Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Σκύψιμο και στήσιμο για καλύτερο στύψιμο


Βρε μανάρι μου, βρε γενναίε και λεβέντη Έλληνά μου. Χαλάρωσε, πουλάκι μου. Όχι, μη… μην ξαναπείς για χούντα. Μην παρεκτρέπεσαι, μετρίασε το πάθος σου και κάνε λίγο ζάφτι αυτό το μεσογειακό σου ταμπεραμέντο που σε παρασέρνει. Δεν υπάρχει χούντα κι άσε τις υπερβολές.
Όλα γίνονται με απολύτως δημοκρατικό τρόπο. Γιατί ναι. Εμείς οι γενναίοι και λεβέντες Έλληνες ανακαλύψαμε τη δημοκρατία (όταν οι άλλοι κρέμονταν από τα δέντρα, μην το ξεχνάμε αυτό) και ξέρουμε να τη διατηρούμε, μαζί με όλες τις αξίες που μας κληροδότησαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Μην ξεχνάς ότι πριν από λίγους μήνες, εκμεταλλεύτηκες την τεράστια αυτή ευκαιρία που σου έδωσε αυτή η αξία που ξέρεις να διατηρείς και ψήφισες αυτούς που θέλουν να σε κυβερνήσουν. Εσύ, γενναίε και λεβέντη Έλληνά μου, εξέλεξες την παλιά σου φίλη τη ΝΔ (που ξεκίνησε την καταστροφή σου), για να κυβερνήσει μαζί με το ΠΑΣΟΚ (που σου έδωσε τη χαριστική βολή) μαζί με τη γιαλαντζί αριστερά, που ήταν η μόνη που εμπιστευόσουν, γιατί οποιαδήποτε άλλη αριστερά θα έθετε σε κίνδυνο τις καταθέσεις σου (που άμα ξεπερνούν τα χίλια ευρώ μέσο όρο θα κάτσω να με χέσεις), χώρια ότι θα έβαζαν χέρι στην ακίνητη περιουσία σου, αυτή που χρωστάς στις τράπεζες και είναι πιο τίμιο να επιστρέψει σ’ αυτές.
Αυτούς εξέλεξες. Για να αποφασίσουν για σένα. Τους εμπιστεύτηκες. Πίστεψες ότι θα σε σώσουν από την καταστροφή. Σ’ αυτό το σώσιμο θα συμβάλουν και τα χρυσαύγουλα, καθαρίζοντας τον τόπο από τους ξένους, που αυτοί φταίνε για το χάλι σου. Τους εμπιστεύτηκες κι αυτούς, γιατί σε έπεισαν πως θα σε βοηθήσουν να μη στήνεις μόνο εσύ κώλο, αλλά να γαμάς κιόλας μόλις δεις ξεβράκωτο κι ανήμπορο (γιατί μόνο αυτούς θα μπορείς).
Όλα μια χαρά είναι για σένα, γενναίε και λεβέντη Έλληνα. Όπως τα οργάνωσες. Έχεις τη δημοκρατία που σου αξίζει. Με δημοκρατικές διαδικασίες έφτιαξες κυβέρνηση, η οποία με δημοκρατικές διαδικασίες (εντάξει, άμα γίνεται και κάνα κουλό μέσα στη βουλή, για το καλό της δημοκρατίας που διάλεξες είναι) παίρνει αποφάσεις για να σε τσακίσει. Μη μιλάς. Εσύ το διάλεξες. Εσύ δημιούργησες αυτό το τέρας που σε τσακίζει.
Σιωπή και μούγκα τώρα. Που μου κατεβαίνεις και στο Σύνταγμα και διαμαρτύρεσαι και σου φταίνε τα χημικά και οι αύρες που σε καταβρέχουν με δημοκρατικό τρόπο. Μούγκα λέμε. Ήταν η επιλογή σου και θα τη λουστείς.
Σκασμός, γενναίε μου. Ασχολήσου και σήμερα με τον Ολυμπιακό, όπως έκανες μια μέρα πριν αποφασίσεις να διαμαρτυρηθεί. Και σήμερα και αύριο και πάντα. Αυτό πρέπει να είναι το ζόρι σου. Ποιος θα βάλει την μπάλα στα δίχτυα. Μη σε νοιάζει αν είσαι εσύ η μπάλα και σε κλοτσάνε μέχρι να σε κουρελιάσουν.
Ήταν η επιλογή σου. Έτσι θα ζήσεις. Σκασμός, λοιπόν. Δεν έχεις δικαίωμα να διαμαρτύρεσαι και να μιλάς για χούντες. Δεν έχεις και πολλές επιλογές. Σκασμός, σκύψιμο (με στήσιμο και στύψιμο) και χειροκρότημα. Αυτά.






Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Άνθρωπος αγράμματος... υπερέχει αλλού

Πριν από λίγες μέρες βρέθηκα στην πλατεία της Καισαριανής όπου γινόταν προβολή γνωστής αντινεοναζιστικής ταινίας. Σκέφτηκα ότι ανάλογες εκδηλώσεις πρέπει να γίνονται σε κάθε πλατεία, σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, κάθε μέρα, κάθε ώρα και οι πολίτες να είναι υποχρεωμένοι να ξεστραβωθούν, βλέποντάς την, αφού δεν κατάφεραν να ξεστραβωθούν μέσω της παιδείας ή οποιουδήποτε άλλου τρόπου μόρφωσης που, όπως είναι γνωστό, στη χώρα μας, άμα δεν το κυνηγήσεις μόνος σου, δε θα σε βοηθήσει η πολιτεία.
Καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, και έχοντας μεσολαβήσει διάφορα περιστατικά με πρωταγωνίστρια τη χρυσή αυγή, σκέφτηκα ότι αυτό είναι το πρόβλημα στην Ελλάδα. Η έλλειψη παιδείας. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. 
Είδαμε υστερικές Χριστιανοπούλες να χτυπιούνται με λύσσα επειδή θεώρησαν προσβλητικό το ρόλο του Χριστού σε κάποιο έργο. Από δίπλα το κόμμα του Καιάδα που δεν τον έχω και για πολύ Χριστιανό. Τη χριστιανική υστερία, που καμία σχέση δεν έχει με την αγάπη που δίδαξε ο Χριστός, κάποτε τη βλέπαμε ως φαινόμενο γελοίο και γραφικό. Τώρα μετατράπηκε σε άγριο τσαμπουκά.
Στη συνέχεια, Χριστιανός αοιδός που κάθε Πάσχα μας έκανε να ζούμε του Χριστού τα πάθη με τη φωνή του που αντηχούσε παντού, δήλωσε ότι του αρέσουν οι τσαμπουκάδες. Τον είδανε οι θείτσες (γιατί μόνο σε θείτσες αρέσει η φωνή του και το στυλ του) και παθιάστηκαν με τα γούστα του. Τώρα γουστάρουν κι αυτές τσαμπουκά.
Στα καπάκια βγαίνει και στηρίζει τη χρυσή αυγή και άλλος αηδής αοιδός, αυτός που ήρθε πριν από κάτι χρόνια να αποτελειώσει τη λειψή παιδεία μας. Αυτός διαμόρφωσε την αισθητική του μέσου χλαπάτσα μικροαστού νεοελληναρά, με σκυλάδικο, ξεκωλοτσιφτετάλια και αρκουδοζεϊμπέκικα, ντύσιμο αστραφτερό, φαβορίτα στιλέτο, επίδειξη με χρήμα που δε μας ανήκει και όλα όσα χρειάζονται για να μετατραπεί το κενό σε σπουδαίο, μίλησε για μετανάστες που του χαλούν την αισθητική. Αυτή η αισθητική που τόση αναγούλα μας προκάλεσε, αυτή η αισθητική που τόση ασχήμια προκάλεσε, αυτή η αισθητική που τόσα δάνεια πήραν κάποιοι για να την αντιγράψουν, βρέθηκε τρόπος να χαλάσει.
Αυτή είναι η αισθητική μας. Ανάλογη είναι και η ηθική μας. Χριστιανική, όπως μας τη δίδαξαν μέσα από κηρύγματα. Καμία σχέση με σεβασμό προς τον άλλον. Ο άλλος έπρεπε να μας σέβεται γιατί είμαστε καλύτεροι.
