Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Δημήτρης Ιατρόπουλος: Οι νέοι θα κάνουν ευθανασία στην παρακμή

Η αλήθεια είναι ότι πηγαίνοντας να συναντήσω τον Δημήτρη Ιατρόπουλο, ένα άγχος το είχα. Είχα υπόψη μου τι θα μπορούσα να συζητήσω μαζί του, αλλά δεν ήμουν σίγουρη ότι θα τα κατάφερνα και πού θα κατέληγε. Κατέληξε σε ένα συμπόσιο, από αυτά που κάποτε, αυτοί οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, έτρωγαν, έπιναν και έλεγαν. Έλεγαν αυτά που άξιζε να ειπωθούν. Νομίζω κι εμείς είπαμε όσα άξιζαν, αν και καμία σχέση με τους αρχαίους, όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων.
Ποιους αρχαίους; Επειδή μιλάμε την ίδια γλώσσα; Ουσιαστικά, είμαστε όλοι επαρχιώτες! Είναι η ζημιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που έβαλε όλη την Ελλάδα να δουλεύει όλα αυτά τα χρόνια για να φτιάξει μια τσιμεντούπολη Αθήνα και να. μαζέψει εκεί όλη την επαρχία. Αυτοί όμως οι άνθρωποι έρχονται από την ελληνική επαρχία, πριν την πούμε «περιφέρεια», όπου ο θείος κάνει κουπεπέ στα γόνατά του την ανιψούλα, όπου ο πρώτος ξάδερφος ξεκινάει να πηδάει από την ξαδέρφη, όπου οργιάζει η αιμομιξία και η ρουφιανιά. Δευτεράντζα ράτσα είμαστε.
Και τι είμαστε;
Όταν σχετίζεσαι με κάτι, αν είναι παράδοση, το σέβεσαι, το κουβεντιάζεις, το κριτικάρεις και, σαν έξυπνος άνθρωπος, κρατάς και τα δομικά του στοιχεία για να διαμορφώσεις τη συνέχειά σου. Ετούτοι εδώ οι καραγκιόζηδες όλοι, που διεξάγουν τον δημόσιο λόγο, φάγανε στη μάπα και τον όρο του «νεοέλληνα». Τι θα πει αυτό; Διακόπτεται η ράτσα και γίνεται κάτι άλλο; Πήγαινε στην Αγγλία και πες έναν Άγγλο Νεοάγγλο ή ένα Φιλανδό Νεοφιλανδό. Αυτά όλα είναι έτσι στημένα για να μην πάρει ανάσα, όχι η πλεμπάγια, όχι ο πολύς κόσμος, αλλά άνθρωποι σαν εμάς. Κοίταξε δίπλα μας.
Δίπλα μας κάθονταν ο συνεργάτης μου, Μάνος Φωτιάδης και η σύντροφος του ποιητή, η ζωγράφος Κατερίνα Καραγιάννη Ιατροπούλου. Και μιλούσαν για την τέχνη. Μισή ώρα τώρα, αυτοί μιλάνε για ζωγραφική, κι εμείς πάλι μιλάμε για αυτό που καίει τον τόπο. Πήγαινε όμως έξω να δεις τι γίνεται, για τι μιλάνε. Για το χτεσινό σίριαλ, για το τι έκανε η εκάστοτε «σελεμπριτού»...
Εδώ του ζήτησα να μου (μας) αποκαλύψει το μυστικό της πετυχημένης τους σχέσης.
