Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Λόλα, να ένα αγγούρι


Εμένα το σχολείο μού έχει αφήσει τραύματα. Και να φανταστεί κανείς ότι ξεκίνησα τη μαθητική μου καριέρα ως φυτό. Ένα βίτσιο με το διάβασμα από νήπιο. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να γλιτώσω από κάτι πληγές να –με το συμπάθιο- που μου προκάλεσε.
Στο σχολείο της εποχής μου, που λες, μαθαίναμε πατριδογνωσία. Τη μισή μας μέρα την αφιερώναμε σ’ αυτό το μάθημα. Εφιάλτης. Η δασκάλα μου στο δημοτικό έχει κατακτήσει μια θέση ανάμεσα στα πέντε πιο κακιασμένα άτομα που έχω συναντήσει. Ανάμεσα στους λόγους της βράβευσής της, είναι και η λύσσα με την οποία μας δίδασκε αυτά τα μαθήματα.
Μας έπνιγε με τον πατριωτισμό στην τάξη και μετά μας έβγαζε στο προαύλιο για χορούς και τραγούδια. Τραγουδούσαμε: «Στης Θράκης μας τ’ απάτητα βουνά που η δόξα βασιλεύει… μπλα μπλα μπλα… Θρακιώτες και Θρακιώτισσες για τέτοια ένδοξη πατρίδα, γεια σας παιδιά! (η χαιρετούρα κρινόταν απαραίτητη για να νιώσουμε τη δόξα να κυλάει στο αίμα μας)… ξανά μπλα μπλα μπλα». Ε, εγώ μ’ αυτό το τραγουδάκι έτρωγα δοξασμένες φρίκες. Τέτοιες φρίκες που, τόσα χρόνια μετά, μου έχει καρφωθεί στο μυαλό πιο πολύ κι απ’ το αρνάκι άσπρο και παχύ. Χώρια ότι είχα την εντύπωση πως έλεγε για πατητά βουνά και καθόμουν μετά στο παράθυρο και παρατηρούσα τα βουνά της Ροδόπης για να διαπιστώσω αν όντως είναι πατητά στο σχήμα τους. Δεν ήταν. Κι εδώ που τα λέμε, ούτε απάτητα ήταν, όπως τα ήθελε η παραχάραξη της ιστορίας που μας πασάρανε οι νοσταλγοί της Χούντας. Η πραγματική ιστορία –αυτή που έμαθα αργότερα, εκτός σχολείου- τα ήθελε πατημένα από πολλούς και διάφορους που εναλλάσσονταν κατά καιρούς.
Το συγκεκριμένο τραγουδάκι το χορεύαμε σε καλαματιανό. Ούτε καν ζωναράδικο, συγκαθιστό, μπαϊντούσκα, κάτι θρακιώτικο, βρε αδερφέ. Μετά πιάναμε το «Μακεδονία ξακουστή» γιατί έπρεπε να χωνέψουμε πως όλοι οι τόποι της πατρίδας μας είναι δοξασμένοι.
Δεν ήταν μόνο οι χοροί και τα τραγούδια που μου σημάδεψαν τη ζωή. Ήταν και το κατηχητικό, απαραίτητο συμπλήρωμα του σχολείου. Το οποίο βρισκόταν εκεί για να καλύψει τις μεταφυσικές μου ανησυχίες με τραγουδάκια για το Χριστούλη που μας βλέπει από ψηλά. Οι γονείς μου ανησυχούσαν μην μπλέξω με παπαδαριά και θεούσες με μουστάκια. Δεν έμπλεξα. Δε θυμάμαι αν ήταν από τύχη, αν δούλεψε το μυαλό μου ή αν έφταιγε τελικά η άρνησή μου ν’ αφήσω μουστάκι.
Στο γυμνάσιο και στο λύκειο είχαν χαλαρώσει τα πράγματα. Ίσως επειδή οι νοσταλγοί της Χούντας όλο και κρύβονταν. Δε μας υποχρέωναν να είμαστε πατριώτες. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν ήταν ιδανικό, ωστόσο τρωγόταν, σε σχέση με το τωρινό. Έπαιρνες τη γνώση που χρειαζόσουν για να προχωρήσεις παραπέρα. Η γνώση δεν ήταν στείρα. Σου έδιναν τη δυνατότητα να σκεφτείς, να αναλύσεις, να κρίνεις. Όχι πως αυτός ήταν ο σκοπός τους, αλλά τουλάχιστον δεν το απαγόρευαν.
Περνώντας τα χρόνια, το σύστημα άλλαξε. Το σχολείο ήταν εκεί για να δίνει πληροφορίες. Πολλές και συχνά άχρηστες. Ωστόσο εσύ έπρεπε να τις καταπιείς αμάσητες και, όταν ερχόταν η ώρα, να τις ξεράσεις στην κόλλα των εξετάσεων. Οι καθηγητές σου ήταν αδύνατο να σε βοηθήσουν στην κατάποση. Η αποστολή τους ήταν μόνο να σε μπουκώνουν. Γι’ αυτό δε γινόταν να καταπιείς τόση πληροφορία χωρίς φροντιστήριο. Το σχολείο αποδεικνυόταν άχρηστο, όπως πάντα υποψιαζόμασταν.
Αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, σύντομα το σχολείο θα είναι ακατάλληλο για παιδιά και νέους. Κι αν πάρουμε στα σοβαρά κι αν εφαρμοστούν προτάσεις σαν αυτή της κυρίας καθηγήτριας που ήδη έχει βάλει το χέρι της –με προτεταμένο το μεσαίο δάχτυλο- στην εξέλιξη της ελληνικής παιδείας, το κλείσαμε το μαγαζί. Λουκέτο από την πρωτοβάθμια. Για τα πανεπιστήμια δεν το συζητώ, είναι ήδη τελειωμένα.
Ομολογώ ότι δεν έμαθα αρχαία ελληνικά. Άλλο τραύμα κι αυτό. Ένας ελεεινός φιλόλογος, που φρόντισε να με χλευάσει με το που με αντίκρισε, καθόρισε την πορεία μου. Με έκανε να σιχαθώ το μάθημά του, επειδή δεν ήθελα να τον βλέπω, οπότε η ώρα που έμπαινε στην τάξη ήταν πολύ μαρτυρική για να ασχοληθώ και με αυτά που έλεγε. Αργότερα, προσπάθησα μόνη μου να διαβάσω Πλάτωνα, έχοντας από τη μια μεριά το πρωτότυπο κι από την άλλη τη μετάφραση. Δεν το έκανα επειδή επιθυμούσα να αναστήσω μια νεκρή γλώσσα, όπως ισχυρίζεται η κυρία καθηγήτρια, η οποία ωστόσο τα γνωρίζει καλύτερα τα αρχαία από μένα, τα οποία προφανώς τα έμαθε επειδή έτσι έπρεπε. Εγώ έμαθα αυτά τα λίγα, για λόγο συγκεκριμένο. Γιατί κατάλαβα πως γνωρίζοντας τη γλώσσα ενός λαού, αντιλαμβάνεσαι καλύτερα τη σκέψη του. Μπαίνεις στο μυαλό του.
Χωρίς να καταφέρω να μάθω καμιά γλώσσα καλά, φρόντισα να έρθω σε επαφή με πολλές. Από τούρκικα μέχρι καλιαρντά. Έτσι, για να γνωρίσω τον κόσμο. Να ξανοιχτώ σε άλλους κόσμους. Πώς θα γνωρίσουμε τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, άμα δεν καταλάβουμε πώς σκέφτονταν τότε; Πώς θα γνωρίσουμε τη σκέψη τους, αν δε γνωρίσουμε τη γλώσσα τους; Αναγκαστικά, θα καταλήξουμε σε εικασίες. Θα φανταστούμε κάτι που ποτέ δε συνέβη. Θα βγει για παράδειγμα ο χρυσαυγίτης και, με σπαστά (νέα) ελληνικά, θα ισχυριστεί ότι από κει βαστάει η σκούφια του κι ότι η σκέψη του είναι βασισμένη στα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Χωρίς να ξέρει πώς και γιατί.
