Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Κράξιμο


Ανακάλυψα το μυστικό της επιτυχίας της χώρας μας στον τουρισμό (χαμός πάλι φέτος, το βλέπουμε όλοι), καθώς έπινα έναν απαίσιο, ακριβό καφέ σ’ ένα απαίσιο, ακαλαίσθητο -με αισθητική του ’90, το χειρότερο στυλ έβερ- τουριστικό μαγαζί της Αθήνας. Το μυστικό λοιπόν είναι οι κράχτες. Αυτοί κάνουν όλη τη δουλειά. Οι ανυποψίαστοι τουρίστες τούς ακολουθούν τυφλά, για να ολοκληρωθεί ο μαζοχισμός τους εντός του χώρου.
Είχα βρεθεί με μια παρέα και ψάχναμε να δούμε πού θα πάμε να πιούμε καφέ. Έπεσε σαν ιδέα το τουριστομάγαζο που δούλευε μια φίλη που είχα κάτι χρόνια να τη δω. Δε μας ενθουσίασε σαν ιδέα, αλλά -μεγάλη η χάρη της- πήγαμε.
Έξω από το μαγαζί είχε τραπέζια και στο ένα κάθονταν κάτι τύποι από αυτούς που δε θέλουμε και πολλά μαζί τους. Κυρίως ο ένας, ο όρθιος, με την μπουκλέ τη χαίτη, το ανοιχτό πουκάμισο με τη χρυσή καδένα να λάμπει στο δασύτριχο στέρνο  και το παντελόνι το αεράτο, αυτό που χωράνε άλλοι δώδεκα. Χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί, ένα αόρατο χέρι μας απομάκρυνε από το μαγαζί. Αντί να μπούμε και να αναζητήσουμε τη φίλη μας, αντί να καθίσουμε σε ένα από τα υπόλοιπα τραπέζια που ήταν άδεια, κάτι μας έσπρωχνε στην απέναντι πλευρά του πεζοδρόμου και μας έκανε να περπατάμε γρήγορα με τα κεφάλια στραμμένα από την άλλη, μπας και ξεφύγουμε, μπας κι αποφύγουμε την επαφή με το αρπακτικό με τις μπούκλες. Δεν ήταν εύκολο. Ο τύπος μας κυνηγούσε ανελέητα, μέχρι που περάσαμε το δρόμο και πλησιάσαμε στην απέναντι γωνία. Εκεί έκανε πίσω γιατί είχε περάσει στα χωρικά ύδατα άλλου μαγαζιού. Εμείς, από την αγωνία μας να ξεφύγουμε, το καταλάβαμε αργά. Όταν άλλος ένας αδίστακτος, χωρίς μπούκλες, αλλά με την ίδια ορμή μας πρότεινε να καθίσουμε στο μαγαζί του. (Παρεμπιπτόντως, τα υπόλοιπα μαγαζιά της περιοχής βρίσκονται σε λιγότερο κομβικά σημεία, δεν έχουν κράχτες και είναι πάντα γεμάτα κόσμο).
Νιώσαμε σαν τα ποντίκια στη φάκα. Για λίγο. Γιατί δε μασάμε. «Είμαστε για απέναντι, πάμε να δούμε μια φίλη μας». Του βγήκε μια ευγένεια. «Α, ωραία είναι απέναντι, έχει κι ωραία θέα. Κι εμείς όταν κλείνουμε εκεί πάμε». Για όποιον δεν κατάλαβε, η φίλη μας δούλευε στο μαγαζί που μαζεύει τους ξενύχτηδες της Αθήνας –πουτάνα ανεργία. Δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος που δεν ευχαριστιόταν τη δουλειά της. Βρισκόταν σε ένα χώρο όπου το μόνο που τον στήριζε ήταν οι κανόνες της νύχτας, εφαρμοσμένοι τη μέρα. Κανείς δεν ήξερε να φτιάχνει καφέ, για παράδειγμα. Αυτά είναι για τις πρωινές δουλειές. Κι ο τύπος που άρπαζε τον κόσμο από το δρόμο, ήταν λέει επαγγελματίας του είδους χρόνια τώρα και γούσταρε τρελά αυτό που έκανε. Μάλιστα, με τον απέναντι ήταν σε μεγάλη κόντρα και μετρούσαν ποιος θα αρπάξει πιο πολλούς. Πάντως, οι δύο συνάδελφοι φέρονταν πολιτισμένα. Στα διαλείμματα της δουλειάς κάνανε πλακίτσα μεταξύ τους, ενώ όταν το θήραμα περνούσε από τη υφαλοκρηπίδα, δεν επιχειρούσε ο ένας να μπει στα νερά του άλλου. Πολιτισμός, βρε παιδί μου.
Μείναμε στα χωρικά ύδατα του απέναντι μαγαζιού, αφού ο κράχτης του είχε πάψει πια να μας τραβολογάει. Έπρεπε να βρούμε το θάρρος να πάμε στο μαγαζί που δούλευε η φίλη μας. Το αρπακτικό ήταν εκεί και μας κοιτούσε. Αρχίσαμε τα «εσύ πήγαινε μπροστά» «όχι, εσύ να πας» και να σπρώχνει ο ένας τον άλλον και, καθώς σπρωχνόμασταν, φαίνεται περάσαμε τη νοητή γραμμή και βρεθήκαμε στα νερά του μπουκλάτου. Όρμησε πάνω μας με τα νύχια προτεταμένα. «Εντάξει, σε σας θα έρθουμε» είπε ένας από την παρέα και μας γλίτωσε από τα χειρότερα με το θάρρος και την ανδρεία του. Ο μπουκλάτος έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα στο συνάδελφό του από απέναντι. Ότι αυτός μας έψησε. Μαγκιά του.
Πήγαμε και καθίσαμε στο τραπέζι που βρισκόταν στην άλλη άκρη, για να κρατάμε αποστάσεις ασφαλείας και παρακολουθήσαμε όλο το παιχνίδι της αρπαγής του διαβάτη. Την πάρλα την ανελέητη, το στρίμωγμά του στη γωνία, το πιάσιμο από τον ώμο και το σπρώξιμό του στο τραπέζι. Εντυπωσιάστηκα με ένα ζεύγος γερόντων που τους έβαλε να καθίσουν για να μην κουράζονται και να έχει όλη την άνεση να τους ψήσει για το πόσο ωραίο είναι το μαγαζί. Καθώς τους έψηνε στο ακριανό τραπέζι, είχε και την άνεση να αρπάζει τους περαστικούς, αφού μέχρι να σηκωθούν ο παππούς με τη γιαγιά και να την κοπανήσουν, ο ευκίνητος κράχτης θα έχει γυρίσει πίσω και θα τους ξαναστριμώξει.
Θυμάμαι κάποτε, όταν δεν υπήρχε κρίση, αυτά τα μαγαζιά είχαν άτομο στην πόρτα να διώχνει κόσμο. Συχνά ο λόγος ήταν ανύπαρκτος. Δεν άρεσαν τα παπούτσια του πελάτη στον πορτιέρη και δεν τον έμπαζε μέσα. Τόσο απλά, τόσο προκλητικά. Ο πελάτης δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα γιατί θα πλάκωναν οι φουσκωτοί να τον τουλουμιάσουν. Έφευγε με κατεβασμένα τα αφτιά και κομμένα τα φτερά και την επόμενη φορά πήγαινε με σκαρπίνι των 500 ευρώ, ντυμένος στην τρίχα και κύριος. Ο όρος «κυριλέ» ήταν κυρίαρχος, ήταν τρόπος ζωής της εποχής που ο τύπος ο μπουκλάτος κουβαλάει μέσα του κι έξω του. Τώρα υπάρχουν τσούρμο αρπακτικά στην πόρτα. Άλλος για να σε αρπάξει, άλλος για να σε κατευθύνει μέσα στο χώρο, άλλος για να σου κάνει τεμενάδες, καμιά γκόμενα με ντεκαπάζ-μίνι-ξώβυζο-ψηλοτάκουνα μπας και τσιμπήσει καμιά μπακουροπαρέα. Στη γειτονιά μου μάλιστα, όπου υπάρχει, έτσι στο ξεκάρφωτο, μπαράκι αναλόγου αισθητικής, έχω τύχει αρπακτικό να βγαίνει στο δρόμο, πάνω στη στροφή, και να σταματάει αυτοκίνητα. Ευτυχώς δεν έχουν φτάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, το οποίο συνηθίζω να χρησιμοποιώ, κι ας είναι να ξαναπεράσω απέναντι για να πάω στο σπίτι μου.
Δεν αντέχω άλλο κράχτες. Ούτε μαγαζιά με κράχτες. Ξέρω ότι αν πάω σ’ αυτά, θα έρθω αντιμέτωπη με κακή ποιότητα, τιμές στα ύψη, αγενείς υπαλλήλους, συνήθως όλα αυτά μαζί. Κι ένα κακό μαγαζί κάνει τον τουρίστα να μην ξανάρχεται και να επιστρέφει με τις χειρότερες εντυπώσεις, τις οποίες μεταφέρει και στους φίλους του. Το αρπακτικό που υπάρχει έξω από το μαγαζί, φωνάζει πως εκεί μέσα είναι φωλιά αρπακτικών. Πως άμα μπεις, το λιγότερο που θα σου συμβεί, είναι να απλώσουν τα νύχια τους και να σε γδάρουν. Πρέπει να αλλάξει η κουλτούρα της προσέγγισης του υποψηφίου πελάτη. Κι αυτό που θα τον προσελκύει να είναι η δυνατότητα να μάθει για το μενού και τις τιμές. Να νιώσει ότι εκεί μέσα τον σέβονται.
Ανάμεσα στα παραδοσιακά ελληνικά επαγγέλματα που χάνονται, πιστεύω πως πρέπει να χαθεί και το επάγγελμα του κράχτη και μαζί μ’ αυτόν όλοι οι επαγγελματίες της αρπαχτής. Και, επιτέλους, να δώσουμε βάση στην ποιότητα και τη διαχρονικότητα. Αν δε θέλουμε να χάσουμε και τα λίγα που μας έμειναν.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Ο Ρέμος, τα ρεμάλια και οι ρεμούλες