Υπάρχουν δυο λογιών Έλληνες άντρες. Η μια ράτσα είναι πάντα με μία γυναίκα και στη ζούλα έχει και το κάτι άλλο του, και όλη του τη ζωή την τρώει έτσι. Υπάρχει και μια άλλη ράτσα, οι άντρες που μπορούν να είναι και με δέκα γυναίκες κι αποφασίζουν να είναι μόνο με μία. Η δικιά μας η... -ψάχνω για τη λέξη, δε με καλύπτει η «σχέση», ούτε η «ιστορία», ούτε η «παρτίδα»- τέλος πάντων, η Κατερίνα κι εγώ- πιστεύω ότι είναι κάτι πάρα πολύ απλό: Αγαπώ αυτόν τον άνθρωπο και είναι εντελώς ελεύθερος να υπάρχει όπως θέλει σαν να μην είμαι καν στη ζωή του. Σε μία σχέση ευτυχισμένη ο καθένας κάνει ό,τι γουστάρει, όπως το γουστάρει, όποτε το γουστάρει. Είμαστε εντελώς ελεύθεροι και αυτόνομοι. Μπορεί μόνο κάποια στιγμή να σκεφτώ να μη γελάσω δυνατά γιατί κοιμάται δίπλα η Κατερίνα. Όταν αγαπάς πραγματικά είσαι ελεύθερος, και πραγματικά αγαπάνε, αυτοί που είναι ελεύθεροι άνθρωποι. Αυτοί που είναι σκλαβωμένοι δεν μπορούν να αγαπήσουν.
Και, πριν περάσουμε στα βαριά θέματα, να πούμε για τη ζωή τους στην πόλη; Ή έστω, στο χωριό;
Μένουμε στα Καλύβια, έχουμε ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, έναν αριθμό τηλεφώνου, ένα λογαριασμό τραπέζης, μία και μοναδική αγάπη. ΗΚατερίνα ζωγραφίζει στη σοφίτα, εγώ γράφω από κάτω. Έχουμε λίγους φίλους κι όσο περνούν τα χρόνια λιγοστεύουν περισσότερο, είτε γιατί οι παλιοί πεθαίνουν είτε γιατί οι καινούργιοι δε μας έχουν πείσει ακόμη. Έχουμε πάρα πολλούς ανθρώπους που μας πλησιάζουν και προσπαθούμε να κρατήσουμε την ιδιαιτερότητά μας, να είμαστε όπως θέλουμε. Δεν το κάνουμε από ρομαντική επαναστατικότητα μόνο. Αλλά και από υπαρξιακή εξυπνάδα. Ξέρουμε ότι άμα δεν κάνουμε αυτό που γουστάρουμε, θα διαλυθούμε και ως προσωπικότητες και προτιμώ να παραμείνω όπως είμαι, φτωχότερος, από το να διαλυθώ πλουσιότερος.
Και πώς αντιστέκεται; Τι καταφέρνει;
Εμείς εδώ στην Ελλάδα που ζούμε, βγάζουμε βιβλία, τα παρουσιάζουμε σε δήμους και συλλόγους, πουλάμε 100 αντίτυπα κάθε φορά για να ζήσουμε. Ο αδερφικός μου φίλος όμως, ο μεγάλος Ρώσος ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο μου λέει την άλλη φορά που βρεθήκαμε: «Ντίμα, μου βγάλανε στη μαύρη αγορά την τελευταία μου συλλογή. Πουλήσαμε, ξαναπουλήσαμε, αγόρασε και το κράτος...» Εδώ όμως, πουλάει το «άλλο». Που βγήκαν οι άλλες στο σόου της τηλεόρασης, ξεβρακωθήκανε και κάνανε τις λεσβίες, οπότε το βλέπει αυτό ο άλλος και γεμίζει το πολυβόλο. Το είδανε 1.117.000 Έλληνες άντρες αυτό! Το 25%, του λαού, δηλαδή, έτρεξε να φαντασιωθεί δυο κοριτσάκια. Τους έχω τόσο πολύ σιχαθεί τους «νεοέλληνες» που δε θέλω ούτε λεφτά να κερδίσω από αυτούς. Θα μπορούσα τώρα 50 αντιστασιακά κείμενα που έχω στα μπλογκ τα τελευταία χρόνια με το κωλομνημόνια, να τα βγάλω, να βάλω κι έναν τίτλο «Ο Άγιος Μαλάκας» και να πάρω όλο το χαρτί. Αλλά είπα να κάνω το «ΑΣΑΝΣΕΡ» μου, το βαρύ πράγμα μου, για όσους ξέρουν να διαβάζουν...
