Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ: Οι δικυκλιστές.


Είναι οι γαμιάδες του δρόμου. Και του πεζοδρομίου και του πεζόδρομου. Θα αποφύγουμε τις περιττές εισαγωγές και θα πάρουμε τις κατηγορίες με τη σειρά.
Στο δρόμο: Καβαλάει το μωρό του και σχίζει τις λεωφόρους με μεγάλη ταχύτητα, καθώς ο αγέρας δέρνει απαλά τ' αγαλματένιο του κορμί. Εκεί πάνω νιώθει ελεύθερος. (Και πουθενά αλλού, γιατί, προφανώς, δεν είναι). Θα φτάσει πρώτος στον προορισμό του. Θα χωθεί σαν την τσουτσού ανάμεσα στα αμάξια, θα προσπεράσει από δεξιά, στο κόκκινο φανάρι, αν έχει άλλους μπροστά του, θα τους καβαλήσει για να έρθει μπροστά. Δε θα βλέπει το δικό του φανάρι. Θα βλέπει αυτό των πεζών. Μόλις ανάψει το κόκκινο για τους πεζούς, θα αρχίσει να γκαζώνει απειλητικά. "Παρ' τα πόδια σου μαλάκα που περνάς τη διάβαση, ο γαμιάς της ασφάλτου είναι έτοιμος να μεταμορφωθεί σε πύραυλο". Δεν προλαβαίνει να ανάψει το πράσινο και έχει βρεθεί στο επόμενο φανάρι. Αν ανάψει το κόκκινο και δεν έχει άλλους μπροστά του, θα το αγνοήσει. Ε, μέχρι να κουνηθεί ο διπλανός που του άναψε το πράσινο, προλαβαίνει να περάσει έτσι όπως πετάει. Τώρα, αν υπάρχει πεζός που πάει να περάσει, στο μουνί του. Αν είναι δυνατόν! Ο πεζός δεν πρέπει να κοιτάει το φανάρι του, αλλά την καλή διάθεση του οδηγού να σταματήσει στο δικό του κόκκινο φανάρι. Ο μοτοσικλετιστής δεν έχει ποτέ τέτοια διάθεση. "Να περιμένει ο αναιδής, που θέλει και δικαιώματα στο δρόμο" σκέφτεται και γκαζώνει ακόμα πιο δυνατά. Είπαμε, ο δρόμος είναι του καυλιάρη καβαλάρη.
Και το πεζοδρόμιο είναι του καυλιάρη καβαλάρη. Θα το καβαλήσει κι αυτό, πάντα με φόρα. Οι πεζοί που κινούνται πάνω του πρέπει να κάνουν στην άκρη να περάσει. Αν δεν το κάνουν από μόνοι τους, θα τους αναγκάσει ορμώντας πάνω τους απειλητικά. Θα παρκάρει φαρδύς πλατύς πάνω στο πεζοδρόμιο κλείνοντας τα περάσματα. Στο μουνί του και πάλι για τον πεζό. Να στριμωχτεί και να περάσει. Πόσο χώρο θέλει πια για να κινηθεί ένας άνθρωπος!
Ο καυλιάρης καβαλάρης θα καβαλήσει και τον πεζόδρομο. Ε, ναι. Αφού χωράει άνετα, γιατί να παιδεύεται στους δρόμους με τα αυτοκίνητα; Ειδικά σε πεζόδρομους με παγκάκια και δεντράκια, λατρεύω να τους γαμάω τη φαντασίωση. Περπατάω αργά, πηγαίνοντας ως αναποφάσιστη δεξιά - αριστερά και κάνω πως δεν τον ακούω που μαρσάρει υστερικά πίσω μου. Κι όταν φτάνουμε στο δρόμο και τον απεγκλωβίζω, πατάει μια απότομα το γκάζι, σαν να μου λέει: "Άντε γαμήσου κομπλεξικιά καριόλα που νομίζεις ότι ο πεζόδρομος δεν ανήκει σε μένα και το μωρό μου. Ίσα μωρή τσούλα, μη σε θερίσω!" και χάνεται στον ορίζοντα. Θα μπορούσε να μου τα πει στα μούτρα τα μπινελίκια που σκέφτηκε. Αλλά είναι ευγενής. Και αυτό τον κάνει ανώτερο από τα υπόλοιπα ανθρωπάκια που κινούνται με τα πόδια ή πήζουν μέσα στα αυτοκίνητά τους.
Παρά το ότι ο κάθε μοτοσικλετιστής κάνει τουλάχιστον διακόσιες παρανομίες σε μια μέρα, θα φάει πρόστιμο μόνο για κάνα κράνος, άντε και καμιά ταχύτητα, στην έσχατη περίπτωση και για καμιά ηχορύπανση. Προτείνω στο νέο, αξιόλογο υπουργό ΠΡΟΠΟ, τη σύσταση ομάδας για να μαζευτούν τα μυαλά των μοτοσικλετιστών που πήραν αέρα. Και να μην έχει καμία σχέση με ΔΙΑΣ. Αυτοί είναι χειρότεροι. Εξακόσιες παρανομίες σε μια μέρα.

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ: Τοξικά απόβλητα νεοπλουτισμού.