Άφωνη έμεινα. Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, δάνεια εκατομμυρίων και υπεξαιρέσεις από εφοπλιστή; Αυτοί δεν είναι η ελπίς της πατρίδος; Γι’ αυτό δεν τους αφήνουμε να αλωνίζουν αφορολόγητοι; Συκοφαντίες. Να δεις που πρόκειται για συκοφαντίες. Που κάποιοι σκοτεινοί κύκλοι θέλουν να σπιλώσουν την προσπάθεια που κάνουν αυτοί οι ευεργέτες να στηρίξουν την ελληνική οικονομία, δίνοντας ψωμί (ξερό και σκέτο) σε τόσες οικογένειες.
Αχάριστη Ελλάδα. Και ψεύτρα κι υποκρίτρια. Από τη μια δίνεις αβέρτα, μας κακομαθαίνεις, μας κάνεις να ζητάμε κι άλλα, να κοιτάμε την τσέπη μας, την πάρτη μας, την καλοπέρασή μας, να χάνουμε το ήθος μας και τις αρχές μας, να χάνουμε τις αξίες μας και να τις αντικαθιστούμε με τις τιμές. Κι εκεί που όλα είχαν μια τιμή, ανεβασμένη στα ύψη, μας δίνεις μια και τα καταστρέφεις όλα. Και το χρήμα γίνεται βρώμικο και πρέπει να το ξεπλύνουμε. Στη Μύκονο, αχόρταγες αδελφές μου. Στη Μύκονο με τα ωραία της. Να το ξεπλύνουμε στη σαμπάνια και με τους ήχους ασμάτων λαϊκών.
Αχ, λέω για Μύκονο και πώς να μη σπαράξω; Που όλοι οι ξένοι μας ζηλεύουν επειδή μπορούμε και γλεντάμε στη Μύκονο. Που μπορούμε να αδιαφορούμε για τη δυστυχία και την ανέχεια των ανθρώπων γύρω μας και να το ρίχνουμε με λύσσα στο γλεντοκόπι. Ναι, ρε. Έχουμε ένα τέτοιο νησί που προσφέρει ξεσάλωμα που δεν είδατε ούτε στον ύπνο σας. Και σας γράφουμε στ’ αρχίδια μας, ρε ξενέρωτοι βόρειοι, που λειτουργείτε σαν ρομπότ. Και κάνουμε και χοντροκομμένο χιούμορ εις βάρος σας κι άμα γουστάρετε. Έτσι, ρε. Επειδή μπορούμε (και μπορούμε επίσης να χρησιμοποιούμε πρωτότυπες εκφράσεις όπως αυτή).
Κόμπλεξ, μάνα μου. Μόνο κόμπλεξ. Μόνο σε κόμπλεξ οφείλεται το ότι λύσσαξαν οι ξένες εφημερίδες για τον Ρέμο και τις εξυπνάδες που έλεγε στα ρεμάλια που είχαν μαζευτεί στο μυκονόμπαρο, όπου η σαμπάνια έρρεε, η κόκα είχε ανεβάσει τη διάθεση στο κόκκινο, οι από τύχη φραγκάτοι (που επίσης από τύχη διατηρούνται φραγκάτοι) αναζητούσαν τρύπα για να πληρώσουν και να περάσουν τη βραδιά κι οι γκομενίτσες έδειχναν τα μουνάκια τους ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον. Παλιές συνήθειες που δεν μπορούμε να κόψουμε. Έχετε κάνα πρόβλημα, φίλοι Ευρωπαίοι που περνάμε καλά στη Μύκονο;
Ναι, ρε. Δε γουστάρουμε τους πολιτικούς. Τους ρίχνουμε και μούντζες. Να καεί το μπουρδέλο η Βουλή. Θέλουμε να γίνει ναός της δημοκρατίας το κάθε μυκονόμπαρο, ιέρεια του θεσμού το κάθε ξεβράκωτο τσουλάκι, πρωθυπουργός ο κάθε τραγουδιστής που, με τις επαναστατικές του ατάκες, αναπτερώνει το πεσμένο μας ηθικό. Αυτές τις μέρες γουστάρουμε Ρέμο. Αυτόν τον τύπο που τον χρυσοπληρώσαμε. Γι’ αυτό τον πληρώσαμε. Για να συντηρεί με λόγο επαναστατικά υβριστικό τον τρόπο ζωής που επιλέξαμε: Της χλιδής, του νεοπλουτισμού, της αρπαχτής, της σάχλας, του κενού, του στεγνού ξεσαλώματος.
Ο Έλληνας είναι ένα είδος που η εξέλιξή του φαίνεται στο λαϊκό τραγούδι. Ξεκινώντας από το ρεμπέτικο όπου με αξιοπρέπεια και τρόπο δωρικό περιγράφονται οι έρωτες, η φτώχεια και τα προβλήματα της καθημερινότητας, περάσαμε σε περιγραφές των ίδιων θεμάτων με λυγμό και σπαραγμό. Το εμπλουτίσαμε και με λίγο «έξω καρδιά» (και ντέρντια και καημοί) για να ενισχύσουμε τον ωχαδερφισμό μας, περάσαμε στο χαβαλεδιάρικο, στο σκυλάδικο και καταλήξαμε στους Ρέμους, τους Πλούταρχους και τους Σφακιανάκηδες. Στο ρηχό, συνθηματικό τραγούδι τους. Που η υπερβολή στη λάμψη που το περιβάλλει καλύπτει την ουσία που του λείπει. Που οι τραγουδιστές παίζουν το ρόλο του καθοδηγητή του πλήθους. Που μπήκε σ’ όλα τα ΜΜΕ για να επιβάλει τρόπο ζωής. Για να δημιουργήσει το νέο είδος του Έλληνα.
Το νέο είδος του Έλληνα δε διασκεδάζει. Γλεντοκοπάει και ξεσαλώνει. Δεν ακούει μουσική, δε νιώθει το τραγούδι. Ακούει εύκολους ήχους που θα τους θυμάται για το επόμενο εξάμηνο. Δεν τραγουδάει τον πόνο και τον καημό, τραγουδάει την κάψα, την έπαρση, το σύνθημα, τη δηθενιά. Το νέο είδος του Έλληνα είναι βουτηγμένο στη φτήνια και γλείφει τη χλιδή, νομίζοντας πως θα βρει τις ισορροπίες του. Είναι ανισόρροπο το νέο είδος του Έλληνα και επικίνδυνο για την ανθρωπότητα. 
Αυτό το είδος του Έλληνα που γλεντάει με το πιο άθλιο είδος μουσικής, που, ακόμη κι αν δεν έχει το χρήμα για να πάει να ακούσει το Ρέμο στη Μύκονο, θα περάσει ένα μήνα με στερήσεις για να πάει να του τα σκάσει κάπου στην παραλιακή. Αυτό το είδος του Έλληνα, με αυτά τα πρότυπα, αυτές τις αντιλήψεις, αυτή τη νοοτροπία, επιβιώνει ακόμη και στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, παρασιτώντας σε βάρος των υπολοίπων που αγωνίζονται να σωθούν από τη φτώχεια. Φτώχεια που αυτό το είδος του Έλληνα προκάλεσε.
Κανονικά, αυτό το είδος πρέπει κάποια στιγμή να κοιταχτεί στον καθρέφτη, να σιχαθεί τον εαυτό του και να αυτοκαταστραφεί. Αν δεν το κάνει, πρέπει να το καταστρέψουμε εμείς. Και θα καταστραφεί αν καταστρέψουμε τα είδωλά του. Τον κάθε Ρέμο και το κάθε ρεμάλι που καλλιέργησε τη φιλοσοφία της ρεμούλας. Πρέπει κάποια στιγμή, αντί για λουλούδια, να τους πετάξουμε σκατά.


Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Τα πουλάκια και οι πούλοι



Ξεκινάω με ένα τραγούδι αγαπημένο, έναν υπέροχο συγκαθιστό από τα χωριά μου τα παλιά, για να μπω στη συνέχεια στο θέμα μου.
Αυτό το τραγούδι πάντα με συγκινούσε. Αυτό το πουλάκι που ήταν λυπημένο επειδή το ταίρι του το εγκατέλειψε στα καλά καθούμενα, στην καρδιά μου το είχα. Αντιθέτως, εκείνο το ταίρι του που θα βρήκε ν' αρπάξει κάναν άλλο πούλο, μου ερχόταν να πάω να το βρω, να το αρπάξω απ’ το μαλλί και ν' αρχίσω να το σαβουρλαντάω αλύπητα. Σκεφτόμουν όμως ότι κάποια στιγμή θα του επιστραφεί η τσουλίστικη συμπεριφορά του από τον άλλο πούλο, θα γυρίσει μετανιωμένο και στο μεταξύ το πουλάκι μας θα έχει βρει το ταίρι που του αξίζει, κι έτσι θα πάρει κι από κει τον πούλο. Όχι για να εκδικηθεί ή για να πάρει το δάκρυ του πίσω, αλλά γιατί πρέπει να έχουμε αυτό που μας αξίζει.
Παραμένω στον κόσμο των πουλιών και περνάω σε ένα αγαπημένο μου θέαμα: Τον περιστέρη πέφτουλα και τη ναζιάρα περιστέρα. Όχι πως έχω το βίτσιο να ανακατεύομαι στις ερωτικές τους περιπτύξεις, αλλά μ’ αρέσει να παρακολουθώ τις συμπεριφορές τους και να τις συγκρίνω με τις αντίστοιχες συμπεριφορές των ανθρώπων. Με είχε εντυπωσιάσει κάποτε ένα αρσενικό που είχε πρηστεί από το φούσκωμα για να εντυπωσιάσει το θηλυκό, αλλά το μόνο που εισέπραττε ήταν φτύσιμο ανελέητο. Δεν το έβαζε κάτω. Κι όσο το αρσενικό επέμενε, τόσο η τσουλάρα του έριχνε χλαπάτσες στα μούτρα. Είδε απόειδε το έρμο το αγόρι κι έφυγε παραπέρα απογοητευμένο και ταλαιπωρημένο. Η τσουλίτσα έκοβε βόλτες πουλώντας ωραιάδα δεξιά κι αριστερά στα περιστερόπουλα που κυκλοφορούσαν στο πάρκο, με σκοπό να ικανοποιήσει το ναρκισσισμό της. Πράγμα που της τρίφτηκε στη μάπα μόλις είδε το αρσενικό που την πολιορκούσε να παίζει με άλλη, η οποία ναι μεν του έκανε ναζάκια, αλλά ήταν ολοφάνερο πως έψαχναν ένα ήσυχο μέρος για να κουτουπωθούν. Η ναρκισσίστρια περιστέρα, αφού είδε πως δεν πέφτουν όλοι στα πατώματα για χάρη της, έτρεξε να βρει τον παλιό της θαυμαστή που της είχε ανεβάσει την αυταρέσκεια στα ύψη. Τώρα τον διεκδικούσε. Ο περιστέρης όμως έφυγε με την καινούργια που έκανε παιχνιδάκια χωρίς να τον βασανίζει. Η συμπεριφορά του μου θύμισε τη σκέψη που έκανα για το πουλάκι του τραγουδιού.
Αυτό δείχνει πολύ απλό και, λογικά, θα έπρεπε να συμβαίνει και στον κόσμο των ανθρώπων. Δε συμβαίνει. Πίσω από την απλή σκέψη, το απλό συναίσθημα, την απλή συμπεριφορά για κάθε σχέση που κάνουμε, υπάρχει και το βίτσιο, το γαμώτο, το όπως θες πες το. Οι περισσότεροι είμαστε γραμματόσημα. Δε θέλουμε αυτό που μας αξίζει. Θέλουμε αυτό που μας φτύνει, μας πληγώνει, μας ακυρώνει. Αυτό που το θεωρούμε ανέφικτο, τρομάρα του. Αυτό που ίσως πιστεύουμε πως, αν το κατακτήσουμε, κατακτούμε ένα στόχο.
Ένα στόκο κατακτούμε. Στο κεφάλι μας. Μια ικανοποίηση ότι τελικά τα καταφέραμε, απολύτως επιπόλαιη και απολύτως προσωρινή. Μια φίλη μου δέχτηκε άπειρες φορές πίσω τον καλό της (ωραία λέξη βρήκα να χρησιμοποιήσω για το κακό που την έβρισκε κάθε φορά) ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα της δώσει αυτό που της αξίζει. Κι αυτός κάθε φορά ξανάφευγε είτε γιατί κάτι καινούργιο και φανταχτερό του γυάλισε είτε γιατί περίμενε κι αυτός να πάρει κάποια στιγμή αυτό που του άξιζε από κάτι παλιό που τον πρόδωσε. Κύκλος μέσα στον κύκλο, φαύλοι κύκλοι ομόκεντροι που σχηματίζονταν ξανά και ξανά, κύκλοι που δεν κλείνουν ποτέ. Το πολύ πολύ να γίνουν δίνη απ’ αυτή που σε παίρνει και σε σηκώνει. Αυτό που περιμένει, δε θα το πάρει ποτέ. Όσες φορές κι αν επιστρέψει ο καλός της. Γιατί έτσι είναι. Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να το αποφασίσει. Δεν της έφυγε η πίκρα για το ανικανοποίητο, για το γαμώτο για όσα έδωσε και δεν πήρε, για το ότι δεν πήρε αυτό που της άξιζε. Ξέρει πια πως δε θα το πάρει ποτέ αλλά, ευτυχώς, δεν τον βλέπει πια ως το ανέφικτο που έχασε και πρέπει να ξανακερδίσει.
Ανέφικτο τελικά δεν είναι να πέσει στα πατώματα αυτός που κάποτε μας έφτυσε. Άσε που ξέρουμε ότι θα το ξανακάνει γιατί οι συμπεριφορές μας, όπως όλα γύρω μας, κάνουν κύκλους.  Ανέφικτο είναι να δίνουμε και να παίρνουμε αυτό που μας αξίζει. Κι όσο θα είμαστε τυφλοί, εγωιστές και θα ζητούμε να ικανοποιήσουμε το ανικανοποίητο, τα πουλάκια θα κουτουπώνονται ευτυχισμένα κι εμείς θα παίρνουμε πούλους αβέρτα.



Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Ζωή παραμυθένια στην τραχανοπλαγιά