Τόσα χρόνια μας τραβούσε το φανταχτερό κι ας ξέραμε πως είναι κούφιο. Ζούσαμε σε ψεύτικο κόσμο και δε μας ένοιαζε γιατί είχαμε τυφλωθεί από τη λάμψη του. Πήγαμε στα πανεπιστήμια για να κάνουμε καριέρα και να ανέβει ο μισθός μας και χεστήκαμε για τη μόρφωσή μας. Απαίδευτοι και κενοί, βρεθήκαμε στο κενό και δεν είχαμε τη γνώση να το αντιμετωπίσουμε. Χάσαμε καριέρα και μισθό και τώρα μας φταίνε οι άλλοι κι όχι εμείς που με την ψήφο μας στηρίζαμε ένα σύστημα που τάιζε τους δικούς του, ελπίζοντας να γλείψουμε κάνα κόκαλο. 
Τα γεγονότα δε σταμάτησαν. Θαυμάσαμε τον αρχηγό των νεοναζί στην τηλεόραση. Του πήρε τον αέρα του δημοσιογράφου που τα παίρνει από το κανάλι που τα παίρνει από το λαό. Καμαρώσαμε τη γενναιότητά του, καθώς ξεμπρόστιαζε το βρώμικο σύστημα των ΜΜΕ. Ναι, φταίνε τα ΜΜΕ που υπάρχουν κι όχι δεν είμαστε εμείς που τα στηρίζουμε. Εμείς την ουρά μας τη βγάζουμε απ' έξω.
Κι επειδή η ηλιθιότητα δεν έχει τέλος, ήρθαν οι απαίδευτοι υπεύθυνοι εκπομπής να κάνουν άθλια φάρσα στην Κανέλλη, περιμένοντας να γελάσουμε, θεωρώντας σάτιρα τη βία. Και, ναι. Πολλοί από εμάς, το ευχαριστηθήκαμε και τη χλευάσαμε. Αντί να πάμε να χτυπήσουμε το κεφάλι μας μέχρι να καταλάβουμε ότι τη βία, το φασισμό, τη γελοιότητα, την αμορφωσιά, τη χοντροκοπιά, όλα τα σκατά στα οποία έχουμε βουλιάξει, εμείς τα δημιουργήσαμε. 
Τα πράγματα είναι πραγματικά επικίνδυνα, γιατί άμα ξεσηκωθούν οι απαίδευτοι μικροαστοί, τα αποτελέσματα θα είναι τραγικά. Αν σκεφτούμε πώς απέκτησε εξουσία ο Χίτλερ, θα καταλάβουμε ότι είμαστε στον ίδιο δρόμο. Ήταν καλός ο Χίτλερ. Αντίστοιχα κι ο Μουσολίνι στην Ιταλία κι ο Φράνκο στην Ισπανία. Δεν ήξεραν τότε. Και, τόσο μυαλό είχαν, που δεν μπορούσαν να φανταστούν. Οι μικροαστοί της Γερμανίας, αυτοί που δεν είχαν ιδέα από πολιτική, προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν το οικονομικό τους πρόβλημα (το ηθικό δεν το έβλεπαν, όπως κι εμείς τώρα) έχασαν την ταξική τους συνείδηση και ένιωσαν την ανάγκη να νιώσουν εθνική υπερηφάνεια. Αυτό πάθαμε κι εμείς. Που η ταξική μας συνείδηση είναι χαμένη από τότε που παριστάναμε τους πλούσιους, ξοδεύοντας δάνεια και επιδοτήσεις σε τραγουδισταράδες όπως ο Notis. Είμαστε έτοιμοι να αγαπήσουμε το φασισμό κι ας ξέρουμε τι σημαίνει αυτό.
Θέλουμε δουλειά για να αλλάξουμε γιατί έχουμε ήδη διαμορφώσει χαρακτήρα με ροπή στο φασισμό.  Ωστόσο μπορούμε να κάνουμε κάποιες προσπάθειες. Να κλείσουμε τις τηλεοράσεις, όχι επειδή δε γουστάρει τα κανάλια ο Μιχαλολιάκος, αλλά επειδή μας έχουν κάνει ζημιά. Να ανοίξουμε κάνα βιβλίο. Δανεικό, αν τα φάγαμε όλα τα λεφτά μας, κι ας μην εγκρίνει το δανεισμό η Δημουλίδου, της οποίας τα βιβλία είναι τα πρώτα που οφείλουμε να αποφύγουμε. Να δούμε καλό θέατρο, καλό κινηματογράφο, ν' ακούσουμε καλή μουσική. Να μην ξαναπατήσουμε στον Notis. 
Να απαιτήσουμε από το δήμο μας να προβάλλει κάθε βράδυ αντινεοναζιστικές ταινίες στις πλατείες, όπως αυτή που πέτυχα να προβάλλεται ένα βράδυ στην πλατεία της Καισαριανής.

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Γίνε το σωστό λιπαντικό, γιατί στεγνώσαμε και δε λέει να βρέξει



Το έχω ξαναπεί και επιμένω. Για εμάς τα κορίτσια, η καλύτερη παρέα στα ψώνια είναι ο γκέι φίλος μας. Ξέρει από μόδα, έχει στυλ και γούστο, μας φροντίζει (ειδικά άμα είμαστε «Θεές») και, στην τελική, είναι η αντρική ματιά που χρειαζόμαστε και δε θα την έχουμε ποτέ από άλλο άντρα, γιατί οι στρέιτ σιχαίνονται τα ψώνια, τις πρόβες και την αναποφασιστικότητά μας μπροστά στο υποψήφιο απόκτημα.
Τώρα βέβαια, θα μου πεις, ποια ψώνια, μαρή ψωνισμένη, που δεν έχουμε μήτε για να φάμε. Δίκιο θα ‘χεις. Εννοείται πως δεν ψωνίζουμε. Απλώς βγαίνουμε βόλτα στα μαγαζιά, όπως παλιά, κοιτάμε τα ρούχα, τα δοκιμάζουμε και τα αφήνουμε πίσω, καθώς κάνουμε σχέδια για το μέλλον, τύπου «εγώ αυτό μια μέρα θα βρω τα δέκα ευρώ και θα το αποκτήσω». Διότι κρατάμε την υπόσχεση που δώσαμε στον εαυτό μας, ότι δε θα αγοράσουμε ρούχο που κοστίζει πάνω από τρία ευρώ. Γι’ αυτό καταλήγουμε σε στοκατζίδικα και άλλα φτηνομάγαζα, επιδιώκοντας το πετυχημένο ντιλ, την ευκαιρία «δεν-πουλάμε-χαρίζουμε» που δεν πρέπει να χάσουμε.
Διαπιστώνω πως έχω ξεφύγει από το θέμα μου, στο μεταξύ. Άλλο ξεκίνησα να λέω και –όπως πάντα- αλλού ήθελα να καταλήξω. Αλλά αυτά παθαίνει κανείς όταν δεν μπορεί να ξεφύγει ψωνίζοντας. Ξεφεύγει γράφοντας. Ας επανέλθω.
Σε ένα τέτοιο στοκατζίδικο-πολυμάγαζο ήμουν με τον γκέι φίλο μου και ψάχναμε τη γαμάτη ευκαιρία. Σε κάποια φάση χωριστήκαμε. Αυτός ήταν στα αντρικά και ενθουσιαζόταν με ένα παντελόνι των πέντε ευρώ κι εγώ στα γυναικεία και απελπιζόμουν γιατί δεν έβρισκα κάτι κάτω από πέντε ευρώ, άσε που όλα είχαν τα χάλια τους και δεν έκαναν ούτε για μεταποίηση. Του τηλεφώνησα και του είπα ότι δεν έχω λόγο να μένω εκεί μέσα και θα τον περιμένω στην έξοδο. Μου είπε ότι θα δοκιμάσει το γαμάτο παντελόνι και θα έρθει να με βρει. Σκέφτηκα ότι έχω χρόνο κι είπα να χαζέψω κάτι κοσμήματα κι ας ήταν πανάκριβα και πανάθλια. Κάποια στιγμή, ένιωσα πίσω μου έναν ψηλό άντρα με την αύρα του φίλου μου. Περίμενα να απομακρυνθεί για να γυρίσω να κοιτάξω, μην είναι κάνας άλλος και διανοηθεί να πιστέψει ότι έριξα το βλέμμα μου πάνω του και πάρει θάρρος κι έχουμε άλλα. Ήταν ο φίλος μου που τελικά τσιγκουνεύτηκε το τάλιρο και δεν πήρε το παντελόνι κι έβγαινε έξω. Βγήκα κι εγώ.