Το «ΑΣΑΝΣΕΡ» είναι το τελευταίο του έργο, ιδιαίτερο, όσο και ο ίδιος. Και ιδιαίτεροι κι αυτοί στους οποίους απευθύνεται. Σε αναγνώστες πολίτες και όχι πελάτες.
Έχουμε γεμίσει πελάτες και χάσαμε τους πολίτες. Πρώτα πρώτα ο πελάτης προϋποθέτει κατανάλωση. Η κατανάλωση προϋποθέτει αγοραστή, όχι μόνο πωλητή. Ο αγοραστής προϋποθέτει συγκεκριμένο πολίτη. Δεν αγοράζεις ό,τι σου πουλάνε. Είσαι πολίτης και διαλέγεις ή αυτό που σου αρέσει, ή αυτό που σου ταιριάζει, ή αυτό που χρειάζεσαι. Από τη στιγμή όμως που καταναλώνεις χωρίς έλεος, ασύστολα, ξεσαλωμένος και μάλιστα δεν πληρώνεις με τα λεφτά που έχεις βγάλει αλλά με αυτά που σου έχουν δανείσει κάποιοι και νομίζεις ότι δε θα τα δώσεις πίσω ποτέ, σ’ αυτό το επίπεδο είσαι πελάτης και ως πελάτης, επειδή έχεις μάθει να καταναλώνεις αβλεπί, αντίστοιχα τρως στη μάπα και όλο το άλλο πακέτο. Τη μόδα, το συρμό και τις παραγωγικές ομάδες που συντηρούνται απ' αυτά. Γιατί υπάρχουν ομάδες που ζουν σε βάρος των πελατών.
Κάπως έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε;
Είχαμε τη χούντα η οποία άφησε την πελατεία της. Η πελατεία της χούντας άλλαξε χρώμα πουκάμισο και συνέχισε να λειτουργεί μέσα στον ελληνικό χώρο. Φτιάχτηκε μια ψευτοαγορά και έγινε το μεγάλο λάθος να μπερδευτούν οι δύο έννοιες το έθνος και το κράτος. Το έθνος είναι ιδέα, το κράτος μαγαζί. Αντί να διαχειρίζεται το κράτος το έθνος, άρχισε το έθνος, η ιδέα, να διαχειρίζεται το κράτος. Κι έτσι έχουμε τους εθνικόφρονες, τους αντιεθνικόφρονες, τους εθνοκάπηλους, κάψανε τη λέξη εθνικοφροσύνη, ενώ θα μπορούσε να είναι μια πολύ όμορφη λέξη. Το να φρονείς ως προς το έθνος που είναι η πατρίδα σου είναι άγιο πράγμα. Δεν είναι αυτό ρατσισμός. Είμαι Έλληνας και είμαι ρατσιστής; Ο Φιλανδός δεν είναι; Το μπάχαλο όλο αυτό δημιουργήθηκε από τη γενιά του πολυτεχνείου που ήταν φτωχόπαιδα –εκείνα τα χρόνια και τα φτωχόπαιδα σπουδάζανε- , αυτή η γενιά λοιπόν, εκμεταλλεύτηκε την τούμπα που έγινε στην παραγωγή με τις εταιρείες που κλείσανε επί ΠΑΣΟΚ και κατάλαβε ότι θα ζήσουμε πια με δανεικά, με ψεύτικα λεφτά. Και στα ψεύτικα λεφτά στήνεις πολύ εύκολα ιστορίες. Έχεις ένα φιλαράκο υπουργό και σου λέει θα πάρουμε αυτά τα λεφτά το τάδε δάνειο, για την τάδε ντιρεκτίβα, εσύ κλείνεις μιαγκαρσονιερίτσα, βάζεις μια φίλη σου μέσα με το