Το θέμα ξεκίνησε από την (ξινή) μάνα με την (άβουλη) κόρη που μπήκαν στο μαγαζί. Έγινε θέμα συζήτησης στο φέισμπουκ και η κατάληξη ήταν ότι φταίει ο νεοπλουτισμός. Μάστιγα. Θυμήθηκα μία περσινή φωτογραφία που είχα δει. Ο πρώην με τη μαμά του σε προεκλογική της συγκέντρωση. (Νεοπλουτισμός + πολιτική = κατάρα). Αξέχαστη φωτογραφία, χαρακτηριστικό δείγμα νεοπλουτίστικης καγκουριάς.
Ήταν λοιπόν η κυρία με το λευκό συνολάκι που την κάνει να ξεχωρίζει από την πλέμπα και τη βλαχιά του τόπου της, πίσω της ο ευνούχος, εεε... ο υιός ήθελα να πω με το μπέρμπερι πουκάμισο και γύρω τους τα πλήθη που την "αποθέωναν". Αλλά, ρε γαμώτο, λίγο πιο κει, ανάμεσα στα λαϊκά ανθρωπάκια που τους περιτριγύριζαν φαινόταν άλλος ένας με το ίδιο ακριβώς πουκάμισο μπέρμπερι. Ε, μα δεν είναι κατάσταση αυτή, αφεντικά και δούλοι.
Ο υιός λοιπόν της κυρίας, πίστευε στο τρίπτυχο της επιτυχίας: Μπέρμπερι, ρόλεξ, ες ελ κέι. Τους πέτυχε τους στόχους της ζωής του. Αποκλείεται ο άλλος στη φωτογραφία με το μπέρμπερι να είχε και τα άλλα δύο. Μη σου πω ότι και το μπέρμπερι πουκάμισο ήταν μαϊμού. Σίγουρα. Από τη λαϊκή θα το πήρε.
Αργότερα, γνώρισα ένα παιδί από τα μέρη του που σπουδάζει στην Αθήνα. Παρά την καταγωγή του, λειτουργεί αλλιώς. Και γελούσε καθώς μου περιέγραφε τα βίτσια των συμπατριωτών του: Κάθε Σάββατο κατεβαίνουν στην Αθήνα. Και, ασφαλώς, πάνε για καφέ στο Κολωνάκι. Αν πας Σάββατο στο ντα κάπο, οι μισοί θα είναι από κει. Συναγωνίζονται ποιος έχει πάει πιο πολλές φορές στο Κολωνάκι. Το υποψιαζόμουν και με τον πρώην αυτό. Είδαμε και πάθαμε μέχρι να απομυθοποιήσει το ντα κάπο και τα μαγαζιά στη Μηλιώνη. Και του είχε ξεφύγει ότι κατέβαιναν καμιά φορά όλη η καλή παρέα για μεγάλη ζωή: Κολωνάκι για καφέ, φαγητό σε κυριλέ ρεστοράν, τρελά γλέντια στην παραλιακή και στριπτιζάδικο για ένα καλό... τελείωμα.
Συμπέρασμα: Όσα λεφτά κι αν κουβαλάς, αν η βλαχιά έχει ποτίσει μέσα σου, δε θα σε εγκαταλείψει ποτέ. Ασφαλώς, λέγοντας βλαχιά, δεν αναφέρομαι στην καταγωγή (αν και στην προκειμένη περίπτωση ισχύει και μάλιστα σε συνδυασμό με την αρβανιτιά) αλλά στον τρόπο σκέψης, στον τρόπο ζωής και σ' αυτήν την τάση για επίδειξη. Την επίδειξη του κενού που υπάρχει παντού, εκτός από την τσέπη.
Στο μεταξύ, από αλλού το ξεκίνησα, από μια δυτικιά λαϊκάντζα, ξινή, αγενή και άξεστη που μπήκε στο μαγαζί και μου χάλασε τη μέρα και κοίτα πού κατέληξα. Σε άλλες ξινές και περσινά ξινά σταφύλια. Ίσως επειδή, τώρα που τα βλέπω αλλιώς τα πράγματα, είναι πιο έντονη αυτή η καγκουρίλα που τότε δε μου έκανε αίσθηση.

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ: Πολιτισμός και οικολογία.


