιτυχίες κι αποτυχίες. Ήξερε πάντα πως με τη φωνή της μπορεί να καταφέρει πολλά. «Εμένα με έκανε ο Θεός. Ήθελε. Εγώ δεν έκανα καμία προσπάθεια. Με έλουσε με χρυσόσκονη και με άφησε. Ήξερα πάρα πολύ καλά ότι έχω εκπληκτική φωνή και βάση αυτού πορευόμουν. Κι έλεγα ό,τι και να γίνει, δε θα χαθώ». Και ξέρει πως είναι κι αυτός ένας λόγος που δεν επεδίωξε τίποτα περισσότερο. Όπως λέει, είχε λάθος χαρακτήρα για το επάγγελμά της.
Η συζήτηση περιλαμβάνει ερωτήσεις για τη ζωή της τότε και τώρα, τη δουλειά της, το πώς βλέπει τα πράγματα, ενώ είναι πολύ εύκολο να ξεφύγουμε και να καταπιαστούμε με θέματα άσχετα, από τηλεοπτικές σειρές και ζώδια, μέχρι τη σχέση της με την τεχνολογία και το ίντερνετ. Με το οποίο δεν έχει καμία σχέση και δε θέλει να αποκτήσει. «Είναι ευτύχημα το ότι βάζω πλυντήριο» λέει και θυμάται άλλο ένα παράδειγμα της αδυναμίας της να χειριστεί τέτοια μηχανήματα, τότε που οι πρόβες γίνονταν με κασέτες, όπου γράφανε και το πήγαιναν στο μέστρο και τα κατάφερνε χάρη στη βοήθεια που είχε από τα παιδιά της.
Μας περιγράφει την καθημερινότητά της: Έχει ανοιχτή τηλεόραση, απλώς για να παίζει, καθώς βρίσκεται στην κουζίνα και μαγειρεύει. Καμιά φορά βλέπει το Σουλεϊμάν,  παρακολουθεί ειδήσεις μέχρι να της ανάψουν τα λαμπάκια. Για να το αποφύγει αυτό, προτιμάει να βλέπει τις ειδήσεις από τη Μαρία Χούκλη γιατί δεν υπάρχει φανατισμός, όπως λέει, στον τρόπο της.
Δεν έχει πολλές γνώσεις για το νέο ελληνικό τραγούδι, ωστόσο της αρέσουν αρκετές νέες φωνές. Εκτιμά πως δεν υπάρχουν μεγάλα τραγούδια και πιστεύει πως φταίει η ταχύτητα της εποχής. «Η εποχή μας τρέχει, στροβιλίζεται. Τώρα λένε «άκουσα ένα τραγούδι και πάω να το βρω». Τότε έλεγαν «έβγαλε καινούργιο δίσκο ο τάδε, θα τον πάρω να δω τι έχει μέσα». Πίστευαν στον εκτελεστή. Τώρα βέβαια, το καλό που συμβαίνει είναι ότι δεν αδικούνται οι δημιουργοί των τραγουδιών».
Αναφερόμενη στους δημιουργούς, ξεχωρίζει τον Θεοφάνους, αδιαφορώντας για την έκθεσή του στα ριάλιτι, γιατί, όπως λέει, η δουλειά του τής θυμίζει το ρομαντισμό της δικής της γενιάς. «Με συγκινεί, όσο με συγκίνησε και ο Σπανός στο παρελθόν» συμπληρώνει και θυμάται τις δύο συνεργασίες με μεγάλους συνθέτες που ποτέ δεν έγιναν.
«Όταν πρωτοήρθε από τη Γαλλία, ήμουν η πρώτη που συνάντησε. Ήρθε σπίτι μου και είπαμε κομμάτια, είδαμε ένα ιδανικό δέσιμο, αλλά πήγε σε άλλη εταιρεία και δεν μπορούσε ούτε να με πλησιάσει ούτε να τον πλησιάσω Τότε ήταν αυστηρά, τα συμβόλαια, μας έδεναν χειροπόδαρα, αλλά από τους δίσκους είχαμε και μεγάλες αμοιβές και διαφήμιση».
Αναφέρεται και στο Μάνο Χατζιδάκι, με τον οποίο δε συνεργάστηκε ποτέ και πιστεύει πως αυτό ήταν η μεγάλη απώλεια. «Είχαμε προηγούμενα. Όταν ζήτησε να συνεργαστώ μαζί του, δεν μπορούσα γιατί ήδη είχα αρχίσει δουλειά με τον Πλέσσα, και εξαιτίας του Πλέσσα άκουσε και τα ντέμο μου ο Χατζιδάκις, και δεν μπορούσα να πω «Μίμη με έκανες κάπως γνωστή, αντίο, καλή καρδιά και να στραφώ αλλού». Υπήρχε δέσιμο τότε με τους ανθρώπους».
Δεν έχει να πει άσχημη κουβέντα για κάποιον, ακόμη κι αν δεν της αρέσει. Πιστεύει πως οι καλλιτέχνες είναι μια οικογένεια και μεταξύ συγγενικών προσώπων πρέπει να υπάρχουν καλές σχέσεις.