κομπιουτεράκι, θα κάνεις μια έναρξη στην εφορία, πάρε τα λεφτά από την τράπεζα, φάτα, αγόρασε και μια μερσεντές κι ένα διαμέρισμα. Πολλές από τις εταιρείες που κλείνουν τώρα, είναι τέτοιες.. Αλλάξανε οι καιροί, λέει ο άλλος, εγώ μπατίρισα, πετάει τους εργαζόμενους απ’ έξω, το άρθρο 99 βολεύει και φεύγει. Θα τον ξαναδείς μετά από κάνα δυο χρόνια στα νησιά με τα σκάφη του, με το ιδιωτικό ελικόπτερο και μες στην κόκα. Από κάποια λεφτά και πάνω δεν υπάρχει ούτε πληθωρισμός ούτε κρίση. Έχεις σε μια τράπεζα το λογαριασμό σου, παίρνεις και δίνεις λεφτά. Τα ‘χεις τοκίσει και παίρνεις 100.000 το χρόνο τόκο. Όλοι αυτοί έτσι ζουν. Υπάρχουν χιλιάδες μικροτοκογλύφοι.
Και τους πληρώνει ο λαός.
Ποιος είναι ο λαός όμως; Αυτός που ψηφίζει όπως ψηφίζει; Είμαστε χώρα γερόντων. Η γενιά μου σάπισε μέσα στο μπανιστήρι, μεγαλώσαμε τα τελευταία 30 χρόνια με πιστωτικές κάρτες και με τον κώλο της κάθε παρουσιάστριας. Τα κοριτσάκια δεν μου φταίει σε τίποτα, τη δουλίτσα τους κάνουνε, όσο υπάρχει το πεινασμένο τσουτσούνι... Έχουμε πάνω από 20 πορνοπεριοδικά στην αγορά, στο Ιιντερνέτ μπαίνουν και τραβάνε μαλακία, τι λαός; Αγράμματοι. Τους λέει η Ρεπούση ό,τι θέλει, η Διαμαντοπούλου ό,τι θέλει, η Δραγώνα ό,τι θέλει, δεν ξέρουν τη γλώσσα. Γίνεται ένα έγκλημα στη γλώσσα μας και δεν υπάρχουν άνθρωποι να αντισταθούν. Είμαστε πέντε στο Ιντερνέτ και βαράμε, η αφεντιά μου, ο Ζουράρις, ο Χάρυ Κλύν, ε και λοιπόν; Ποιος θα μας ακούσει από τους πολλούς, αφού δεν ξέρουν ελληνικά πλέον, γράφουν και μιλάνε όπως τους γουστάρει και κυνηγάνε το εύκολο σκάνδαλο, τη φιγούρα, το μπέρδεμα για να σταθούνε στα ποδαράκια τους, δεν έχουμε ιστό γενναίων Ελλήνων κοντά μας...

Και τι κάνει στα κανάλια και στις εκπομπές τους;
Εμάς, τους εκτός σχεδίου, το σύστημα μας έχει ανάγκη για την ψευτοδημοκρατία του. Σου δίνει βήμα για να σου πει ότι αυτός μας τα χώνει άρα έχουμε δημοκρατία. Κι εσύ χρησιμοποιείς το βήμα που σου δίνει ώστε μέσα από το χώσιμο, να ξεψαρώσεις και κανένα πρεζάκι, να σώσεις και καμιά ελεύθερη ψυχή, να ανοίξεις και δρόμο... Είναι αυτό για το οποίο με κατηγορούν, ότι δεν είναι δυνατόν ένας ποιητής της αμφισβήτησης να είναι στα κανάλια. Και τους εξηγώ ότι είναι μία «συμφωνία κυρίων» που έχω κάνει με το σύστημα για αυτόν το λόγο, για να περνάω τα μηνύματά μου.