Μέχρι τώρα έχω πει τα καλύτερα για το χωριό μου και ειδικότερα για το αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο της Ναυαρίνου. Και τι ωραία (και σωστή πάνω απ' όλα) παρέμβαση και μπράβο στα παιδιά και τι ωραία δεντράκια, λουλουδάκια, παρτεράκια και τι ωραία που περνάνε, με τις εκδηλώσεις τους και τις δράσεις τους και τι ωραία που κατάφεραν να μας ξεκουνήσουν εδώ στο μαχαλά και να μας απαλλάξουν από τη μούχλα και άλλα τέτοια, μην κάτσω να αραδιάσω.
Αλλά υπήρξε μια μεγάλη παράλειψη. Δεν έγινε σωστή μελέτη. Τόσες παρεμβάσεις και ούτε μια τουαλέτα. Και άμα περνάς τη μέρα σου και τη νύχτα σου εκεί και πίνεις και πέντε δέκα μπίρες, τη χρειάζεσαι. Όχι, άμα είσαι αγοράκι, δεν κάνει να τα κρατάς μέχρι να φτάσεις στο σπίτι. Κινδυνεύει ο προστάτης σου. Κι άμα δεν υπάρχει τουαλέτα πρόχειρη, θα ψάξεις να βρεις μια λύση. Έχει πολύ ωραίες γωνιές για κατούρημα. Χαριλάου Τρικούπη και Ναυαρίνου, γωνίες δύο. Χαριλάου Τρικούπη παραπλεύρως του πάρκου, σκοτεινή γωνία τρίτη. Σκοτεινή είσοδος πολυκατοικίας σε στοά, επί της Ζωοδόχου Πηγής, φάτσα κάρτα στο πάρκο. Σημεία από τα οποία αν περάσεις, θα σε στείλει σε άλλους κόσμους το μεθυστικό τους άρωμα.
Άνετα μπορείς να διακρίνεις την αγάπη των νέων για τη φύση και την απέχθειά τους για την τσιμεντούπολη που τους πνίγει, ωστόσο κανείς απ' αυτούς δε φεύγει για το χωριό του, παρά μόνο εκδικείται το τσιμέντο κατουρώντας το. Ναι. Ο νέος με οικολογική συνείδηση δε θα κατουρήσει στα δέντρα. Θα κατουρήσει στους τοίχους και στα καταραμένα τα μπετά. Τώρα βέβαια, αν δεν τους ενδιαφέρει τι σκατά υπάρχει γύρω από το παραδεισένιο περιβάλλον όπου περνούν την ώρα τους, εμένα δε μου πέφτει λόγος. Απλώς σήμερα που περνούσα, έτσι όπως είναι κατηφόρα στη Ναυαρίνου, παρατήρησα ότι τα σημάδια από τα ποταμάκια που στέγνωσαν, έφτασαν μέχρι το δρόμο. Σιχάθηκα και να πατήσω. Για την μπόχα εντάξει, μπορώ να κρατήσω την αναπνοή μου.
Βέβαια, κατουρημένοι τοίχοι υπάρχουν πολλοί. Κάνε μια βόλτα πέριξ της πλατείας Ομονοίας και θα πέσεις κάτω από την μπόχα. Αλλά εκεί είναι η παρακμή. Ενώ στα Εξάρχεια είναι η ομορφιά. Και ο πολιτισμός. Βέεεεβαια!

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ: Το βασίλειό μου για ένα τσαντό.


Η Ντέπυ είναι από την Πετρούπολη. Τελείωσε πριν από δύο χρόνια τη νομική και, μέσω της ΔΑΠ, δικτυώθηκε και δικαιώθηκε. Εργάζεται σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο στο Κολωνάκι. Τη συναντώ κάθε πρωί στη Σκουφά. Μαλλί μαζεμένο, ριχτό φόρεμα, φρέντο καπουτσίνο στο ένα χέρι και, τους τελευταίους τρεις μήνες, τσάντα Louis Vuitton στο άλλο. Την αγόρασε με ένα μισθό της. Την έχει περασμένη στον καρπό και την κρατάει με καμάρι. Μπροστά πηγαίνει η τσάντα, πίσω ο καφές, πιο πίσω η Ντέπυ.
Το σπουδαιότερο απόκτημα. Κατάκτηση. Και μετά απ' αυτό, αναμένονται κι άλλες κατακτήσεις. Ε, ναι αγάπη μου! Άμα κρατάς μια τέτοια τσάντα, μετράς. Σε βλέπουν με άλλο μάτι. Σε υπολογίζουν. Δε σε ρωτάνε από πού είσαι. Υποψιάζονται. Και πέφτουν έξω. Με τέτοια τσάντα, μπορείς να βρεις και γαμβρό. Αντάξιό σου. Κάποιον με τον αέρα του πετυχημένου, που θα τον συναντήσεις ένα πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά σου, στο Κολωνάκι πάντα, και θα κρατάει κι αυτός ένα φρέντο καπουτσίνο και μια ανάλογης αξίας και σπουδαιότητας τσάντα. Δε θα τον ρωτήσεις από πού είναι. Υποψιάζεσαι. Και πέφτεις έξω.
Και τώρα, όλα τα καλά κορίτσια, θα κάνουμε την τύχη μας. Για ένα μήνα δε θα τρώμε για να μη χέσουμε. Αλλά θα το πάρουμε το σωστό τσαντό. Και θα το μοστράρουμε όπως πρέπει. Κι εκεί να δεις επιτυχίες.

Σημειώσεις για να προλάβω τους καλοθελητές:
1.Δεν έχω πρόβλημα με τα κορίτσια από την Πετρούπολη. Εντάξει, θεωρώ ότι δεν ταιριάζω μ' αυτά, αλλά από την Πετρούπολη είναι μία πολύ αγαπημένη φίλη, τόσο που την αποκαλώ μητέρα (κι ας είναι μικρότερή μου) η οποία ωστόσο είναι αυθεντική Πετρουπολίτισσα. Έχω πρόβλημα με τα κορίτσια που δεν μπορούν να το αποδεχτούν και θέλουν να γίνουν κάτι άλλο.
2.Εντάξει, το ομολογώ. Δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσω τέτοια τσάντα. Αλλά και να την είχα, δε θα την ήθελα. Και να μου τη χαρίσουν, δε θα την κρατήσω. Η αγαπημένη μου τσάντα είναι μία καραπλαστικούρα με κουλά σχεδιάκια.