«Καλά, περνάς από δίπλα μου, σχεδόν με ακουμπάς και δε με βλέπεις; Και να πω ότι δε φαίνομαι, δυο μέτρα γυναίκα» του είπα.
«Ε, ξέρεις τώρα, άμα μυριστώ μουνί, γυρνάω απ’ την άλλη» μου απάντησε. Παρά το ότι το μάτι του γκέι λειτουργεί σαν σκάνερ προηγμένης τεχνολογίας σε ένα χώρο, αυτό είναι φυσικό, όταν βλέπει γυναίκα. Διότι, από τη μια, πρόκειται για κάτι που δεν τον αφορά, κι από την άλλη, υπάρχει φόβος να πάρει θάρρος η γκόμενα και να νομίζει ότι τη γουστάρει και να έχει τρεχάματα. Κάτι σαν αυτό που έκανα εγώ και δε γύρισα να κοιτάξω ποιος πέρασε από πίσω μου.
Με αφορμή αυτό το γεγονός, και παρά το ότι κατά βάθος γνώριζα την απάντηση, βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω κάτι που τόσα χρόνια κολλητηλικίου, δεν το είχα ρωτήσει. Πήγε ποτέ με γυναίκα;
«Δεν είμαι λεσβία, κούκλα μου» μου απάντησε προσβεβλημένος. Όχι πως έχει πρόβλημα με τις λεσβίες, αλλά γλείφουν τα απαυτά τους. Και τα απαυτά τα γυναικεία τα βλέπουν οι γκέι και κάνει μήνες να τους ξανακάνει κούκου. Δεν είναι τυχαίο το ότι στα καλιαρντά το μουνί το λένε μουτζό (δηλαδή καμία σχέση με κάτι σκωπτικά τραγούδια όπου το λένε Γιώτα. Όσο για τον πούτσο που τον λένε Παναγιώτα στα τραγούδια, στα καλιαρντά έχει πολλές ονομασίες, ανάλογα με το μέγεθος). Κάτι τέτοια ονόματα, αποδεικνύουν πόση εκτίμηση έχουν οι γκέι στο γυναικείο όργανο. Το ότι το γυναικείο στήθος είναι μουτζαντίβαρο ή κατσικανό ή γαλοφουσκού, δείχνει επίσης ότι δε θα ήθελαν ποτέ και με κανέναν τρόπο να του ορμήξουν με πάθος και να εκδηλώσουν με διάφορους τρόπους το θαυμασμό τους και την καύλα τους γι’ αυτό. Δηλαδή, έχουμε κοινά γούστα. Κι εμείς τα κοριτσάκια, όχι πως δεν εκτιμούμε αυτό που κουβαλάμε, αλλά συνήθως θέλουμε από το άλλο, αυτό που δεν έχουμε.
«Και πώς γλίτωσες από όλες αυτές τις θαυμάστριες που εμφανίζονται κατά καιρούς;» τον ξαναρώτησα. Εκεί μου είπε τον πόνο του. Δεν παλεύονται οι γυναίκες που θέλουν να τον κάνουν άντρα, να τον βάλουν στο σωστό δρόμο, να τον βοηθήσουν ώστε να πάψει πια να χαραμίζεται, διότι τέτοιο ωραίο παιδί, κρίμα είναι. Δε λένε να καταλάβουν ότι του αρέσουν οι άντρες. Ότι δεν του κάνει κούκου ούτε με τα κάλλη τους ούτε με τα κόλπα τους. Και τον φέρνουν σε δύσκολη θέση. Κι άμα, λέμε άμα, διότι συμβαίνουν κι αυτά, άμα κάποιος γκέι κάτσει σε γυναίκα, δε θα είναι επειδή τον θάμπωσε η ομορφάδα της, το στυλ της και η θηλυκότητά της. Το πιο πιθανό είναι να το θύμισε τον Μπάμπη, που δεν του κάθισε επειδή επιμένει να είναι στρέιτ και αδίκως παρασύρθηκε από την εμφάνισή του και το μουστάκι του και τον πέρασε για γκέι. Είναι καραστρέιτ και είναι χίπστερ. Γι’ αυτό έχει τέτοια εμφάνιση. Σ’ αρέσει εσένα, κούκλα μου, να του κάνει του γκέι κούκου μαζί σου επειδή του θύμισες τον Μπάμπη;
Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει σε πολλές γυναίκες είναι πάθηση, την οποία θα ονομάσουμε λουγκρολαγνεία και θα πούμε με σιγουριά ότι φταίνε οι άντρες. Οι στρέιτ. Το κατάλαβα από την πρώτη φορά που μπήκα σε γκεόμπαρο και κατάλαβα γιατί δε γυρνούσαν να με κοιτάξουν οι ωραίοι άντρες που συναντούσα στο δρόμο. Και εδώ είναι που μπαίνω για τα καλά στο θέμα μου. Γιατί είμαι καλός άνθρωπος και θέλω να βοηθήσω τους άντρες (τους στρέιτ ντε) να βρούνε το δρόμο τους, ώστε να τους κάτσει καμιά γκόμενα, που όλες τρέχουν πίσω από τις αδερφές και δεν εκτιμούν τη βαρβατίλα.
Όχι, αγόρια μου. Δεν εκτιμούμε τη βαρβατίλα. Δε γουστάρουμε σαν άντρα το χοντροκομμένο αρτάγκουλα, που ξύνει τ’ αρχίδια του καθώς πίνει την μπίρα του και ρεύεται με κρότο, ενώ την ίδια στιγμή, στάζουν ζουμιά από το γύρο με τζατζίκι. Δε γουστάρουμε αυτόν που ο ιδρώτας του, επειδή έχει να πλυθεί απ’ το Σάββατο, βρωμάει ξινίλα, καθώς στάζει στο λευκό σλιπάκι το Μινέρβα με ρεβέρ, φορεμένο κι αυτό από το Σάββατο κι είναι Πέμπτη. Δε μας αρέσει αυτός που μετράει τα ατσαλένια μπράτσα του και παθαίνει υστερία άμα χάσουν κάνα πόντο και δείχνει λιγότερο άντρακλας. Δε γουστάρουμε έναν άντρα ντυμένο σαν τον Μπάμπη το Σουγιά, ούτε μας κάνει κούκου με αυτό το χαρακτήρα που φωνάζει και ξεδίνει στα γήπεδα. Δε γουστάρουμε τον άντρα – τσαμπουκά, ούτε τον άντρα – τραμπούκο. Δε μας καυλώνει ο άντρας – άρχοντας με τα απλωμένα πόδια στο τραπέζι και την εφημερίδα που περιμένει τον καφέ στα πόδια και το μουνί στο πιάτο. Αυτός που το μουνί το παίρνει, κάνοντας επίδειξη το ζοριλίκι του και τη βαρβατίλα του (συνήθως και τα λεφτά του), που αγκομαχώντας στο κρεβάτι (ή όπου αλλού) και προσπαθώντας να φανεί άντρας βαρύς κι ασήκωτος, καταλήγει να ικανοποιεί τον εαυτό του και μόνο. Αυτοί οι άντρες που θέλουν να φαίνονται πολύ άντρες, το πολύ πολύ να αρέσουν σε άλλους άντρες, που θέλουν επίσης να είναι έτσι.
Λοιπόν, αγόρια μου. Δε μας αρέσει αυτός ο τύπος του άντρα. Μας αρέσει ο άντρας ο σωστός, ο ευαίσθητος, αυτός που θα μας καταλάβει, γιατί δε θα φοβάται να αποδεχτεί τη θηλυκή πλευρά του (που όλοι οι άντρες έχουν και όλες οι γυναίκες έχουμε λίγο από αρσενικό στη φύση μας κι άμα δεν το αποδεχτούμε, το αρσενικό που βρίσκεται δίπλα μας, τη γάμησε). Μας αρέσει αυτός που σέβεται τη φύση μας, που είναι σε θέση να καταλάβει τι θέλουμε και γιατί είμαστε έτσι. Μας καυλώνει ο άντρας που μπαίνει στην κουζίνα, που πιάνει τη σκούπα, που απλώνει τα ρούχα. Που ξέρει από πού να μας πιάσει και τι να κάνει για να μας απογειώσει και θέλει να νιώσει αυτή την απογείωση.