Με την ποίηση μπορούμε να πετύχουμε κάτι; Σε τι ωφελούν ο λόγος και η τέχνη όταν δεν έχουμε να φάμε;
Η τέχνη είναι μορφή κοινωνικής συνείδησης. Η στρατευμένη τέχνη υπήρξε πάντα μια τεράστια εξαπάτηση των μαζών. Γιατί στο όνομα μιας δοσμένης εξουσίας δούλευε η στρατευμένη τέχνη σαν κερασάκι στην τούρτα, ότι ο πατερούλης να είναι καλά, το αφεντικό να είναι καλά, και μη σας νοιάζει, είσαστε όλοι τόσο σπουδαίοι και είστε και καλλιτέχνες και αθλητές και εραστές κι ό,τι θέλετε. Η τέχνη δε στρατεύεται. Αυτοστρατεύεται και πάντα κόντρα στο σύστημα. Η τέχνη είναι από τη φύση της αντισυστημική, είναι από τη φύση της αντιεξουσιαστική. Το καλλιτεχνικό φαινόμενο στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στον τρόπο με τον οποίον ένας καλλιτέχνης διαχειρίζεται την πνευματική του ελευθερία. Διαφορετικά δεν είναι καλλιτέχνης, είναι τεχνικός. Τεχνικοί υπάρχουν σπουδαίοι, σπουδαίοι προγραμματιστές. Είναι ένας καλός προπαγανδιστής με πολύ μυαλό και φτιάχνει ωραία πολιτικά σλόγκαν και κάνει μία συγκεκριμένη μαύρη ή επίσημη δουλειά, προσφέρει μια υπηρεσία. Είναι ένας ταλαντούχος και χαρισματικός άνθρωπος, όμως δεν είναι καλλιτέχνης.
Και τι είναι καλλιτέχνης και τι τον χαρακτηρίζει;
Ο τρόπος που διαχειρίζεται την πνευματική του ελευθερία, για την οποία, πολλές φορές, μπορεί να θυσιάσει την ψυχική του υγεία, την κοινωνική του ταυτότητα, την οικονομική του κατάσταση, την οικογενειακή του γαλήνη, τα πάντα μπορεί να τα πετάξει στον αέρα για αυτήν την πουτάνα την πνευματική ελευθερία που σημαίνει κάνω τέχνη. Σε καιρούς παρακμής, όπως έχουμε τώρα -όπου η λέξη δεν είναι τυχαία, αν δεν υπήρχε ακμή, δε θα υπήρχε παρακμή κι αν δεν υπήρχε η παρακμή δε θα υπήρχε η ακμή- η παρακμή από μόνη της λοιπόν –αυτό δεν το καταλαβαίνουν οι ημιμαθείς απαισιόδοξοι- μπορεί να έχει έναν παρόντα χρόνο καταραμένο, διαλυμένο, απογοητευμένο, χαλασμένο, αλλά στην προοπτική της είναι πάντα μια ελπίδα, γιατί είναι σίγουρο ότι θα έρθει η ακμή. Αλλιώς δεν προχωράει η ιστορία. Αυτά είναι γρανάζια, είναι νομοτέλεια. Ακμάζω – παρακμάζω. Γεννιέμαι – μεγαλώνω –πεθαίνω. Είναι ο νόμος των αντιθέσεων που συντηρεί κι αυτό που είμαστε εμείς. Η ακμή λοιπόν, η κοινωνική ακμή και οποιαδήποτε άλλη ακμή (γιατί υπάρχει η πολιτισμική που καμιά φορά δεν ταυτίζεται με την κοινωνική, για παράδειγμα οι Αβορίγινες στην Αυστραλία που δεν είχαν να φάνε αλλά έφτιαξαν αριστουργήματα για να επικοινωνήσουν και για να μπορέσουν να φάνε), δε μας ρωτάει, θα προχωρήσει. Και μέσα της και η τέχνη της φυσικά.
