Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ: ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ – ΠΑΡΤ ΘΡΙ


Έλα μωρή, θα πάμε για κάναν καφέ το απόγευμα; Αχ ναι, για να σου πω λεπτομέρειες για τον καινούργιο γκόμενο... Εδώ και μια βδομάδα, μωρή δε σου είπα ότι βγαίνω με έναν τύπο, με λεφτά, αμαξάρα ακριβό ντύσιμο και τα ρέστα;... Ε χτες, είχαμε την κορύφωση του δράματός του, χαχαχαχα!...
Ε ναι αγάπη μου! Πρωτοχρονιά στην καλύτερη πίστα με πήγε. Όλος ο καλός ο κόσμος ήταν εκεί. Κι εγώ με το καινούργιο μου φόρεμα. Αυτό που πήραμε μαζί προχτές, το μικροσκοπικό με τις παγιέτες. Που σου είχα πει ότι θέλω να κάνω καταστροφή. Ε, την έκανα. Έφτιαξα και το μαλλί και το νύχι, θεά αγάπη μου! Ε, με τέτοια θεά που κυκλοφοούσε, έπρεπε να πληρώσει! Και να οι σαμπάνιες, και να τα λουλούδια, μεγάλη ζημιά σου λέω! Ολοκαύτωμα!... Πολύ σωστά φέρθηκε. Δεν έχω να πω! Θα τον κρατήσω... Το κλείσαμε καλέ το μαγαζί! Και τα ξημερώματα που γυρίσαμε, εγώ μία κυρία! Με άφησε στο σπίτι μου και πήγε στο δικό του... Είσαι τρελή που θα του δώσω μουνί πριν κλείσουμε μήνα μαζί! Μα για ποια με πέρασε;... Έτσι, να ξεροσταλιάζει και να περιμένει πότε θα είμαι έτοιμη... Ναι μαρή, άμα δεν το παίξω παρθενοπιπίτσα, πώς θα με πάρει στα σοβαρά; Αφού έτσι είναι όλοι οι μαλάκες. Για να ,ας πάρουν στα σοβαρά, πρέπει να μάθουμε να διαχειριζόμαστε σωστά το μουνί μας... Ναι μαρή, το έχω για να τον γράφω κι αυτός να περιμένει και να νομίζει ότι έχω να του δώσω κάτι σημαντικό, που το κρατάω μόνο γι' αυτόν. Και στο μεταξύ το δίνω όπου γουστάρω. Σιγά μην το καταλάβει. Α στο μεταξύ, προχτές που βγήκα με τη Σούλα κι εσύ δεν ήρθες, πήδηξα ένα μωρό, τι να σου λέω! Αχ, με ρήμαξε το άτιμο! Λέω να το πηδήξω και σήμερα, έτσι για να μου... μπει καλά ο χρόνος... Όχι μαρή, δε θα τον δω το μαλάκα, του είπα ότι σήμερα έχω οικογενειακές υποχρεώσεις, χαχαχα!
Για να τυλίξεις έναν άντρα χρυσή μου, πρέπει να τον πείσεις για δύο πράγματα. Για την αγνότητά σου και για την αγάπη σου για την οικογένεια... Ναι μαρή, κορίτσι για σπίτι, τώρα τι σπίτι, αυτό είναι άλλο θέμα...
Άντε και του χρόνου τέτοια μέρα, θα σε καλέσω για Πρωτοχρονιά στο καινούργιο μου σπίτι, ενώ θα φοράω και το καινούργιο μου μονόπετρο. Εκεί το πάω χρυσή μου! Οργανωμένο έγκλημα!
Τα λέμε σε λίγο. Πάω να ετοιμαστώ και να ετοιμάσω και το μωρό για το δεύτερο μέρος του καλωσορίσματος του καινούργιου χρόνου.

ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ: ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ – ΠΑΡΤ ΤΟΥ


Έλα ρε μαλάκα τι γίνεται; Πάμε ρε μαλάκα για κάναν καφέ, μετά όμως. Τώρα με περιμένουν κάτω οι δικοί μου για φαγητό. Πωωω βαριέμαι ρε μαλάκα, αλλά τι να κάνω...
Πωωω, έχω ένα κεφάλι, έτοιμο να σπάσει. Ούτε εγώ ξέρω τι ήπια. Το πρωί στις 8 γύρισα... Τι να γίνει ρε μαλάκα, της πουτάνας έγινε. Άσε μαλάκα, τι να σου λέω, έχασες... Πήγαμε μπουζούκια, μεγάλη ζημιά. Καταστροφή. Κτηνωδίες κάναμε ρε μαλάκα, όλοι εμάς κοιτούσαν. Τρία μπουκάλια ήπιαμε, πέντε άτομα. Κι αφού τα ρημάξαμε όλα, πήραμε σβάρνα τα κωλόμπαρα, έτσι ρε να δούμε κανένα μουνί ν' ανοίξει το μάτι μας... Ε ναι ρε μαλάκα, να πάει καλά ο χρόνος!
Και επειδή λένε ότι αυτό που κάνεις την πρωτοχρονιά, το κάνεις όλο το χρόνο, πήρα κι ένα απ' αυτά και πήγα και το γάμησα, έτσι για να γαμάω όλο το χρόνο... Ναι ρε μαλάκα, βίζιτα πήρα, τι να 'παιρνα;... Ε, εντάξει, ελπίζω να μην τη βγάλω μόνο βίζιτες όλο το χρόνο. Να κάτσει και κάνα κανονικό μουνί με δική του πρωτοβουλία να το γαμήσω. Αλλά έστω και η βίζιτα, κάτι είναι, από το να τον παίζω μόνος μου, είναι καλύτερο. Ε ναι ρε μαλάκα, νιώθω λιγότερο μπάκουρος... Ναι, σωστά, γαμάω με τα λεφτά μου και όχι με τη μαγκιά μου, αλλά γαμάω... Ναι, δεν έχω και πολλά λεφτά και μετά το χτεσινό, δεν έχω τίποτα, μαλάκα. Πάει κι ο μισθός, πάει και το δώρο, άσε! Θα πρέπει τώρα να ζητάω από τους δικούς μου...
Έλα-μαλάκα-σ'-αφήνω-θα-σε-πάρω-μετά-ήρθε-η-μάνα-μου!

Ορίστε μαμά!... Μάλιστα μαμά!... Έτοιμος είμαι μαμά, έρχομαι!

ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ: ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ – ΠΑΡΤ ΟΥΑΝ


Το πρωί της πρωτοχρονιάς, η μαμά μου με ξαπόστειλε να πω τα κάλαντα. Ήθελε να ετοιμάσει το σπίτι γιατί το βράδυ είχε καλεσμένους και δε με ήθελε στα πόδια της. Δε με πείραξε καθόλου. Εξάλλου, θα μάζευα λεφτά για να πάρω εκείνη την Μπάρμπι – αστραφτερή πριγκίπισσα στον παραμυθένιο πύργο, που της τη ζητάω τόσον καιρό τώρα και δε μου την παίρνει η στρίγγλα! Όταν γύρισα στο σπίτι, με την Μπάρμπι μου εννοείται, χώθηκα στο δωμάτιό μου, για να μην της ανακατώσω το σπίτι που το είχε αστράψει με τη βοήθεια της παραδουλεύτρας της, ενώ αυτή ήταν στην κουζίνα για την προετοιμασία του βραδινού τραπεζιού. Δε μου έδωσε σημασία, ούτε εγώ σ' αυτήν. Μόνο κάποια στιγμή με φώναξε γιατί ήταν η ώρα του φαγητού και μετά με ανάγκασε να κοιμηθώ, γιατί το βράδυ έπρεπε να υποδεχτούμε τον καινούργιο χρόνο και θα ξενυχτούσα.