Έψαχνα εδώ και κάτι χρόνια να βρω ποντιακά ζυμαρικά. Κοτζάμ Αθήνα και να μην μπορώ να πετύχω ούτε ένα ποντιακό κατάστημα στο δρόμο μου. Μόνο κρητικά. Γέμισε ο τόπος κριθαρένιο παξιμάδι.
Είχε γίνει καλή προώθηση της κρητικής διατροφής, κάποια εποχή (κάπου δέκα με δεκαπέντε χρόνια πριν) κι όλοι πλακώθηκαν στους ντάκους. Είχε γίνει το απόλυτο έδεσμα. Ντάκοι παντού. Όπου κι αν πήγαινες να φας έξω, μπορεί να μην έβρισκες την κλασική μαρουλοσαλάτα που έμαθες να τρως απ’ τη μάνα σου, δεν υπήρχε όμως περίπτωση να μη βρεις ντάκο. Και ρόκα παρμεζάνα. Δηλαδή απ’ αυτά που όλοι τρώγαμε και στα χωριά μας. Δεν είναι κακό να τρως κάτι που δεν έτρωγες στο χωριό σου. Είναι όμως βλακώδες να αφήνεις το φαγητό σου να γίνει μόδα και τάση της εποχής.
Εγώ, που λες, στο χωριό μου έτρωγα πολλά καλούδια που δεν τα ανακάλυψε ακόμη η υπόλοιπη Ελλάδα. Όπως και τα ποντιακά ζυμαρικά που έψαχνα για χρόνια. Όπως και καβουρμά. Που φέρνει καμιά φορά γνωστό σουπερμάρκετ. Όπως και τραχανά με λαχανικά. Που έφερε πέρυσι το ίδιο σουπερμάρκετ και τον βάφτισε θρακιώτικο. Τον άρπαξα χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν ενθουσιάστηκα γιατί εμείς στη Θράκη τον τρώμε καυτερό κι αυτός ήταν γλυκός. Το διόρθωσα. Προσφάτως έφερε και τα ποντιακά ζυμαρικά που έψαχνα. Ευριστέ από την Κοζάνη τα ονόμασε. Τα άρπαξα κι αυτά.
Στο χωριό μου (η Κομοτηνή είναι αυτό) ο παππούς μου έτρωγε ρόκα όταν ήμουν μικρή. Πολύ πριν κυκλοφορήσει στα εστιατόρια παρέα με την παρμεζάνα. Του την έφερνε ένας φίλος του από το κτήμα του. Εμένα μου βρομούσε και δεν την πλησίαζα. Όταν μεγάλωσα, άλλαξα γνώμη. Ήθελα να την ξαναμυρίσω. Παππούς δεν υπήρχε, ούτε φίλος με κτήμα. Βρήκα κάτι ματσάκια σε πάγκο λαϊκής από έναν Τούρκο μπαχτσεβάνη. Έγινε ο μόνιμος προμηθευτής μου. Λίγα χρόνια μετά, όλοι οι πάγκοι των μανάβηδων, μου έτριβαν τη ρόκα στα μούτρα. Και τα εστιατόρια. Με παρμεζάνα. Και πιάτα του στυλ χοιρινό με σάλτσα με μέλι και ξηρούς καρπούς, κάστανα, μήλο, μανταρίνι, ελιές, φασκόμηλο και τσάι του βουνού, γαρνιρισμένο με βατόμουρα και μύρτιλα φλαμπέ.
Τα εστιατόρια άλλαξαν. Πέρα από το ότι δε βρίσκεις πλέον ούτε ρόκα παρμεζάνα στο μενού, έγιναν πιο χύμα, λιτά και προσιτά στον νεόπτωχο που επιστρέφει στις ρίζες του. Άλλαξαν και οι ονομασίες τους. Εκεί που είχαν κάτι μεγαλόπρεπα και πομπώδη ονόματα, κάτι λατινικά και καθαρευουσιάνικα, τώρα το γύρισαν στο υποκοριστικό: Καλαμάκι, μπιφτεκάκι, γιαουρτάκι, σαρδελάκι, κουραδάκι και πάει λέγοντας. Ύμνος στην απλότητα, σα να λέμε. Σε κάνουν να νιώθεις πως δε θα αφήσεις τα μαλλιά της κεφαλής σου στο μοντέρνο χώρο τους. Πως αυτό το υποκοριστικό υπάρχει και στις τιμές τους κι έτσι όταν πληρώνεις νιώθεις μόνο ένα γδαρσιματάκι, πιασοκωλάκι, κωλοδαχτυλάκι και τέτοια.
Έχω αδυναμία στο καλό φαΐ. Απ’ όπου κι αν προέρχεται. Κι από την Κρήτη κι από τον Πόντο κι από την Ασία κι από την Ιταλία. Αλλά αυτή η μόδα στην κουζίνα αλλάζει σαν τη μόδα των πουκαμίσων μας. Γίνεται να μπορούν να κατευθύνουν το γούστο μας στο φαγητό; Να που γίνεται. Εκεί που κοντέψαμε να γίνουμε Ιταλοί και Γάλλοι, γιατί κάθε καλό εστιατόριο έπρεπε να μπερδεύει την ελληνική κουζίνα με την ιταλική και τη γαλλική, τώρα την έχουμε δει επιστροφή στις ρίζες και προϊόντα της γιαγιάς από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Πέρα από το ότι το καλό εστιατόριο, για να ζει στην εποχή του, πρέπει να σερβίρει τραχανά με λουκάνικα, έχουμε και την άλλη τάση: Do it yourself τη λένε. Μάθε, μωρή άχρηστη, να βράζεις τον τραχανά, που τόσα χρόνια την είχες δει γιάπισσα και δεν ήξερες ούτε πώς μπαίνει το νερό στο ποτήρι. Τώρα που είσαι άνεργη, μάθε να κάνεις πράγματα μόνη σου. Είναι και της μοδός, άλλωστε.
Η ξεπεσμένη γιάπισσα θα την ακολουθήσει την τάση και θα χωθεί στην κουζίνα της να κάνει πως μαγειρεύει. Θα ανακαλύψει έναν καινούργιο κόσμο. Θα ανακαλύψει μέχρι και το χρώμα ζαχαροπλαστικής που θα βάλει στα χαντμέιντ καπκέικ της –έδεσμα που πρέπει απαραιτήτως να υπάρχει στο τραπέζι της. Δε θα μπορέσει όμως να αποχωριστεί τον παλιό της κόσμο. Τόσα χρόνια το μπραντ νέιμ ήταν κανόνας για κάθε της επιλογή. Συχνά ήταν κανόνας που επέβαλλε η ίδια και στους άλλους, μέσα από τη δουλειά της. Μόνο μ’ ένα τέτοιο μπορούσες να επιβιώσεις και να σταθείς στην αγορά. Όταν έχεις ζήσει για τη φίρμα, πώς να ανεχτείς τον χύμα τραχανά απ’ το τσουβάλι στην Ευριπίδου; Θα δώσεις κάτι παραπάνω (αυτό το κάτι παραπάνω, συχνά είναι η τιμή του προϊόντος του τσουβαλιού επί δέκα) και θα αγοράσεις τον ίδιο τραχανά με ετικέτα. Το μάρκετινγκ εξακολουθεί να κάνει καλά τη δουλειά του, όσο φτωχοί κι αν γίναμε.
Οι εποχές και οι τάσεις αλλάζουν, ο κόσμος δεν αλλάζει. Η ετικέτα πρέπει να είναι κολλημένη στο κούτελο των προϊόντων, όπως μάθαμε να την κολλάμε και στο κούτελο των ανθρώπων. Έχω δει ετικέτα σε μπουκάλι με μαστιχόνερο. Το νερό που μέσα του έχει μουλιάσει μαστίχα Χίου. Αυτό που το κάνουν οι Χιώτες στην καθημερινότητά τους (και εδώ και δύο χρόνια το κάνω κι εγώ) το τόσο απλό, πωλείται με ετικέτα και όλοι οι λάτρεις της υγιεινής διατροφής τρέχουν να το αγοράσουν.
Τέτοια εποχή οι γιαγιάδες μας έφτιαχναν τον τραχανά, τον άπλωναν στον ήλιο να στεγνώσει και τον κρατούσαν για να ξεχειμωνιάσουν. Γλυκός για πρωινό, κόκκινος για μεσημέρι και ξινός για βράδυ, ήταν η τάση στα χωριά μου. Ή κάπως έτσι. Φαγητό για κάθε μέρα. Τώρα το να φτιάχνεις τραχανά είναι υψηλή τέχνη και το ταπεινό φαγάκι μετατράπηκε σε γκουρμέ. Τότε η λέξη τραχανοπλαγιά ήταν συνώνυμο της χωριατιάς, της αξεστίλας και της χοντροκοπιάς. Τώρα φαντάζει σαν ένας τόπος μαγικός που όλοι θέλουμε να τον περιδιαβούμε γιατί παράγει προϊόντα υψηλής ποιότητος, διατροφικής αξίας και τιμής. Άσε που είναι και οι ρίζες μας, που πρέπει να ανακαλύψουμε. Και πάνω απ' όλα είναι τάση κι εμείς οι τρεντογκόμενες δεν αφήνουμε τις τάσεις να μας ξεφύγουν. 
Και δε ζει η γιαγιά μου, που είχε φτιάξει τόνους τραχανά, να δει αυτό το μεγαλείο και να δικαιωθεί.


Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Ο Σακκάς και ο Σκατάς στη χώρα της Δικαιοσύνης


Όσο περνούσε ο καιρός κι όσο πλησιάζαμε στο τέλος (που ευτυχώς ήταν αίσιο), βλέπαμε να γίνονται μάχες ανελεήτες για την υπόθεση του Κώστα Σακκά. Άλλος να τον κάνει σύμβολο και να ετοιμάζεται να τυπώσει τη φάτσα του σε μπλουζάκι, άλλος να συμπάσχει με το δράμα του, άλλος να ζητάει δικαιοσύνη, άλλος να τον βρίζει, όπως βρίζει κάθε αναρχικό, έτσι, επειδή είναι επικίνδυνος για την τάξη που έχει στο σκατένιο μυαλό του, και άλλος να αναρωτιέται ποιος είναι αυτός που η φωτογραφία του κυκλοφορεί στα μισά προφίλ του φβ.
Όλοι είχαν βγάλει συμπεράσματα ανάλογα με το πώς βλέπουν τα πράγματα. Από τη μια τον στήριξαν μέχρι και αριστερούτσικοι υπέρμαχοι της υπευθυνότητας ή αστοί υπέρμαχοι της νομιμότητας κι από την άλλη κάποιοι τολμούσαν να δηλώνουν πως απολαμβάνουν τον αργό θάνατο ενός νέου, αποδεικνύοντας πόσο σάπια είναι η φύση του ανθρώπου, πόσο οι φασιστικές πεποιθήσεις τη σαπίζουν ακόμα περισσότερο. Δε θα μείνω στα φασιστικά επιχειρήματα, αφού μόνο αν κάποιος είναι ηλίθιος ή βαλτός τα υποστηρίζει. Ή τελικά δεν καταλαβαίνει τι είναι νόμιμο και τι είναι ηθικό. Πρέπει να είναι ο ορισμός του κρετινισμού αυτός που δεν καταλαβαίνει ότι με τον ίδιο νόμο που έπρεπε να αποφυλακιστεί ο Σακκάς, αποφυλακίστηκαν όλα τα λαμόγια (έστω, τα «άτυχα» που συνελήφθησαν) που καλοπέρασαν σε βάρος του ελληνικού λαού και μας οδήγησαν στην κατάσταση που βρισκόμαστε. Κανένας από αυτούς τους σκατάδες, που δεν έκρυβαν τη χαρά τους για τον αργό θάνατο του Σακκά, δε διαμαρτυρήθηκε για τον ανήθικο αυτό νόμο που απελευθερώνει τέτοιους στυγνούς εγκληματίες, αλλά κρατάει τρία χρόνια προφυλακισμένο κάποιον που δηλώνει αναρχικός.
(Όταν το κεφάλι κουβαλάει σκατά, αναρχικός ίσον τρομοκράτης και κράτος ίσον τάξη και ασφάλεια. Αυτή η ιδεολογία είναι ο φόβος κι ο τρόμος του σκατένιου συστήματος -το είδαμε και στις επιθέσεις αστυνομικών σε όσους τολμούν να κάνουν κινήσεις υποστήριξης του απεργού πείνας- όμως μόνο κάποιος με κεφάλι γεμάτο σκατά έχει πειστεί πως το σύστημα αποτελεί καταφύγιο για τον πολίτη).
Η αδικία της ελληνικής δικαιοσύνης ήταν ολοφάνερη. Αυτοί που έκλεψαν τις ζωές μας αντιμετωπίστηκαν σαν κύριοι κι αυτός που αγωνίστηκε εναντίον του συστήματος (δε θα εξετάσουμε με ποιον τρόπο) που ανέχεται (ή μήπως στηρίζει;) τη δράση των προαναφερθέντων λαμογιών, αντιμετωπίστηκε χωρίς έλεος. Ίδιος νόμος, διαφορετική αντιμετώπιση. Αυτό δεν έχει να κάνει με την τύφλα της δικαιοσύνης, αλλά με την ηθική της.
Αδιαφορώντας για την εκτεθειμένη στο πανελλήνιο ηθική της, η δικαιοσύνη συνέχισε αυτήν την τσουλίστικη συμπεριφορά της. Να στέλνει αυτούς που έκαναν εγκλήματα κατά του ελληνικού λαού στα σπίτια τους (που έχτισαν με το αίμα μας) και να αρνείται να αποφυλακίσει κάποιον αναρχικό, επικίνδυνο για το σύστημα που τη συντηρεί και την προστατεύει. Αυτή την ηθική της ελληνικής δικαιοσύνης θα μπορούσε άνετα να εκθέσει ο Σακκάς σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, πριν ξεκινήσει την απεργία πείνας. Πράγμα που ήδη δρομολογήθηκε με την προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ωστόσο ο ίδιος επέλεξε διαφορετικό τρόπο για να περάσει τα μηνύματά του: Την αργή και βασανιστική του αυτοκτονία. Το ότι έφτασε ένα βήμα πριν από το θάνατο, είναι αποδεδειγμένο και βασίζεται σε ιατρική γνωμάτευση, σε αντίθεση με την ενοχή του για όσα κατηγορείται, που δεν έχουν αποδειχτεί σε καμία δίκη. Όποιος είναι –έστω θεωρητικά- αθώος, κανείς δεν μπορεί να τον κρατήσει στη φυλακή με το ζόρι. Και όταν κάποιος πεθαίνει, ακόμη και οι ορκισμένοι του εχθροί οφείλουν να στέκονται σε στάση προσοχής, αν έχουν ίχνος τσίπας.
Κανείς δεν πεθαίνει με τη βούλησή του για λόγους εγωιστικούς ή αντεκδίκησης. Κανείς δεν επιλέγει να πεθάνει για πλάκα. Κάποιος που πιστεύει στην ιδέα του συνόλου, βγάζει τον εαυτό του μπροστά για να αφυπνίσει και να βοηθήσει το σύνολο. Ο Σακκάς αποφάσισε να θυσιάσει τον εαυτό του για να ξεκινήσει μια πάλη ενάντια στο σύστημα που μας έχει καταδικάσει σε αιώνιο ύπνο μέσα σε μια φυλακή που δε βλέπουμε. Και να αποδείξει ότι αυτό που υποψιαζόμαστε, ισχύει. Πως το ναζιστικό καθεστώς στην Ελλάδα είναι γεγονός. Και πως πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Να κάνουμε όλοι μια μικρή θυσία για να αλλάξει ο κόσμος μας.
Αυτός ήταν ο λόγος που πέρασε όσα πέρασε (και θα περάσει κι άλλα μέχρι να αποκατασταθεί η υγεία του). Το ότι την τελευταία στιγμή τον εμπόδισαν να βάλει τέλος στη ζωή του, δεν έγινε επειδή υπάρχει δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον τόπο, αλλά επειδή υπάρχει ο φόβος του ξεσηκωμού. Υπάρχει η πεποίθηση ότι αυτό για το οποίο αγωνίστηκε ο Σακκάς, μπορούσε να συμβεί. Χώρια ότι είχε ήδη αρχίσει το διεθνές κράξιμο, πράγμα που δεν ταιριάζει σε μια χώρα που ζει το σαξές στόρι της.
Και τελικά, ναι. Ο Σακκάς είναι σύμβολο. Όχι γιατί το σύστημα στράφηκε εναντίον του, όχι γιατί αντιστάθηκε γενναία, όχι ένας νέος άνθρωπος δε φοβήθηκε το θάνατο, όχι γιατί απέδειξε πως δεν υπάρχει πραγματική δικαιοσύνη. Είναι σύμβολο για το δρόμο που μας έδειξε. Για το πώς πρέπει να προχωρήσουμε. Δεν ξέρω αν αξίζει να γίνει μπλουζάκι με τη φάτσα του. Νομίζω ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ λίγο.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Εσύ θα φας πόρτα από το λεωφορείο ή αυτό από σένα;