Πώς θα προχωρήσει; Ποιος θα δώσει την ώθηση;
Κάποιο παιδί αυτή τη στιγμή μέσα στη δυσκολία του, μέσα στην αγωνία του, θα πιάσει ένα πινέλο, θα χτυπήσει δυο σειρές σ’ ένα κομπιούτερ, θα πάρει τηλέφωνο ένα φιλαράκο του (γιατί κι αυτό είναι ποίηση –ποίηση είναι ένα τηλεφώνημα, αυτό είναι ένας στίχος μου από την εποχή της αμφισβήτησης) υπάρχει λοιπόν πάντα το υλικό της τέχνης. Η παρακμή όμως δεν αντέχει την καθαρή τέχνη (όταν πέθανε ο Νερούντα έγραψα μία φράση ότι «όλα τα κανόνια της χούντας του Πινοσέτ δεν μπόρεσαν να σπάσουν ένα στυλογράφο 10 εκατοστών») η παρακμή λοιπόν, ξέρει ότι είναι εχθρά της η καθαρή τέχνη, και δημιουργεί κάποια υποκατάστατα, τα οποία εκ των πραγμάτων παίρνουν τις δικές της εντολές, οπότε έχουμε να κάνουμε με την υποκουλτούρα, με το καρακιτσαριό, με το λάιφσταϊλ, με την παραφιλολογία, με τα παρατράγουδα, με ό,τι παρά-. Η παρακμή αυτό το παρά- παράγει. Όμως δεν μπορούν να νικήσουν τη συμμετρία, την αρμονία, την ομορφιά, την αισθητική, την πνευματική δημιουργία, την αλήθεια που βρίσκεται ανάμεσα στην πρόθεση του καλλιτέχνη και στο αποτέλεσμά του. Γιατί δεν υπάρχει μόνο η λαχτάρα του να το πετύχει, υπάρχει και μια δική του εσωτερική αλήθεια, είναι η σχέση του με τον εαυτό του, γιατί την ώρα που ιδρώνεις για να καταφέρεις κάτι, είσαι εσύ και κουβεντιάζεις με τον εαυτό σου, είσαι ο καθαρός δημιουργός και κανένα σύστημα δεν μπορεί να σου τη σπάσει.
Τι είναι αυτό που μπορεί να μας κάνει να ελπίζουμε; Πώς ξεμπερδεύουμε με την παρακμή;
Ότι μέσα στην αυτοκτονία της, στην ευθανασία της ή μέσα στη δολοφονία της, μας έρχεται μια καινούργια ακμή. Κάποτε. Μα πότε; Θα έρθει από αυτούς που ξεπερνάνε τη χρονική τους πίστωση και ξέρουν να ελπίζουν για το μέλλον, κάνουν κάτι, ακόμα κι αν ξέρουν ότι δε θα ζουν. ότι αυτό θα δουλέψει σαν σιρμαγιά για αργότερα. Αυτό το μυστικό το ξέρουν όμως και οι ινστρούχτορες και οι πολιτικοί προπαγανδιστές γι’ αυτό και φάγανε εκατομμύρια ανθρώπων, μέσα από αυτό που ονομαζόταν «υπαρκτός σοσιαλισμός», με την ελπίδα ότι παλεύανε για μια καλύτερη ζωή, για το μέλλον, για τα παιδιά τους. Όλοι παίζουν με τα παιδιά τους, όλοι οι αλήτες μιλάνε για το μέλλον και κοιτάνε υποτίθεται μακριά, αλλά στην πραγματικότητα κοιτάνε στην τράπεζα.