Το βράδυ λοιπόν, άρχισαν να καταφθάνουν οι επισκέπτες. Η κυρία Ασπασία και ο κύριος Αγησίλαος, έφεραν και την κόρη τους την Ηλέκτρα. Είναι ένα χρόνο μικρότερή μου και πολύ σπασίκλα. Μας ξαπόστειλαν στο δωμάτιό μου να παίξουμε. Η ζήλεια της για την καινούργια μου Μπάρμπι, ήταν ολοφάνερη. Ήθελε να στήσει σκηνή, όπου μπαίνουν κακοποιά στοιχεία στον πύργο και την απαγάγουν για να ζητήσουν λύτρα από τον αγαπημένο της. Δεν το επέτρεψα.
Μετά από λίγο, η μαμά μου μας φώναξε να φάμε. Όλοι ήταν στρωμένοι στο μεγάλο τραπέζι και εμένα με την Ηλέκτρα μας πέταξαν στο τραπεζάκι της κουζίνας, λες και ήμασταν ανεπιθύμητες. Δεν πειράζει. Οι συζητήσεις των μεγάλων για την οικονομική κρίση ήταν πολύ βαρετές για να θέλω να κάτσω μαζί τους. Μετά άρχισαν να παίζουν χαρτιά και να ξεφωνίζουν σαν δαιμονισμένοι. Εγώ και η Ηλέκτρα, αποσυρθήκαμε και πάλι στο δωμάτιό μου για να με εκνευρίσει για άλλη μία φορά, με το ηλίθιο παιχνίδι που ήθελε να παίξει με την Μπάρμπι μου. Λίγο πριν τις δώδεκα, οι μεγάλοι, μας ξανακουβάλησαν στη χαρούμενη παρέα τους. Στις δώδεκα παρά ένα, ακολούθησε η ηλίθια τελετή σβησίματος των φώτων. Έπρεπε να μας βρει στα μαύρα τα σκοτάδια ο καινούργιος χρόνος. Να μπει στα τυφλά κι όποιον πάρει ο χάρος. Αφού άρχισαν όλοι μαζί, να μετράνε σαν παιδάκια της πρώτης δημοτικού και αφού άρχισαν τα επιφωνήματα ωωωωωωωω! και ξανά ωωωωωωωω! στις δώδεκα ακριβώς, ξεκίνησαν οι αγκαλιές και τα φιλιά και τα χρόνια πολλά, ενώ συγχρόνως έξω έπεφταν πυροτεχνήματα. Βγήκαμε όλοι στο μπαλκόνι να απολαύσουμε το φαντασμαγορικό θέαμα. Τα ωωωωωωω! έγιναν ααααααααα! κάθε φορά που γινόταν μια έκρηξη στον ουρανό. Τα ίδια επιφωνήματα, ακολούθησαν και στο κόψιμο της βασιλόπιτας. Βρήκε το φλουρί ο μπαμπάς της Ηλέκτρας και ησυχάσαμε. Αφού τελείωσε κι αυτό το πανηγύρι, ξαναμπήκα στο δωμάτιό μου, έχοντας για παρέα το αρρωστημένο μυαλό της Ηλέκτρας. Ήμουν αποφασισμένη να της το ξεκόψω. Θα παίζαμε επιτραπέζια. Πού να ξέρω όμως ότι η Ηλέκτρα δεν ξέρει να χάνει. Κάθε φορά που έχανε, γινόταν πανικός στο δωμάτιο. Ευτυχώς, πολύ σύντομα νύσταξε. Φαίνεται πως δεν είχε κοιμηθεί το μεσημέρι. Της είπα να το πει στη μαμά της. Ευκαιρία να ξεκουμπιστεί.