Τώρα βέβαια, για να μην τα έχει καταλάβει αυτά η κυρία καθηγήτρια, ή είναι πολύ ρηχή η σκέψη της, ή κάποιο λόγο θα έχει. Και, αν και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το πρώτο, είναι πιο πιθανό το δεύτερο. Η παιδεία στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Κι αν υπάρχουν κάποια ίχνη της, πρέπει να σβηστούν άμεσα. Η μόρφωση θα απαγορευτεί. Θα την αντικαταστήσει η εκπαίδευση. Εκπαίδευση ανθρώπων, παρόμοια με αυτή των σκύλων. Τα παιδιά μας πρέπει από δω και πέρα να εκπαιδεύονται με τρόπο που θα εμποδίζει τη σκέψη και τη βούληση. Θα μάθουν να εκτελούν εντολές. Μια γλώσσα που, όταν μιλιόταν, προκαλούσε τη σκέψη, πρέπει να πεθάνει. Θα την εκτελέσουμε και θα την παρουσιάσουμε ως νεκρή.
Ό,τι και να λέει η κυρία καθηγήτρια, δεν υπάρχουν νεκρές γλώσσες. Ειδικά οι γλώσσες που παράγουν σκέψεις, έννοιες, ιδέες, κάθε άλλο παρά νεκρές είναι. Κι όλα αυτά, τα έχουμε ανάγκη στην εποχή μας περισσότερο από ποτέ. Εξάλλου αυτό είναι παιδεία. Κι όχι η στείρα γνώση που μας πετάνε στα μούτρα.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Γενέθλια, κηδείες και άλλες ιστορίες


Παρακολούθησα με ενδιαφέρον τον εορτασμό των γενεθλίων του ΠΑΣΟΚ στο facebook. Δεν κρύβω πως συμμετείχα κι εγώ. Θυμήθηκα βέβαια πως κάποτε το γιορτάζαμε διαφορετικά. Τότε που η φαντασία κάλπαζε και ονειρευόταν μια Ελλάδα νέα, φαντασιωνόμασταν την αλλαγή  και άλλα τέτοια ρομαντικά. Κι η αλλαγή ποτέ δεν ήρθε, γιατί κι εμείς ποτέ δεν αλλάξαμε.
Πολλοί ήταν αυτοί που κατηγόρησαν όσους κάποτε έκαναν πάρτι για το ΠΑΣΟΚ και τώρα στους τοίχους τους του κάνανε κηδεία. Σωστά. Πολλοί, πάρα πολλοί, το ψήφιζαν, είχαν όφελος από αυτό και τώρα έμειναν απ’ έξω και τους έχει πιάσει λύσσα. Ήταν αυτοί που πάνε όπου φυσάει ο άνεμος. Και τώρα, ναι, ο άνεμος φυσάει στο ΣΥΡΙΖΑ και εκεί θα τους συναντήσουμε.
Σκέψου όμως και πόσοι είναι οι πραγματικά απογοητευμένοι. Και οι αφελείς. Που πάνε εκεί που νομίζουν ότι υπάρχουν σωτήρες. Και με την ευκαιρία θα κάνω και την αυτοκριτική μου.
Κατάγομαι από πασοκοοικογένεια. Η οποία επί Χούντας υπέστη διώξεις και αντιμετώπισε προβλήματα. Ο πατέρας μου δηλαδή. Η μάνα μου προέρχεται από παραδοσιακή κομμουνιστική οικογένεια. Και τη θυμάμαι κάποτε να λέει στον πατέρα της ότι θα ψηφίσει ΠΑΣΟΚ για να φύγει η ΝΔ κι εκείνος να νιώθει το εγκεφαλικό να πλησιάζει επειδή η κόρη του έχασε τις αξίες της και τα ιδανικά της. Ο πατέρας μου ήταν συνειδητοποιημένος σοσιαλιστής. Τον κομμουνισμό τον έβρισκε σκληροπυρηνικό και τους νεοδημοκράτες τους θεωρούσε φασίστες. Είδε σοσιαλιστικό κίνημα και τσίμπησε. Και ποιος δεν τσίμπησε το ’81; Και ποιος μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθήσει;
Μέσα σε ένα σπίτι έντονα πολιτικοποιημένο, όπου μόνο πολιτικά βιβλία (εκτός από τα δικά μου) και εφημερίδες κυκλοφορούσαν, λογικό ήταν να μπω στο κλίμα. Και, μεγαλώνοντας, να αποκτήσω κρίση και άποψη. Και να δω ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι τόσο σοσιαλιστικό, όσο σοσιαληστρικό. Απαρνήθηκα την ιδιότητα του πολίτη και δεν έβγαλα εκλογικό βιβλιάριο. Έμεινα για αρκετά χρόνια έτσι, αρνούμενη να συμμετάσχω στο παιχνίδι που παιζόταν. Μεγαλώνοντας, αστικοποιήθηκα. Άρχισα να ψηφίζω. Ομολογώ τα εγκλήματα που έκανα στην κάλπη: ΠΑΣΟΚ για να φύγουν οι φασίστες της ΝΔ. ΝΔ για να φύγουν τα λαμόγια του ΠΑΣΟΚ. ΚΚΕ, Συνασπισμό ή μικρά αριστερά κόμματα για να βγουν ενισχυμένα και να αντιμετωπίσουν τη λαίλαπα του δικομματισμού. Το 2009 δεν ψήφισα αλλά χάρηκα που βγήκε το ΠΑΣΟΚ κι έτσι θα γλιτώναμε από την κατρακύλα. Τόσο αφελής, τόσο ανόητη, τόσο μαλάκω. Αφού κατά βάθος ήξερα πως και το ΠΑΣΟΚ τα ίδια σκατά ήταν.
Πόσοι χαρήκαμε τότε, όχι επειδή θα είχαμε πρόσβαση στην πασοκική εξουσία, αλλά επειδή ελπίζαμε πως θα απαλλαγούμε από το χάλι της ΝΔ; Πόσοι τέτοιοι βλάκες κυκλοφορούμε σ’ αυτή τη χώρα; Πόσοι ψηφίσαμε ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές για να γλιτώσουμε από τις πολιτικές που μας οδήγησαν εδώ που είμαστε τώρα; Και πόσοι θα το ξανακάνουμε; Πόσοι αφελείς θα αναζητήσουμε σωτήρες για τη χώρα μας; Πόσοι θα βασιστούμε στο μονόφθαλμο για να μη μας οδηγούν οι τυφλοί;
Ζούμε ανάμεσά σας και είμαστε πολλοί. Δεν είμαστε οι περισσότεροι, ούτε οι χειρότεροι, αφού τα λαμόγια είναι πιο επικίνδυνα και περισσότερα από εμάς, τους ανόητους ρομαντικούς. Ωστόσο υπάρχουμε. Και ψηφίζουμε. Όχι με βάση το προσωπικό όφελος, αλλά ελπίζοντας πάντα να απαλλαγούμε από ό,τι μας καταστρέφει. Μας κυβερνούν οι αλήτες, επειδή το μυαλό μας το κυβερνά η βλακεία. Αν δεν απαλλαγούμε απ’ αυτήν, θα συνεχίσουμε να παίζουμε το παιχνίδι τους και λαμόγια θα εναλλάσσονται στην εξουσία, αφήνοντάς μας με την απορία του ηλιθίου που θα ψάχνει να βρει το λάθος του.
