Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Το ξινό το αγαπώ μα μ' αρέσει και το γλυκό

"Βρήκα έναν γκόμενο, νέο, ωραίο, περνάμε καλά δυο φορές την εβδομάδα, αλλά εκείνη η γκόμενά του τού 'χει ζαλίσει τ' αρχίδια. Όλη μέρα τηλέφωνο τον παίρνει" μου είπε μια φίλη μου που είχα να τη δω αρκετό καιρό λόγω διακοπών. Προσπαθώ να συνέλθω για να τη ρωτήσω: "Τι τον θέλεις τον γκόμενο με την γκόμενα;" και να μου απαντήσει: "Επειδή δεν έχω χρόνο να αφιερώσω σε άντρα, δε μ' ενδιαφέρει".
Εντάξει, σιγά μη θέλει και αποκλειστικότητες, ακόμα δεν τον γνώρισε. Αλλά είναι πολύ φυσιολογικό να τις θελήσει αργότερα, αν προχωρήσει το θέμα. Η φίλη μου όμως, είναι ανώτερος άνθρωπος. Κάνει και τη σύμβουλο σχέσεων, άμα λάχει. Του λέει να κάτσει με την γκόμενά του (την επίσημη ντε) και να βρούνε ποιο είναι το πρόβλημά τους. Γιατί αυτή είναι τόσο καταπιεστική και δεν τον εμπιστεύεται; Γιατί αυτός, στον ένα χρόνο που είναι μαζί, την έχει τρελάνει στο κέρατο και στο ψέμα; (Η φίλη μου είναι η τρίτη γκόμενα με την οποία κεράτωσε την γκόμενά του, την επίσημη ντε).
Μου περιέγραψε σκηνικά με την επίσημη να τον παίρνει τηλέφωνο κάθε τρεις και λίγο και να τον ρωτάει πού είναι και τι κάνει. Δηλαδή, τι ήθελε να της πει; Ότι είναι με γκόμενα και επιτέλους πηδάει ένα μουνί που δεν είναι ξινό σαν το δικό της; Όχι. Ψέματα της έλεγε: "Είμαι σε ένα επαγγελματικό ραντεβού, αγαπούλα μου. Μόλις ξεμπερδέψω, θα σε πάρω εγώ". "Είμαι με το φίλο μου τον Μπάμπη και κάνουμε καφρίλες, μωρό μου. Θα τον ξεφορτωθώ σύντομα και θα 'ρθω να χωθώ στην αγκαλιά σου, τζουτζουρινιλίνι μου". 
Τρέμει το φυλλοκάρδι του κάθε φορά που συναντιούνται. Μην τύχει και πάρει χαμπάρι η γκόμενα (η επίσημη ντε) ότι ξενοπηδάει και του κάνει τη ζωή κόλαση. Ή μήπως τον χωρίσει και πώς θα ζήσει χωρίς γκρίνια και ξινίλα. Η φίλη μου το αντιμετωπίζει ψύχραιμα. "Εγώ μια χαρά είμαι και δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανέναν. Αυτός έχει το πρόβλημα".
Μια νύχτα, αργά, μετά τα μεσάνυχτα, χτύπησε το κινητό της φίλης μου με απόκρυψη. Ήταν αυτή. Πήρε το κινητό του γκόμενού της και το ψαχούλεψε. "ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΤΗΣ ΜΙΛΑΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΗΝ ΞΕΡΩ ΕΓΩ;" του είπε. "Αχ, μωρό μου, μην κάνεις έτσι. Είναι η κουμπάρα του μπατζανάκη του ανιψιού της πεθεράς του ξάδερφου του Αλέκου. Δουλεύει στην τράπεζα από την οποία θα πάρουμε το δάνειο να χτίσουμε τη φωλίτσα μας, τσιριπιριπιτσίνι μου".
Ναι, υπάρχουν κάτι άντρες, με τόσο λίγα αρχίδια, που κάτι τέτοιες γκόμενες τις έχουν, τις παιδεύουν, τους παιδεύουν και στο τέλος τις παντρεύονται. Επειδή ξέρουν ότι βρήκαν ένα κορίτσι για σπίτι. Για να φτιάξουν μαζί μια ευτυχισμένη οικογένεια. Στο μεταξύ, γιατί πριν τις παντρευτούν (αλλά και μετά το γάμο) ψάχνουν περιστασιακές ευτυχίες στα βρακιά άλλων γυναικών, κανείς δεν ξέρει.