Η συζήτηση πηγαίνει στην κρίση. Θυμάται κι άλλες δύσκολες εποχές που πέρασε η χώρα. «Τότε όμως ο κόσμος είχε μάθει στις δυσκολίες. Οι άνθρωποι είχαν γνωρίσει την κατοχή και έβλεπαν το καλό που έρχεται και είχαν το κουράγιο να αγωνιστούν. Τώρα πρόκειται για οικονομικό πόλεμο, δε μας δίνουν ελπίδες, έχουμε συνηθίσει στις ανέσεις και είναι δύσκολο να προσαρμοστούμε» σχολιάζει.
Δε γινόταν να μη μιλήσουμε και για τις σχέσεις και τους έρωτες της ζωής της. Έρωτες που πάντα υπήρχαν, ακόμα και τα τελευταία 24 χρόνια που είναι μόνη, πιστεύει πως ό,τι έχει μέσα της διοχετεύεται αλλού. «Διοχετεύτηκε στην αγωνία μου για το να μαγειρέψω καλά, να πάει καλά η δουλειά μου. Για σχέση δεν ήθελα να ακούσω. Δεν έκανα πολλές σχέσεις στη ζωή μου και ίσως φταίει αυτό. Είχα έναν πρώτο μεγάλο έρωτα, μετά παντρεύτηκα, δεν πήγε καλά ο γάμος, κι εκεί που χώρισα, έζησα το μεγάλο έρωτα της ζωής μου που κράτησε 16 χρόνια». Δεν παντρεύτηκαν γιατί δεν το επέτρεψαν οι συγκυρίες και το τάμα που είχε κάνει να παντρευτεί στη Μηχανιώνα. Είχε και το νυφικό επί 8 χρόνια και τελικά το έδωσε στην αδερφή της. Μιλάει για αυτή τη σχέση και ανοίγεται μέχρι εκεί που θέλει.
«Ήταν ο ωραιότερος άντρας των Βαλκανίων και στην αρχή δεν το πίστευα ότι ήταν μαζί μου. Ήταν μια πραγματικά σημαντική σχέση. Ο χωρισμός, παρ’ όλο που εγώ τον προκάλεσα, μου στοίχισε και για πρώτη φορά στη ζωή μου, για ένα εξάμηνο δεν ήμουν εγώ. Τώρα δε θέλει ούτε ν’ ακούσει για μένα».
Η συζήτηση με την Τζένη Βάνου μπορεί να ξεφύγει και να πάει εκεί που κανείς δεν το περιμένει. Έτσι μάθαμε πως πιστεύει στο Θεό, αλλά δεν πάει στην εκκλησία και αδυνατεί να νηστέψει, πράγμα που το βλέπει ως έλλειψη δύναμης. Είναι ανοιχτή στην κριτική, ακόμη και στην αρνητική που κατά καιρούς γινόταν για τις επιλογές της και τις συνεργασίες της, ωστόσο έχει ως απάντηση την ανάγκη της για δουλειά, δηλώνοντας ότι το επάγγελμά της το μεταχειρίστηκε βιοποριστικά.
Όταν πιάνει τιμόνι, συμπεριφέρεται σαν άντρας και επιθετικά, παρά τους χαμηλούς τόνους που έχει στη ζωή της. Αυτόν τον καιρό όμως, το τιμόνι της λείπει, γιατί δεν πάει στους γιατρούς για να κάνει ανανέωση στο δίπλωμά της.
Διαβάζει. Αν και τώρα τελευταία, μπήκε στον πειρασμό να διαβάσει γνωστά μπεστ σέλερ πονηρής θεματολογίας, συνήθως προτιμά παραμύθια και άρλεκιν γιατί ξέρει πως θα έχουν καλό τέλος. Προφανώς μπουχτισμένη από τη δική της ζωή που ήταν γεμάτη πίκρες, όπως δηλώνει. Και αυτός είναι ο λόγος που δε θέλει να γραφτεί σε βιβλίο η ιστορία της ζωής της, παρά τις προτάσεις που είχε.
«Τα γραπτά μένουν και δε θέλω να μείνουν οι πίκρες μου, που μπορεί να πικράνουν κι άλλους. Δε θέλω να παρουσιαστεί η ζωή μου τόσο μελό όσο είναι».
Παρά το μελό της ιστορίας της ζωής της, σε μας άφησε την εικόνα της γυναίκας που έζησε, δημιούργησε, αγάπησε, αγαπήθηκε, πόνεσε και, τελικά, έρχεται με γενναιότητα αντιμέτωπη με τα λάθη της και συνεχίζει να βρίσκει ουσία στη ζωή της και να την απολαμβάνει. Μας άρεσε.




Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Απ' το ρεμπέτικο στο "λαϊκό", ένα τσιγάρο δρόμος. Τρίφυλλο. Για να αντέξεις.