Και επειδή θα βγουν πολλοί και θα πούνε, όπως πάντα, «τι προτείνεις;», προκαταβολικά δηλώνω πως δεν προτείνω τίποτα. Γιατί δε γίνεται να παρέμβω στο χαρακτήρα του άλλου. Γιατί, για να γίνει το θαύμα, πρέπει να αλλάξουμε χαρακτήρα. Να αλλάξουμε στάση. Να αποφασίσουμε να χάσουμε και την τελευταία μας ελπίδα. Να καταλάβουμε πως όποιος έχει εξουσία τώρα, δε διαφέρει σε τίποτα από αυτόν που είχε εξουσία χτες ή αυτόν που θα την έχει αύριο. Να αναλάβουμε εμείς την ευθύνη για τον εαυτό μας. Και να το γυρίσουμε στην αυτοοργάνωση. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δε θα την αναλύσω εγώ. Όχι εδώ και όχι τώρα.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Ο λαός δεν ξεχνά;


Μου ήρθαν στο μυαλό κάτι κουκουέδικα συνθήματα, με μπόλικη αντιαμερικανιά, αντικαπιταλισμό και αντιιμπεριαλισμό. Με τα νέα δεδομένα, δεν ξέρω τι κάνει το κόμμα, εμείς πάντως τα ξεχάσαμε. Όπως ξεχάσαμε και το «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά». Αυτό ήταν πασοκικό σύνθημα, μην ξεχνιόμαστε. Ήρθαν τα πάνω κάτω. Το ΠΑΣΟΚ έγινε δεξιά, το ΚΚΕ έγινε μια τρυφερή ανάμνηση, η αριστερά διεκδικεί εξουσία κι εμείς ελπίζουμε να μην καταντήσει ΠΑΣΟΚ. Να παραμείνει αριστερά. Ή ό,τι εκφράζει αυτό που, μέχρι τώρα, είχαμε στο μυαλό μας ως αριστερά. Γιατί είναι καιρός να τοποθετήσουμε διαφορετικά τα πράγματα.
Επανέρχομαι στα συνθήματα που τα θεωρούμε ξεπερασμένα. Κούνια που μας κούναγε. Νομίζουμε ότι ο κακός της παρέας είναι η Γερμανία που δεν έπαψε να είναι ναζιστική. Όχι τα διεθνή οικονομικά παιχνίδια που παίζονται στην πλάτη μας. Νομίζουμε ότι η Αμερική μένει αμέτοχη. Δεν είναι αυτή που κάνει τη μάνα στο παιχνίδι. Κι ότι όλα αυτά γίνονται επειδή οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι μας ζηλεύουν, εμάς τους πολιτισμένους, και θέλουν να μας τσακίσουν. Όχι επειδή πρέπει πάση θυσία να επιβιώσει ο καπιταλισμός.
Όσοι δεν αποβλακωθήκαμε, βλέπουμε πως ο καπιταλισμός καταρρέει και προσπαθεί να πιαστεί από κάπου. Δεν είναι η πρώτη του κατάρρευση. Από τότε που έκανε την εμφάνισή του, συνεχώς χαλάει, πλακώνουν μηχανικοί και γιατροί, αισθητικοί και μασατζήδες, μοδίστρες και κομμώτριες, τον σενιάρουν και τον ξαναβγάζουν στο μεϊντάνι. Πάντα βρίσκουν τεχνάσματα για να τον κρατήσουν στη ζωή και να τον επαναφέρουν στη ζωή μας. Τη μια ήταν η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Καταλάβαμε μια και καλή ότι κάποια συστήματα είναι εντελώς ουτοπικά. Μόνο ο καπιταλισμός μπορεί να λειτουργήσει σωστά. Μας κατσικώθηκε για τα καλά. Και εξαπλώθηκε σκορπώντας τη φτώχεια και τους πολέμους στις νέες χώρες που εγκαταστάθηκε.
Αφού συνέτριψε τους κομμουνιστές αντιπάλους, πήρε τα πάνω του και επέστρεψε δριμύτερος. Βαφτίστηκε νεοφιλελευθερισμός. Έτσι μπορούσε άνετα να ξεγελάσει τους αδαείς, που δεν είναι και λίγοι. Αγάπη για την ελευθερία έκαναν πως πουλούσαν, καθώς οι υπήκοοι ψωμολυσσούσαν. Ελευθερία, έτσι γενικώς, αφήνουν να εννοηθεί. Δε γίνονται ποτέ συγκεκριμένοι. Αποφεύγουν να διευκρινίσουν πως πρόκειται για την ελευθερία της αγοράς κι ότι σε μια ελεύθερη αγορά επιβιώνει όποιος δεν έχει τσίπα. Όποιος πατάει στα περισσότερα πτώματα, προκειμένου να αναρριχηθεί και να κατακτήσει την ελευθερία του. Τα τσαλαπατημένα πτώματα όμως, πόσο ελεύθερα είναι; Δε θα μας το πει ο φιλελεύθερος. Αλλά εμείς ξέρουμε. Τόσο όσο χρειάζεται για να υπηρετούν αυτόν που τους πάτησε.
Τα αποτελέσματα τα ζούμε σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα, σε σχέση με άλλες χώρες, που δεν κρέμονται από τ’ αρχίδια του ΔΝΤ (αποκαλώ έτσι τα πρόσωπα, καθώς είναι γνωστό πως ένα ταμείο δε διαθέτει όρχεις), τα ζούμε πιο έντονα. Και, μην ακούς τι σου λένε. Φταίει ο καπιταλισμός. Στη νέα του μορφή. Που πάλι χάλασε και βάλθηκαν να τον μαστορέψουν. Τόσες φορές χάλασε και δε λέμε να ζήσουμε μια άλλη ουτοπία. Ανεχόμαστε να μας καταστρέφει. Πεταμένοι στο λάκκο με τα σκατά να προσπαθούμε να βγούμε, να πάρουμε ανάσα, κι αυτός να μας πατάει το κεφάλι να το χώσει κι αυτό μέσα. Μετά τον πνιγμό μας, θα φέρει ανθρωπιστικές οργανώσεις για να μας σώσουν. Έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός. Σκορπάει φτώχεια, πείνα, πόλεμο και αθλιότητα και μετά στέλνει τις οργανώσεις που αυτός δημιούργησε, να σώσουν τους αναξιοπαθούντες. Η κοκακόλα, στη νέα της διαφήμιση, μας μιλάει για την αξία της προσφοράς, για τη ζωή που είναι ωραία όταν φροντίζεις το διπλανό σου. Μας υποδεικνύει τα σωστά πρότυπα. Όπως την αξιότιμη κυρία του καπιταλισμού που, με δάκρυα στα μάτια, πρωτοστατεί στην προσπάθεια συγκέντρωσης της ανθρωπιστικής βοήθειας. Ο καπιταλισμός ξέρει από φιλανθρωπία. Κι αγνοεί την αλληλεγγύη. Μάλλον όχι. Τη φοβάται.
Τρέμουν οι νεοφιλελέδες μην τύχει και αλληλοστηριχτούμε, μη συμβεί το αναπάντεχο και βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον να σταθεί στα πόδια του. Μας θέλουν τσαλαπατημένους, να δεχόμαστε ταπεινωμένοι την ανθρωπιστική βοήθεια που τόσο γενναιόδωρα μας προσφέρει η κυρία του. Την έχουν τη λύση. Τα ιδιωτικοποιούν όλα. Πόσο θα αντέξει ο φτωχός άμα δεν έχει πρόσβαση στην υγεία, επειδή δε θα υπάρχουν δημόσια νοσοκομεία ή επειδή θα τα καταστήσουν επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία; Πώς θα ξεστραβωθούν τα παιδιά του άμα δεν έχουν πρόσβαση στην παιδεία; Η μόρφωση θα γίνει προνόμιο των πλουσίων. Κι έτσι αμόρφωτοι όπως θα βγαίνουν, θα ξεχάσουν τι εστί αλληλεγγύη. Θα γνωρίζουν μόνο το νόμο της ζούγκλας. Θα φαγωθούν μεταξύ τους και θα στηρίζουν τους ευεργέτες τους.