Είστε έτσι εσείς αγόρια; Όχι. Γι’ αυτό στέλνετε τις γυναίκες στους γκέι και μένετε με το πουλί στο χέρι. Το θέμα είναι ότι κι αυτές αδίκως ξεροσταλιάζουν, ελπίζοντας να κάνουν τον (γκέι) άντρα των ονείρων τους ν’ αλλάξει γούστα. Δε αλλάζουν τα γούστα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους γκέι που πιστεύουν ότι όλοι οι άντρες μπορούν να γίνουν γκέι, αρκεί να δοκιμάσουν και να καταλάβουν τι χάνουν. Αυτοί χάνουν αλλού, γιατί το θέμα είναι εγκεφαλικό. Άμα το καράβι τους το σέρνει μουνί, δε θα το σύρει τίποτα άλλο και καλά θα κάνει.
Εδώ ήθελα να καταλήξω (και επιτέλους τα κατάφερα). Πρέπει να δεχτούμε τη φύση μας, αυτό που κουβαλάμε κι αυτό που θέλουμε και να σεβαστούμε και τη φύση του άλλου. Διαφορετικά, δε θα ξέρουμε τι θέλουμε. Και θα έχουμε προβληματικές σχέσεις, ανοργασμικές επαφές, καθόλου επαφές (αφού θα είναι περιττές), μίσος για το άλλο φύλο, εχθρότητα για το διαφορετικό, κόμπλεξ, και στο τέλος θα μείνουμε στεγνοί, στυγνοί κι ανέραστοι. Δηλαδή περιφερόμενα προβλήματα.
Τέλος, επειδή είμαι καλός άνθρωπος και δε θέλω να ρίχνω κανέναν, να δώσω τη συμβουλή μου και στα κορίτσια για πετυχημένες σχέσεις. Οι άντρες δεν αντέχουν τις γυναίκες που μοιάζουν με σκύλες και στο βάθος είναι γατούλες. Θέλουν τη σκύλα που μοιάζει με απροστάτευτη γατούλα. Γι’ αυτό προσοχή στη συμπεριφορά μας. Αν κάνουν αυτοί προσπάθεια να αλλάξουν για να μας αρέσουν, οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο.
Και να κλείσω, αφού ευχηθώ καλή επιτυχία στην όποια προσπάθεια κι αν κάνετε για να έρθετε πιο κοντά στον άλλον. Ακόμη και στην προσπάθεια κάποιου χωρίς χιούμορ να έρθει κοντά στη σκέψη μου χωρίς να πάρει στα σοβαρά την κάθε μου λέξη.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Το ψωμί της ξενιτιάς είναι μπριός, αλλά θα πάρω ξεροκόμματο

Αυτές τις μέρες, πολύ δικό μου πρόσωπο ετοιμάζει τα μπαγκάζια του για τα ξένα. Ποια ξένα, θα μου πεις; Στη Γερμανία θα πάει. Ευρώπη. Ίδιο νόμισμα. Και με τόσο στενές επαφές που έχουμε τον τελευταίο καιρό (ας παίζει και η βιαιοτητα και ο σοδομισμός) θα έπρεπε να τη νιώθουμε σαν σπίτι μας αυτή τη χώρα. Μου πρότειναν να πάω κι εγώ. Αν και εκτιμώ πως θα είναι η καλύτερη λύση για την κατάστασή μου (άνεργη από καιρό και χωρίς εισοδήματα), λέω να το παλέψω κι άλλο. Όχι μόνο επειδή ξέρω ότι ακόμα και οι Έλληνες που ζούνε εδώ και χρόνια στη Γερμανία, είναι επιφυλακτικοί, αν όχι εχθρικοί σε όσους μεταναστεύουν λόγω της κρίσης. Όχι μόνο επειδή δεν έχω πλέον τα κουράγια να μαθαίνω μια ξένη γλώσσα για την οποία ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα. Είναι κι άλλοι λόγοι, τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια.
Πρώτα θα κάνω μια μικρή αναφορά στα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα που είχε αυτή η χώρα. Το πρώτο ήταν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κυνηγημένοι και κατατρεγμένοι Έλληνες, σε ζόρικες εποχές, με πολέμους και διωγμούς, αναζητούσαν καλύτερη τύχη στο Αμέρικα. Περισσότερα στη σχετική ταινία του Καζάν.

Πολλοί Έλληνες παστώθηκαν σαν σαρδέλες στα υπερωκεάνια και διέσχιζαν τον Ατλαντικό (όπως αυτό που δείχνει η παραπάνω φωτογραφία, από το Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη), είτε άνθρωποι που αναζητούσαν καλύτερη ζωή, είτε απλοί τυχοδιώκτες, είτε εγκληματίες από τους οποίους απαλλασσόμασταν με τον εκτοπισμό τους σε ξένη χώρα. Γιατί ναι, εκείνο τον καιρό, δε χάσαμε τα καλύτερα παιδιά μας, τους πιο δημιουργικούς μας νέους, τα καμάρια της πατρίδος. Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες είχαν ανεβάσει στα ύψη την εγκληματικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άσε που σε πολλά τραγουδάκια του μεσοπολέμου, διαπιστώνουμε ότι μία ποινή για τους εγκληματίες ήταν να τους ξαποστέλνουν. Διάλεξα ένα νταλγκαδιάρικο του Τούντα με τη Θεά Ρίτα Αμπατζή, η οποία τραγουδάει ως άντρας που έγινε εγκληματίας για να αρέσει στην γκόμενα και κατέληξε τιμωρημένος να μαραζώνει στα ξένα. (Άτιμαι γεναίκαι).

Στη δεκαετία του '60 η Γερμανία ζητούσε ελληνικά εργατικά χέρια για τα εργοστάσιά της. Καλοδέχτηκαν τους Έλληνες, τους οποίους μεταχειρίζονταν ως τεμάχια και τους στοίβαζαν σε παραπήγματα. Οι κακές γλώσσες μίλησαν για συνθήκες σκλαβοπάζαρου, άλλοι δύσπιστοι που θέλουν να μας πείσουν ότι οι Γερμανοί δε μας αντιμετώπισαν με τρυφερότητα, στοργή και προδέρμ, μπορεί να πούνε ότι η αντιμετώπιση των μεταναστών θύμιζε Νταχάου. Κομπλεξισμοί. Για να μας στρώσουν το έκαναν, επειδή είμαστε κακομαθημένοι.
Ανήκω σ' αυτή τη γενιά που μεγάλωσε με μια θεία στην Αυστραλία που έστελνε δολάρια και δέματα και που στο σχολείο υπήρχαν παιδάκια που ζούσαν με τη γιαγιά γιατί οι γονείς τους βρίσκονταν στη Γερμανία κι όταν έρχονταν τους φέρνανε κάτι καραμέλες αρκουδάκια που εδώ δεν κυκλοφορούσαν και μας δίνανε μόνο μία να δοκιμάσουμε, να δούμε τι χάνουμε που δεν έχουμε κι εμείς γονείς στο εξωτερικό και ακούγοντας στο ραδιόφωνο τον Καζαντζίδη να τραγουδάει "το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό" και άλλα σχετικά σουξέ. Εγώ επειδή ήμουν πάντα λίγο πιο κουλτουριάρα, τρομάρα μου, προτιμούσα τα αντίστοιχα τραγούδια του Μαρκόπουλου.

Μετά ήρθε μια φάση ευημερίας. Δηλαδή έτσι νομίζαμε. Δε γίνεται να έχεις ευημερία όταν δεν παράγεις τίποτα κι όταν το μόνο που πουλάς είναι υπηρεσίες και πάλι το κάνεις λάθος, γιατί για να πουλήσεις υπηρεσία σωστά, θα πρέπει να γίνεις υπηρέτης κι όχι να κάνεις το βαρύ πεπόνι. Αλλά ας μην ξεφύγω από το θέμα. Αυτή η ευημερία μας έκανε πολύ δυσκίνητους και δύσκαμπτους. Χρειαζόμασταν εργατικά χέρια για τις βαριές δουλειές. Εμείς θα μπορούσαμε να αναλάβουμε την επίβλεψη, να γίνουμε βοηθοί του επιβλέποντος, οι γραμματείς του, οι διευθυντάδες του, υπήρχαν τόσα που μπορούσαμε να κάνουμε για να νιώσουμε ανώτεροι από κάτι ανθρωπάκια που μετανάστευαν από τα φτωχά Βαλκάνια (είδες; ο κομμουνισμός φταίει για όλα) κι αργότερα από περιοχές όπου οι μεγάλες δυνάμεις έχουν φυτέψει πολέμους και βιαιότητες και ξεβράζονταν στη χώρα μας στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν και εγκλωβίζονταν σ' αυτήν.