Είπα στη φίλη μου να τον σχολάσει επειγόντως. Αυτοί οι φτωχαρχίδηδες δεν αξίζουν να τους δίνουμε τίποτα. Ένα πήδημα και πολύ τους είναι. Που εγώ δε θα το έδινα ούτε αυτό. Αλλά, αφού έφτασε ως εκεί, ας ήταν ένα και μοναδικό. Και ας ήξερε ότι του έκανε μεγάλη χάρη που του έδωσε την ευκαιρία να πηδήξει μουνί που δεν είναι ξινό. Ένα και να το θυμάται.
"Ναι, η αλήθεια είναι ότι έπαθε πλάκα την πρώτη φορά" μου είπε η φίλη μου και μ' έκανε ακόμα πιο έξαλλη. Και τώρα τα θέλει όλα. Να έχει και το ξινό και το γλυκό. Να έχει και το κορίτσι για σπίτι και την γκόμενα για τα καλά γαμήσια. Και ποιος είσαι, ρε φίλε; Δεν είσαι καν άντρας. Σκατά είσαι. Και σου αξίζει να τα χάσεις και τα δύο. Το τίποτα αξίζει στα λειψά αρχίδια που κουβαλάς. 
Δε θα άντεχα ποτέ να δώσω το σώμα μου (για την ψυχή μου δεν το συζητώ) σε τέτοιο μαλάκα. Τον άντρα τον θέλω αρχιδάτο. Όποια μορφή κι αν έχει η σχέση μου μαζί του. Γκόμενος με γκόμενα ή σύζυγο που θέλει ξενοπηδήματα επειδή βαρέθηκε το ξινό μουνί, θέλει δυνατή κλωτσιά στα αρχίδια. Έτσι κι αλλιώς, του είναι περιττά.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Ιστορίες του ακάλυπτου: Ενοικιάζεται

Τις τελευταίες μέρες ακούω φωνές από το διπλανό, προς ενοικίαση διαμέρισμα. Συνομιλίες υποψηφίων ενοικιαστών με αυτόν που τους το δείχνει. Δεν ξέρω αν είναι ο ιδιοκτήτης ή μεσίτης, αλλά κάνει πολύ καλή δουλειά. Περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα του διαμερίσματος, της πολυκατοικίας και της γειτονιάς.
Με την ευκαιρία, μαθαίνω κι εγώ αυτά που δεν ήξερα. Για παράδειγμα, απέναντι έχει χώρο που φιλοξενούνται πρώην τοξικομανείς που μπήκαν στη φάση αποκατάστασης. Έμαθα ποια είναι και η παραδιπλανή μου, αυτή που όλη μέρα μιλάει στο τηλέφωνο ή μαλώνει με τις κόρες της και, καμιά φορά ρίχνει και λίγο ξύλο για να ξεδώσει.
Για μένα δεν έκανε πλήρη περιγραφή. Δεν είχε αρκετές πληροφορίες. Είμαι μια κυρία, καινούργια στην πολυκατοικία. Αν ήξερε κι άλλα, θα ανησυχούσα. Όχι ότι κρατάω και κάτι κρυφό, αλλά θα ένιωθα ότι με παρακολουθεί. Με εντυπωσιάζουν ορισμένοι με τόσα που ξέρουν. Εγώ, τρεις μήνες τώρα, το μόνο που έμαθα είναι ότι έχω κάτι τρελούς γείτονες που όλη μέρα φωνάζουν, έναν που ακούει Μαρινέλλα κάθε απόγευμα, έναν με τη φωνή του Χριστιανόπουλου και κάποιους που ακούνε σκυλάδικα και φλωράδικα. Ποιοι, τι και πώς, ιδέα δεν έχω. Ενώ έπρεπε να περάσουν δυόμισι μήνες, να αλλάξουμε κλειδαριά στην εξώπορτα και να κλειστώ απ' έξω και να χρειαστεί να ψάξω τα κουδούνια, για να ανακαλύψω το όνομα φβ φίλης, η οποία ωστόσο, πάει καιρός που μετακόμισε και με άφησε μόνη σ' αυτό το χάος.