Έχουμε ήδη ξεκινήσει να λειτουργούμε έτσι. Καταφέραμε να ιδιωτεύσουμε πριν καν αρχίσουν οι ιδιωτικοποιήσεις. Δεν ξέρω αν είναι μόνο το εκπαιδευτικό σύστημα που λειτούργησε ως εκκολαπτήριο τραγίλας και βοϊδίλας. Νομίζω ότι και πάλι έχουμε να κάνουμε με δημιούργημα του καπιταλισμού. Πιστεύω τελικά ότι αυτό το δημιούργημα είναι τα χρυσαύγουλα που ξεφυτρώνουν παντού. Τα ξαμόλησε για να παρασύρουν τους άσχετους. Για να τους κάνουν να πιστέψουν ότι για τη φτώχεια τους, φταίνε οι μετανάστες που τους παίρνουν τις δουλειές. Θεωρώντας τους μάστιγα και πηγή των δεινών μας, ανεχόμαστε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που προβλήθηκαν ως λύση. Ανεχόμαστε αυτά που έκαναν και οι ναζί. Αλλά όχι. Κανείς απ’ αυτούς δε θα παραδεχτεί πως κάνουν κάτι ναζιστικό. Αυτοί είναι φιλελεύθεροι. Αγαπούν την ελευθερία κι ανάβουν ρεσό για χάρη της. Πολιτισμένα πράγματα. Για να πάμε μπροστά. Να, αυτοί με τα μαύρα είναι οι νεοναζί. Αυτοί οι αγράμματοι, απολίτιστοι, ανορθόγραφοι, αγροίκοι. Οι θαυμαστές του Χίτλερ. Αυτοί είναι οι επικίνδυνοι. Δεν αγαπούν την ελευθερία αυτοί. Δεν ανάβουν ρεσό σε χαρούμενες μαζώξεις. Ορμάτε τους.
Από την άλλη, βλέπουμε τους τύπους με τα μαύρα να αντιμετωπίζουν με σεβασμό τα μεγάλα αφεντικά και με χλευασμό τους απολυμένους της ΕΡΤ. Χαριεντίζονται με μεγαλοεργολάβους και νεοφιλελέ κομματάρχισσες. Η σχέση τους με το νεοφιλελευθερισμό είναι τόσο στενή όσο η σχέση του μπράβου με το αφεντικό του. Πληρώνεται για να τον προστατεύει και μόλις τελειώνει η βάρδια του, πάει στους κολλητούς του και τον μπινελικώνει. Αν οι (δηλωμένοι) νεοναζί δεν είναι βαλτοί από το καπιταλιστικό σύστημα, τότε σίγουρα είναι το βούτυρο στο ψωμί του. Ή η σαντιγί στο παντεσπάνι του.
Κατά βάθος, δεν είναι οι τύποι με τα μαύρα ο μεγάλος κίνδυνος. Στην ουσία πρόκειται για ανθρωπάκια που, άμα συνειδητοποιήσουν την κακομοιριά τους, θα αυτοκτονήσουν. Γι’ αυτό έχουν ανάγκη από είδωλα, προερχόμενα από το ένδοξο παρελθόν της πατρίδος. Γι’ αυτό έχουν ανάγκη κάτι να τους κάνει να νιώσουν ανώτεροι. Γι’ αυτό μαζεύτηκαν και αποφάσισαν να πιστέψουν ομαδικώς στο μίσος για όσους δεν τους μοιάζουν. Όμως όσο κι αν θαυμάζουν τα ναζιστικά εγκλήματα, όσο κι αν ονειρεύονται να γίνουν οι συνεχιστές αυτής της πολιτικής, μοιάζουν με χαρούμενες αρσακειάδες που τραγουδούν τη Λιλιπούπολη, μπροστά στους επικίνδυνους για την ανθρωπότητα νεοφιλελέδες, που τρίβουν τα χέρια τους, αφού ο ναζισμός προχωράει, τρομοκρατεί, προκαλεί ανησυχίες κι έτσι κανείς δεν πρόκειται να δει τα δικά τους εγκλήματα.
Τα εγκλήματα του καπιταλισμού είναι καθημερινότητα. Συμβαίνουν τώρα. Δε θα σταματήσουν ποτέ. Και γίνονται με τόσο ύπουλο τρόπο, που οι κύριοι με τις γραβάτες έχουν τα χέρια τους καθαρά. Μόλις τους τα περιποιήθηκε η (κατά πάσα πιθανότητα δηλωμένη νεοναζί) μανικιουρίστα τους. 

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Τζαμπατζιλίκια


Διακοπές; Ποιες διακοπές; Πού; Πώς; Κι από τι; Από ποια δουλειά; Α, για να ξεσκάσω, να αλλάξω παραστάσεις, να βγω από το σπίτι και τέτοια. Όχι, δεν πήγα. Είχα μέρος να πάω και σπίτι για να μείνω, αλλά θα χρειαζόμουν και μια κατοστάρα για το πηγαινέλα. Κι εγώ με 100 ευρώ βγάζω το μήνα μου. Άσε που δεν παίζει να βρεθεί κανείς να με πάρει με το ιδιωτικό του αεροπλάνο, γιατί δε θα έχει κάτι να κερδίσει από μένα.
Εντάξει. Προσπαθώ να ξεγελάσω την κατάσταση. Να με πείσω πως μου αρέσει κι έτσι. Άρχισα να πηγαίνω για κάνα μπάνιο στη θάλασσα. Το δικαιούμαι, δε νομίζεις; Μπαίνω στο τραμ χωρίς εισιτήριο. Δεν έχω για εισιτήριο. Άμα δίνω τρία ευρώ κάθε μέρα για πηγαινέλα, δε θα μείνει μετά ούτε για ψωμί. Ναι, το ξέρω ότι όλο και θα βρεθεί κάποιος να μου πει ότι αυτός πληρώνει για μένα (που ποτέ δε θα καταλάβω πώς γίνεται), ότι ανά πάσα στιγμή κινδυνεύω να βρεθώ αντιμέτωπη με ελεγκτή που θα με προσβάλει -χέστηκα για το πρόστιμο, απλήρωτο θα μείνει όπως και τόσα άλλα που αδυνατώ να πληρώσω-, ότι όλο και κάποια συγγραφέας, που δεν έχει χρειαστεί να μπει σε ΜΜΜ, να βγει με πει τζαμπατζού. Ενώ, για παράδειγμα, ο βουλευτής που μετακινείται δωρεάν, όταν δε χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο που του παραχωρήθηκε επίσης δωρεάν, μαζί με όλα τα δωράκια που του κάναμε, είναι κοινωνικός λειτουργός.
Έχω βρει κι άλλους τρόπους ψυχαγωγίας και αποφυγής της τρέλας και της υστερίας που μπορούν να προκαλέσουν οι τέσσερις τοίχοι σε συνδυασμό με την ανέχεια, από αυτούς που κάποιοι θα τους έλεγαν τζαμπατζίδικους. Ψάχνω και βρίσκω πού περνάει η κάρτα ανεργίας για προσφορές, αναζητώ δωρεάν εκδηλώσεις, τρέχω ακόμη και σε πανηγύρια. Καλά να είναι κι η Ακρόπολη, η Πλάκα και τα πέριξ. Πάω και παριστάνω την τουρίστρια. Και αράζω κάπου εκεί γύρω και διαβάζω. Αυτό το διάβασμα είναι ένα θέμα. Τη βολεύω, δεν μπορώ να πω. Και ανταλλαγές βιβλίων κάνουμε και έχουν μείνει αδιάβαστα κάποια βιβλία που πήρα από τα παζάρια. Όμως, καμιά φορά, μπαίνω σε βιβλιοπωλείο να δω και καμιά καινούργια έκδοση και συνειδητοποιώ το πρόβλημα. Έχω διαβάσει βιβλία μέσα στα βιβλιοπωλεία. Εδώ, άμα θες, πες με και τζαμπατζού. Όχι για το βιβλιοπωλείο που δε θα εισπράξει, αφού συνήθως πρόκειται για αυτά τα σουπερμάρκετ που προωθούν ευπώλητες παπάρες και ελάχιστα ενδιαφέρονται για τους αναγνώστες. Αυτά που, εγώ, η φτωχάντζα, που στερούμαι το δικαίωμα στη γνώση, αρνούμαι να τα συντηρήσω. Νιώθω όμως άσχημα γιατί δεν μπορώ να αγοράσω βιβλίο κι έτσι χάνει το μικρό του ποσοστό κάποιος συγγραφέας ή μεταφραστής που του βγήκε η πίστη να το γράψει. Γιατί διαβάζω άλλα. Που δεν είναι ούτε ροζ, ούτε αυτών που έχουν γίνει κατεστημένο. Τα βαριέμαι. Βαριέμαι και τους ανθρώπους του πνεύματος και της διανόησης. Τον ακαδημαϊσμό και τον ελιτισμό τους. Το κενό τους. Αυτό που δεν τους δίνει τη δυνατότητα να ξεχωρίσουν τον τζαμπατζή από τον φτωχό. Τη ρεμούλα από την ανέχεια.