Μαλθακέψαμε. Μάθαμε να πουλάμε το τίποτα και να κερδίζουμε πολλά. Κι όταν η ξεφούσκωσε το αερόστατο που μας είχε σηκώσει, γκρεμοτσακιστήκαμε και μας κακοφάνηκε. Κι έτσι όπως ήμασταν καλοζωισμένοι, δεν ξέραμε και πώς να το αντιμετωπίσουμε. Τι κάνουμε για τα κομμένα πόδια; Ξανακολλάνε τα κομμένα φτερά; Κλένουν οι πληγές; Κι αποφασίσαμε. Μας φταίει η χώρα που εμείς την αγαπάμε κι αυτή μας πρόδοσε. Θα φύγουμε να γλιτώσουμε.
Έφτασε η ώρα για το άλλο μεγάλο ρεύμα μετανάστευσης. Όπου κι αν βρεθώ, συναντώ κάποιον που σκέφτεται να φύγει. Ή ακούω για μια φίλη, ένα γείτονα, μια ξαδέρφη, έναν παλιό συμμαθητή που έφυγε, εντάξει, δεν είναι και διευθυντής, αλλά παίρνει καλό μισθό, δεν τον γδέρνουν στο σουπερμάρκετ, έχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη επιπέδου και τα παιδιά του θα πάνε σε σχολείο όπου θα μορφωθούν χωρίς να μπει στη μέση η παραπαιδεία. Υπάρχουν τέτοιοι μαγικοί τόποι που σέβονται τους πολίτες τους, οι οποίοι πληρώνουν φόρους που δεν πετιούνται στα σκυλιά. Κι η Ελλάδα δε θα γίνει ποτέ έτσι. Η Ελλάδα δε θα γίνει ποτέ έτσι, γιατί, άμα σηκωθούμε να φύγουμε, θα την αφήσουμε στο έλεος αυτών που δεν έχουν κανένα πρόβλημα, γιατί αυτοί το δημιούργησαν. Η Ελλάδα θα γίνει χειρότερη.
Ας σκεφτούμε ποιοι έφευγαν κάποτε και ποιοι φεύγουν τώρα. Στο πρώτο κύμα έφευγαν κατατρεγμένοι και κακοποιοί. Στο δεύτερο, βιοπαλαιστές και άνθρωποι χωρίς στον ήλιο μοίρα, που το σημαντικότερο προσόν ήταν η καλή υγεία (που την έχασαν στις φάμπρικές) και η καλή σωματική διάπλαση. Τώρα όμως φεύγουν άνθρωποι μορφωμένοι και καλλιεργημένοι. Άνθρωποι που έχουν να δώσουν σ' αυτόν τον τόπο. Όμως και άνθρωποι που δεν έχουν αντοχές. Το ότι δεν ευθύνονται αυτοί για τους πολιτικούς που έχουμε και για την κοινωνία που φτιάξαμε, δε σημαίνει ότι δε θα ευθύνονται και για την εγκατάλειψη της χώρας στο έλεος όσων μας έφτασαν ως εδώ.
Δεν ευθύνομαι για όσα μας έφεραν ως εδώ, αλλά δεν παίρνω κι όρκο. Επέτρεψα να συμβεί αυτό που ζούμε. Όλοι το επιτρέψαμε κι ας αναλάβουμε τις ευθύνες μας για όσα κάναμε γιατί θα είναι πιο βαριά η ευθύνη για όσα θα συμβούν.
Καταλήγω πως το καλύτερο που έχω να κάνω, είναι να μείνω. Και, πού θα πάει, θα βρω μια δουλειά και θα ζήσω. Και θα παλέψω προσπαθώντας για το καλύτερο. Κι άμα το κάνουμε όλοι, όλο και θα συμβεί.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Ελλάδα vs Βουλγαρία


Προσφάτως βρέθηκα στο εξωτικό Σαντάνσκι. Είναι η πιο κοντινή μεγάλη πόλη από τον Προμαχώνα Σερρών. Από τις γύρω περιοχές, πηγαίνουν έτσι για πλάκα. Για ψώνια, για καφέ, για νυχτερινή διασκέδαση, για πουτάνες και για καζίνο.
Ήταν μια ημερήσια εκδρομή. Με πήγαν και με φέρανε κι έτσι δεν μπόρεσα να κάνω σε βάθος εξερεύνηση. Ωστόσο διαπίστωσα ότι οι γείτονες το έχουν ανεβάσει πολύ το επίπεδο. Ή μήπως είμαστε εμείς που το ρίξαμε;
Οι Βούλγαροι είναι φτωχοί άνθρωποι. Αλλά αξιοπρεπείς. Έχουν ανατραφεί σε αυστηρό κομμουνιστικό περιβάλλον και προφανώς αυτός είναι ένας λόγος που, ακόμα και οι πιο κακομοίρηδες, μοιάζουν μορφωμένοι και καλλιεργημένοι.
Το πρώτο πράγμα που σου λέει κάποιος όταν μαθαίνει ότι θα πας Βουλγαρία, είναι να προσέχεις μη σου κλέψουν το αυτοκίνητο και σου το κάνουν τάλαρα. Πανικόβλητος το βάζεις σε ανοιχτό πάρκινγκ και από το άγχος σου ξεχνάς ανοιχτό το παράθυρο και το κινητό φαρδύ πλατύ πρώτη μούρη, να μην παιδευτεί ο άλλος να το πάρει. Όταν το θυμάσαι, πας και βρίσκεις έναν άσχετο της περιοχής, που δε σου κάνει και πολύ καθωσπρέπει να σου λέει σε σπαστά ελληνικά: "Δικό σου είναι; Έριξα το κινητό πιο μέσα για να μην το δει κανείς και το πάρει". Εκεί διαπιστώνεις ότι όχι μόνο δεν κλέβουν αυτοκίνητα, αλλά μπορεί να βρεις και κάποιον που θα σε προστατεύσει από τους κλέφτες.
Ψάχνεις να βρεις φαγάδικο και κάνεις κέφι για βουλγάρικο φαγάκι, καυτερό, μαγειρεμένο στο τσουκάλι. Καταλήγεις σε κάποιο από τα πολλά με τις ελληνικές επιγραφές. Ο σερβιτόρος, με σπαστά ελληνικά, σου εξηγεί ότι τα φαγητά τους απευθύνονται σε ελληνικά γούστα κι έτσι καταλήγεις να τρως αυτό που έχει σιχαθεί ο οργανισμός σου: Μπριζόλα στη σχάρα.
Περπατώντας στον κεντρικό δρόμο που, σε αντίθεση με την Πανεπιστημίου, είναι πεζόδρομος, διαπιστώνεις πόσο κοντά μας βρίσκονται. Όλα τα μαγαζιά απευθύνονται σε Έλληνες. Μπαίνεις μέσα και συνεννοείσαι στα ελληνικά, γιατί δε μιλάς βουλγάρικα και δε μιλούν αγγλικά. Παρατηρείς γύρω σου και βρίσκεις λογιστικό γραφείο στα ελληνικά, οδοντιατρείο στα ελληνικά, αλλά και τη νέα μόδα που έχει κατακλύσει τη χώρα μας, τα ενεχυροδανειστήρια, τώρα σε όλα τα Βαλκάνια.
Περπατάς στο Σαντάνσκι και σκέφτεσαι ότι οι Βούλγαροι είναι οι καλοί άνθρωποι που φτιάχτηκαν για να διευκολύνουν τους γείτονές τους. Αυτό το καταλαβαίνεις με το που περνάς τα σύνορα, όπου σε καλωσορίζουν, χωρίς καν να κοιτάξουν ποιος είσαι. Κι όσο τους γνωρίζεις, τόσο καταλαβαίνεις πόσο πάνω απ' αυτούς βρίσκονται.