Σε κάποια φάση έλεγε για την ήσυχη γειτονιά. Η παραδιπλανή μάλλον έλειπε. Οι απέναντι όμως ήταν στη θέση τους, έτοιμες να υποστηρίξουν το ρόλο τους ως τρελές της γειτονιάς. Η μία άρχισε να ουρλιάζει και η άλλη της έλεγε "σκάσε μωρή". Είπαν κι άλλα, από αυτά που μόνο αυτές καταλάβαιναν.
Ο κύριος βγήκε στο μπαλκόνι και ζήτησε ευγενικά να κάνουν λίγη ησυχία. Τον έγραψαν ξέρεις πού. Κι ο υποψήφιος ενοικιαστής, μετά απ' αυτό, νομίζω θα τον γράψει στο ίδιο σημείο.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Αχ ναι! Αχ ναι! Αχ ναι! Αχ ναι!


Το έχω αναφέρει πολλές φορές, αλλά λόγω της ημέρας, λόγω της ημέρας λέω, κορίτσια, θα το ξανακάνω θέμα. Μη με ρωτάς, κούκλα μου, τι μέρα είναι. Θ' αρχίσω να ανησυχώ. Μόνο με τους γλυκανάλατους κι ανοργασμικούς Βαλεντίνους ασχολείσαι και με τα γλυκανάλατα κι ανοργασμικά τους αρκουδάκια; Τάραξέ με κι άλλο, μέρα που 'ναι. Παγκόσμια ημέρα οργασμού είναι, για να μη σε παιδεύω άλλο. Πώς λέμε αρκουδάκι; Καμία σχέση.
Δε λέω. Και η ρομαντζάδα καλή είναι, αρκεί να μην είναι προγραμματισμένη μόνο για κείνη τη μέρα του Φλεβάρη. Και μια χαρά κολλάει με τον οργασμό. Που, ναι, έχει κι αυτός τη μέρα του, είναι μέσα στον Αύγουστο, γιατί του ταιριάζει το καλοκαίρι. Τουλάχιστον, έτσι αποφάσισε αυτός ο εικαστικός που καθιέρωσε αυτήν τη μέρα. (Μπορώ κι εγώ να καθιερώσω μια παγκόσμια ημέρα; Πολύ θα ήθελα να γιορτάζουμε την παγκόσμια ημέρα μπακλαβά).
Βέβαια, έχω να προτείνω: Όπως δε λέει να περιμένουμε τη δεκατεσσεροφλεβαριάτικη ρομαντζάδα, έτσι δεν πρέπει να περιμένουμε τον οχταυγουστιάτικο οργασμό. Θα στεγνώσουμε και δε θα τον νιώσουμε. Άσε που άμα δεν είμαστε σε θέση να τον νιώσουμε, θα φτάσουμε στο σημείο να στεγνώσουμε. Φαύλος κύκλος.
Και, όπως έχω ξαναπεί, το στεγνό μουνί καταστρέφει τη γυναίκα. Αρχίζει να το ρίχνει στη μόρφωση και σύντομα έρχεται η παραμόρφωση. Άλλες φορές, το ρίχνει στη γυναικοπαρέα με κουτσομπολιό και θάψιμο της μιας στην άλλη. Αν δε βρεθεί ο σωστός υδραυλικός που θα αποκαταστήσει τη βλάβη, η κατάστασή της θα χειροτερέψει. Θα φτάσει στο σημείο να βλέπει υδραυλικό και να φεύγει τρέχοντας. Εκεί, θα χρειαστεί και παρέμβαση ζαχαροπλάστη, διότι, πέρα από την ξηρασία, θα αποκτήσει και ξινίλα. Μουνί στεγνό και ξινό = θάνατος. Και για την κάτοχο και για τους γύρω της.
Τώρα βέβαια, μπορεί κάποια να βγει και να μου πει ότι τα πάει καλά με τα μαστορέματα κι ότι άμα πιάσει τον κάβουρα στα χέρια της, κάνει καλύτερη δουλειά από υδραυλικό. Το πιστεύω. Η χειρωνακτική εργασία είναι ένας είδος εκτόνωσης. Για λίγο. Μετά, πάλι σκύλα θα γίνει.