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ: Η κοντή.


Κοντές υπάρχουν παντού. Αλλά μόνο στο κέντρο της Αθήνας συναντάς τη βελτιωμένη ράτσα. Οι κοντές του κέντρου βιάζονται πολύ. Κάτι τρέχουν να προλάβουν, αλλά δεν καταλαβαίνω τι. Νομίζω ούτε αυτές ξέρουν. Γιατί ποτέ δεν περπατάνε σε ευθεία. Είμαι πάνω από 1.80 και δε θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω πώς λειτουργούν και γιατί το κάνουν αυτό. Να υποθέσω ότι κάτι συμβαίνει με το οπτικό τους πεδίο; Κάτι θέλουν να δουν και τους το κρύβει ο μπροστινός τους; Γι' αυτό κινούνται δεξιά αριστερά; Αν τις έχεις μπροστά σου σε ζαλίζουν. Ευτυχώς περπατούν τόσο γρήγορα, που σε λίγη ώρα εξαφανίζονται.
Τις έχω συναντήσει στο δρόμο. Συχνά είναι φορτωμένες με σακούλες που το περιεχόμενό της ξεχειλίζει. Αν δε βρίσκονται ήδη μπροστά σου, θα περάσουν οπωσδήποτε. Ανάμεσα απ' τα πόδια σου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κόντεψα να πατήσω κοντή στο δρόμο. Κάνε μια κανονική προσπέραση, κούκλα μου. Μην οδηγείς επικινδύνως. Θα προκαλέσεις ατύχημα και θα σε πληρώνουμε κιόλας. Αναρωτιέμαι: Η τροχαία τι κάνει σ' αυτές τις περιπτώσεις;
Τις έχω συναντήσει σε πολλούς χώρους. Αναφέρω σούπερ μάρκετ. Χαρακτηριστική περίπτωση. Πας να πιάσεις την κονσέρβα τα ντολμαδάκια και ξαφνικά, από το πουθενά, βλέπεις κάτω από το χέρι που σηκώνεις ένα κεφάλι. Πριν προλάβεις να το δεις, βλέπεις ένα χέρι μπροστά από το χέρι σου. Η κονσέρβα που έβαλες στο μάτι δεν υπάρχει πια. Με ταχύτητα αστραπής, πρόλαβε και την άρπαξε. Πάρε τη διπλανή. Το ίδιο είναι. Όταν φτάνεις στο ταμείο, θα τη βρεις μπροστά σου. Θα έχει περάσει και πάλι ανάμεσα απ' τα πόδια σου, χωρίς να φοβάται μην την πολτοποιήσεις στο επόμενο βήμα σου. Αδίστακτη.
Πάνω απ' όλα, με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η ταχύτητα είναι αντιστρόφως ανάλογη του ύψους. Όσο πιο κοντή, τόσο πιο γρήγορες είναι οι κινήσεις της. Μια ζωή μου έλεγε η μάνα μου ότι μέχρι να κουνήσω το ένα πόδι, βρωμούσε το άλλο. Και, έξαλλη καθώς ήταν, βλέποντας την ανικανότητά μου να μετακινήσω πχ ένα αντικείμενο, το μετακινούσε αυτή. Είναι κοντή.


Και μετά απ' αυτό, περιμένω να χαρακτηριστώ. Αν σκεφτεί κανείς, ότι πριν από λίγο καιρό, γράφοντας για πέφτουλες, χαρακτηρίστηκα αγάμητη, ανοργασμικιά και ότι άλλο (από αυτούς που σε άλλη φάση θα με χαρακτήριζαν γαμιόλα) τώρα θέλω να χαρακτηριστώ δίμετρη κομπλεξάρα.
Ευχαριστώ :)

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Ηλίας Πετρόπουλος - 7 χρόνια χωρίς το μεγάλο δάσκαλο.


Λόγος επικήδειος
διά τα παλαιά άγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
αλλά συγχρόνως και ελεγεία
εις ανάμνησιν της ομορφιάς μιας γυναίκας
εξαιρετικώς αγαπηθείσης.



Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα τραγούδια εξόχως ανιστορήθησαν. Τα ρεμπέτικα υπήρξαν κάποτε η παρηγοριά μας. Ήταν οι λευκοί ασπασμοί των παραγνωρισμένων. Αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου το βουβό, πλέον, μπουζούκι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δεν τραγουδούσαν οι γυναίκες (αυτές συνήθως αργά κατανοούν το πόσο αγαπήθηκαν), ούτε τα τραγουδούσαν οι σκληρόκαρδοι.