Ήρθε η ώρα να κάνω δηλώσεις. Ανήκω κι εγώ στην κατηγορία αυτών των ελεεινών ανθρώπων που δεν χτυπούν εισιτήριο στα ΜΜΜ. Ωστόσο –δεν ξέρω αν με βρίζετε που κλέβω από το δημόσιο που μ’ έχει κατακλέψει, αλλά η πατρίδα δικαιούται να σε σκίζει πατόκορφα επειδή είναι η γλυκιά πατρίδα- δε νιώθω καθόλου ελεεινή. Καθόλου τζαμπατζού και καθόλου μπαταχτσού. Είμαι άνεργη δυο χρόνια και θεωρώ αυτονόητο το ότι πρέπει να μου επιτρέπεται να μετακινούμαι δωρεάν. Αυτό δε σημαίνει ότι θεωρώ μπαταχτσήδες τους εργαζόμενους που μετακινούνται χωρίς εισιτήριο. Γιατί με τις τιμές που έχουν, δεν τα λες και προσαρμοσμένα στην κρίση. Θυμίζω μόνο πως το 2008, λίγο πριν από την κρίση, τότε που παίρναμε τους διπλάσιους μισθούς και τα εισιτήρια είχαν τη μισή τιμή. Γενικώς θεωρώ τη μετακίνηση χωρίς εισιτήριο πολιτική στάση, στάση ζωής, κι αντίσταση.
Ευτυχώς, είμαι τυχερή. Μόνο μία φορά με έπιασε ελεγκτής. Συνήθως τους αναγνωρίζω και τους αποφεύγω. Αλλά τότε με έπιασε στον ύπνο. Ζήτησε εισιτήρια, κανείς δεν είχε, έγραψε μία, ξεκίνησε να γράφει την άλλη, του έδειξα κάρτα ανεργίας, μου είπε να τη δείξω εκεί που θα πάω να πληρώσω το πρόστιμο, του είπα ότι τέτοια πράγματα δεν κάνω κι ότι αυτά είναι βαρβαρότητες, έκανε στάση το τρόλεϊ και με είδε να περνάω από μπροστά του και να εξαφανίζομαι. Δεν το θεώρησα ξυπνηλίκι, ούτε πίστεψα ότι του την έφερα. Πιστεύω πως ήταν απλώς μια αξιοπρεπής αντίδραση στις συνεχείς απόπειρες βιασμού της αξιοπρέπειάς μου που γίνονται συνεχώς κι από παντού.
Τώρα εφευρέθηκε και νέος τρόπος βιασμού: Οδηγοί λεωφορείων σε ρόλο πορτιέρη. Άμα δεν του τρίψουμε το εισιτήριο στα μούτρα, δε μας μπάζει στο κινητό παλάτι του. Δε θα μας δώσει αυτή τη μοναδική ευκαιρία, μετά από πολύωρη αναμονή σε στάση που την ψήνει ο ήλιος, την τρώει το αγιάζι, τη λιώνει η βροχή, να μετακινηθούμε με ανέσεις παστής σαρδέλας Καλλονής. Άμα δε δει ο οδηγός το εισιτήριο, θα μας κατεβάσει από το κινητό του παλάτι κι έτσι δε θα έχουμε τη χαρά να ξεχαρβαλωθούμε καθώς, κρεμασμένοι από τη χειρολαβή, θα προσπαθούμε να κρατηθούμε, ώστε να μην απογειωθούμε με κάθε απότομο γκάζωμα και να μην σαβουρντιστούμε σε κάθε απότομο φρενάρισμα. Άμα δε δείξουμε στον οδηγό το εισιτήριό μας, θα μας δείξει το δρόμο της επιστροφής. Θα φάμε πόρτα. Κι έτσι θα χάσουμε την εμπειρία της ιδρωτίλας, της σκορδίλας, της κωλίλας, του κολλητηρτζή, του πορτοφολά. Ρισκάρεις να ζήσεις ζωή χωρίς ρίσκο;
Αυτός ο νέος βιασμός πιστεύουν ότι θα τους φέρει πολλά καλούδια. Θα δώσει, υποτίθεται, την ευκαιρία στους ελεγκτές να ασχολούνται πιο εντατικά με ελέγχους στις γραμμές όπου δε θα ισχύει το μέτρο, οπότε και θα κονομάνε πιο πολλά από τα πρόστιμα. Θα φέρει, υποτίθεται περισσότερα έσοδα και από εισιτήρια, αφού όλοι οι επιβάτες, έντρομοι θα τρέχουν να ακυρώσουν το εισιτήριό τους. Υποτίθεται, θα πάνε όλα καλά κι έτσι δε θα αναγκαστούν να μας αυξήσουν κι άλλο την τιμή του εισιτηρίου. Κατάλαβες τώρα ποιο είναι το θέμα μας, ε; Να αυξηθούν τα έσοδα. Αν αυξηθούν, που δε θα αυξηθούν, αφού όλοι θα το ρίξουμε στο περπάτημα, γιατί το περπάτημα είναι υγεία, χώρια ότι σφίγκουν οι κώλοι. Το μέτρο θα αποτύχει κι έτσι σύντομα θα δούμε τα εισιτήρια των 2 ευρώ.
Αμ δε θα τα δούμε. Αυτά δηλαδή θα βγουν στην αγορά αλλά εμείς δε θα τα αγοράσουμε. Θα οργανωθούμε. Όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, από τον μπουμπούκο υπουργό υγείας μέχρι το κλείσιμο της ΕΡΤ κι από φυλακισμένους χωρίς δίκη, μέχρι την μπροστινή πόρτα στα λεωφορεία, όλα συμβαίνουν για να μας παρακινήσουν να οργανωθούμε. Στην προκειμένη περίπτωση, θα καταργήσουμε τα λεωφορεία. Θα επιχειρήσουμε να μετακινηθούμε ομαδικώς με ταξί. Μπορούμε να αλιεύσουμε συνεπιβάτες στη στάση του λεωφορείου. «Ποιο περιμένετε εσείς, μανδάμ; Το 4; Πλατεία Κυψέλης βολεύει να μας αφήσει το ταξί;» Τα βρίσκεις με τη μανδάμ, τσιμπάτε και μια νεαρά από δίπλα που πάει στο ίδιο μέρος, χτυπάτε κι έναν μπάρμπα που μένει εκεί πιο πάνω και τσουπ, μπαίνετε στο ταξάκι σας, κύριοι, χωρίς στάσεις, χωρίς στριμωξίδια, χωρίς μπόχες και άλλες παρενέργειες. Και αποκλείεται να κοστίσει περισσότερο από 1.20 το άτομο, την τιμή δηλαδή του εισιτηρίου που σε λίγο όλοι θα έχουμε ξεχάσει.
Εδώ να κάνω ένα διάλειμμα για να δηλώσω ότι δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα έφτανα ποτέ στο σημείο να στηρίζω την αγενή φυλή των ταξιτζήδων και να προτείνω μετακίνηση με ταξί. Δε με αναγνωρίζω. Οι καιροί όμως είναι δύσκολοι και απαιτούν αγώνες χωρίς εμπάθειες και τις προκαταλήψεις. Σκέψου μόνο ότι τα χρήματα που θα βγάλει ο ταξιτζής (τον οποίο παρεμπιπτόντως η κρίση τον εξευγενίζει) θα τα πάρεις πίσω, αφού θα τα ρίξει και πάλι στην αγορά. Ο δημόσιος οργανισμός δεν υπάρχει περίπτωση να σου επιστρέψει τα χρήματα που σου άρπαξε γιατί μόνο το χρέος στην τρόικα αναγνωρίζει.
Βέβαια, είναι πολύ πιθανό, για να μην πω βέβαιο, ότι θα βρουν ευκαιρία κι οι ταξιτζήδες να αυξήσουν τις ταρίφες τους και τις λοιπές παροχές τους. Και πάλι με την οργάνωση μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Θα μαζευόμαστε πέντε και θα πηγαίνουμε με το αυτοκίνητο του ενός. Δεν είναι καινούργιο κόλπο. Ήδη, εδώ και κάτι χρόνια, υπάρχουν πολλές σελίδες στο ίντερνετ (το ψάχνουμε ως συνεπιβατισμό ή συνοδήγηση, νέες έννοιες και νέος τρόπος ζωής) όπου, κατόπιν συνεννόησης, μοιραζόμασστε αυτοκίνητο, καύσιμα, διόδια, παρέα, συλλογική προσπάθεια επιβίωσης. Κι αν ξεκολλήσουμε από το καβούκι μας, αν έρθουμε σε επαφή με κόσμο, αν μάθουμε να λειτουργούμε συλλογικά, θα το κάνουμε μεταξύ μας με ευκολία.
Το έχω ξαναπεί. Η κρίση θα μας κάνει καλύτερους. Θα μας φέρει πιο κοντά. Θα μας κάνει ανθρώπους. Και οι άνθρωποι, όταν είναι όλοι μαζί, είναι δυνατοί και ισχυροί και μπορούν να νικήσουν τους μηχανισμούς. Στην περίπτωσή μας, άμα καταφέρουμε και δείξουμε την ισχύ μας, μπορούμε να τους κάνουμε να βάλουν στον κώλο τους τα πανάκριβα εισιτήρια που μας ετοιμάζουν. Και τα λεωφορεία τους ακόμη.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Βασιλιάς, Δικτάτορας, Θεός και Κοσμοκράτορας