Η βόλτα στην πόλη θυμίζει βόλτα στην Κηφισιά, μόνο που αν κάτσεις να πιεις καφέ, θα τον πληρώσεις 1 ευρώ (δέχονται και τέτοια) και όχι 5.
Η Zagorka, η πράσινη μπίρα τους, είναι καλύτερη από την Άλφα μας. Άσε που κοστίζει 1,5 ευρώ το δίλιτρο και γι' αυτό φορτώνεσαι δυο εξάδες απ' αυτά φεύγοντας και σε κοιτάνε οι τελωνειακοί με μισό μάτι.
Ο Αζίς τραγουδάει καλύτερα το ίδιο τραγούδι από τον Κιάμο. Άσε που την κλοπή του άσματος την κάναμε εμείς.
Το αιθέριο έλαιο τριαντάφυλλου είναι ανώτερης ποιότητας από αυτά που κυκλοφορούν στη δική μας αγορά και μπορείς να πάρεις μεγάλη ποσότητα χωρίς να φτωχύνεις.
Τα κομμουνιστικά μπλοκ εργατικών πολυκατοικιών βρίσκονται μέσα σε χώρους με πράσινο και με τις σχετικές υποδομές. Δηλαδή είναι φτιαγμένα με προδιαγραφές, άρα καμία σχέση με τα δικά μας εργατικά γκρεμούλια.
Σέβονται τους επισκέπτες τους. Μπορεί να μην είναι γελαστοί και πρόσχαροι, αλλά άμα σε δούνε να ψάχνεσαι, θα έρθουν μόνοι τους να σε ρωτήσουν (στα ελληνικά πάντα) αν θέλεις βοήθεια. Εμείς βλέπουμε ξένο και, εκτός του ότι ορμάμε να τον ληστέψουμε στα μαγαζιά, χλευάζουμε τα πάντα. Από τη φάτσα τους μέχρι το πέδιλο με την κάλτσα.
Ζούνε μια ήρεμη ζωή. Περπατάς στο δρόμο ή το τεράστιο πάρκο τους και δεν ακούς φωνές. Οι άνθρωποι μιλάνε, αλλά δε σε αναγκάζουν να τους ακούσεις. Δεν κράζουν, δεν κραυγάζουν, δεν καγκουριάζουν. Βέβαια, σε μια πόλη σαν το Σαντάνσκι, δίπλα στα σύνορα, μπορεί μια παρέα Ελλήνων να διαταράξει αυτή την ηρεμία.
Με βάση όλα τα παραπάνω και λογικά σκεπτόμενη, μπορώ να είμαι σίγουρη ότι οι ενεχυροδανειστές τους κάνουν τη δουλειά τους με ευνοϊκότερους όρους, σε σχέση με τους Έλληνες συναδέλφους τους. Γι' αυτό και, χωρίς να θέλω να κάνω διαφήμιση, αλλά θα την κάνω, συνιστώ να τους προτιμήσουμε.

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Για Τεχεράνη καλά πάμε;



Κάποτε χρειάστηκε να ζητήσω τη βοήθεια της δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος. Ήταν τότε που κάποια περιέφερε τη μούρη μου στο φέισμπουκ με το όνομα Sara Kavla και με τρόπο που με έκανε να φαίνομαι κάτι παραπάνω από απλώς διαθέσιμη και έτοιμη για όλα.
Εννοείται πως δεν προσέτρεξα κατευθείαν στις αστυνομίες και στις μεγάλες δυνάμεις για να μου λύσουν το θέμα. Πρώτα έστειλα μήνυμα στην ίδια ζητώντας της να κατεβάσει τη φωτογραφία μου. Όμως ο τσουλίστικος τρόπος της, ο οποίος δε διέφερε από το ύφος της σελίδας της, με ανάγκασε να λειτουργήσω αλλιώς.
Οι άνθρωποι της δίωξης ήταν ευγενέστατοι. Ήταν ολοφάνερο ότι πολύ τους στεναχώρησε το ότι διασύρομαι στο διαδίκτυο με τέτοιο τρόπο. Όμως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Ήταν ξεκάθαροι. Σε φεϊσμπουκοδουλειές δεν ανακατεύονται.
Λίγους μήνες μετά, γνωστός συγγραφέας -δε λέω το όνομά του για να μην αναστατωθούν οι νοικοκυραίοι- δέχεται απειλές από κάτι τύπους που τώρα μπήκαν στη βουλή. Στην προσπάθειά του να ζητήσει βοήθεια από την ίδια υπηρεσία, η απάντηση ήταν πως πρέπει να διαπιστωθεί έγκλημα για να παρέμβει. Δηλαδή, άμα τον τρώγανε λάχανο, η δίωξη θα προχωρούσε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες να βρει από πού προέρχονταν τα απειλητικά μηνύματα.
Οι τύποι που λέγαμε, αυτοί που τώρα μπήκαν στη βουλή, οι οποίοι δε φημίζονται και για την καλή τους σχέση με το Χριστιανισμό -να δω τον Καιάδα να ανάβει το κερί του στον Άγιο Παντελεήμονα (της Αχαρνών, εννοείται) και να προσκυνά με δέος και κατάνυξη την εικόνα της Παναγιάς και τι σταδιάλα- θίχτηκαν από την ύπαρξη του Γέροντα Παστίτσιου και την προσπάθεια δημιουργίας της θρησκείας του πασταφαριανισμού (που κανονικά θα έπρεπε να θιχτούν οι ρασταφάριανς, αλλά δεν είναι όλοι άρρωστοι σ’ αυτόν τον πλανήτη) και, εκτιμώντας ότι ο τύπος χλευάζει τον Παΐσιο και όχι το ρασταφαριανισμό, προκάλεσαν τέτοια ταραχή, που ξαφνικά η δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος, βρήκε σοβαρό λόγο για να λειτουργήσει.
Εγώ πάλι αυτόν τον Παστίτσιο πολύ τον είχα συμπαθήσει και δεν τον είχα για βλάσφημο. Και απόρησα όταν έμαθα ότι συνελήφθη. Σκεφτόμουν ότι το εγκλημά του ίσως ήταν ο προσηλυτισμός. Κι αυτό, γιατί, αν δεν άλλαξε κάτι στο σύνταγμα, ο καθένας μπορεί να έχει όποιο θρήσκευμα θέλει σ’ αυτή τη χώρα. Και ναι, η πάστα, για εμάς τους καλοφαγάδες, είναι θρησκεία. Το ίδιο και η μπεσαμέλ.
Κάποιοι δηλώνουν ως θρησκεία τον ΠΑΟΚ, την ΑΕΚ, τον Ολυμπιακό, τη θύρα 13 (για να κάνει και ρίμα). Και, παθιασμένοι με τη θρησκεία τους, μετατρέπουν τα γήπεδα σε ναούς των ταλιμπάν. Μπορώ να ορκιστώ στην αγία ταλιατέλα ότι οι ίδιοι άνθρωποι, με το ίδιο πάθος, υπερασπίζονται και το Γέροντα Παΐσιο που ποτέ δε γνώρισαν και ποτέ δεν έμαθαν τι είπε και τι έκανε.
Κάποιοι άνθρωποι έχουν αξίες. Πατρίδα, θρησκεία και οικογένεια. Πήραν αρχές από τα σπίτια τους. «Η θρησκεία πάνω απ’ όλα» ούρλιαζε ο πατέρας τους, καθώς έδερνε τη μάνα τους επειδή δεν είχε κάνει το σταυρό της πριν από το φαγητό. Άλλωστε κι ο Παΐσιος δε θα διαφωνούσε και θα του ‘δινε και την ευχή του. Γιατί στη σωστή, τη χριστιανική οικογένεια, ο άντρας πρέπει να αφεντεύει τη γυναίκα.
Ο νεοέλληνας, αυτός που έχτισε τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, δε σηκώνει αστεία. Και όχι, δε φταίει το ότι με την κρίση έχουμε χάσει το χιούμορ μας. Έτσι είμαστε. Ο ήρωας του ’21 και ο παπάς της ενορίας είναι αξίες ανεκτίμητες για αυτόν τον τύπο. Τον βοηθούν να αποκτήσει υπόσταση, τον κάνουν να νιώθει έξυπνος, δυνατός, ικανός και νομίζει πως παίρνει τουλάχιστον δέκα πόντους μήκος στο πουλί του.