Όχι μόνο για την αλήθια, αλλά και για την ομορφιά της αλήθιας νιάζομαι. Μη μου στείλεις περιστέρια· μαντεύω τα λόγια αγάπης που θα μου πεις. Ο έρως συμβαίνει σαν δυστύχημα. Κρατούσα, τότε, σαν βιολί το σώμα σου, μα τώρα που είμαστε μακριά σ' έχω φωτιά παντοτινή μες στην καρδιά μου. Θα ψάχνεις λυπημένη να με βρεις στους άδειους δρόμους και θα ρωτάς παντού για μένα, και στην περιρρέουσα μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών θα αναζητάς επί ματαίω παρηγοριά. Εφέτος ανήμερα το Πάσχα έβρεχε και η δολιότης πίκραινε την καρδιά μου. Το ξέρω· η θέση μου είναι στο νεκροταφείο. Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι. Δεν είμαι δικός μου. Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν. Θλιβερά βλέματα τέκνα της σιωπής μου. Ο θάνατος απόψε διώχνει το κάθε τι απ' την ψυχή μου. Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία πού ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια. Τα ρεμπέτικα προήχθησαν εις μαυσωλείον αισθημάτων. Το να υποφέρεις απ' του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο. Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. Πολλά εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου με γαλούχησε με τα τραγούδια αυτά. Έχτισα το παρόν βιβλίο, σα να έχτιζα χελιδονοφωλιά, προς χάριν του ισοβίου φίλου Τσιτσάνη. Την εγκαρτέρηση εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα.

Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (άχ, σβήνω) όταν εσύ χρησιμοποιείς τα αισθήματα μου σαν κέρματα. Αν πρόκειται κανείς να διατηρήσει την ευαισθησία του ας είναι ο ηττημένος. Τα ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ως αναμνήσεις. Ζήσαμε τις πιο εφιαλτικές νύχτες του αιώνος. Οι ενθυμήσεις ελλοχεύουν. Ένιωσα τα πάντα μόνον σαν πάθη. Άφησέ με νάμαι παράφορος, αφού η λογική είναι ο προθάλαμος της τρέλας. Υπήρξα ένας Ιδανικός Φαύνος. Θα σε γκρεμίσω με δάκρυα, ζοφερή πολυαγαπημένη.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς. Και μόνον όποιος τα πλησιάσει με αγνό αίσθημα τα νιώθει και τα χαίρεται. Γιατί, η καρδιά με καρδιά μετριέται.

Έκλεισεν ό κύκλος των ρεμπέτικων τραγουδιών. Ανήκουν πια στο παρελθόν τα τραγούδια αυτά. Χοροστατώ μοιραίως στό μνημόσυνο τους αφού ο *** κυμαίνεται, τη νύχτα αυτή, μεταξύ ευφημίας και επιβιώσεως.

Αίφνης σκοτείνιασε η πλάση και η αυτοκτονία απέβη το όνειρο εκάστου εχέφρονος ανθρώπου. Ο θεηφόρος έρως μόνη πειθώ τής ζωής. Φυλακτά σε σχήμα καρδίας αντίκρυσα στο βυζαντινό μουσείον Αθηνών. Στα λάσια μπράτσα των ρεμπέτηδων συχνά βλέπω κεντημένη μιά καρδιά με φυλλοκάρδια, όπου στη μέση της έχει το όνομα της πολυαγαπημένης.

Οι νεοελληνικοί αιώνες εγκυμονούσαν τα ρεμπέτικα τραγούδια. Στον έρωτα ο χρόνος ετάχθη υπέρ των ανδρών. Αφότου γεννηθήκαμε ο θάνατος αναμένει. Ήπια τα χίλια πικρά όχι, πριν καταπιαστώ με τα ρεμπέτικα. Οι χαρές, όπως και οι ηδονές, οδηγούν στην γνήσια θλίψη. Σαν χειρονομίες σφοδρού κοπετού μοιάζουν τα φτερουγίσματα αυτουνών που χορεύουν ζεϊμπέκικο. Ο Γιάννης Τσαρούχης ξέρει γιατί αποκαλεί τον ζεϊμπέκικο Χορό των Χορών. Ίσως, μόνον ένας ερωτευμένος μπορούσε να συντάξει τον επικήδειο των ρεμπέτικων τραγουδιών, πού εξακολουθούν να φαντάζουν σαν μαγικός λουλουδότοπος μακρινός, οριστικά χαμένος και απροσπέλαστος. Ο νους του ανθρώπου (ισχυρός ως ο έρως, πανίσχυρος ως ο θάνατος) εξακοντίζεται προς το παρελθόν. Η θλίψη αποτελεί την ηχώ τών ερωτικών λαϊκών ασμάτων. Είθε, σύντομα τα ελληνόπουλα να διδάσκονται στα σχολεία την απαράμιλλη μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών.