Πώς «εκτελούμε» την παρακμή;
Χρειαζόμαστε καθαρούς επαναστάτες που δε λογαριάζουν τον εαυτό τους και φεύγουνε μπροστά, αλλά ο Τσε Γκουεβάρα ήταν ένας –και για να μιλήσουμε και με μεγέθη, το οποιοδήποτε Ιατροπουλάκι είναι ένα χιλιοστό του, εδώ στο Ελλαδιστάν. Δηλαδή κυρία παρακμή η χρονική σου πίστωση, διαδρομή, ιστορική σου αναγκαιότητα, σε πάει μέχρι τρεις δεκαετίες, μετά ο κύκλος κλείνει. Δε γουστάρουμε άλλα 20 χρόνια παρακμή και το σταματάμε εκεί. Ξεκινάμε από την αρχή και ζήτω η επανάσταση.
Επανάσταση δε γίνεται εύκολα, οπότε πάμε στην «ευθανασία»;
Εδώ τα πράγματα είναι λίγο στη φύση. Υπάρχουν παρακμιακοί δημιουργοί που είτε αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στο σύστημα για επιβιώσουν, είτε δημιούργησαν γρήγορα μια κατάσταση αναγνωρισιμότητας ή δημοφιλίας ή καλής ζωής, που εύκολα μπορέσανε να περάσουνε κάποιοι κάνοντας τους αναγκαίους συμβιβασμούς. Αυτοί, λίγο πριν κλείσουν τη ζωή τους, θέλουν να ξαναγυρίσουν στη μαμά τέχνη. Τους πιάνει το παράπονο, λένε έκαναν λάθη... Υπάρχουν όμως άλλοι που είναι άνθρωποι ενός επιπέδου αληθινού, μεγάλοι δημιουργοί, όπως ο Έζρα Πάουντ κι ο Κνουτ Χάμσουν, και που κάποια στιγμή της ζωής τους τούς πήρε σβάρνα η παρακμή και στήριξαν φασιστικά καθεστώτα. Αυτοί όμως δημιουργούν μαθητές, μια πιάτσα, που ακόμα λειτουργεί μέσα στη χρονική περίοδο της παρακμής, αλλά που μυρίζονται ότι θα αλλάξει το πράγμα, παίρνουν το καλό στοιχείο και προμαγειρεύουν την εποχή της ακμής. Αυτή είναι η ευθανασία της παρακμής Κάποια στιγμή, κάποιοι προετοιμάζουν την ακμή που έρχεται κι αυτοί πρέπει να βοηθήσουν στην ευθανασία της παρακμής. Αυτοί είναι οι πρωτοπόροι. Εδώ ξεκουράζεται αυτό που λέμε ιστορική πρωτοπορία. Αυτοί οι άνθρωποι μέσα στην παρακμή δεν οραματίζονται, αλλά βλέπουν την ακμή να έρχεται. Η ακμή θα έρθει στα επόμενα 20 χρόνια οπωσδήποτε. Υπάρχουν νέοι άνθρωποι που θα αλλάξουν τα πράγματα.
Άρα ελπίζουμε στους νέους. Οι πνευματικοί άνθρωποι του σήμερα, ξόφλησαν; Δεν μπορούν να προσφέρουν κάτι;
Το 99% απ’ αυτούς είναι αξιολύπητα προδοτάκια και υπάρχουν δύο τρόποι για να πεθάνει ο πνευματικός άνθρωπος: Αφήνοντας την τελευταία του πνοή ή αφήνοντας την τελευταία του πορδή. Αυτοί διάλεξαν το δεύτερο. Ούτε να τους βλέπω, τους ξεφτίλες. Ανθρωπάκια. Οι μεγάλοι δυστυχώς φύγανε. Αυτοί έχουν ένα πρόβλημα, που εγώ τους καταλαβαίνω. Εγώ έχω καθαρίσει με αυτό που λένε δημοσιότητα από 18 χρονών. Όλα αυτά τα χρόνια του λάιφσταϊλ, κυνήγησαν λίγη αναγνώριση και είδαν ότι την πετυχαίνεις μέσα από τις τηλεοράσεις. Άρχισαν να υπογράφουν με τους «συμμάχους μας» για να σώσουν την Ελλάδα και το χαλάσανε το μαγαζί. Ξέχασαν ότι η ιστορία γράφεται και μετά.