Ξεκουμπίστηκαν σχετικά γρήγορα κι έτσι έμεινα να παίζω με την ησυχία μου με την καινούργια μου Μπάρμπι. Κάποια στιγμή νύσταξα κι εγώ κι έπεσα στο κρεβάτι μου και κοιμήθηκα. Ο θεός να το κάνει ύπνο αυτό. Από μέσα ακούγονταν οι φωνές των χαρτόμουτρων. Κι όταν βαρέθηκαν το χαρτί, άρχισαν τα ανέκδοτα και τα χάχανα κι όταν τελείωσαν κι αυτά, άρχισαν να χορεύουν τσιφτετέλια μέσα στη μαύρη νύχτα ουρλιάζοντας. Η πανσέληνος θα έφταιγε. Κατά τις τέσσερις, μας άδειασαν τη γωνιά. Οι γονείς μου τσακώθηκαν για λίγο, για άγνωστο λόγο, μετά με θυμήθηκαν κι εμένα που είχα πέσει για ύπνο με τα ρούχα και πάντα αγκαλιά με την Μπάρμπι, με σκέπασαν στοργικά και πήγαν κι αυτοί να ξεραθούν.
Την άλλη μέρα το πρωί, γύρω στο μεσημέρι δηλαδή, ξύπνησαν και με ξύπνησαν κι εμένα. Έπρεπε να πάμε στη γιαγιά Ευτέρπη για φαγητό. Μετά πήγαμε στη γιαγιά Καλλιόπη για καφέ. Τα Χριστούγεννα είχαμε πάει στη γιαγιά Καλλιόπη για φαγητό και στη γιαγιά Ευτέρπη για καφέ. Είχαμε βρει μια ισορροπία στις επισκέψεις στις γιαγιάδες μου. Δίκαια πράγματα. Αφού φάγαμε του σκασμού κι αφού είδαμε όλο το σόι και στη μία γιαγιά και στην άλλη και έπαιξα με όλα μου τα ξαδέρφια που είχαν μαζευτεί, επιστρέψαμε στο σπίτι μας και στην Μπάρμπι μου.
Επιτέλους ησυχία. Μέχρι το Πάσχα που θα ξαναμαζευτούμε. Δε μου αρέσει το Πάσχα. Σιχαίνομαι τη μαγειρίτσα. Και το χειρότερο: Δε λέω κάλαντα, δε μαζεύω λεφτά και αναγκάζομαι να αρκούμαι σε ότι μου παίρνουν οι άλλοι. Άντε και του χρόνου λοιπόν.
Ω! Τι ωραία που πέρασα την Πρωτοχρονιά!

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

ΟΪ ΜΑΝΟΥΛΑΜ!

Όταν θα γίνω σιάψαλο, θέλω να μη βάζω κώλο κάτω. Να αλωνίζω τον κόσμο. Μια τέτοια ομάδα με σιάψαλα μπούκαραν σήμερα στο τρένο με το οποίο ανέβαινα στην πατρίδα. Χάλασαν τον ύπνο μου, γιατί είχαν όρεξη για κουβέντα, αλλά δεν πειράζει. Το θέμα είναι ότι προβληματίστηκα. Ανάμεσα στα σιάψαλα, ήταν κι ένας νεαρότερης ηλικίας. Γύρω στα πενήντα, με ένδυση εκδρομέως, αγκαζέ με τη Μητέρα. Όχι, δεν έμοιαζε να είναι το καθυστερημένο που το σέρνει η μαμά του παντού. Απλά, το σέρνει η μαμά παντού. Ή σέρνεται μόνος του. Σε κάποια φάση πήγε να πάρει καφέ και άργησε περίπου πέντε λεπτά να επιστρέψει. Η Μητέρα ανησυχούσε. Μα γιατί αργεί τόσο; Ναι μανδάμ, μπορεί εκεί στο κυλικείο του τρένου, να κυκλοφορεί καμιά άτιμη γυνή και να σου το αρπάξει το θρεφτάρι σου. Μετά επέστρεψε, κάθισε δίπλα της, αυτή θαύμαζε τα Τέμπη του Νέστου, του έδειχνε το ξεχωριστό θρακικό τοπίο, αυτός σαν καλό παιδί, παρατηρούσε ότι του έδειχνε η μανούλα και εξέφραζε το θαυμασμό του. Μου θύμισε κάτι περιπτώσεις που έχω υπόψη μου.