«Άμα τραγουδάς τον πόνο του κόσμου, τραγουδάς και τον δικό σου τον καημό. Άμα λες μόνο το δικό σου ντέρτι, δεν είσαι ρεμπέτης. Είσαι λαϊκός» έλεγε ο Βαγγέλης Παπάζογλου. Προφανώς δεν είναι ακριβής ο ορισμός του ρεμπέτη ή ο διαχωρισμός του από τον λαϊκό, αλλά σα να το ‘ξερε, πρόλαβε και έβαλε όρια, πριν καν προλάβει να δει τα πρώτα σημάδια της κατάντιας του λαϊκού τραγουδιού.
Ασφαλώς το ρεμπέτικο είναι το λαϊκό τραγούδι. Δε θα αναλύσω τι σημαίνει ο όρος, αν ήταν μαρκετίστικος, αν αναφέρεται μόνο στους μάγκες της εποχής. Δεν είναι αυτό το θέμα μου. Το θέμα μου είναι η εξέλιξη του λαϊκού τραγουδιού. Και η κατρακύλα του.
«Το ρεμπέτικο είχε μια τιμιότητα και μια ηθική. Κι ο Βαγγέλης πέθανε γι’ αυτό το πράγμα. Ο Βαγγέλης πέθανε γιατί δε δέχτηκε να παίζει στην κατοχή για τους προδότες και τους μαυραγορίτες. Πρώτα πρώτα, αν δε γίνει καταστροφή δε βγαίνει ρεμπέτικο. Κι ο λαός να βγάλει ένα τραγούδι, ότι μας καταστρέψατε, μας πήρατε την πατρίδα μας και τώρα... δεν πεθαίνουμε. Θα προσπαθήσουμε να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας. Δηλαδή η φιλοσοφία του λαού ήταν αυτό το σκεπτικό. Να ξαναγίνουμε αυτοί που ήμασταν. Δεν πάμε στο νεκροταφείο, πάμε προς τα κει που είναι το φως». Αυτά διηγιόταν ο Γιώργης, ο γιος του Βαγγέλη και της Αγγέλας Παπάζογλου κι εγώ σκεφτόμουν πώς διάολο γίνεται να έχουμε μαλθακέψει τόσο. Πώς γίνεται να πεθαίνουμε έτσι εύκολα. Φταίει κι ότι δεν υπάρχει πια λαϊκό τραγούδι όπως το εννοεί.
Η αφεντιά μου με τον Γιώργη Παπάζογλου στο σπίτι του, την ώρα που υπογράφει συγκινητικές αφιερώσεις στα βιβλία του. Του χρωστάω το δικό μου.
Ο Παπάζογλου δεν ήταν από τους μάγκες με τα χασίσια και τις τακτικές επισκέψεις στις φυλακές. Ήταν ένας τύπος που πάνω απ’ όλα τον ένοιαζε η οικογένειά του. Όμως η μαγκιά του ξεχείλιζε από παντού. Κυρίως από τον άκαμπτο χαρακτήρα του και την αλύγιστη μέση του (που του έδωσαν και το παρατσούκλι «Αγγούρης») πράγματα που τον έκαναν αξιοσέβαστο στο χώρο της μαγκιάς. Κι αυτός, γνωρίζοντας τις συνθήκες που τους έριξαν στο περιθώριο, τους σεβόταν. Γι’ αυτό έγραψε για τους λαχανάδες, σα να ήταν ένας απ’ αυτούς.
Παραδόξως, πριν προλάβει να εμφανιστεί το λαϊκό τραγούδι όπως το διαμόρφωσε ο μικροαστισμός, έκανε το διαχωρισμό. Αργότερα, η γυναίκα του η Αγγέλα, έχοντας η ίδια βιώσει την κατάντια του λαϊκού τραγουδιού, αλλά και τις κακοποιήσεις που υπέστησαν τα τραγούδια του Βαγγέλη κατά τη μετατροπή τους σε λαϊκά, το περιγράφει με αποτροπιασμό. Αν ζούσε τώρα, θα ήθελε, μαζί με την όραση, να χάσει και την ακοή της, για να μην ταράζεται από τους φρικτούς του ήχους. 
Αυτό με το διαχωρισμό το έχω κι εγώ. Επιμένω πως δεν είναι το ίδιο πράγμα. Αγαπώ το είδος που ονομάζεται ρεμπέτικο στο σύνολό του. Είτε πρόκειται για σμυρναίικο είτε για μουρμούρικο είτε για Βαμβακάρη είτε για Τσιτσάνη. Νιώθω όμως την ανάγκη να κάνω τους διαχωρισμούς. Εμφανίζω συμπτώματα αναφυλαξίας όταν ακούω σύγχρονο λαϊκό. Το ίδιο παθαίνει και η άλλη πλευρά. Βάλε ένα σκυλά να ακούσει Βαμβακάρη, που είναι και βαρύς και ζόρικος. Δε θα αντέξει. Θ’ αρχίσει να γαβγίζει. Το έχω ζήσει ως ραδιοφωνατζού σε σταθμό που έπαιζε κυρίως λαϊκά. Έκανα ήσυχα και ωραία την επιμορφωτική μου εκπομπή για το ρεμπέτικο και κάθε τόσο προέκυπτε κι από κάνας κουραδόμαγκας να ζητήσει κάναν Καρά γιατί του τα είχα ζαλίσει. Το πιο αστείο είναι ότι, επειδή δεν είχαν κραυγές, τα θεωρούσαν κλάψα. Δε θεωρούσαν κλάψα το λυγμό του Καρά, ούτε βέβαια αυτό που κάνουν οι ίδιοι όταν η κυρά τους τούς κυνηγάει με την παντόφλα.