Δεν ξέρω ποιους εννοούσες όταν ρωτούσες πού είναι οι άνθρωποι του πνεύματος και της διανόησης. Έπρεπε να πάρουν θέση, λες και θα τους έβλεπε η ανάλγητη εξουσία και, υποκλινόμενη στο μεγαλείο του πνεύματος, αν όχι χεσμένη πάνω της απ’ το δέος, θα έβγαζε λιγότερη βαρβαρότητα πάνω μας. Τελικά η διανόηση καλύτερα να παρέμενε μουγκή, αραγμένη στον ελιτίστικο κόσμο της. Να άλλαζε κάθε μισή ώρα στάτους για να αναφερθεί στον καιρό, στις καλοκαιρινές διακοπές και σε άλλες ομορφιές, χάρες και χαρές της ζωής. Κι ας ζούμε σε εποχές που λίγοι χαίρονται τη ζωή τους. Όποιος θυμάται τους ανθρώπους του πνεύματος να στηρίζουν στα δύσκολα τους άλλους, τους μη προικισμένους με πνεύμα, είναι νοσταλγός μια γελοίας ρομαντικής εποχής, γελοίος κι ο ίδιος. Οι άνθρωποι του πνεύματος έχουν μεταλλαχτεί. Έχουν γίνει ένα με το τέρας. Από συγγραφείς που είναι έτοιμοι να σε στείλουν στο διάολο αν δεν τηρείς το βάρβαρο νόμο, μέχρι σκηνοθέτες που σκαρώνουν γλοιώδη στιχάκια για τον πρωθυπουργό, διασφαλίζοντας ίσως έτσι το χαβιάρι τους, οι άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων έχουν πάρει το δρόμο τους. Ένα δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα, τη στιγμή που οι υπόλοιποι κάνουμε ελιγμούς για να αποφύγουμε τα σκατά που μας έχουν πνίξει. Όπως βολεύεται ο καθένας.
Η διανόηση είναι μπερδεμένη. Στηλιτεύει την παρανομία, ακόμη κι αν οι νόμοι είναι εγκληματικοί. Σε αποκαλεί τζαμπατζή αν δεν έχεις να πληρώσεις εισιτήριο και δεν παίρνει πίσω τη λέξη της. Μόνο έρχονται άλλα μέλη αυτής της ελίτ για να μιλήσουν για λάθος λέξη. Δηλαδή λογοτέχνης χρησιμοποιεί λάθος λέξεις. Και τον διαβάζουμε. Αν είναι έτσι, όλο το λάθος είναι δικό μας. Αλλά δε βαριέσαι κυραλένα μου; Ένα παιδί χωρίς μέλλον ήταν, όπως τόσα και τόσα σ’ αυτή τη χώρα, που παρανομούν κάθε φορά δε χρησιμοποιούν εισιτήριο, άθλια κλεφτρόνια, μιάσματα της κοινωνίας. Άσε που δεν υπάρχει περίπτωση να διαβάσουν τα υψηλής διανόησης έργα σου (που αν έχουν κι αυτά λάθος λέξεις, να το κοιτάξεις). Δεν τα χρειαζόμαστε αυτά τα παιδιά. Ούτε τους γονείς που ανέθρεψαν αυτούς τους μικρούς λωποδύτες. Στο διάολο οι φτωχοί κι η μιζέρια τους. Χαλάνε την τάξη, την ευπρέπεια, την ελιτίστικη αισθητική μας. Να καθαρίσει ο τόπος, να μείνουν οι ευγενείς, οι νομοταγείς και οι φραγκάτοι που θα πουλάνε πνεύμα και διανόηση.
Σύντομα θα πάνε οι φτωχοί από κει που ήρθαν. Ήθελαν να έχουν και σπίτια. Τόλμησαν να γίνουν ιδιοκτήτες. Τελειώνουν αυτά. Σε λίγο θ’ αρχίσουν οι πλειστηριασμοί για να σωθούν οι τράπεζες. Σε λίγο, που θα σου πάρουν το σπίτι, ό,τι σου έχει απομείνει, μην ανησυχείς κι η διανόηση θα είναι εκεί. Για να σου πει πως δεν υπήρχε άλλη λύση, αφού, ως τζαμπατζής, δεν πλήρωνες το δάνειο και πως έτσι ταιριάζει στους τζαμπατζήδες. Θα τα βάλει με τους τζαμπατζήδες, αφήνοντας τους νταβατζήδες να αλωνίζουν. Ίσως βέβαια, να μην ακούσεις τις επιπλήξεις της για το σφάλμα σου. Ίσως να μη δεις το δάχτυλο που θα σου κουνάει για το παράπτωμά σου. Ίσως τότε να σκέφτεσαι ότι γλίτωσες. Ότι τώρα η τράπεζα θα πληρώνει φόρο ακίνητης περιουσίας, χαράτσια και άλλα νταβατζιλίκια που δεν μπορούσε να αντέξει η τσέπη σου. Ότι ίσως να μη σου ζητήσουν ποτέ να πληρώσεις χαράτσι για την παράγκα που θα στήσεις για να στεγαστείς.
Ίσως να σταματήσεις να κοιτάς τη ζωή σου από απόσταση και να περιμένεις να σε στηρίξουν άλλοι. Ίσως να πάρεις αποφάσεις. Να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου. Να ενώσεις τις δυνάμεις σου –όσες σου έχουν απομείνει- με άλλους σαν εσένα. Να ορίσετε τη μοίρα σας, να στήσετε μια κοινωνία που θα αγνοεί τους βάρβαρους νόμους. Που θα αγνοεί τους βάρβαρους ανθρώπους του πνεύματος. 

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Ο θάνατος του εμποράκου που ξέραμε


Κάποτε μ’ ένα φίλο μου, όποτε βαριόμασταν, πηγαίναμε να “mallακιστούμε”. Έτσι λέγαμε την επίσκεψή μας στο Mall. Μπουκάραμε στο εμπορικό κέντρο με ορμή δεκαπεντάχρονου και κάναμε πως τα κάναμε όλα, μέσα σ’ ένα χώρο που τα έχει όλα. Κάναμε πως ζούσαμε τη χαρά του καταναλωτισμού, μπαινοβγαίνοντας σαν χαζοχαρούμενα αμερικανάκια στα μαγαζιά, χωρίς απαραιτήτως να ψωνίζουμε. Κάναμε πως ψάχναμε να διαλέξουμε κάποια από τις ταινίες που έπαιζαν, ενώ στην πραγματικότητα θα μας ενδιέφερε μόνο αν έπαιζε ευρωπαϊκός κινηματογράφος, πράγμα που δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί εκεί μέσα. Στο τέλος, ενώ είχαμε ψοφήσει στο περπάτημα και λυσσάξει από την πείνα, κάναμε στάση για φαΐ πλαστικό κι έτσι φτάναμε στην κορύφωση του καταναλωτικού δράματος. Άλλοι κορύφωναν με έναν πανάκριβο καφέ, μέσα στη χλαπαταγή των χιλιάδων ευτυχισμένων καταναλωτών που έκαναν το ίδιο στα ατελείωτα τραπεζάκια που είχαν στηθεί στη σειρά. Υποτίθεται πως αυτόν τον καφέ τον απολάμβαναν όσο και τη θέα. Ευτυχώς, τέτοιες ανάγκες δεν είχαμε.