Γι' αυτό σας λέω, κόρες. Μέρα που είναι σήμερα, δείτε το σαν αφορμή για να οργανωθείτε. Μην ψάχνετε μόνο για επιτυχία, καλλιέργεια, γαμβρό και ό,τι άλλο σας κρατάει στεγνή και καθαρή. Ψάξτε και για υδραυλικό. Κι όταν τον βρείτε, ανοίξτε του το μυαλό σας, την καρδιά σας και τα πόδια σας και βάλτε τον μέσα. Και νιώστε.

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

Φύγε, κακέ λεκέ, φύγε!


Την ανακοπή τη γλίτωσα, αλλά η ανάσα μου κόπηκε όταν το είδα. Το πορσελάνινο δέρμα μου απέκτησε ένα λεκέ από τον ήλιο (μόνο εγώ τον βλέπω, αλλά δεν έχει σημασία) να με το συμπάθιο. Και να φανταστείς ότι δε βγαίνω ούτε για πλάκα χωρίς να βάλω αντηλιακό με δείκτη προστασίας να με το συμπάθιο. Αλλά πού να μείνει κρέμα στο πρόσωπο, όταν ιδρωκοπιέμαι μ' αυτήν τη ζέστη. Είναι κι αυτό το λιπαρό το δέρμα, που να 'ναι καλά ο μπαμπάς, κατά τ' άλλα, που μου το κληροδότησε -κι αυτό και τα πόδια- και δε σταφιδιάζω εύκολα, αλλά με παίρνουν τα ζουμιά και δε μένει τίποτα. Ούτε μακιγιάζ ούτε αντηλιακή.
Και να φανταστείς ότι δεν ανήκω στις επικίνδυνες κατηγορίες. Μη με βλέπεις άσπρη. Άμα κάτσω να λιαστώ, θα γίνω σαν την ανιψιά του Γκάντι. Αλλά δεν εκτίθεμαι στον ήλιο. Μπορώ να εκτεθώ παντού και με κάθε τρόπο. Δεν έχω θέμα. Όμως τον ήλιο τον φοβάμαι. Και καλά κάνω, όπως αποδείχτηκε. 
Απορώ με κάποιες που επιδεικνύουν με καμάρι το γκαγκανιασμένο τους δέρμα. Η αφυδάτωση, η ζάρα, το τζατζάλιασμα, η φακίδα κι η πανάδα σε όλο τους το μεγαλείο. Ντιπ γκαβές είναι; Ή εντελώς ηλίθιες; Ή απλώς το θράσος τους έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Μας ρωτάνε αν αντέχουμε να μας πετάνε στα μούτρα την πλάτη τους και τη σταφιδιασμένη μούρη τους; 
Σ' αυτές τις περιπτώσεις, λεκέδες σαν αυτόν που αντίκρισα στο καθαρό μου κούτελο, υπάρχουν σε όλο τους το σώμα. Τους προτείνω, λοιπόν, εκτός από θεραπεία στο μυαλό, να κάνουν και μια θεραπεία για το δέρμα τους. Εγώ θα χρησιμοποιήσω μια μικρή ποσότητα, αυτές ας ξοδέψουν μια σοδειά από τα υλικά που θα χρειαστούν. 
Πρόκειται για μια συνταγή της γιαγιάς, που ευτυχώς τη βρήκα και απέφυγα τη βουτιά στη χλωρίνη, την οποία ωστόσο προτιμώ για να διώξω τις κιτρινίλες από τη νικοτίνη στα δάχτυλα.
Εδώ χρειαζόμαστε μαϊντανό και λεμόνι. Κι έχουμε δύο συνταγές:
Ψιλοκόβουμε το μαϊντανό, τον ρίχνουμε σε νερό και το αφήνουμε να κάτσει κάνα δίωρο. Στίβουμε και το λεμόνι, στραγγίζουμε και έχουμε μία ωραιότατη φυσική λευκαντική λοσιόν για τα σημεία του χαλασμένου δέρματος. 