Για το θέμα της κλάψας θα πρέπει κι εγώ να κάνω διευκρινίσεις. Στα ρεμπέτικα τραγούδια υπάρχει πόνος και νταλγκάς, υπάρχει καημός μεγάλος, ενίοτε κι απόγνωση. Αλλά η κλάψα απαγορεύεται. Θα σου βάλω δύο τραγούδια του χωρισμού, ένα σχεδόν άγνωστο ρεμπέτικο κι ένα πασίγνωστο λαϊκό, για να καταλάβεις τη διαφορά. Στο πρώτο, αφού γίνει η περιγραφή του αβάσταχτου πόνου, καταλήγει: «Μείνε καρδιά μου άρρωστη με συντροφιά το κλάμα, ν’ αγαπηθείς να χωριστείς πες πως το έχεις τάμα». Η καρδιά η άρρωστη καλείται να επαναλάβει κάτι απολύτως υγιές. Αυτό που είναι φτιαγμένη να κάνει. Να πονάει και να ξαναζωντανεύει για νέες περιπέτειες.
Και βέβαια, ένα τέτοιο θέμα, ταιριάζει να εκφραστεί μουσικά με ένα χασάπικο. Δεν ξέρω πώς γίνεται να εκφράζεις πόνο χωρισμού με το πανηγυρτζίδικο ύφος του τραγουδιού που ακολουθεί. Ας είχε τουλάχιστον μια εσωτερικότητα, ένα βάθος, έναν μαζεμένο ήχο, βρε αδερφέ. Δεν πειράζει, μωρέ. Θα μας πείσει για τον πόνο με ένα μακρόσυρτο «αχ» σε όλους τους τόνους.
Δε θα καταλάβω ποτέ γιατί έπρεπε να υπάρχουν αυτοί οι ρυθμοί στην Ελλάδα. Δεν είναι καν τσιφτετέλι. Οι Ινδοί ξέρουν, αν μη τι άλλο, να το χορεύουν αυτό το πράγμα. Εμείς όχι. Δεν είναι η κουλτούρα μας και γίνεται γελοίο όταν καταγίνονται οι άσχετοι μ’ αυτό. Προφανώς γι’ αυτό κλέβονταν ατόφια τα ινδικά τραγούδια. Για να μην είναι ξεφωνημένη η γελοιοποίηση. Ήταν όμως ξεφωνημένη η παρακμή. Γιατί, πώς να το κάνουμε, η Ναργκίς δεν ήτο Ελληνίς.
Η κατρακύλα είχε αρχίσει. Όχι πως δεν είναι καλό το ινδικό λαϊκό τραγούδι ή το αραβικό που κλέψαμε στη συνέχεια (και κλέβουμε ακόμη) αλλά είναι γελοίο να το παρουσιάζουμε ως ελληνικό λαϊκό. Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι (αυτό που ξέραμε ως ρεμπέτικο) τελείωσε γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 50. Όταν άρχισαν τα κλαψομούνικα από τη μια και τα ανούσια γλεντζέδικα από την άλλη. Άρχισαν και οι ασέλγειες πάνω στα ρεμπέτικα. Το χαρέμι στο χαμάμ, αυτό το αργό τσιφτετέλι, που είχε φτιαχτεί για να το χορέψει η μερακλού και να τη βλέπει ο δερβίσης και να λιώνει από την κάψα, μετατρέπεται σε συρτοτσιφτετέλι με ντιριντάχτα για να κωλοχτυπιούνται οι σουσούδες και να τον παίζουν κρυφά οι λιγούρηδες. Άμα μιλήσω για ξερατό, θα θεωρηθώ απόλυτη και προκατειλημμένη; Χέστηκα. Και λίγα λέω. Όποιος έχει τη στοιχειώδη αισθητική, το αντιλαμβάνεται ακούγοντας τα δύο άσματα που ακολουθούν.
Έτσι πάει μέχρι σήμερα. Έτσι ξεχάσαμε και ποιοι ήμασταν, από πού περάσαμε και πώς φτάσαμε ως εδώ. Κι ότι το λαϊκό τραγούδι συνόδευε την κάθε μας στιγμή. Τώρα συνόδευε μόνο το γλεντοκόπι. Άντε και την καψούρα μας (το κάψιμο που προκαλούν τα ούρα και ουχί την κάψα μας), καθώς μεταλλασσόταν σε καψουροτράγουδο.