Η εμπειρία από αυτόν το χώρο, που με έχει σημαδέψει, είναι από μια παραμονή Χριστουγέννων. Πήγα μόνο γι’ αυτό. Για την εμπειρία του χριστουγεννιάτικου πνεύματος στο εμπορικό κέντρο. Εννοείται πως, ακόμη κι αν χρειαζόμουν κάτι, δε θα στηνόμουν στις ουρές των ταμείων, που έφταναν μέχρι έξω, για να το αποκτήσω. Το θεωρώ βλακώδες. Ούτε καν μαζοχιστικό. Κι όμως, είδα χιλιάδες άτομα να το κάνουν. Κι ύστερα, φορτωμένοι με τσάντες, να στήνονται σαν τα κοράκια γύρω από τα τραπέζια. Κι όταν άδειαζε κανένα απ’ αυτά, να ορμούν όλοι μαζί να το αρπάξουν. Ο τυχερός ήταν όποιος έριχνε τα περισσότερα κλοτσομπουνίδια στον άλλον. Αναρωτιόμουν αν γεννηθήκαμε ανώμαλοι ή αν μας έκαναν έτσι οι καταστάσεις. Δεν αναρωτιέμαι πια.
Τώρα μαθαίνω πως το κτίριο είναι αυθαίρετο και μάλιστα με δικαστική απόφαση και νιώθω να συνταράσσεται το είναι μου. Τι θα γίνει; Τι θ’ απογίνει; Τι θα γένουμε χωρίς mall; Το σύστημα αυτό ήτο μια κάποια λύσις. Πέρα από το κτίριο, αυτό το στολίδι του Αμαρουσίου, ήταν κι όλοι αυτοί οι ευτυχισμένοι καταναλωτές. Πώς θα τη βγάλουν από δω και πέρα; Θα αναγκαστούν να σκορπίσουν. Αλλού το ρουχάδικο, αλλού το τσαντάδικο, αλλού το βιβλιοπωλείο, αλλού ο σινεμάς… Αλλού γι’ αλλού η ζωή μας.
Αλλά για ποιο ρουχάδικο μιλάω, ποιο τσαντάδικο, ποιο βιβλιοπωλείο, ποιο σινεμά; Ποιος πάει πια σ’ αυτούς τους χώρους; Βρέθηκα σε εμπορικό κέντρο του κέντρου και ήταν νεκρό. Εντελώς. Χωρίς καμιά ελπίδα να αναστηθεί. Του είχαν κάνει και τα σαράντα. Σχεδόν όλα τα μαγαζιά, κλειστά, φαίνεται και στις φωτογραφίες. Κι ο χώρος, που κάποτε, από την πιτσιρικαρία της περιοχής, γινόταν φωτεινός και θορυβώδης, πλέον είναι εφιαλτικός. Σκοτεινός, αραχνιασμένος και παρηκμασμένος.

Αυτοί οι χώροι συνήθως στήνονταν σε κτίρια γυάλινα, αστραφτερά και μεγαλοπρεπή. Υπήρχε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν κάτι σαν ναό. Ναό της υπερκατανάλωσης. Με αισθητική απολύτως ταιριασμένη στη λογική του "μπες και πάρε ό,τι άχρηστο σου γυαλίσει". Φως και λάμψη για να σε τυφλώνει, να μη βλέπεις ότι χάνεις την ποιότητα. Και θόρυβος για να μην ακούς ούτε τη σκέψη σου, αν αυτή υπήρχε κι αν τύχαινε να σου πει ότι… mallακίζεσαι εκεί μέσα.
Δεν ήταν εύκολο σε δύσκολους καιρούς, να σηκώσουμε το βάρος του εμπορικού κέντρου. Δεν ξέρω αν κατάφεραν να το αντιληφθούν όσοι προσπαθούσαν μέχρι την τελευταία στιγμή να θυσιάσουν και να βεβηλώσουν ελεύθερους χώρους, όπως στο Ελληνικό ή στον Ελαιώνα, για να στηθούν κι άλλοι παρόμοιοι ναοί της αισχροκέρδειας και του αίσχους. (Εδώ περιμένω να βγει ένας νεοφιλελές και να με κολλήσει στον τοίχο, τρίβοντάς μου στη μούρη πως δεν πρόκειται για αισχροκέρδεια αλλά για κανόνες της αγοράς). Και δεν ξέρω κι αν θέλουν να το αντιληφθούν, αφού άλλος είναι ο σκοπός τους και καμία σχέση δεν έχει με τη στήριξη του υγιούς εμπορίου.
Βλέπω μεγάλα μαγαζιά να κλείνουν και δε λυπάμαι. Ξέρω πως για κάθε πολυκατάστημα που κλείνει, θα ανοίξουν δέκα μικρά μαγαζάκια, από μικρομεσαίους που αγωνίζονται για να επιβιώσουν ή από απολυμένους που στήνουν συνεταιρισμούς. Θα σβήσουν οι απρόσωπες επιχειρήσεις και θα βγουν στην επιφάνεια οι παραγωγοί, οι οικοτεχνίες, αυτοί που σέβονται τον καταναλωτή, επειδή θέλουν να τον ξαναδούν και να έχουν προσωπική σχέση μαζί του. Ποτέ δε λυπήθηκα για μεγάλα βιβλιοπωλεία, που κλείνουν τα υποκαταστήματά του. Αν εξαιρέσουμε τους ανθρώπους που έχαναν τη δουλειά τους, οι επιχειρήσεις δεν ήταν κι οι πιο τίμιες. Μπορώ να ξεκινήσω από το ότι δεν πλήρωναν τους εργαζόμενους και να καταλήξω στον τρόπο που προωθούσαν βιβλία που δεν είχαν τίποτα να προσφέρουν πέρα από αποχαύνωση. Τελικά καλά έκανα. Μικρά βιβλιοπωλεία, φτιαγμένα από ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο, ίσως και κάποιους από αυτούς τους απολυμένους, ξεφυτρώνουν παντού. Τα πανάκριβα αστραφτερά καφέ-μπαρ, με όλη την καλά κρυμμένη φιλοσοφία που κουβαλάνε πίσω τους, συντηρούνται πλέον μόνο από αυτούς που κινούνται στην ίδια φιλοσοφία. Κι ο κόσμος ψάχνει να καθίσει σε μικρά, συμπαθητικά μαγαζάκια με καλές τιμές.
Δεν τελειώνει ο κατάλογος με τους χώρους που αλλάζουν και μαζί μ’ αυτούς αλλάζει και η νοοτροπία μας. Κι όταν όλα τα εμπορικά κέντρα κλείσουν και μετατραπούν σε ξενώνες αστέγων ή εκθεσιακοί χώροι ή παζάρια παραγωγών, ακόμη κι αν μείνουν έτσι, ως απολιθώματα της καταναλωτικής εποχής, κι όταν ο καταναλωτής έρθει σε επαφή με έμπορο που τον σέβεται, θα βγούμε κι απ’ την κρίση. Και δεν εννοώ την οικονομική.

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Κράξιμο


Ανακάλυψα το μυστικό της επιτυχίας της χώρας μας στον τουρισμό (χαμός πάλι φέτος, το βλέπουμε όλοι), καθώς έπινα έναν απαίσιο, ακριβό καφέ σ’ ένα απαίσιο, ακαλαίσθητο -με αισθητική του ’90, το χειρότερο στυλ έβερ- τουριστικό μαγαζί της Αθήνας. Το μυστικό λοιπόν είναι οι κράχτες. Αυτοί κάνουν όλη τη δουλειά. Οι ανυποψίαστοι τουρίστες τούς ακολουθούν τυφλά, για να ολοκληρωθεί ο μαζοχισμός τους εντός του χώρου.
Είχα βρεθεί με μια παρέα και ψάχναμε να δούμε πού θα πάμε να πιούμε καφέ. Έπεσε σαν ιδέα το τουριστομάγαζο που δούλευε μια φίλη που είχα κάτι χρόνια να τη δω. Δε μας ενθουσίασε σαν ιδέα, αλλά -μεγάλη η χάρη της- πήγαμε.