Έκατσα και παρακολούθησα ποιοι παθιάζονται πιο πολύ με το θέμα, αντιδρώντας με βρισιές και χωρίς επιχειρήματα. Ποιοι νομίζουν ότι θίχτηκαν τα ιερά και τα όσιά τους. Ποιοι χρειάζονται τέτοια ιερά και όσια. Και δε χάρηκα με τη διαπίστωση. Οι περισσότεροι είναι νέοι, από αυτούς που σε άλλες εποχές, οι γονείς τους θα φιλούσαν κατουρημένες ποδιές για να τους βολέψουν κάπου -καθώς ήταν ανίκανοι να κάνουν κάτι μόνοι τους και να πετύχουν-, αλλά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, δε θα βολευτούν πουθενά και τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα για αυτούς. Έτσι, οι κοπέλες ποζάρουν στα προφίλ τους με το μαγιό ή με το καυτό το φόρεμα και το λάγνο βλέμμα, περιμένοντας να βρεθεί κάποιος που θα συγκινηθεί από τα κάλλη τους, τα μόνα προσόντα που διαθέτουν. Τα αγόρια ποζάρουν δίπλα σε κακομούτσουνες γκόμενες, καμαρώνοντας που ακόμα κι αυτές τους κάτσανε. Οι ίδιες καμαρώνουν επειδή τους έκατσε γκόμενος κι ας είναι και κάγκουρας με μυαλό αμοιβάδας. Πέρα από την προσωπική τους ζωή που είναι ευτυχισμένη, υπάρχει μια αγανάκτηση γιατί οι πολιτικοί είναι κλέφτες και μας κοροϊδεύουν και μας κλέβουν κι εμείς τους μουντζώνουμε και πατσίζουμε.
Σε τι σπίτια μεγάλωσαν αυτά τα παιδιά και τι αξίες πήραν; Σε τι σχολεία μορφώθηκαν; Με τι παρέες συναναστράφηκαν; Τι βιβλία διάβασαν; Τι ταινίες είδαν; Μπροστά σε τι είδους τηλεόραση πέρασαν το χρόνο τους. Από τι είδους εκπομπές ενημερώθηκαν; Τι γνώμη απέκτησαν με όλα αυτά και με ποιον την αντάλλαξαν;
Αυτά τα παιδιά είχαν αυτές τις δυνατότητες σ’ αυτήν την κοινωνία. Δε θα κάνουν κάτι για να την αλλάξουν. Θα διατηρήσουν τις αξίες τους και θα περιμένουν τον άγιο να κάνει το θαύμα του, βρίζοντας όποιον προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει χιούμορ για να τους πει ότι δε διαφέρουν από τους μουσουλμάνους που μισούν επειδή είναι βάρβαροι, και στέλνοντας στην πυρά όποιον τους θυμίσει ότι, χάρη σ' αυτούς, ο μεσαίωνας δεν τελείωσε ακόμη.
«Η θρησκεία και οι νόμοι είναι δύο πατερίτσες που χρειάζονται οι άνθρωποι με αδύνατα πόδια» είχε πει ο Ντιντερό. Εύχομαι αυτά τα παιδιά να δυναμώσουν και να λιγοστέψουν οι ανάγκες τους. Και δε θα κάνω άλλες αναφορές στο τι έχει ειπωθεί για τη θρησκεία. Ούτε θα υποστηρίξω ότι είναι το όπιο του λαού, όπως κάνουν πολλοί. Δε ζούμε πλέον στην εποχή του Μαρξ και του οπίου. Οι καιροί αλλάζουν, γίνονται άγριες οι εποχές, οι καταστάσεις γίνονται πιο ζόρικες, και τα ναρκωτικά πιο σκληρά.

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Στους άντρες δεν αρέσουν οι κατίνες (απόσπασμα κεφαλαίου ΚΓΠ, εις μνήμην Μιχάλη Μενιδιάτη)

................................................................
Ας υποθέσουμε ότι ο τύπος είναι πολυγαμικός και όπου βλέπει μουνί, θέλει να πηδήξει. Κι εσύ το έχεις πάρει χαμπάρι και του λες ευθέως ότι αν δεν πάψει να αναζητάει άλλα μουνιά, το δικό σου δε θα το ξαναδεί. Εννοείται ότι θα σε πάρει και θα σε σηκώσει, που τόλμησες να πιστέψεις κάτι τέτοιο. Είσαι κατίνα, πιεστική και βλέπεις φαντάσματα, που καλύτερα να έβλεπες κανέναν ειδικό.
Πώς θα σου φαινόταν όμως να πάει αυτός σε ειδικό, για να θεραπεύσει αυτήν την πάθηση, με δική του πρωτοβουλία και να σε ευχαριστήσει που, επιτέλους, ξεπέρασε το πάθος του με τις γυναίκες και τώρα παθιάστηκε με τη μία και μοναδική γυναίκα της ζωής του: εσένα; Δεν είναι δύσκολο. Θα πας και θα ψαχουλέψεις στο ίντερνετ αποφθέγματα που έχουν σχέση με την πίστη στο σύντροφο, τη μονογαμία, την αποκλειστικότητα, το γάμο… Θα του στέλνεις κάθε πρωί την καλημέρα σου μαζί με ένα απόφθεγμα, είτε στο κινητό είτε στο μέιλ του. Μετά θα πάρεις μερικά τέτοια, τα οποία θα τα συνδυάσεις με άλλα που μιλάνε για την αγάπη και τον αιώνιο έρωτα και θα κάνεις ένα βίντεο με καρδούλες και νεράιδες και μουσική με άρπες και θα το ανεβάσεις στο youtube. Εννοείται ότι θα του το αφιερώσεις. Γέμισέ τον ενοχές. Και να τον αντιμετωπίζεις με γλυκύτητα, τρυφερότητα, πραότητα, έως και πλαδαρότητα. Έναν τόσο γλυκό άνθρωπο ήθελε πάντα δίπλα του. Που να ανέχεται όλα όσα κάνει. Που θα σταματήσει να τα κάνει.
Επίσης έχουμε το κλασικό κόλπο με το τηλέφωνο. Σου το έχει πει κι η μάνα σου κι εσύ γέλασες γιατί το θεώρησες κατινιά.
Τι κάνεις με το τηλέφωνο όταν τον παίρνεις; Μη μου πεις ότι ρωτάς πού είναι. Άσε με να μαντέψω την απάντηση.
«Καλά, είσαι άρρωστη. Τι ερώτηση είναι αυτή; Έτοιμη για ανάκριση είσαι. Όπου θέλω είμαι. Λογαριασμό θα σου δώσω; Δεν μπορείς άμα δε με ελέγχεις; Δεν αντέχω άλλο έλεγχο. Με πνίγεις, το καταλαβαίνεις; Με πνίγεις. Άφησέ με να ανασάνω».
Και εσύ απαντάς μουδιασμένη: «Ρώτησα μήπως είσαι σε δουλειά και ενοχλώ. Κι έλεγα, αν είσαι έξω και μπορείς, να ερχόσουν να φάμε, που μαγείρεψα γιουβαρλάκια που σου αρέσουν».
Ασφαλώς, μετά από μια τέτοια απάντηση, θα φωνάζει ακόμα πιο πολύ:
«Δε βγάζει άκρη κανείς μαζί σου. Από τη μια ο έλεγχος και η ιερά εξέταση κι από την άλλη τα γιουβαρλάκια. Μην πας να το μαζέψεις γιατί δε σε παίρνει».
Έτσι ακριβώς. Δε βγάζεις άκρη με την ευθύτητα και την ειλικρίνεια. Αυτές οι συμπεριφορές είναι απαγορευμένες σε όσες θέλουμε να τηρήσουμε τους κανόνες του κώδικα γυναικείας πουτανιάς, ο οποίος επιβάλλει κατινιά και επιφέρει επιτυχία στη σχέση. Πρόσεξε πώς πρέπει να το χειριστείς. Πρώτα πρώτα, δεν παίρνεις ποτέ τηλέφωνο.
«Τι κάνεις αύριο το βράδυ; Μπορούμε να βρεθούμε;» σε ρωτάει ο χαλβάς.
«Στο σπίτι θα είμαι, μωρό μου. Θα τινάζω τα χαλιά και θα πλέκω μια κουβέρτα με το βελονάκι, όλη δαντέλα. Πάρε με τηλέφωνο» απαντάει η καπάτσα.