Τότε στο ραδιόφωνο είχα και διαμαρτυρίες για τα χασικλίδικα. Έπρεπε να πέσει λογοκρισία, λες και ζούμε στην εποχή του Μεταξά. Οι ρεμπέτες τραγουδούσαν τη ζωή τους. Δηλαδή τους έρωτες, τη φτώχεια, τα γεγονότα, τον τρόπο ζωής τους. Και μέσα στον τρόπο ζωής τους ήταν κι αυτό. Τραγούδησαν τον πόλεμο, το χαμό των ανθρώπων τους, τις φυλακές και τις εξορίες. Το λαϊκό τραγούδι ήταν συγχρόνως και πολιτικό. Χωρίς να το επιδιώκει. Απλώς γιατί οι δημιουργοί του δεν ήταν αδιάφοροι για όσα συνέβαιναν γύρω τους. Και, παρά τη λογοκρισία, βρίσκανε τρόπο να μιλήσουν για μάνες που έχουν τα παιδιά τους στις εξορίες.
Καθώς άρχισε να στήνεται η ελληνική κοινωνία και να δημιουργούνται οι τάξεις, προέκυψε και η ανάγκη τους να εκφραστούν μουσικά. Έτσι, για τους αστούς, δημιουργήθηκε το ελαφρό, άντε και ελαφρολαϊκό τραγούδι, ενώ οι μικροαστοί φτιάχνονταν και αποκτούσαν ξαφνικά μαγκιά με το βαρύ λαϊκό. Μέχρι πριν από τον πόλεμο, υπήρχε το ανατολίτικο και το δυτικό. Ο καρσιλαμάς κι η όπερα. Διαφορετικά είδη, αλλά άμα τα έβαζες στη ζυγαριά, πιάνανε καλά νούμερα. Τώρα ο διαχωρισμός γίνεται με το βάρος και την ελαφρότητα. Βέβαια, η κατάντια του λαϊκού τραγουδιού έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που, αν είχα να διαλέξω, θα προτιμούσα σαφώς την αβάσταχτη ελαφρότητα. Διότι βγαίνει ο άλλος με κακοποιημένα (σκυλοποιημένα για να είμαι πιο ακριβής) ρεμπέτικα και τα βαφτίζει «βαριά κι ασήκωτα». Ε, έπρεπε να υπάρχει ο ανάλογος όρος από την άλλη πλευρά για να κρατηθούν οι ισορροπίες. Η σκυλοποίηση ενός σεμνού και χαμηλών τόνων τραγουδιού, με τον ηλεκτρικό ήχο του μπουζουκιού που κάνει ντεμέκ δεξιοτεχνίες, την επιτηδευμένη, βαριά φωνή του τραγουδιστή (βλακωδώς νόμιζαν κι ακόμη νομίζουν ότι αυτό δίνει το βάρος και τη βαρβατίλα σε ένα τραγούδι) και τα επιφωνήματα τύπου «έλλλλα ρε παιδί μου, δώσσσσε», δεν ήταν η χαριστική βολή στο λαϊκό τραγούδι. Υπήρξε και υπάρχει ακόμη συνέχεια. Οι Έλληνες «δημιουργοί» δε βαριούνται να κατακρεουργούν. Εγκληματικές πράξεις βαρέων βαρών.
«Ωραίο τραγούδι αυτό, Γιώργη, της στεναχώριας, έλεγε ο Μάρκος. Η στεναχώρια γεννάει τη δημιουργία, αλλά όχι στεναχώρια κουβαροψυχίτισσα. Στεναχώρια βαρβάτη, με αναστάσιμη ψυχή» έλεγε μεταξύ άλλων ο Γιώργης Χριστοφιλάκης σε συνάντησή μας και κουβέντα για το ρεμπέτικο και το Μάρκο. Ρεμπέτικο και χαζοχαρουμενιά δεν κολλάνε. Δεν του ταιριάζει η επιτηδευμένη εξωστρέφεια του νεοέλληνα. Γι' αυτό καταστράφηκε το είδος. Γίναμε χαζοχαρούμενοι, αγαπήσαμε το εύκολο και το ανώδυνο. Πλαδαρέψαμε. 
Ο αγαπημένος Δάσκαλος Γιώργης Χριστοφιλάκης λέει, το μαθητούδι παρακολουθεί. Με κουβάλησε στο στέκι του, αλλά κι εγώ τον κουβάλησα εκεί σε ώρα που δεν έβγαινε.
Στην πορεία έγινε τόσο ευτελές το είδος, που έπρεπε να εφευρεθεί κάτι άλλο. Κάτι που να χωράει κι έναν στίχο ή έναν ήχο της προκοπής. Και ανακαλύφθηκε το έντεχνο. Λες και αυτό που υπήρχε μέχρι τότε ήταν άτεχνο. Λες κι ο Σκαρβέλης ή ο Τούντας ήταν τίποτα συνθέτες της πλάκας. Λες κι ο Μάρκος ή ο Τσιτσάνης έγραφαν τραγουδάκια για μικρά παιδιά. Και άντε, άμα είσαι ο Χατζιδάκις και έχεις ταλέντο και ευφυΐα και συνδυάζεις με τον τρόπο σου τη δυτική μουσική με τη βυζαντινή, κάτι πετυχαίνεις (αν και το είχαν κάνει οι Σμυρνιοί με τα μινόρε τους, πολλά χρόνια πριν, έτσι για το κέφι τους) αλλά χέσε με βρε μάνα μου με αυτόν τον ορισμό του τραγουδιού που κατάντησε να φοριέται ακόμη κι από σχήματα τύπου Πυξ Λαξ. (Και νομίζω με το τελευταίο παράδειγμα περί εντέχνου ήμουν αρκετά σαφής και δε χρειάζεται να κάνω περαιτέρω ανάλυση για το είδος).