Είναι τώρα κι ο ίδιος σιάψαλο. Γιατρός. Συνταξιούχος. Αφιέρωσε τη ζωή του στη Μητέρα. Ποτέ δεν έβαλε άλλη γυναίκα στη ζωή του. Ουσιαστικά. Περιστασιακά ναι, αλλά... Και τι κατάλαβε; Τώρα πλέον χωρίς τη μάνα του, είναι ένας στραβόγερος, που διατήρησε τη στραβομάρα μέσα στην οποία έζησε τόσα χρόνια μαζί της.
Ο άλλος είναι στην ηλικία του συνοδού της περιηγήτριας. Με καλή δουλειά επίσης, μορφωμένος, καλλιεργημένος, κοινωνικός, ευχάριστος, αλλά πάντα τα βράδια γυρνάει στη Μητέρα, τη συνοδεύει στις διακοπές της, κάνει παρέα με τις φίλες της κι όποτε του το επιτρέπει, την κοπανάει για να δει κανένα φίλο, άντε και καμιά γκόμενα, η οποία όμως μόλις διαπιστώσει για τι πρόκειται, τον στέλνει για πάντα στη μάνα του. Μάλλον είναι αργά για να το σώσει. Σε είκοσι χρόνια, θα είναι σαν τον προηγούμενο.
Άλλος σε νεαρότερη ηλικία. Για να κάνει κάτι, θα πρέπει να είναι σίγουρος ότι θα το εγκρίνει η Μητέρα. Όσα υποψιάζεται ότι δε θα τα εγκρίνει, τα κάνει κρυφά. Και επιστρέφει πίσω, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Η μάνα του, αμφιβάλω αν έχει πάρει χαμπάρι το πρόβλημα. Σίγουρα έχει αντιληφθεί όμως ότι το παιδάκι της είναι προβληματικό και το έχει από κοντά. Σύντομα το παιδάκι της θα γίνει σαν τα προαναφερθέντα. Εκτός κι αν προλάβει να το σώσει. Άμα θέλει.
Όποιο παιδάκι πει ότι δεν αγαπάει τη μαμά του, θα το μαλώσω. Κι εγώ μάνα είμαι άλλωστε. Και ζω μόνη. Από δική μου επιλογή βέβαια, αλλά μόνη. Και δε θα ήθελα σε καμία περίπτωση να σέρνω πίσω μου το γιο μου για καλύπτει τα κενά μου. Και πολύ χαίρομαι που ο γιος μου δεν έχει τέτοιο κόλλημα. Εδώ έχασα τον ύπνο μου, βλέποντας τον ζαμπονάκια στο τρένο, αν ήταν το δικό μου παιδί στη θέση του, δε θα κοιμόμουν ποτέ.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009


Έχω μια ταραχή. Είπα να γράψω, αλλά δε βρίσκω λόγια. Είπα να κατεβάσω καντήλια, αλλά ξέχασα τους καλούς νταλικέρικους τρόπους μου. Είπα να το ρίξω στο φαΐ, μπας και ξεχάσω τον πόνο μου, αλλά μου κόπηκε η όρεξη. Χώρια η αναγούλα. Μετά σκέφτηκα ότι πρέπει να πάω μια βόλτα να πάρω αέρα. Ε δε με κρατούσαν τα πόδια μου. Μα πόσο μαλάκες μπορεί να είμαστε όλοι εμείς με όλα αυτά που ανεχόμαστε. Εγώ ειδικά, ένιωσα πολλές φορές μαλάκας. Γιατί με τους κυρίους και τις κυρίες που παίρνουν κατά μέσο όρο 100 φορές μεγαλύτερο μισθό από μένα, έχουμε, ή τουλάχιστον είχαμε την ίδια ιδιότητα.