Θα σταδιοδρομήσω του λοιπού ως προδότης. Κατάβαθα κι εγώ, κατάβαθα κι εσύ, πληγώσαμε τις καρδιές μας. Όλη νύχτα με ξυπνούσαν οι αναστεναγμοί μου. Είμαι φίλος των νεκρών. Το επόμενο πάθος με σώζει από το προηγούμενο, μα κάθε πάθος κατακάθεται στην παλίμψηστη ψυχή μου σαν μαυρίλα, και τότε η αυτοκτονία υποδύεται την λύτρωση. Η ιδιοφυΐα είναι η μόνη αποδεκτή μορφή παραφροσύνης, ο δε οίκτος φόρτος αλλοτρίων δυστυχιών. Οι μεγάλοι έρωτες, όλοι τους, είναι σαν ερωτικό παράπονο. Ο έρως στερείται νίκης. Αρχίζει και τελειώνει με ήττα του ανδρός. Σαν τον Αχιλλέα ήσουνα υπερήφανη και σκληρόκαρδη· όμως, ώρα σου καλή, όπου κι αν βρίσκεσαι, γλυκιά μου αγαπημένη.

Καθώς χαμένο σκυλί, σκυλί του δρόμου, σέρνομαι αυτές τις μαύρες μέρες με άδεια καρδιά και κάθε δειλινό πέφτω, πέφτω, σ' ένα βάραθρο πέφτω. Βέβαια οι γυναίκες στερούνται φαντασίας και πάθους, αλλά εγώ αγάπησα και αγαπήθηκα, κι εσένα δείχνω όταν ερωτηθώ για το νόημα του έρωτος. Λιποτάκτης στην μυριάνθρωπη έρημη Αθήνα που με τρομοκρατεί κι όλο με εξωθεί προς την αυτοκτονία. Η απαισιοδοξία είναι απόδειξη ανθρωπιάς. Εγώ ειμί ο εχθρός μου. Στην ηλικία όπου τώρα πια έφτασα το νιώθω πεντακάθαρα πως είμαι ένας αποτυχημένος. Δεν θα σκεφτόμουνα ποτέ δίχως το συνοικέσιον της μελαγχολίας. Συχνά κλέβω ψυχές, μα εσύ δεν είσαι κοντά μου, ούτε σε ξένα χέρια. Γέρασα με ερωτευμένη καρδιά εφήβου. Είναι υπερβολή να ζεις με αγάπη κι είναι επικίνδυνο να κατέχεις, τόσο πολύ, τα μυστικά της ψυχής σου. Αδυνατώ να θάψω τις αναμνήσεις κι αυτό θα προσδιορίσει τον θάνατο μου. Την κοίτη του τάφου μου είδα. Πόσες μέρες, πόσα χρόνια, θα άντεχες εσύ μιά ζωή δίχως ελπίδες;

Αργείς· η ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τα βράδια, ολομόναχος, κατάμονος, στο καμαράκι που ξέρεις, και κατηγορώ τον εαυτό μου, κι όλο σκέφτομαι περί της αδυσωπήτου φθοράς των αισθημάτων. Ο νους μου αρμενίζει προς την απελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλούς φίλους γύρω μου κι από τότε ζω σαν πουλί τρομαγμένο. Σε περιμένω μέρα και νύχτα και κάθε αυγή να ξαναγυρίσεις σε καρτερώ. Με παρασύρει η καρδιά μου (εσύ, γλυκιά μου, ακόμη την κυβερνάς) σε αναπολήσεις της εξαίσιας μορφής σου, που ούτε μπορώ ούτε θέλω να ξεχάσω, και που αφότου εχάθη σε μαύρα σκοτάδια μ' έριξε. Εκείνην που κάθεται αντίκρυ μου την έχω μες στα στήθια μου. Οι σκιές των δολοφονηθέντων φίλων, και ψες τη νύχτα, όπως κάθε νύχτα, ήρθαν αργοσαλεύοντας στον ύπνο μου, και τάχα ήσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλή, μαραμένη. Ευλαβούμενος της μνήμης των περιδιαβάζω στην Οδόν Αναπαύσεως. Όταν φεύγει η αγαπημένη είναι σαν νάχει πεθάνει. Στα μάτια σου τα σημάδια της προδοσίας. Η ομορφιά μιας γυναίκας είναι ένα ένδυμα ευχαριστήσεως. Κλείσε με στην καρδιά σου κι ας το ξέρουμε μόνον εμείς οι δυό.

Ήκμασαν τα ρεμπέτικα τραγούδια την εποχή που μετρούσαμε τάφους. Η δράση σχεδόν αποβλακώνει τον άνδρα. Οι άνδρες των ρεμπέτικων τραγουδιών απεχθάνονται τους μετριοπαθείς. Είναι σοφός όποιος αγαπά κι ελπίζει, και είναι σοφώτατος όποιος λυπάται. Ο ερωτευμένος καταντάει μισός άνθρωπος. Ο οίκτος δέον να θεωρείται της αγάπης η ανάληψις. Έρωτα μάθετε οι ενοικούντες επί της γης. Πάντα οι απογοητευθέντες σώζουν την οικουμένη. Μιά ειδική λεβεντιά απαιτείται για νάναι κανείς ανήθικος. Η λογική μου εδρεύει στην καρδιά μου. Ο έρως θρέφει (αλίμονο) τους ιδεώδεις. Τα του παρελθόντος αγλαΐζονται. Ο κυνισμός φαίνεται πως είναι ο θώραξ των ευαισθήτων, που τους προφυλάσσει από τον δαίμονα της ενδοσκοπήσεως. Ο οίκτος έρχεται με τα χρόνια. Η σκέψη είναι δυστυχία. Εξ οίκτου αμαρτάνω. Τρομάζω όταν σκέφτομαι. Υπήρξες τόσον ωραία που σε σεβόμουνα. Είναι αντιδραστικός κι ο αρνούμενος να αποθάνει. Αντιφάσκω, άρα ζω. Η αυτοκτονία είναι έκφραση ανταποδοτική της κοινωνικής ποινής του ψυχικού εξοστρακισμού. Η μόνη προσωπική χειρονομία στην αυτοκτονία είναι η αυτόχειρη εκτέλεση μιάς κοινωνικής αποφάσεως. Στον έρωτα ενός ανδρός, πιθανώτατα, έχει μεγαλύτερη σημασία το ζέον αίσθημα παρά το όνομα της αγαπημένης. Η κεφαλή μου, τώρα, σε προσκέφαλο φέρετρον, κι όχι στα γόνατα σου, τώρα, αναπαύεται. Έναν σταυρό σού χάραξα στο μέτωπο και σε σημάδεψα. Μοναξιά θωπεία θανάτου.