Καθιερώθηκε να λες «πάμε μπουζούκια» και να εννοείς ότι πας να ζήσεις τον σοδομισμό που γίνεται στο ιερό όργανο και τον εκχυδαϊσμό της ιερής μουσικής του τόπου σου. Και να σου αρέσει. Και να σου αρέσει που το ιερό ζεϊμπέκικο, χορός για άντρες αρχιδάτους και όχι για αρχίδια με αρκουδοβατραχίσια χάρη, κατέληξε κάπως έτσι:
Αυτό είναι και το πρότυπο του κάθε νεοέλληνα που βαφτίζει λαϊκή μουσική αυτό το αίσχος κι έχει συνδέσει το γλεντοκόπι στα «μπουζούκια» με την ελληνική παράδοση, με το φλογερό του -αχ, σιγά, καλέ, θα με κάψεις- ταμπεραμέντο, τη μαγκιά και αυτή του την ανοιχτοχεροσύνη που κανένας άλλος λαός δεν έχει. 
Έχω όμως κι εγώ το χέρι ανοιχτό, καλέ μου νεοέλληνα και παρ’ τα να μη σου τα χρωστάω.




Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Η μέση ελληνική οικογένεια και η μεσαία τάξη



Ήρθε η ώρα να μιλήσω για την ταπεινή μου καταγωγή. Γεννήθηκα σε ένα προσφυγικό σπίτι όπου μέναμε με παππού και γιαγιά. Οι γονείς μου δε βρήκαν τίποτα στο πιάτο. Κομμώτρια η μάνα, φορτηγατζής ο πατέρας, ανήκαν συνειδητά στην εργατική τάξη. Και φρόντισαν να μη χάσουμε την ταξική μας συνείδηση. Καμιά φορά, ο πατέρας μου με αποκαλούσε αριστοκράτισσα, λόγω του ξινού μου χαρακτήρα, με εμφανή την ανησυχία του μη μου συμβεί κάποια στιγμή και γίνω δεξιά, όπως είναι η κάθε αριστοκράτισσα που σέβεται τον εαυτό της. Νομίζω πως το πιο επικίνδυνο, αλλά και πιο εύκολο, θα ήταν να γίνω απολιτική μικροαστή. Δεν έγινα. Και άρχισα να συνειδητοποιώ γιατί. Γιατί τα βιβλία, οι μουσικές, οι ταινίες, οι εφημερίδες, οι άνθρωποι, έκαναν καλή δουλειά. Κι ας έζησα μέσα στον απόλυτο μικροαστισμό μιας μικρής επαρχιακής πόλης που πάσχιζε να δείξει μεγάλη.
Μεγάλωσα μέσα σε μία λαϊκή οικογένεια. Όμως ήταν πολιτικοποιημένη. Έμπαιναν κάθε μέρα στο σπίτι εφημερίδες, τις οποίες διάβαζα από μικρή. Χωρίς απαραιτήτως να καταλαβαίνω πάντα τι διαβάζω. Υπήρχαν και βιβλία. Όχι καμιά βαρβάτη βιβλιοθήκη. Εκτός από παιδικά βιβλία που αγόραζαν τακτικά γιατί έπρεπε να αγαπήσουμε το διάβασμα, είχαμε και εγκυκλοπαίδειες, πολιτική για τον μπαμπά και λογοτεχνία για τη μαμά. Η μάνα μου, που κουτσά στραβά έβγαλε μισό γυμνάσιο, δε διάβαζε και πολύ. Τα βιβλία της όμως ήταν από Παπαδιαμάντης μέχρι Τολστόι. Σήμερα, η μέση μάνα έχει βγάλει πανεπιστήμιο (για να έχει ένα χαρτί – εισιτήριο για την απασχόληση, λέμε τώρα) και διαβάζει Δημουλίδου.
Από μουσικές, στο σπίτι ακούγονταν ελληνικά. Οι γνωστοί μεγάλοι συνθέτες που συνήθως τα τραγούδια τους είχαν στίχους γραμμένους από μεγάλους ποιητές. Και, καμιά φορά, όταν μερακλώναμε, ήμασταν και λαϊκοί άνθρωποι, ακούγαμε και κάναν Τσιτσάνη ή Καζαντζίδη, άντε και Ζαγοραίο. Και πάλι όμως, καμία σχέση με τον κάθε αγοραίο που ακούει στο σπίτι ή στο αυτοκίνητο η σημερινή μέση οικογένεια.