Διαβάζουμε λοιπόν εδώ, και μας έρχεται νταμπλάς!
http://troktiko.blogspot.com/2009/12/blog-post_1624.html
Αυτά τα νούμερα, είναι μισθοί δηλαδή. Και απορώ εγώ και όλοι, για ποιο λόγο πληρώνονται τόσα, ποια η προσφορά τους στην ενημέρωση, ποια η προσφορά τους στην κοινωνία και ποια η προσφορά τους που πρέπει να έχει τέτοιο αντάλλαγμα, γενικώς.
Είναι τα μεγάλα αστέρια της δημοσιογραφίας; Σκατά με το συμπάθιο.
Είναι οι τεχνικοί - αυθεντίες στο είδος τους; Σκατά και πάλι.
Είναι οι διευθυντάδες ειδήσεων, στους οποίους χρωστάμε την αντικειμενική ενημέρωση που μόνο τα κρατικά κανάλια μπορούν να μας παρέχουν; Σκατότερα.
Αυτοί πάλι των ειδικών θέσεων και αυτοί οι ειδικοί σύμβουλοι που ακριβοπληρώνονται, δε θα καταλάβει κανείς ποτέ τι νταλγκά βαράνε και ποία είναι η αποστολή τους.
Και συγνώμη δηλαδή. Είναι τόσο ικανοί στη δουλειά τους;
Υπάρχει κανείς που δεν μπορεί χωρίς την Παναγιωταρέα; Να σηκώσει αμέσως το χέρι του!
Δε βλέπω χεράκια να σηκώνονται, οπότε περνάω στην επόμενη ερώτηση: Ποιο καλό παιδάκι, θεωρεί την Μπήλιω σπουδαία παρουσιάστρια;
Πάλι δε βλέπω χεράκια να σηκώνονται. Εντάξει. Εγκαταλείπω τις περιττές ερωτήσεις. Όλοι, τους έχουμε χεσμένους όλους.
Και όλοι αυτοί οι άχρηστοι και περιττοί για μας τους υπόλοιπους, αφού κανείς δεν τους παρακολουθεί, πληρώνονται από εμάς. Και δυο φορές, αφού τους πληρώνουμε και μέσω ΔΕΗ. Κι όσο σκέφτομαι ότι δεν έχω καν τηλεόραση, εξοργίζομαι ακόμα περισσότερο. Και θα πρέπει να είναι πολύ άπληστος κάποιος για να δέχεται τέτοιο μισθό, οπότε δε βρίσκω καμιά καλή κουβέντα για κανέναν από αυτούς.
Όταν πριν δυο χρόνια περίπου, κατέβηκα στην Αθήνα και επιχείρησα να βρω δουλειά σαν δημοσιογράφος, πήγα σε ένα έντυπο, με βιογραφικό, άρθρα και συνεντεύξεις μου και ο εντυπωσιασμένος διευθυντής, διαπίστωσε ότι είμαι έμπειρη δημοσιογράφος με άποψη. Γεγονός αρνητικό. Διότι ίσως να ζητούσα κάτι παρπάνω από 500 ευρώ το μήνα. Έτσι είναι οι δημοσιογράφοι στο υπέροχο μπουρδέλο που ζούμε. Ή δημοσιογραφάκια των 500 ευρώ που τα απολύουμε πριν κλείσουν χρόνο και αποκτήσουν δικαιώματα, ή λαμόγια της ΕΡΤ. Να τονίσω πάντως ότι στην ΕΡΤ, ξέρω και δημοσιογράφους των 500 ευρώ. Αυτοί που τρέχουν για τα θελήματα των μεγάλων.
Είμαι πωλήτρια και είμαι καλά. Πήρα και δώρο Χριστουγέννων και διπλασίασα το μισθό μου αυτό το μήνα. Ένιωσα βαθύπλουτη. Μ' αυτόν τον τρόπο, θα καλύψω τις τρύπες μου και θα βγάλω τα σπασμένα.
Κακά Χριστούγεννα και δυστυχές το νέο έτος λαμόγια!