Άμα το έχουμε παραχέσει και, ενώ είδαμε λεκέδες, συνεχίσαμε το τσουρούφλισμα, θα κάνουμε μάσκα με τα ίδια υλικά. Θα τα ρίξουμε στο μούλτι, θα ρίξουμε και λίγη φλούδα λεμονιού για να πήξει και θα την απλώσουμε στο δέρμα. Κι άλλη φορά να προσέχουμε.
Ήταν μία ευγενική προσφορά του οίκου Κατσγούμαν. Με αγάπη και κατανόηση προς όλους αυτούς που ψάχνουν ένα ανώδυνο και χαλαρό θέμα να διαβάσουν. Είτε γιατί δε θέλουν να χαλάσουν τις διακοπές τους, είτε γιατί δεν καταλαβαίνουν κάτι πιο σύνθετο, είτε επειδή είναι τόσο κάφροι που πάντα είναι έτοιμοι να γαμήσουν το κέρατο αυτού που έγραψε ένα κείμενο που δεν τους βρίσκει σύμφωνους.
Γιούχου!

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Η ώρα του νοικοκυροκόριτσου


Νοικοκυρούλες μου
Τα κόβω τα θέματα που προκαλούν αναστάτωση. Ε, είχα καταντήσει ενοχλητική. Άσε που για να με καταλάβει ο μέσος άνθρωπος, πρέπει να πάει ξανά στην πρώτη δημοτικού. Είναι κι ο ανάδρομος Ερμής, που μέχρι να έρθει στα ίσα του, λέω να ασχολούμαστε με ανώδυνα θεματάκια. Με το νοικοκυριό μας, με την κουζίνα μας, με τα νύχια μας...
Τώρα λοιπόν, θα είμαι εδώ και για εσάς. Για να δίνω λύσεις στα προβλήματά σας. Σαν αυτό που έχει να κάνει με το αιώνιο πρόβλημα του τι θα μαγειρέψετε και πώς. Μη νομίζετε ότι επειδή καταπιάνομαι με άλλα θέματα, είμαι καμιά ανοικοκύρευτη. Στην κουζίνα κάνω θαύματα -άμα θέλω. Και θα σας το αποδείξω. Πάρτε μια συνταγή για μπάμιες, προσφορά του οίκου Κατσγούμαν.
Ένας τρόπος είναι να καθαρίσετε τις μπάμιες. Σιγά σιγά με το μαχαιράκι, αφαιρείτε το κοτσάνι με προσοχή. Μια λάθος κίνηση μπορεί να γεμίσει τον τόπο μύξα και γλίτσα. Τώρα, αν βαριέστε το εργόχειρο, πάρτε έτοιμες κατεψυγμένες. Για το στραβό το κόψιμο και τις μύξες που θα βρείτε, δεν έχω καμία ευθύνη.
Ωστόσο μπορείτε και πάλι να αποφύγετε τη μύξα. Δεν τις κάνετε μπλουμ, αλλά τις σωτάρετε πρώτα. Σε ελαιόλαδο, εννοείται. Μη μου κάνετε τσιπιές με τα λάδια. Το σπορέλαιο είναι αηδία και το πυρηνέλαιο καρκίνος. Όταν μαλακώσουν, προτείνω να τις ρίξετε στο ταψί. Αν προτιμάτε κατσαρόλα, φροντίστε να μην τις ανακατώσετε την ώρα που θα βράζουν, γιατί τη μύξα που αποφύγατε με το προσεκτικό καθάρισμα και το σωτάρισμα, θα τη βρείτε μπροστά σας. Ρίξτε νερό, όσο για να τις καλύψετε, κόψτε και κάνα δυο κρεμμύδια, σκόρδο όσο για να μη λιποθυμάτε εσείς από την υπόταση και οι γύρω σας από την μπόχα, τρίψτε και καμιά ντομάτα, ρίξτε και μαϊντανό και ψήστε το για κάνα μισάωρο. Λέω μισάωρο. Μπορεί και παραπάνω. Κάντε και καμιά δοκιμή, μη βασίζεστε κι απόλυτα σ' αυτά που λέω. Εννοείτε ότι ρίχνουμε αλάτι και πιπέρι. Διαφορετικά, θα φάτε μια αηδία.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Το ημερολόγιο μιας άνεργης: Στον ΟΑΕΔ


Τόσα χρόνια στην παραγωγή και δεν έφαγα τίποτα μαζί τους. Ούτε μια επιδότηση. Ό,τι έφαγα, το δούλεψα. Η μαλάκω. Τώρα όμως, ως άνεργη, αποφάσισα να μπω κι εγώ στην ομάδα του "μαζί τα φάγαμε". Είμαι αποφασισμένη. Δικαιούμαι επίδομα ανεργίας και θα το πάρω.