Την παίρνει ο χαλβάς στο σπίτι, δεν απαντάει αυτή. «Μπορεί να είναι στο μπαλκόνι, να τινάζει τα χαλιά και να μην το ακούει» είναι η πρώτη σκέψη. Την ξαναπαίρνει μετά από πέντε λεπτά με το ρολόι. Αυτή το κοιτάει και δεν απαντάει. Ο χαλβάς αρχίζει να προβληματίζεται. Σε τρία λεπτά με το ρολόι, ξαναπαίρνει. Αυτή ξανά δεν απαντάει. Την ξαναπαίρνει αμέσως μετά. Εννοείται ότι κανείς δεν απάντησε. Την παίρνει στο κινητό. Αυτή το κοιτάει και κάνει πως δεν το ακούει. Σε τρία λεπτά με το ρολόι, ξαναπαίρνει στο κινητό. Ξανά χωρίς απάντηση. Της στέλνει μήνυμα: «Μωρό μου πού είσαι; Σε ψάχνω. Είσαι καλά; Θα βρεθούμε;» Χωρίς απάντηση κι αυτό. Σε πέντε λεπτά, με το ρολόι, την ξαναπαίρνει. Κάθεται ήδη σε αναμμένα κάρβουνα. Του περνάει από το μυαλό να πάει να της γκρεμίσει την πόρτα, αλλά είναι αποφασισμένος να φερθεί σαν κύριος. Καπνίζει ένα πακέτο τσιγάρα σε μία ώρα. Τόσο αποφάσισε να κρατηθεί και μετά θα την ξαναπάρει. Δεν έχει πάρει τα μάτια του από το τηλέφωνο, αν και ρίχνει κλεφτές ματιές στο ρολόι. Μόλις φτάνει στο τέλος χρόνου, αρπάζει το τηλέφωνο και την ξανακαλεί. Στο έβδομο χτύπημα, το σηκώνει λαχανιασμένη και αναστατωμένη.
«Έλα, μωρό μου» του απαντάει σα να μη συμβαίνει τίποτα.
«Σε παίρνω εδώ και δύο ώρες και δεν το σηκώνεις. Πού είσαι;» τη ρωτάει πιο αναστατωμένος.
«Αχ, μωρό μου, κάτι μου έτυχε… είχα μια δουλειά» δικαιολογείται δήθεν χάνοντας τα λόγια της.
«Τι δουλειά;» ρωτάει ο χαλβάς που τρέμουν τα πόδια του στο μεταξύ.
«Ε, τι να σου λέω τώρα, κάτι δικά μου… εσύ, καλά;» αλλάζει κουβέντα δήθεν για να τον αποπροσανατολίσει. Στην πραγματικότητα έχει ήδη χεστεί πάνω του και δε βλέπει την ώρα να πάει να αναζητήσει τα πειστήρια του εγκλήματος.
«Καλά… είχες πει ότι θα είσαι σπίτι και θα βρισκόμασταν».
«Ναι, ναι, να βρεθούμε» του λέει ξεροκαταπίνοντας για να φανεί ότι κάτι κρύβει. «Αλλά όχι ακόμη. Σε κάνα δίωρο είναι καλά;».
Πόσα έχει κάνει μέσα σ’ αυτό το διάστημα και πόσα ακόμη θα κάνει μέσα σ’ αυτό το δίωρο; Είναι ολοφάνερο ότι έχει ενοχές για κάτι. Θα το ανακαλύψει. Αλλά σημασία έχει να μην τη χάσει.
Όταν φτάνει η ώρα της συνάντησης, αυτός φρικαρισμένος κάνει διάφορες πλάγιες ερωτήσεις με σκοπό να μάθει τι σκατά δουλειά ήταν αυτή που δεν τολμάει να του αναφέρει. Αυτή αποφεύγει να απαντήσει με διάφορους επίσης πλάγιους τρόπους και καταλήγει στο «για ποια με πέρασες» και άλλα τέτοια που λένε οι υπεράνω πάσης υποψίας γκόμενες.
Ένα άλλο κόλπο είναι να του πετάξεις στα μούτρα την περιφρόνηση. Σου ζητάει να βρεθείτε πχ αύριο κι εσύ του λες ότι έχεις κανονίσει και τι κρίμα που δεν μπορείς και να σου το έλεγε νωρίτερα κι ότι δε γίνεται να περιμένεις πότε θα αποφασίσει να βρεθείτε και άλλα τέτοια που θα τον γεμίσουν ενοχές.
Την άλλη μέρα, μπαίνεις στο φέισμπουκ και ανεβάζεις φωτογραφίες σου από μέρος εξωτικό, όπου υποτίθεται πήγες εκδρομή με τον τάδε, ας είναι κι από πρόπερσι, δε μας πειράζει. Εννοείται ότι βάζεις λεζάντα τύπου «μια υπέροχη μέρα με τον υπέροχο τάδε», όπου ο τάδε μπορεί να είναι κι ένας άσχετος φίλος σου που έχεις κανονίσει να μπει και να πει ότι η μέρα ήταν υπέροχη γιατί είσαι υπέροχη κι εσύ και άλλα παπαρίσματα που θα κάνουν το χαλβά σου να μην αφήνει μέρα χωρίς να τρέξει σαν σκυλάκι από πίσω σου.
Ο άντρας φοβάται, λέει, μη χάσει την ελευθερία του. Η πραγματικότητα είναι ότι δε συμβιβάζεται με μέτριες καταστάσεις. Άμα είναι να τη χάσει, πρέπει να τη χάσει για τα καλά. Να γίνει δούλος μιας γκόμενας που θα τον σέρνει από το χαλκά που θα του έχει περάσει στη μύτη, χώρια οι αλυσίδες. Αρκεί να ξέρει ότι δεν έκλεψε αυτή την ελευθερία του, αλλά αυτός τη δική της.
Πρόσεξε τώρα το τελευταίο μάθημα. Σου έχω παλιό λαϊκό, πονεμένο και μαζοχιστικό άσμα που πρέπει να παρατηρήσεις καλά τους στίχους του. Πρόκειται για μία συγκλονιστική έμπνευση του στιχουργού Γιώργου Σαμολαδά (τη μουσική είχε γράψει ο Καλδάρας και το έκανε σουξέ ο Μενιδιάτης, αν θες να ξέρεις, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας). Κανείς δεν έχει εκφράσει καλύτερα το πώς βλέπει ο άντρας μια σχέση. Σημείωνε. Ή βγάλε καμιά φωτοτυπία να την κάνεις αφίσα.
«Περιφρόνα με γλυκιά μου, γέλα με τον έρωτά μου, στην καρδιά μου μίσος δεν κρατώ. Γέλα και μη με προσέχεις, μα δικαίωμα δεν έχεις να μου λες να μη σε αγαπώ».
Ο αντρικός μαζοχισμός σε όλο του το μεγαλείο. Της το ζητάει ευθέως. «Ρίξε μου χλαπάτσα κι άσε με να γίνω το σκυλάκι σου» ή «γίνε καριόλα και θα γίνω σκλάβος σου» ή «γουστάρω περιφρόνηση, ξεφτίλα, κολάρο και λουρί». Αυτές οι γκόμενες αρέσουν στους άντρες. Αυτές που τους περιφρονούν. Που τους κάνουν να τρέμουν μην τις χάσουν. Ακόμη και με κατινίστικα κόλπα που μας δίδαξε η μαμά.
Βέβαια, μη νομίζεις ότι οι άντρες είναι τόσο χάπατα που δεν τα πιάνουν αυτά τα κόλπα. Αλλά θέλουν να πιστεύουν ότι δεν είναι κόλπο, αλλά ότι αυτή τη γυναίκα που τους περιφρονεί, θα την κερδίσουν. Ότι θα καταφέρουν να δέσουν (με τα δεσμά του γάμου, ασφαλώς) αυτήν την γκόμενα που κάθε τόσο τους παίζει και τους βασανίζει. Να δούμε όταν θα ζούνε στο ίδιο σπίτι, πού θα πάει να κρυφτεί.
Τέτοια σκέφτονται κι ας ξέρουν ότι δε χρειάζεται να παιδευτούν πολύ για να την πείσουν να τους χαρίσει την ελευθερία της. Κι ας ξέρουν πόσο εύκολο είναι να τους την κάνει ακόμα και κάτω από τη μύτη τους και μπροστά στα μάτια τους.