Τότε δεν είχαμε πολλά κανάλια κι ως εκ τούτου, δεν είχαμε και πολλή αποβλάκωση. Αναγκαστικά έβλεπες αυτό που είχε. Στην τηλεόραση γνώρισα την όπερα, τον καλό κινηματογράφο, την τέχνη, όλα αυτά που δεν έφταναν μέχρι την Κομοτηνή για να τα δω από κοντά. Σήμερα, το μέσο επαρχιωτόπουλο γνωρίζει από την τηλεόραση το ξεκατίνιασμα, τα ξέκωλα και τον λαμπερό και ψεύτικο κόσμο των διασημοτήτων. Η μέση οικογένεια αποβλακώνεται παρακολουθώντας εκπομπές που φτιάχνονται με σκοπό να τη χειραγωγήσουν. Δεν υπάρχει ελπίδα για όποιον μεγαλώνει με τις αρχές και τα ιδανικά της μέσης ελληνικής οικογένειας.
Η μέση ελληνική οικογένεια όταν ήμουν μικρή, ήταν σαν τη δική μου. Κάποιοι όμως δεν φοβήθηκαν μήπως χάσουν τα παιδιά τους την ταξική τους συνείδηση. Για την ακρίβεια, ήθελαν κι οι ίδιοι να τη χάσουν. Να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Να κάνουν κάτι σπουδαίο. Να γίνουν αστοί. Να δημιουργήσουν την περήφανη μεσαία τάξη, μια τάξη με προοπτικές αναβάθμισης. 
Το γελοίο φαινόμενο του μικροαστισμού εξαπλώθηκε σαν πανδημία. Η μεγαλομανία επίσης. Γεμίσαμε σουσούδες και κονιόρδους. Που σιχαίνονται την πολιτική, γιατί ξέρουν καλά ότι όλοι οι πολιτικοί είναι κλέφτες, απατεώνες και κοιτάνε μόνο την τσέπη τους. Σωστά. Κανένας πολιτικός δεν έβαλε κανένα μπαχτσίσι (ξέρεις, από τα κλεμμένα) σε καμία τσέπη καμιάς σουσούς. Σιχαίνονται την πολιτική, δηλαδή τη διαδικασία με την οποία παίρνονται αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή μας. Και απέχουν. Εκτός κι αν βρούνε τρόπο να προωθήσουν την απόφαση εκείνη που θα επηρεάσει (θετικά, εννοείται) τη δική τους ζωή. Τότε στηρίζουν αυτόν που κάνει την καλύτερη προσφορά.
Αυτό το είδος ευδοκιμεί στη χώρα μας γιατί βρήκε τις κατάλληλες συνθήκες. Και, επειδή τα οικονομικά προβλήματα το έχουν κάνει κάπως να ατροφήσει, καταβάλλονται προσπάθειες ώστε να μη μαραθεί τουλάχιστον. Πρέπει να πειστεί ότι η μεσαία τάξη υπάρχει ακόμη και έχει προοπτικές αναβάθμισης. Νάρκωση με την τηλεόραση, συντήρηση της ελπίδας με υποσχέσεις για σαξές στόρι, δώσ’ του σαξές αυτού του είδους, έστω και ως ελπίδα για το μέλλον και θα σου κάνει χαρούλες. Δώσε φαντασίωση σ’ αυτό το είδος, άφησέ το να πιστεύει πως έρχεται και πάλι η λάμψη και η επιτυχία και θα σου κάνει και τεμενάδες.
Διασκέδασέ το αυτό το είδος. Σε πίστες με φίρμες, στην τηλεόραση που έφτιαξες όπως ήθελες, στα βιβλία και στα περιοδικά που δείχνουν τα πρότυπα. Κράτησέ το ήρεμο, χαζοχαρούμενο και ναρκωμένο αυτό το είδος, ρίχνοντάς του τακτικά κανένα κοκαλάκι πασπαλισμένο με χρυσόσκονη. Και θα φράξει δυναμικά κι αποφασιστικά το δρόμο στα υπόλοιπα είδη που θέλουν να δοκιμάσουν μια άλλη πορεία.

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Τα παιδιά του δρόμου


Ξέρουν τι πρέπει να φοβούνται. Την πιτσιρικαρία. Τους νέους που δε βλέπουν παιδεία στο παρόν τους και ξέρουν πως δε θα δουν χαΐρι στο μέλλον τους. Που ξέρουν ότι άλλοι έχουν ορίσει την πορεία τους στη ζωή και τους πέταξαν στο δρόμο για την καταστροφή. Καταστροφή για την οποία δεν ευθύνονται.
Είναι λογικό να είναι εξοργισμένοι οι νέοι σήμερα. Ανησυχούσα μήπως έχουν βγει χαλβάδες, από γονείς που τους είχαν μαλθακέψει οι συνθήκες της προ κρίσης εποχής και βρέθηκαν ξαφνικά ανήμποροι μπροστά στο πρόβλημα. Αλλά ευτυχώς δεν είναι όλοι έτσι. Αυτά τα παιδιά δε γνώρισαν ευδαιμονία (ή ό,τι ήταν αυτό που φανταστήκαμε πως θα κρατήσει για πάντα), δεν άραξαν, δε σάπισαν, δεν πρόλαβαν να γίνουν χάχες σαν εμάς. Γι’ αυτό έχουν το κουράγιο να εξοργίζονται και να εξεγείρονται. Γι’ αυτό τα φοβούνται.