Η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσα να βγω στην παραγωγή. Αλλά καλοκαιριάτικα, δεν υπάρχουν δουλειές. Άσε που αποφάσισα, μέχρι να τελειώσουν αποζημίωση και επίδομα, θα επιδιώξω να κάνω αυτό που μου αρέσει, μου ταιριάζει και μου αξίζει.
Βγήκα που λες στη γύρα, να μάσω τα δικαιολογητικά. Τα εύκολα μου ήρθαν πακέτο από την παλιά δουλειά. Κάτι άλλα τα μάζεψα από δω κι από κει και ήρθε η ώρα να ανοίξω λογαριασμό στην εθνική τράπεζα. 
Η έξυπνη, νομίζοντας ότι όλα γίνονται αυτόματα, επειδή έτσι θα λειτουργούσα κι εγώ, ξεκίνησα την Παρασκευή το πρωί για τέτοιες δουλειές. Θα καταθέσω το ενοίκιο στη μια τράπεζα, θα ανοίξω λογαριασμό για τον ΟΑΕΔ κι έτσι όπως μάζεψα τη χαρτούρα μου, θα πάω να τους την παραδώσω. "Κάπου ανάμεσα στο τυχαίο και το μυστήριο, γλιστράει η φαντασία, η ολοκληρωτική ελευθερία του ανθρώπου" έλεγε εκείνη η λατρεία, ο Μπουνιουέλ. Δεν την έχω χάσει και χαίρομαι πολύ γι' αυτό. Η διαπίστωση ότι διατηρώ τη φαντασία μου, ήταν η μόνη μου παρηγοριά όταν ήρθα αντιμέτωπη με την πραγματικότητα.
Στην εθνική τράπεζα, δεν ανοίγεις λογαριασμό έτσι εύκολα. Ξεκινάς την Παρασκευή και τον έχεις τη Δευτέρα. Πρέπει να έχεις εκκαθαριστικό. Όχι, δεν τους κάνει το αντίγραφο της φορολογικής σου δήλωσης. Το εκκαθαριστικό το ίδιο θέλουν. Γιατί μπορεί να έκανες δήλωση στην εφορία και να έβαλες ψεύτικο ΑΦΜ. Κι εκείνοι θα σου την εκκαθαρίσουν και θα σου δώσουν το κανονικό. Και χέσε το ΑΦΜ. Το κορυφαίο ήταν όταν ανακάλυψαν ότι έχει καταχωρηθεί το όνομά μου στο κατάστημα της Κομοτηνής. Ανήσυχη η υπάλληλος με ρώτησε αν έχω εκεί λογαριασμό. Γιατί ρε παιδιά; Τι έγινε; Α, τίποτα, για λόγους ασφαλείας, θα χρειαστεί να πάρουμε έγκριση να ανοίξουμε καινούργιο λογαριασμό σε άλλο κατάστημα. Και περιμέναμε την έγκριση από την κυρία Παπαράκη. Συγχρόνως ετοιμάζαμε τη σχετική χαρτούρα. Διότι, άμα θέλουν, σου τη δίνουν αυτόματα την έγκριση. Ε, η κυρία Παπαράκη, προφανώς στραβογαμήθηκε και δεν ήθελε. Τηλεφώνησαν, ξανατηλεφώνησαν, τηλεφώνησα κι εγώ στη φίλη μου στην Κομοτηνή, να μιλήσει στον πατέρα της που είναι στην εθνική, να πει στην κυρία Παπαράκη να μη μας γαμάει άλλο τη ζωή. 