Τα μάτια της προοιώνιζαν την καταδίκη. Τίποτε δεν μου στοίχισε ο χωρισμός· τίποτ' άλλο εκτός από την ενθρόνιση της μελαγχολίας. Μάλλον δεν υπάρχουν γυναίκες ανιδιοτελώς ερωτευμένες. Η γυνή φιλοδοξεί να αποβεί νεκροθάφτης του αγαπημένου της. Θάνατοι και θάνατοι θα διαβούν μα συ θα βαστάς μέσα μου. Εσύ, που απουσιάζεις κι ωστόσο νιώθω να με κοιτάς με χίλια μάτια. Εσύ, που ήσουνα εκείνη με τα πικρά δάκρυα και τα ολόγλυκα φιλιά. Η δεινή, εσύ, που μ' ανάγκασες ν' αγαπήσω τα λουλούδια περισσότερο απ' τους ανθρώπους. Εσύ, η λύκων βρώσις κι ο άγγελος των επιγείων λιβαδιών.

Έπραξαν το πάν για να μαράνουν την ζωντανή καρδιά των ρεμπέτηδων. Οι μεγάλες ψυχές αντιφάσκουν. Ισχυρότερη μνήμη είναι η μνήμη της καρδιάς. Ο λυρισμός ήταν η μόνη επιτρεπτή στους ρεμπέτες πολυτέλεια. Τρυφερότης περιβάλλει, σαν δροσερό φύλλωμα, τα παλαιά αισθήματα. Για μιαν ακόμη φορά, στην άκρη τού γκρεμού, αλλάζω ψυχή κι ο νους μου ανθοφορεί. Καλβίνος του αγνού έρωτος, ελπίζω πως και η πλέον άσπλαχνη αγαπημένη δεν δύναται να σκοτώσει την ποίηση που κρύβει μέσα του ένας σιωπηλός άνδρας.

Βασικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι λαϊκά άσματα της αγάπης και, ειδικώτερα, της ερωτικής εγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τα μισά ρεμπέτικα έχουν τον έρωτα θέμα τους, και τα πιο πολλά απ' αυτά θρηνούν τον ερωτικό χωρισμό· την πικρότατη ορφάνια. Ο ρεμπέτης γνωρίζει ότι ο έρως είναι μεταθετό αίσθημα και ότι ο οίκτος των επικυριάρχων η αγάπη είναι. Τόσο έδειραν τα πάθη τους ανθρώπους των ρεμπέτικων τραγουδιών ώστε απώλεσαν το δικαίωμα να εκπροσωπούν τον εαυτό τους. Στα δημώδη άσματα ο εραστής καταπλήσσει με την ανδρεία, ενώ ο εραστής των ρεμπέτικων τραγουδιών εκλιπαρεί, καθικετεύει, ελκύει διά του οίκτου. Σε λιτανεία μετήλλαξε τον πανδαμάτορα έρωτα το ρεμπέτικο τραγούδι, όπου οι περιπτύξεις είναι ψυχικές οι δε μνήμες δεσπόζουν. Τυγχάνων ορθόδοξος ερωτικός πρωθιερεύς αντιλαμβάνομαι σαφώς πως αν δεν χτίσεις μιά ζωή σφαλμάτων και αμαρτιών δεν θα εξαρθείς εις υπήκοον τού θανάτου, πως οπωσδήποτε καλύτερα είναι να σε σκοτώσουν παρά να αυτοκτονήσεις αφού η ανίκητη τρομερή πλειοψηφία των μοχθηρών ούτε αιδημοσύνην ούτε χλωρόν φόβον ένιωσε ποτέ, και, πως η καρδία οίκος της ψυχής εστίν. Η φιληδονία είναι αληθινή αρρώστια. Το γυμνό κορμί σου (ευφροσύνη της οράσεώς μου) οδηγεί στο φθινόπωρο, στο φθινόπωρο. Ουσιαστικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι ερωτικές επιστολές. Ο άνθρωπος είναι δύο. Δεν σε αναπολώ παρά σαν μιαν όμορφη κοπέλα (ώ, μεγαλείον των υψηλών γυναικών) να έρχεσαι με την αγκαλιά γεμάτη άνθη, και τότε σε φιλούσα και με αντιφιλούσες, πίστη μου κι ελπίδα μου. Αγάπησα κάποιαν κυπαρισσένια τέως άγνωστη που δεν ξεχνιέται. Εορτή των Νεκρών η μέρα του χωρισμού. Είπες παντού πως με μισείς, σαν όμως ξανανταμώσαμε, την ύστατη φορά, εδάκρυσες και με τρυφερότητα άπλωσες το πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στο ιδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα εδώ κοντά φτερουγίζεις — μακριά μου όσο ποτέ. Με θυμάσαι άραγε ακόμη, φευγάτη μου αγάπη;