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ



Πολυαγαπημένε μου Άγιε Βασίλη
Είδες αβρότητα; Είδες καλοσύνη; Όχι, όχι! Δεν το κάνω επειδή θέλω κάτι να σου ζητήσω. Το κάνω γιατί πιστεύω σε σένα και στην προσφορά σου σε ταλαίπωρους κι αναξιοπαθούντες.
Αν και θα ήθελα ξεκινώντας, να εκφράσω την έντονη δυσαρέσκειά μου, διότι κάθε χρόνο με γράφεις κανονικά. Δε θα σου πω πού, για να μην κολαστείς, άγιος άνθρωπος. Φέτος λοιπόν, κανόνισε να μου φέρεις όσα δεν έφερες όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Ακολουθει ο δεκάλογος της ολιγαρκούς χριστιανοπούλας.
1. Θέλω λεφτά. Δεν ξέρω από πού θα μου 'ρθουν. Γενικά στη ζωή μου, όλα τα σκατά, μου έρχονται από εκεί που δεν τα περιμένω. Ε, απο κει θέλω να μου ΄ρθουν και οι γαμοπαράδες. Να περπατάω ένα βράδυ αμέριμνη στο δρόμο και να σκοντάψω σε μια βαλίτσα. Μεγάλου μεγέθους. Να σκύψω να δω πού πήγα κι έπεσα, γαμώ τη στραβομάρα μου και την αφηρημάδα μου, κι από περιέργεια να την ανοίξω. Και να είναι γεμάτη πεντακοσάρικα. Σιγά μην αρκεστώ στα ψιλά δηλαδή. Να κοιτάξω δεξιά αριστερά, κανείς να μη με βλέπει, να τη φορτωθώ σαν παράξενη ταξιδιώτισσα και να οδεύσω κατευθείαν προς το μικρό μου εξαρχειόσπιτο.
2. Δε θέλω δουλειά. Με τόσα λεφτά εξάλλου, τι να την κάνω; Θα κάθομαι και θα τρώω τα έτοιμα. Οπότε νομίζω ότι αν σου ζητήσω να με απολύσουν, θα είναι περιττό.
3. Θέλω ένα σπίτι ναααααα με το συμπάθιο. Στην Εκάλη. Με τρεις δουλάρες να πλένουν και να καθαρίζουν. Δύο εκλεκτούς μάγειρες, διότι είμαι και καλοφαγού, έναν κηπουρό, διότι αγαπώ τα δέντρα, τα λουλούδια και τη φύση, ένα σοφέρ...
4.Ναι, τώρα που το σκέφτομαι, θέλω κι ένα αυτοκίνητο. Όχι. Δύο θέλω. Ένα τζιπ για τις χειμερινές μου εξορμήσεις, αλίμονο δηλαδή, όλη μέρα θα κάθομαι και θα το ξύνω, δεν πρέπει να πηγαίνω κάπου να περνάει η ώρα μου;... κι ένα κάμπριο για τις θερινές μου εξορμήσεις.
5.Επειδή η Εκάλη πέφτει μακριά από το αγαπημένο μου κέντρο, θα ήθελα κι ένα σπίτι στο Κολωνάκι. Μικρό. Ας είναι και διακόσια τετραγωνικά, δε με πειράζει. Δυο δουλάρες εκεί μέσα, νομίζω είναι αρκετές. Για να έχω κάπου να ξαποστάσω βρε αδερφέ, όταν θα κάνω τα ψώνια μου. Και στην περίπτωση που θα ξεμείνω κανένα βράδυ στο κέντρο, να μην έχω να κάνω ολόκληρο ταξίδι.
6.Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, θέλω κι ένα σπίτι παραλία μεριά. Τι διάολο! Όταν θα αλωνίζω τα καλοκαίρια την παραλιακή, μετά ποιος τρέχει μέχρι πάνω; Νομίζω ότι η Γλυφάδα, είναι ένα αξιοπρεπές μέρος για να με φιλοξενήσει. Ένα μικρό σπιτάκι θέλω κι εκεί. Ας είναι και διακόσια τετραγωνικά, δε με πειράζει. Αλλά με θέα στη θάλασσα.