Προσπαθούσα όλη μέρα να θυμηθώ τι δουλειά είχα με την εθνική τράπεζα. Την απέφευγα, για να αποφεύγω τις τεράστιες ουρές της. Θυμήθηκα πριν από λίγο. Υπήρχε ένα αυτοκίνητο που πληρώναμε εκεί τις δόσεις και ήταν και το όνομά μου μέσα. Το ποσοστό που είχα στο αυτοκίνητο το άφησα προίκα στον πρώην άντρα μου, μαζί με όλα τ' άλλα όταν έφυγα. Τι να το 'κανα άλλωστε; Πέρα από το ότι δεν ξέρω να οδηγώ, το αυτοκίνητο δεν έχει φτερά -το μόνο που είχα ανάγκη- οπότε έμεινε εκεί κι εγώ βρέθηκα να πληρώνω ακόμα γι' αυτό.
Τελικά, με τρόπο μαγικό, την πήραμε την έγκριση. Έβαλα τον αριθμό του λογαριασμού μέσα στο φάκελο με τα δικαιολογητικά και ξεκίνησα για τον ΟΑΕΔ. Καταλαβαίνεις ότι βρίσκεσαι στον ΟΑΕΔ από τον κόσμο που βρίσκεται απ' έξω. Τρέμοντας για το τι θα αντιμετωπίσεις, μπαίνεις μέσα. "Να έρθετε αύριο πριν τις 10. Μετά δε δίνουμε νούμερα. Δεν προλαβαίνουμε να εξυπηρετήσουμε". 
Έχουν αγριέψει τα πράγματα. Έχουν μεγαλώσει οι ουρές των ανέργων. Και δεν εξυπηρετούνται. Οι ουρές στήνονται από το χάραμα. Όποιος προλάβει. 
Πρέπει να κάνουν κάτι με τις δημόσιες υπηρεσίες. Αυτοί που κωλοβαράνε σε διάφορες θέσεις που δημιουργήθηκαν για να τους τακτοποιήσουν, να πάνε να βοηθήσουν στον ΟΑΕΔ. Έχει πολλή δουλειά. Τόσοι άνεργοι σ' αυτήν τη χώρα, πρέπει να εξυπηρετηθούν. Κι όταν ξέρεις ότι τους έχεις ήδη γαμήσει τη ζωή, ε, μην τους αναγκάζεις να ολοκληρώσουν με πίπα και κατάποση.

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Παραλίες των νοτίων ή των Εξαρχείων;



Και αφού έχεις ψηθεί, έχεις βράσει, έχεις λιώσει μέσα στο καμίνι με την απόλυτη άπνοια και τους 50 βαθμούς, αποφασίζεις να πας κάπου με αέρα. Επειδή έχεις περπατήσει και ξαναπερπατήσει τους παραδείσους του κέντρου (το πιστεύω ότι υπάρχουν) λες να κάνεις μια αλλαγή και να κατέβεις στα νότια, να σε φυσήξει θαλασσινός αέρας.
Είναι κι ότι το Σάββατο όλοι φεύγουν στα εξοχικά τους (ακόμη δεν τους τα έφαγε η κρίση) είναι κι ότι πλέον οι μισοί έχουν φύγει για διακοπές (να πάρουν κουράγιο και δύναμη για την επανάσταση) και είναι πιο χαλαρά τα πράγματα εκεί κάτω. Βέβαια, θα μου πεις, αυτοί που συχνάζουν στα νότια, έχουν χεσμένη και την επανάσταση και την κρίση. Κάτι έχουν ακούσει για πάρτι με κατσαρόλες μόνο, αλλά δεν έτυχε να δούνε από κοντά.
Και φτάνεις στο μέρος το εξωτικό με τα πολυτελή παραπήγματα κατά μήκος της παραλίας. Και καταλήγεις σε ένα απ’ αυτά. Παρκάρεις το αμάξι σου στα παρακείμενα τσαΐρια, για να αποφύγεις το νταβατζιλίκι του παρκαδόρου, με κίνδυνο, όταν επιστρέψεις, να έχει καμιά γρατζουνίτσα από απρόσεκτο οδηγό, κακόβουλο περαστικό και να σε πείσει να μην το αφήσεις ποτέ ξανά σε χώρο μη ελεγχόμενο.