Οι ερωτευμένοι χρησιμοποιούν ολόχρυσα λόγια, λόγια πού καίνε, αν και η αγάπη νιώθεται και δεν την αποδεικνύουν. Οι ερωτευμένοι εκφράζονται με υπερβολές γιατί διαβιούν εν υπερβολαίς. Όσο κι αν ο άνθρωπος έχει βουνό την καρδιά αδυνατεί να αγαπήσει πολλές φορές στη ζωή του. Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής. Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ' αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.



Αθήναι, Μάιος 1967.



(από το βιβλίο "Ρεμπέτικα Τραγούδια")

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Η ΚΑΤΣΓΟΥΜΑΝ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ

Τα μεγάλα μυστικά που θα σε κάνουν ακαταμάχητο.

Την έχεις καταλάβει την γκομενίτσα από την πρώτη στιγμή. Κορίτσι από σπίτι και για σπίτι. Δεν το γλιτώνεις το σπίτωμα αγόρι μου. Αλλά μη βιάζεσαι. Κάτσε να κάνω την εισαγωγή και θα σου πω τη σωστή διαδικασία. Είναι λοιπόν κορίτσι για σπίτι. Τον κατάλαβες εσύ τον αδαμάντινο χαρακτήρα από το πρώτο ραντεβού. Σεμνό και μετρημένο. Μαζί σου, γιατί όταν την άφησες στο σπίτι της και πήγες να της την πέσεις και σου είπε τα κουλά τύπου "για ποια με πέρασες" και κλείσατε ραντεβού και για αύριο, δεν ξέρεις πού και πώς συνέχισε το βράδυ της. Αλλά, αφού σου είπε ότι θα τα ξαναπείτε, ας μη σε αναστατώνω. Εσένα σου κάνει. Κι εμένα δε μου πέφτει λόγος. Εξάλλου είμαι εδώ για να σου πω πώς θα γίνεις ακαταμάχητος κι όχι πώς θα πάψεις να είσαι μαλάκας.
Πρώτα θα ήθελα να κοιτάξεις το θέμα αυτοκίνητο. Αν είναι τίποτα φίατ πούντο, σε βλέπω κακομοίρη μου να τραγουδάς την άλλη μέρα πούντο πούντο το γκομενάκι. Προκαταβολικά σου λέω, τράβα πάρε κάνα κάμπριο, να την εντυπωσιάσεις την γκόμενα. Μη σκέφτεσαι τα λεφτά. Φαντάσου ότι τα τρως στις πουτάνες. Ε, τουλάχιστον εδώ θα πάνε για καλό σκοπό και πάνω απ' όλα θα βρεις την αγνή κόρη που θα σου προσφέρει τον αγνό έρωτά της.
Το αν θα την ξαναδείς, εξαρτάται από το πού την πήγες. Δεν πιστεύω πρώτο ραντεβού να πήγατε στη χασαποταβέρνα "ο μερακλής" γιατί να ξέρεις, ότι την επόμενη το τηλέφωνό της θα είναι κλειστό ή στο αθόρυβο.
Τα καλά κορίτσια πηγαίνουν σε καλά μαγαζιά. Να προτιμήσεις για τις εξόδους σας περιοχές όπως η Γλυφάδα και το Κεφαλάρι. Στην καθημερινότητά σας, προτείνω Μηλιώνη ή Βαλαωρίτου. Και μετά, βόλτα - έκπληξη από Βουκουρεστίου, για να της χαρίσεις την τσάντα του Λουί που κάθε κορίτσι-για-σπίτι ονειρεύεται.
Κορίτσι για σπίτι είπα; Μην ξεχάσουμε και από πού ξεκινήσαμε. Μην το καθυστερείς το σπίτωμα. Αν εφαρμόσεις πιστά τις συμβουλές μου, θα δεις ότι η αγαπημένη σου θα σου κάνει τρελές χαρούλες κάθε φορά που θα σε βλέπει. Για να μην τις κόψει όμως ξαφνικά και ψάχνεσαι -και ψάχνεται κι αυτή επίσης- ετοίμασε και τη φωλίτσα σας. Ναι μανάριμ. Για να βρει μια στέγη ο αγνός και τίμιος έρωτάς της για σένα.
Αχ! Συγκινούμαι με τις τρυφερές ιστορίες αγάπης.
Καλά στέφανα!
(Και χωρίς αγκάθια).