Έξω από το μαγαζί είχε τραπέζια και στο ένα κάθονταν κάτι τύποι από αυτούς που δε θέλουμε και πολλά μαζί τους. Κυρίως ο ένας, ο όρθιος, με την μπουκλέ τη χαίτη, το ανοιχτό πουκάμισο με τη χρυσή καδένα να λάμπει στο δασύτριχο στέρνο  και το παντελόνι το αεράτο, αυτό που χωράνε άλλοι δώδεκα. Χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί, ένα αόρατο χέρι μας απομάκρυνε από το μαγαζί. Αντί να μπούμε και να αναζητήσουμε τη φίλη μας, αντί να καθίσουμε σε ένα από τα υπόλοιπα τραπέζια που ήταν άδεια, κάτι μας έσπρωχνε στην απέναντι πλευρά του πεζοδρόμου και μας έκανε να περπατάμε γρήγορα με τα κεφάλια στραμμένα από την άλλη, μπας και ξεφύγουμε, μπας κι αποφύγουμε την επαφή με το αρπακτικό με τις μπούκλες. Δεν ήταν εύκολο. Ο τύπος μας κυνηγούσε ανελέητα, μέχρι που περάσαμε το δρόμο και πλησιάσαμε στην απέναντι γωνία. Εκεί έκανε πίσω γιατί είχε περάσει στα χωρικά ύδατα άλλου μαγαζιού. Εμείς, από την αγωνία μας να ξεφύγουμε, το καταλάβαμε αργά. Όταν άλλος ένας αδίστακτος, χωρίς μπούκλες, αλλά με την ίδια ορμή μας πρότεινε να καθίσουμε στο μαγαζί του. (Παρεμπιπτόντως, τα υπόλοιπα μαγαζιά της περιοχής βρίσκονται σε λιγότερο κομβικά σημεία, δεν έχουν κράχτες και είναι πάντα γεμάτα κόσμο).
Νιώσαμε σαν τα ποντίκια στη φάκα. Για λίγο. Γιατί δε μασάμε. «Είμαστε για απέναντι, πάμε να δούμε μια φίλη μας». Του βγήκε μια ευγένεια. «Α, ωραία είναι απέναντι, έχει κι ωραία θέα. Κι εμείς όταν κλείνουμε εκεί πάμε». Για όποιον δεν κατάλαβε, η φίλη μας δούλευε στο μαγαζί που μαζεύει τους ξενύχτηδες της Αθήνας –πουτάνα ανεργία. Δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος που δεν ευχαριστιόταν τη δουλειά της. Βρισκόταν σε ένα χώρο όπου το μόνο που τον στήριζε ήταν οι κανόνες της νύχτας, εφαρμοσμένοι τη μέρα. Κανείς δεν ήξερε να φτιάχνει καφέ, για παράδειγμα. Αυτά είναι για τις πρωινές δουλειές. Κι ο τύπος που άρπαζε τον κόσμο από το δρόμο, ήταν λέει επαγγελματίας του είδους χρόνια τώρα και γούσταρε τρελά αυτό που έκανε. Μάλιστα, με τον απέναντι ήταν σε μεγάλη κόντρα και μετρούσαν ποιος θα αρπάξει πιο πολλούς. Πάντως, οι δύο συνάδελφοι φέρονταν πολιτισμένα. Στα διαλείμματα της δουλειάς κάνανε πλακίτσα μεταξύ τους, ενώ όταν το θήραμα περνούσε από τη υφαλοκρηπίδα, δεν επιχειρούσε ο ένας να μπει στα νερά του άλλου. Πολιτισμός, βρε παιδί μου.
Μείναμε στα χωρικά ύδατα του απέναντι μαγαζιού, αφού ο κράχτης του είχε πάψει πια να μας τραβολογάει. Έπρεπε να βρούμε το θάρρος να πάμε στο μαγαζί που δούλευε η φίλη μας. Το αρπακτικό ήταν εκεί και μας κοιτούσε. Αρχίσαμε τα «εσύ πήγαινε μπροστά» «όχι, εσύ να πας» και να σπρώχνει ο ένας τον άλλον και, καθώς σπρωχνόμασταν, φαίνεται περάσαμε τη νοητή γραμμή και βρεθήκαμε στα νερά του μπουκλάτου. Όρμησε πάνω μας με τα νύχια προτεταμένα. «Εντάξει, σε σας θα έρθουμε» είπε ένας από την παρέα και μας γλίτωσε από τα χειρότερα με το θάρρος και την ανδρεία του. Ο μπουκλάτος έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα στο συνάδελφό του από απέναντι. Ότι αυτός μας έψησε. Μαγκιά του.
Πήγαμε και καθίσαμε στο τραπέζι που βρισκόταν στην άλλη άκρη, για να κρατάμε αποστάσεις ασφαλείας και παρακολουθήσαμε όλο το παιχνίδι της αρπαγής του διαβάτη. Την πάρλα την ανελέητη, το στρίμωγμά του στη γωνία, το πιάσιμο από τον ώμο και το σπρώξιμό του στο τραπέζι. Εντυπωσιάστηκα με ένα ζεύγος γερόντων που τους έβαλε να καθίσουν για να μην κουράζονται και να έχει όλη την άνεση να τους ψήσει για το πόσο ωραίο είναι το μαγαζί. Καθώς τους έψηνε στο ακριανό τραπέζι, είχε και την άνεση να αρπάζει τους περαστικούς, αφού μέχρι να σηκωθούν ο παππούς με τη γιαγιά και να την κοπανήσουν, ο ευκίνητος κράχτης θα έχει γυρίσει πίσω και θα τους ξαναστριμώξει.
Θυμάμαι κάποτε, όταν δεν υπήρχε κρίση, αυτά τα μαγαζιά είχαν άτομο στην πόρτα να διώχνει κόσμο. Συχνά ο λόγος ήταν ανύπαρκτος. Δεν άρεσαν τα παπούτσια του πελάτη στον πορτιέρη και δεν τον έμπαζε μέσα. Τόσο απλά, τόσο προκλητικά. Ο πελάτης δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα γιατί θα πλάκωναν οι φουσκωτοί να τον τουλουμιάσουν. Έφευγε με κατεβασμένα τα αφτιά και κομμένα τα φτερά και την επόμενη φορά πήγαινε με σκαρπίνι των 500 ευρώ, ντυμένος στην τρίχα και κύριος. Ο όρος «κυριλέ» ήταν κυρίαρχος, ήταν τρόπος ζωής της εποχής που ο τύπος ο μπουκλάτος κουβαλάει μέσα του κι έξω του. Τώρα υπάρχουν τσούρμο αρπακτικά στην πόρτα. Άλλος για να σε αρπάξει, άλλος για να σε κατευθύνει μέσα στο χώρο, άλλος για να σου κάνει τεμενάδες, καμιά γκόμενα με ντεκαπάζ-μίνι-ξώβυζο-ψηλοτάκουνα μπας και τσιμπήσει καμιά μπακουροπαρέα. Στη γειτονιά μου μάλιστα, όπου υπάρχει, έτσι στο ξεκάρφωτο, μπαράκι αναλόγου αισθητικής, έχω τύχει αρπακτικό να βγαίνει στο δρόμο, πάνω στη στροφή, και να σταματάει αυτοκίνητα. Ευτυχώς δεν έχουν φτάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, το οποίο συνηθίζω να χρησιμοποιώ, κι ας είναι να ξαναπεράσω απέναντι για να πάω στο σπίτι μου.
Δεν αντέχω άλλο κράχτες. Ούτε μαγαζιά με κράχτες. Ξέρω ότι αν πάω σ’ αυτά, θα έρθω αντιμέτωπη με κακή ποιότητα, τιμές στα ύψη, αγενείς υπαλλήλους, συνήθως όλα αυτά μαζί. Κι ένα κακό μαγαζί κάνει τον τουρίστα να μην ξανάρχεται και να επιστρέφει με τις χειρότερες εντυπώσεις, τις οποίες μεταφέρει και στους φίλους του. Το αρπακτικό που υπάρχει έξω από το μαγαζί, φωνάζει πως εκεί μέσα είναι φωλιά αρπακτικών. Πως άμα μπεις, το λιγότερο που θα σου συμβεί, είναι να απλώσουν τα νύχια τους και να σε γδάρουν. Πρέπει να αλλάξει η κουλτούρα της προσέγγισης του υποψηφίου πελάτη. Κι αυτό που θα τον προσελκύει να είναι η δυνατότητα να μάθει για το μενού και τις τιμές. Να νιώσει ότι εκεί μέσα τον σέβονται.