Αγαπώ το ρεμπέτικο για πολλούς και διάφορους λόγους, που δε θα κάτσω να αναλύσω τώρα, γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μου. Το αγαπώ και το ακούω συχνά. Άκουγα λοιπόν τη Ρόζα να μας λέει πόσο σπουδαίος μπορεί να νιώσει κάποιος, χωρίς να είναι, με τη χρήση της πρέζας, και σκέφτηκα πως σε όλες τις εποχές, υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ουσία που μας ναρκώνει, μας ξεκόβει από την πραγματικότητα, μας ξεκόβει κι από τη ζωή και, συνήθως, μας αποβλακώνει. Άλλοτε ως τάση παγκόσμια, άλλοτε ως τοπικό φαινόμενο, τα ναρκωτικά πάνε κι έρχονται, προσαρμοσμένα στις εποχές και τις συνήθειες. Το συγκεκριμένο άσμα (το οποίο παρεμπιπτόντως έγινε παγκόσμια επιτυχία στις μέρες μας) μιλάει για πρέζα, σε μια εποχή που στη μόδα είναι το χασίς. Βέβαια δεν έχει κανένα σκοπό να παρακινήσει τον κόσμο να το ρίξει στην πρέζα, αφού είναι επιθεωρησιακού ύφους. Το ρίχνω παρακάτω για να το ακούσεις και να το επιβεβαιώσεις με τα ίδια σου τα αφτιά.
Γενικώς, οι ρεμπέτες δεν τα πήγαιναν καλά με την πρέζα. Δεν της είχαν καμία εκτίμηση. Μόνο ένας από αυτούς έκανε χρήση ηρωίνης, ο Ανέστης Δελιάς. Για αυτή του την κατάσταση γυναίκα έφταιγε και το ότι ήταν καλό παιδί, όμως δε θα το αναλύσω αυτό τώρα κι ας έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα αναφερθώ κατευθείαν στο τραγούδι που έγραψε για το κακό που του προκαλούσε αυτό το ναρκωτικό. Και στο οποίο αναφερόταν και στο θάνατο που θα έβρισκε εξαιτίας του. Και έτσι κι έγινε. Τον βρήκαν νεκρό μέσα σ’ ένα καρότσι αγκαλιά με το μπουζούκι του. Γνωρίζοντας λοιπόν την ιστορία του, μπορούμε να συγκλονιστούμε με το τραγούδι του. Ομοίως συγκλονιστικό είναι και το παρεμφερές άσμα του Γιοβάν Τσαούς. Τα ρίχνω και τα δύο για να δώσω λίγο πόνο και σπαραγμό.



Οι ρεμπέτες ήξεραν τι έπιναν και γιατί. Η χρήση ινδικής καννάβεως γινόταν για λόγους συγκεκριμένους. Ο Μάρκος Βαμβακάρης στον «χαρμάνη» εξηγεί: «να φύγει η κάψα απ' την καρδιά
κι όλο μου το φαρμάκι». Άμα έχεις τέτοιο βάρος στην καρδιά, το χρειάζεσαι. Κι ο τεράστιος Μάρκος είναι επιβεβαιωμένο ότι το είχε, γιατί άμα δεν το είχε, δε θα μας είχε κάνει τη χάρη να μας αφήσει τα αριστουργήματά του. Στο «καραντουζένι» η κατάσταση γίνεται πιο μερακλίδικη. Δηλαδή ο μάγκας θα πάει στον τεκέ για όλη τη φάση που παίζει εκεί μέσα. Αλλά και πάλι αναφέρει: «να σου φύγουν οι καημοί» πράγμα που τελικά είναι το ζητούμενο για το Μάρκο. Πάρε και τα δύο τραγούδια και άκουσέ τα σε στάση προσοχής.


Παρεμπιπτόντως, σε στάση προσοχής (έτσι όπως στέκονται προσοχή οι ρεμπέτες, πράγμα που επίσης δε θα αναλύσω τώρα) άκουγε ο Μάρκος τον Γιοβάν Τσαούς. Ο οποίος στους «πέντε μάγκες στον Περαία» τους παρουσιάζει μερακλήδες, που ξέρουν τι κάνουν. Ο τεκετζής όμως δεν ξέρει να φέρεται γιατί δεν τους δίνει καλό πράμα. Γι’ αυτό και του δηλώνουν: «ούτε πιτσιρίκια έχεις, μήτε και πρεζάκηδες» δηλώνοντας πως δεν έχει και μεγάλη εκτίμηση στους πρεζάκηδες και ξεκαθαρίζοντας πως ο συνειδητοποιημένος χασισοπότης έχει συγκεκριμένο σκοπό. Τον ίδιο σκοπό έχουν και οι τέσσερις (επίσης από τον Περαία) κι ένας ο Μπάτης, πέντε. Πάνε να φουμάρουν, να ακούσουν και μπουζούκι, να παίξει κι αυτός τον μπαγλαμά του και να περάσουν καλά. Κάπου μέσα στο τραγούδι, ακούγεται κι ένα «μπράβο Μπάτη» αφού δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό στην ιστορία, αλλά και τίποτα άσχημο, πέρα από την κρίση. Πάρε άσματα μερακλίδικα, για να μπεις στο πνεύμα.

Υπήρχε μια εποχή που η χρήση της ινδικής κάνναβης δεν ήταν απαγορευμένη. Την καλλιεργούσαν κιόλας και την εμπορεύονταν νόμιμα. Ακόμη και το όπιο κυκλοφορούσε ελεύθερα στην πιάτσα. Μετά ήρθαν οι απαγορεύσεις, οι δικτατορίες και τα ζόρια. Ο πόλεμος, η κατοχή, η πείνα. Η αντίσταση που άλλαξε τις συνήθειες. Και οι ρεμπέτες τελείωσαν. Μόνο κάποιοι σκόρπιοι επέμεναν να κάνουν τη ζωή τους χωρίς κανόνες που άλλοι επέβαλλαν. Το ρεμπέτικο μένει μόνο ως στάση ζωής, η μουσική των ρεμπετών γίνεται λαϊκή και το πρότυπο πλέον είναι το καλό και εργατικό παιδί. Ο Νίκος Ξανθόπουλος δίνει πόνο σε κάθε ελληνική οικογένεια Ο πόνος είναι το ναρκωτικό της εποχής. Πόνος για τον πόνο του άλλου. Πόνο αβάσταχτο δίνει κι ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ειδικά όταν μιλάει για ξενιτιά. Α, ναι. Έχουν περάσει τα χρόνια, έχει έρθει στο μεταξύ και η δικτατορία των συνταγματαρχών, ο κόσμος εγκαταλείπει την Ελλάδα, για την ακρίβεια, οι φραγκάτοι αυτοεξορίζονται και κάνουν αντιδικτατορικό αγώνα και οι άφραγκοι ξενιτεύονται και κάνουν αγώνα επιβίωσης στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές. Πάρε πόνο, πίκρα και καημό.

Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο τάσεις: Πόνος και μίρλα για την πλέμπα και ενίοτε μια τάση πανηγυρτζίδικη, έξω ντέρτια και καημοί. Μην αφήσουμε όμως απ' έξω και την απαίδευτη πλην φραγκάτη ελίτ, που δημιουργήθηκε από τις πολιτικές καταστάσεις τις εποχής. Αυτή η ελίτ λοιπόν, ανακαλύπτει έναν άλλο κόσμο που την κάνει να νιώθει ακόμη πιο ανώτερη. Αυτόν της υψηλής και άπιαστης στα νοήματά της διανόησης. Η Ελλάδα ζει μεγάλες στιγμές που θα καθορίσουν το μέλλον της.
Η Ελλάδα δεν ακολουθεί πιστά την τάση που επικρατεί παγκοσμίως και ξεκίνησε από την Αμερική, με τη χρήση της μαριχουάνας. Οι Έλληνες έχουν ακόμη ενοχές κι οι νέοι δε δέχονται εύκολα τη ρετσινιά του γιεγιέ. Στο εξωτερικό, οι ροκ σταρ πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον από πρέζα. Απίστευτο, ανώμαλο κι αρρωστημένο, αλλά αυτό το ναρκωτικό γίνεται μόδα. Αργεί, αλλά φτάνει και στον τόπο μας. Και βρίσκει τον εγχώριο ροκ σταρ να τον αποτελειώσει. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, εκτός του ότι δηλώνει πως η ηρωίνη σκοτώνει, σα να το ‘ξερε ότι απ’ αυτό θα πάει κι αυτός, της γράφει τραγουδάκια. Πάρε, να μη λες ότι σε άφησα χωρίς μουσικό διάλειμμα.
Τη δεκαετία του ’80 οι νέοι είναι ανήσυχοι. Έχουν πέσει σε δύσκολες καταστάσεις. Έχουν ζήσει όλη τη σκατίλα της μεταπολίτευσης. Έχουν φάει στη μάπα από τη μια το μικροαστισμό κι από την άλλη τον ελιτισμό. Στα καπάκια έρχεται και ο πασοκισμός, το σκυλάδικο, το γλεντοκόπι, το λαμέ, το ψεύτικο, το άσκοπο, επιδεικτικό ξόδεμα. Πόσα πρέπει να αντέξει κανείς χωρίς να πέσει στα ναρκωτικά; Τα σκληρά κιόλας. Γενικώς, οι νέοι τότε δε λογάριαζαν και πολύ τη ζωή τους. Θα ξεχάσω εγώ τους μηχανόβιους που ήταν η πιο εκλεκτή ράτσα της εποχής; Άντρες ζόρικοι με δερμάτινα και τζιν, μαλλί χαίτη, έτσι για να ανεμίζει καθώς θα σκίζει τους αιθέρες, κάνοντας κόντρες με τις μηχανές τους. Το να ρισκάρεις τη ζωή σου ήταν τεράστια μαγκιά. Το να μη γουστάρεις τη ζωή σου ήταν το ζητούμενο. Έτσι και του έλεγες του νέου του ’80 ότι η πρέζα σκοτώνει, θα σου έλεγε ότι γουστάρει και να πεθάνει, άμα λάχει. Ή σου το έλεγε πιο ποιητικά: "Δε μ' αρέσουν οι σωτήρες, δε γουστάρω να σωθώ". Ήταν γιατί άκουγε τραγούδια σαν αυτό και τον είχαν συνεπάρει αυτές οι εικόνες.
«Η σειρήνα πάνω ουρλιάζει και η σύριγγα αδειάζει και το αίμα χύνεται ζεστό». Η σκηνή αυτή ήταν φαντασίωση για κάθε αγριεμένο πλην αρχιδάτο καυλποπιτσιρικά της εποχής. Αρχίδια! Στο τέλος όλοι σέρνονταν, ανίκανοι να αλλάξουν τον κόσμο που τόσο άσχημος τους φαινόταν. Το μόνο που πετύχαιναν ήταν η παραμύθα. Είχε γεμίσει ο τόπος φυτά, τα οποία είχαν άλλο σκοπό στην αρχή.
Τέλος πάντων, οι εποχές αλλάζουν και μαζί και τα ναρκωτικά. Κι όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο γρήγορα διαχέεται μια πληροφορία, αλλά και μια συνήθεια. Έτσι, στη δεκαετία του ’90 ο κόσμος αλλάζει. Και ακολουθεί τους γρήγορους ρυθμούς. Και θέλει κάτι πιο σπινταριστό. Τα άθλια πρεζάκια δεν τα εκτιμά κανείς πια. Και τους μηχανόβιους με το δερμάτινο μπουφάν τους έχουμε για γραφικούς. Τώρα η μηχανή αλλάζει στυλ κι αυτός που την οδηγεί είναι κουστουμογραβατωμένος και πίσω του σέρνει μια μούνα με μάξι φόρεμα και σκίσιμο ως τη μούνα. Άντρας χωρίς να κάνει πιστολάκι στο μαλλί δε βγαίνει έξω. Γυναίκα χωρίς κρεπάρισμα και τόνους λακ, δεν τολμάει να εμφανιστεί στα γκλάμουρους νυχτερινά μαγαζιά της εποχής. Από την άλλη έχουμε τα μεγάλα κλάμπια με την πιτσιρικαρία να παίρνει κάτι χημικούρες για να σπιντάρει και να κωλοχτυπιέται μέχρι το πρωί. Απαγορεύεται να είσαι χαλαρός. Η εποχή σε θέλει τσίτα. Η κόκα πάει κι έρχεται και στην καλή κοινωνία. Και όλοι κάνουν αγώνα για να μπούνε στην καλή κοινωνία. Όχι τόσο για την κόκα, όσο για τα λεφτά. Για το ποιος θα βγάλει πιο πολλά και θα φτάσει πιο ψηλά. Δεν ξέρω αν είναι η κόκα ή τα λεφτά, το ισχυρότερο ναρκωτικό της εποχής. Πάντως σίγουρα, παρά την ταχύτητα, το τρένο χάθηκε μέσα στη θολούρα που τους προκάλεσε αυτή η τάση.
Στη δημιουργία της θολούρας βοήθησε κι άλλο ναρκωτικό: Η τηλεόραση. Αποβλακωτικά προγράμματα μπήκαν στο σπίτι μας και στη ζωή μας. Τα βλέπαμε, για να έχουμε την άλλη μέρα θέμα για συζήτηση στο κομμωτήριο όπου πηγαίναμε να φουσκώσουμε την καούκα, ή στο γυμναστήριο όπου πηγαίναμε να φουσκώσουμε το δικέφαλο. Το θέμα της συζήτησης έπρεπε να είναι από ανάλαφρο έως ευτελές. Διαφορετικά ήσουν άπλυτος κουλτουριάρης, ρετσινιά που δε θα μπορούσες να σηκώσεις εύκολα. Διακοπές έπρεπε να πας στη Μύκονο. Άλλο ναρκωτικό κι αυτό. Να έχεις αμάξι, κατά προτίμηση ακριβό. Τα ρούχα σου έπρεπε να είναι γνωστής πανάκριβης φίρμας. Ο άντρας έπρεπε να φοράει ακριβό ρολόι κι η γυναίκα να κρατάει ακριβή τσάντα. Πάντα τα ναρκωτικά είναι ακριβά. Και δε φταίει η ζήτηση γι’ αυτό.
Άπειρα τα ναρκωτικά της εποχής που μας οδήγησε στο σήμερα. Να αραδιάσω κι άλλα; Το ίντερνετ. Που πρέπει να ξέρεις τα όριά σου όταν το δουλεύεις. Διαφορετικά η αποτοξίνωση θα είναι δύσκολη και επώδυνη, το λέω εγώ, ο ιντρνετάνθρωπος. Να μην ξεχάσω το άλλο δικό μου ναρκωτικό: Ζάχαρη. Είμαι εθισμένη στη ζάχαρη κι ας πίνω τον καφέ πικρό. Θα φάω κι έναν μπακλαβά μαζί. Και πάλι καλά είμαι, θεωρώ και σε φάση αποτοξίνωσης. Σκέφτομαι αυτούς που είναι εθισμένοι στην ασπαρτάμη. Δε θέλω να σκέφτομαι τι θα είχα πάθει αν είχα αντικαταστήσει τη ζάχαρη με ασπαρτάμη. Επίσης φοβάμαι μήπως σου προκάλεσα εθισμό με τα τραγουδάκια και σε  πιάσει κάνα στερητικό σύνδρομο τώρα που τα έκοψα.
Νομίζω τελικά πως ζούμε στην εποχή της απόλυτης νάρκωσης. Ναρκωτικά είναι οι πληροφορίες που παίρνουμε από παντού. Ναρκωτικά είναι οι προσπάθειές μας να πετύχουμε. Ναρκωτικά είναι οι υψηλοί μας στόχοι, απομεινάρια άλλων εποχών. Οι σταδιοδρομίες. Οι δημόσιες σχέσεις. Οι ειδήσεις με την Τρέμη. Το φυλλοκάρδι μας που τρέμει. Η φανατισμένη απαξίωση όλων αυτών, που παρουσιάζεται ως εναλλακτικότητα. Σκληρό ναρκωτικό η εναλλακτικότητα. Μπέρδεμα τεράστιο.
Χρειαζόμαστε αποτοξίνωση. Και να κάτσουμε να σκεφτούμε τι είναι αυτό που πραγματικά έχουμε ανάγκη για να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος. Όπως οι ρεμπέτες που ήξεραν τι έκαναν και γιατί. Κατά βάθος ξέρουμε κι εμείς ξέρουμε τι θέλουμε. Και πως στην πραγματικότητα, τα ναρκωτικά και οι εξαρτήσεις μας είναι απλώς υποκατάστατα. Το είπε ο Μάρκος στην αρχή και πήγαινε στο τραγούδι νούμερο 4 να το θυμηθείς. Να φύγει η κάψα απ’ την καρδιά. Είναι προφανές ότι άμα δεν υπάρχει κάψα στην καρδιά, υπάρχει και μια ψυχρότητα στη ζωή και μια ελαφρότητα στην αντιμετώπιση των πραγμάτων. Οι αισθήσεις είναι ναρκωμένες από τη φύση τους και κανένα ναρκωτικό δε χρειάζεται για να τις καταστείλει. Αν όμως υπάρχει κάψα, τα πράγματα είναι ζόρικα. Χρειαζόμαστε κι άλλους γύρω μας, ανθρώπους με την ίδια κάψα, για να μπορέσουμε να αντέξουμε. Αυτό θα πρέπει να αναζητήσουμε. Κι αυτό είναι το ναρκωτικό που θα μας κρατήσει ζωντανούς και θα νιώθουμε ευχάριστα χωρίς να χρειαστεί να καταστείλουμε την κάψα.


Η κεντρική εικόνα είναι σκηνή από τεκέ, όπως μας την έδωσε ο Κώστας Φέρρης στο Ρεμπέτικο