7.Όλα αυτά τα μπερεκέτια, είναι κρίμα να τα χαίρομαι μόνη μου. Θέλω κι έναν γκόμενο. Αλλά πρόσεξε τι θα μου φέρεις! Ύψος πάνω από 1.90, μελαχρινό, κοιλιακούς φέτες, τετράγωνες πλάτες, θεληματικό πηγούνι, βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις κι ένα εργαλείο νααααα με το συμπάθιο. Και ασφαλώς όλα αυτά, να συνδυάζονται με μία καλή δουλειά, άρα κανόνισε να είναι από golden boy και πάνω, να έχει ένα – δυο – τρία καλά σπίτια, ανάλογα με τα δικά μου, τουλάχιστον ένα αυτοκίνητο, αξιοπρεπές σαν το δικό μου... Ε δε θα πάρω το χαραμοφάη να τον κάνω άνθρωπο, βρε αδερφέ! Όσο παίδαρος κι αν είναι.
8.Δεν πιστεύω να φαντάζεσαι ότι με το που θα μου φέρεις τον γκόμενο θα ξεμπερδέψεις μαζί μου! Εκτός από αυτόν, που θα είναι ο επίσημος, θέλω και άλλα αγοράκια για να παίζω. Ε ναι. Επιβάλεται όταν αυτός θα λείπει ταξίδι για δουλειές, εγώ να ξεπερνάω τη θλίψη και την πλήξη, με λυγερόκορμα αγόρια. Τα εκλεκτότερα θέλω να μου φέρνεις κάθε φορά.
9.Όταν θα βαριέμαι να κάθομαι, να πίνω καφέδες, να πίνω ποτά και να χαμουρεύομαι, δε νομίζεις ότι θα πρέπει να βρω κάτι δημιουργικό να κάνω; Θέλω ένα μαγαζί. Με ρούχα. Αααα, τους καλύτερους οίκους θα επιλέξω για να βάλω εκεί μέσα. Ας είναι στο Κολωνάκι. Κι όταν λοιπόν θα βαριέμαι όλα τα προαναφερθέντα, θα πηγαίνω στο μαγαζί και θα ξεδίνω σ' εκείνα τα πουτανάκια τις πωλήτριες.
10. Αντιλαμβάνεσαι πως δε θα ξεχάσω ποτέ όσα έκανες για μένα. Γι' αυτό, το τελευταίο που θα σου ζητήσω, είναι βασισμένο στα φιλάνθρωπα αισθήματά μου. Του χρόνου τα Χριστούγεννα, θέλω να έχω τη δική μου φιλανθρωπική μη κερδοσκοπική εταιρεία, η οποία θα μεριμνά για τα καημένα φτωχά παιδάκια όλου του κόσμου. Λέω να βάλω διαφήμιση για το μαγαζί, ότι για κάθε κομμάτι που αγοράζουν οι τσουλάρες οι πελάτισσες, ένα ευρώ θα πηγαίνει υπέρ του ιδρύματός μου. Κάτι τέτοια κόλπα δεν κάνουν όλες οι τράπεζες και οι μεγάλες εταιρείες; Εταιρική ευθύνη το λένε αυτό το ξέπλυμα νομίζω.
Λατρεμένε μου Άγιε Βασίλη, νομίζω ότι με τις αγαθές μου αυτές προθέσεις, έχεις κάθε λόγο να με εμπιστευτείς και να μου φέρεις όοοολα όσα σου ζήτησα. Άντε για να μη σε καταγγείλω στο τέλος ως ψεύτικο άγιο, σε όλα τα παιδάκια που θα μαζευτούν στο Σύνταγμα και σε άλλες περιοχές για να ζήσουν ευτυχισμένες γιορτινές στιγμές, παίζοντας με τους σωσίες σου.