Γι’ αυτό, χεσμένοι πάνω τους, έβγαλαν στους δρόμους όλα τα δικά τους παιδιά, αυτά που τα περισσότερα μπήκαν στη σχολή που θα τους εξασφάλιζε το μέλλον και το σταθερό μισθό. Εντάξει, δεν είμαι απόλυτη. Δεν τσουβαλιάζω. Υπάρχουν και εξαιρέσεις και οφείλω να τις αναγνωρίσω. Κάποιοι έγιναν μπάτσοι επειδή γουστάρουν να δέρνουν και ήθελαν να το κάνουν χωρίς να υπάρχει φόβος να θεωρηθούν παράνομοι. Και ξεχαρμάνιασμα και βόλεμα. Αυτές είναι δουλειές.
Τους νέους φοβούνται. Γι’ αυτό φροντίζουν να τους κοιμίζουν. Γι’ αυτό τους κρατάνε μακριά από τη μόρφωση. Γι’ αυτό προωθούν κι επιβάλλουν την ημιμάθεια. Κι οι τυχεροί, αυτοί που δεν τους χτύπησε η κρίση, θα φύγουν στο εξωτερικό και θα προκόψουν. Οι υπόλοιποι, αυτοί που μεγαλώνουν μέσα στην ανέχεια, θα γίνουν σερβιτόροι. Σε μετάφραση, υπηρέτες. Μόνο ημιμαθείς μπορούν να γίνουν υπηρέτες χωρίς να σηκώνουν κεφάλι. Και ταγματασφαλίτες.
Κι αυτά τα σκασμένα τολμούν να σηκώνουν κεφάλι από τώρα. Πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν τον κύκλο της ημιμάθειας. Σε λίγο θα θελήσουν να αντισταθούν και στο τέρας που επιβάλλεται να συνηθίσουν. Επικίνδυνα πράγματα. Φαινόμενο που πρέπει να πατάξουμε, πατάσσοντας αυτά τα άθλια, ανυπάκουα τσογλανάκια που κάθε Δεκέμβρη βρίσκουν αφορμή να διαμαρτυρηθούν.
Νομίζω πως ποτέ δεν ξαμολήθηκαν τόσο πολλοί προστάτες του πολίτη, για τόσο λίγους διαδηλωτές. Ποτέ δεν ήταν τόσο τρομακτική η παρουσία ταγματασφαλιτών στους δρόμους. Γέμισε ο τόπος στολές, αλλά και καγκουροειδή με σακίδια που νομίζουν πως λόγω αμφίεσης, δεν ξεχωρίζουν από τους διαδηλωτές. Δεν ξέρω πόσοι ένιωσαν προστατευμένοι, βλέποντας ότι για κάθε πολίτη υπάρχουν δύο προστάτες έτοιμοι να τον προστατεύσουν (ή μήπως να τον τσακίσουν;) αλλά εγώ ένιωσα τρόμο.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ήταν το Πολυτεχνείο. Με την κουστωδία υποκριτών φοιτητών που φρόντισαν από νωρίς να γαντζωθούν σε κάποιο κόμμα, που μάλωναν ποιοι θα πρωτοφανούν. Η πορεία εκείνη έχει πια ξεφτίσει και τώρα οι φοιτητές εκείνοι αποφεύγουν αυτά τα ιβέντια. Μόνο καμιά φορά εμφανίζονται για να μας πουν πόσο προβληματίζονται για την κατάσταση που τους εμποδίζει να τελειώσουν με τις σπουδές τους για να συνεχίσουν με μεταπτυχιακό.
Έχουμε ανάγκη από νέες αφορμές και πιο επίκαιρους λόγους για αντίσταση. Και, αφού δεν μπόρεσαν οι απολυμένοι της ΕΡΤ και των πανεπιστημίων, αφού δεν μπόρεσαν όσοι εργάζονται σε διαλυμένα σχολεία και νοσοκομεία, θα μπορέσει η πιτσιρικαρία. Ακόμη κι αν δεν ξέρει συνειδητά τι κάνει, πώς και γιατί το κάνει. Το ότι δεν έχει μέλλον, είναι ένας πολύ καλός λόγος για να μην αφήσει τίποτα όρθιο. Για να γίνει αυτό όμως, θα πρέπει να μάθει αυτό που κάνει να το κάνει συνειδητά. Και να έχει ξεκαθαρίσει όλα τα πώς και τα γιατί.
Κατά τ’ άλλα, δεν ξέρω αν το πήρες χαμπάρι, αλλά ψηφίζουν προϋπολογισμό. Νταξ, μωρέ. Όπως κάθε χρόνο. Με τις υγείες μας.