Ανάμεσα στα παραδοσιακά ελληνικά επαγγέλματα που χάνονται, πιστεύω πως πρέπει να χαθεί και το επάγγελμα του κράχτη και μαζί μ’ αυτόν όλοι οι επαγγελματίες της αρπαχτής. Και, επιτέλους, να δώσουμε βάση στην ποιότητα και τη διαχρονικότητα. Αν δε θέλουμε να χάσουμε και τα λίγα που μας έμειναν.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Ο Ρέμος, τα ρεμάλια και οι ρεμούλες


Άφωνη έμεινα. Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, δάνεια εκατομμυρίων και υπεξαιρέσεις από εφοπλιστή; Αυτοί δεν είναι η ελπίς της πατρίδος; Γι’ αυτό δεν τους αφήνουμε να αλωνίζουν αφορολόγητοι; Συκοφαντίες. Να δεις που πρόκειται για συκοφαντίες. Που κάποιοι σκοτεινοί κύκλοι θέλουν να σπιλώσουν την προσπάθεια που κάνουν αυτοί οι ευεργέτες να στηρίξουν την ελληνική οικονομία, δίνοντας ψωμί (ξερό και σκέτο) σε τόσες οικογένειες.
Αχάριστη Ελλάδα. Και ψεύτρα κι υποκρίτρια. Από τη μια δίνεις αβέρτα, μας κακομαθαίνεις, μας κάνεις να ζητάμε κι άλλα, να κοιτάμε την τσέπη μας, την πάρτη μας, την καλοπέρασή μας, να χάνουμε το ήθος μας και τις αρχές μας, να χάνουμε τις αξίες μας και να τις αντικαθιστούμε με τις τιμές. Κι εκεί που όλα είχαν μια τιμή, ανεβασμένη στα ύψη, μας δίνεις μια και τα καταστρέφεις όλα. Και το χρήμα γίνεται βρώμικο και πρέπει να το ξεπλύνουμε. Στη Μύκονο, αχόρταγες αδελφές μου. Στη Μύκονο με τα ωραία της. Να το ξεπλύνουμε στη σαμπάνια και με τους ήχους ασμάτων λαϊκών.
Αχ, λέω για Μύκονο και πώς να μη σπαράξω; Που όλοι οι ξένοι μας ζηλεύουν επειδή μπορούμε και γλεντάμε στη Μύκονο. Που μπορούμε να αδιαφορούμε για τη δυστυχία και την ανέχεια των ανθρώπων γύρω μας και να το ρίχνουμε με λύσσα στο γλεντοκόπι. Ναι, ρε. Έχουμε ένα τέτοιο νησί που προσφέρει ξεσάλωμα που δεν είδατε ούτε στον ύπνο σας. Και σας γράφουμε στ’ αρχίδια μας, ρε ξενέρωτοι βόρειοι, που λειτουργείτε σαν ρομπότ. Και κάνουμε και χοντροκομμένο χιούμορ εις βάρος σας κι άμα γουστάρετε. Έτσι, ρε. Επειδή μπορούμε (και μπορούμε επίσης να χρησιμοποιούμε πρωτότυπες εκφράσεις όπως αυτή).
Κόμπλεξ, μάνα μου. Μόνο κόμπλεξ. Μόνο σε κόμπλεξ οφείλεται το ότι λύσσαξαν οι ξένες εφημερίδες για τον Ρέμο και τις εξυπνάδες που έλεγε στα ρεμάλια που είχαν μαζευτεί στο μυκονόμπαρο, όπου η σαμπάνια έρρεε, η κόκα είχε ανεβάσει τη διάθεση στο κόκκινο, οι από τύχη φραγκάτοι (που επίσης από τύχη διατηρούνται φραγκάτοι) αναζητούσαν τρύπα για να πληρώσουν και να περάσουν τη βραδιά κι οι γκομενίτσες έδειχναν τα μουνάκια τους ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον. Παλιές συνήθειες που δεν μπορούμε να κόψουμε. Έχετε κάνα πρόβλημα, φίλοι Ευρωπαίοι που περνάμε καλά στη Μύκονο;
Ναι, ρε. Δε γουστάρουμε τους πολιτικούς. Τους ρίχνουμε και μούντζες. Να καεί το μπουρδέλο η Βουλή. Θέλουμε να γίνει ναός της δημοκρατίας το κάθε μυκονόμπαρο, ιέρεια του θεσμού το κάθε ξεβράκωτο τσουλάκι, πρωθυπουργός ο κάθε τραγουδιστής που, με τις επαναστατικές του ατάκες, αναπτερώνει το πεσμένο μας ηθικό. Αυτές τις μέρες γουστάρουμε Ρέμο. Αυτόν τον τύπο που τον χρυσοπληρώσαμε. Γι’ αυτό τον πληρώσαμε. Για να συντηρεί με λόγο επαναστατικά υβριστικό τον τρόπο ζωής που επιλέξαμε: Της χλιδής, του νεοπλουτισμού, της αρπαχτής, της σάχλας, του κενού, του στεγνού ξεσαλώματος.
Ο Έλληνας είναι ένα είδος που η εξέλιξή του φαίνεται στο λαϊκό τραγούδι. Ξεκινώντας από το ρεμπέτικο όπου με αξιοπρέπεια και τρόπο δωρικό περιγράφονται οι έρωτες, η φτώχεια και τα προβλήματα της καθημερινότητας, περάσαμε σε περιγραφές των ίδιων θεμάτων με λυγμό και σπαραγμό. Το εμπλουτίσαμε και με λίγο «έξω καρδιά» (και ντέρντια και καημοί) για να ενισχύσουμε τον ωχαδερφισμό μας, περάσαμε στο χαβαλεδιάρικο, στο σκυλάδικο και καταλήξαμε στους Ρέμους, τους Πλούταρχους και τους Σφακιανάκηδες. Στο ρηχό, συνθηματικό τραγούδι τους. Που η υπερβολή στη λάμψη που το περιβάλλει καλύπτει την ουσία που του λείπει. Που οι τραγουδιστές παίζουν το ρόλο του καθοδηγητή του πλήθους. Που μπήκε σ’ όλα τα ΜΜΕ για να επιβάλει τρόπο ζωής. Για να δημιουργήσει το νέο είδος του Έλληνα.
Το νέο είδος του Έλληνα δε διασκεδάζει. Γλεντοκοπάει και ξεσαλώνει. Δεν ακούει μουσική, δε νιώθει το τραγούδι. Ακούει εύκολους ήχους που θα τους θυμάται για το επόμενο εξάμηνο. Δεν τραγουδάει τον πόνο και τον καημό, τραγουδάει την κάψα, την έπαρση, το σύνθημα, τη δηθενιά. Το νέο είδος του Έλληνα είναι βουτηγμένο στη φτήνια και γλείφει τη χλιδή, νομίζοντας πως θα βρει τις ισορροπίες του. Είναι ανισόρροπο το νέο είδος του Έλληνα και επικίνδυνο για την ανθρωπότητα. 
Αυτό το είδος του Έλληνα που γλεντάει με το πιο άθλιο είδος μουσικής, που, ακόμη κι αν δεν έχει το χρήμα για να πάει να ακούσει το Ρέμο στη Μύκονο, θα περάσει ένα μήνα με στερήσεις για να πάει να του τα σκάσει κάπου στην παραλιακή. Αυτό το είδος του Έλληνα, με αυτά τα πρότυπα, αυτές τις αντιλήψεις, αυτή τη νοοτροπία, επιβιώνει ακόμη και στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, παρασιτώντας σε βάρος των υπολοίπων που αγωνίζονται να σωθούν από τη φτώχεια. Φτώχεια που αυτό το είδος του Έλληνα προκάλεσε.
Κανονικά, αυτό το είδος πρέπει κάποια στιγμή να κοιταχτεί στον καθρέφτη, να σιχαθεί τον εαυτό του και να αυτοκαταστραφεί. Αν δεν το κάνει, πρέπει να το καταστρέψουμε εμείς. Και θα καταστραφεί αν καταστρέψουμε τα είδωλά του. Τον κάθε Ρέμο και το κάθε ρεμάλι που καλλιέργησε τη φιλοσοφία της ρεμούλας. Πρέπει κάποια στιγμή, αντί για λουλούδια, να τους πετάξουμε σκατά.