Περπατάς προς την είσοδο, για να σε καλωσορίσει η γλάστρα της υποδοχής. Ναι ρε. Είσαι σε κυριλέ μαγαζί. Θα το διαπιστώσεις και στη συνέχεια. Δέκα γκαρσόνια τρέχουν πάνω κάτω, χωρίς να έχουν συγκεκριμένο σκοπό. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα παραλιακά μαγαζιά. Όσο πιο μεγάλο είναι το μαγαζί, τόσο πιο πολύ τρέχουν άσκοπα. Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο ότι θα βρίσκονται κοντά σου τη στιγμή που τα χρειάζεσαι. Ούτε καν για να παραγγείλεις. Έχει πολλή δουλειά το μαγαζί, λέμε.
Είπαμε. Βρίσκεσαι σε κυριλέ μαγαζί. Το διαπιστώνεις κι από το ψευτομοντέρνο περιβάλλον. Από τη βαρετή μουσική. Από τους θαμώνες. Σικ κυρίες, ξανθές κι ηλιοκαμένες από το πολύ σολάριουμ με λαμπερό μπεζ κραγιόν σε καφέ περίγραμμα, συνοδευόμενες από ηλικιωμένους νεανίζοντες κυρίους, επίσης ηλιοκαμένους από την πολλή ιστιοπλοΐα. Παρέες με μπάκουρους, με πόλο με σηκωμένο γιακά και παρέες με γκομενίτσες με πλατινέ μαλλί, μίνι και δωδεκάποντο. Γονείς που ξαμολάνε τα παιδιά τους στα τραπέζια των άλλων, αρκεί να φύγουν απ’ τα δικά τους. Παρέες από το ΚΑΠΗ στη Σαββατιάτικη μάζωξη. Παρέες βλαχοκυριλέδων, νοικοκυραίων και καγκουραίων που βάλανε τα καλά τους και βγήκαν για χαϊλίκια. Κι από το διπλανό μαγαζί - αίθουσα εκδηλώσεων, ν' ακούς "σήμερα γάμος γίνεται".
Παρ' όλα αυτά, έχεις διαπιστώσει ότι βρίσκεσαι στο πιο αξιοπρεπές μαγαζί της περιοχής. Κι ευτυχώς, ο Θεός σ’ αγαπάει και, την ώρα που μπαίνεις, αδειάζει το ακριανό τραπέζι κι έτσι έχεις μικρή επαφή μ’ όλα αυτά. Γυρνάς την πλάτη και καταφέρνεις να απολαύσεις με την ελάχιστη ενόχληση το θαλασσινό αεράκι, τον παφλασμό των κυμάτων, τη θέα στη φωτισμένη παραλία και ό,τι άλλο σου δίνεται όσο βρίσκεσαι εκεί.
Ασφαλώς, όλα αυτά, κανονικά, σου ανήκουν. Αλλά, είπαμε, βρίσκεσαι σε κυριλέ μαγαζί και θα τα πληρώσεις ακριβά. Μισή μερίδα ποτό, το πληρώνεις σε διπλάσια τιμή, σε σχέση με τα μαγαζιά που ήξερες στο κέντρο. Έτσι. Για να μην ξεχάσεις πού βρίσκεσαι.
Γαμημένη παραλία. Είτε είναι μέρα, είτε είναι νύχτα, ένα σίχαμα είναι. Δηθενιά, νταβατζιλίκι και ψευτοκυριλίκι. Και άνθρωποι που θέλουν να ξεχωρίσουν, αλλά δε θα το καταφέρουν ποτέ. Γιατί όλοι γύρω τους, το ίδιο επιδιώκουν. Και δεν έχεις εναλλακτικές όταν βρίσκεσαι εκεί. Θα τη λουστείς τη σκατίλα. Δεν παίζει να βρεις κάτι διαφορετικό στην παραλία. Πιο λιτό. Πιο ανθρώπινο. 
Την επόμενη φορά, λες να πάρεις μπίρες από το περίπτερο και να ψάξεις να βρεις μέρος ξέφραγο να αράξεις. Σιγά μην τα καταφέρεις. Έχουν βάλει πόδι (και χέρι) παντού. Εξάλλου, είπαμε, υπάρχουν παράδεισοι στο κέντρο και προσφέρονται δωρεάν. Και χωρίς να είναι στημένοι. Και χωρίς να τους ελέγχει κάποιος. 
Στο νησί των Εξαρχείων θα καταλήξεις. Γιατί σαν την παραλία της Βαλτετσίου, δε θα βρεις πουθενά.