Κάποτε οι πνευματικοί άνθρωποι είχαν λόγο και μας ενέπνεαν. Τους γνώρισε και τους έζησε. Μιλάμε για το Μάνο Χατζιδάκι, με αφορμή την επέτειο των 20 χρόνων από το θάνατό του, λέμε πόσο μας λείπουν οι παρεμβάσεις του, η τέχνη του, ο χαρακτήρας του. Θυμάται μια ιστορία του και μου την αναφέρει.
Ήταν ο μέντοράς μου. Στον θρυλικό «Μαγεμένο Αυλό» μεγάλωσα κοντά του από 15 χρονών. Και κάτι χαρακτηριστικό απ αυτόν και πολύ τρυφερό: Στο σπίτι του στην οδό Ρηγίλλης, καθόταν μια μέρα στο πιάνο και ήταν η κυρία Αλίκη από πίσω, η μητέρα του και του λέει «Μάνο μου, παιδί μου...». Εκείνη την ώρα όμως κάτι γράφει και χωρίς να γυρίσει, της λέει: «’Αφησέ με, μητέρα». Και τότε αυτή, του απαντάει: «Άκουσε εδώ φίλε, σε μένα θα μιλάς καλύτερα, γιατί ξέρεις ποια είμαι εγώ; Εγώ είμαι η μάνα του Μάνου του Χατζιδάκι». Και τότε ο Μάνος γύρισε βουρκωμένος και της φίλησε το χέρι...
Κι όσο λοιπόν θα περιμένουμε ας πούμε την εμφάνιση ενός νέου Χατζιδάκι στην τέχνη, πράγμα που θα σημάνει και τη λήξη της παρακμής, μήπως θα ήταν χρήσιμη και η λήξη της παρακμής στην πολιτική; Μπορεί σ’ αυτό να βοηθήσει η αριστερά; Μας αρέσει η ελληνική αριστερά όπως είναι σήμερα; Πώς θα έπρεπε να είναι;
Η αριστερά πριν από 50 χρόνια υπήρξε στάση ζωής. Τώρα είναι στάση λεωφορείου. Θα έπρεπε να είναι πιο κόκκινη απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ και πιο ροζ από το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ έχει ιδεολογία, ιστορία, μαχητικότητα, ρομαντισμό, εθελοντισμό και δεν έχει λόγο. Είναι κολλημένοι εκεί, πέρασε το τρένο και τους πάτησε. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με τα πασόκια που μαζεύτηκαν και φούσκωσε, είναι ένα νεομνημονιακό-αντιμνημονιακό εφεύρημα. Θα μπορούσε, χρησιμοποιώντας αυτό το εικοσιτόσο τα εκατό, να είναι αληθινά μαχητικός και περισσότερο πατριωτικός, όχι με την έννοια του εθνικιστή, αλλά να ξαναδώσει το συνεκτικό ιστό στον κοσμάκη τον πανικόβλητο, που δεν έχει πού να πιστέψει. Που δεν τον αφήνουν να πιστέψει στη σημαία και την εκχωρούν στη Χρυσή Αυγή που εκ των πραγμάτων έτσι θα αποκτήσει κι άλλη δύναμη. Έχουμε μπλέξει με τις λέξεις. Η αριστερά θα έπρεπε να είναι παντοδύναμη και κοντά στο λαό και να δουλέψει χωρίς κορόνες. Να κάνει χρήση της παράδοσης και της τεχνολογίας ταυτόχρονα. Να επιτρέψει στη γυναίκα, στον ομοφυλόφιλο, στο μικρό παιδί, να έχει τα κοινωνικά του δικαιώματα, όχι στο επίπεδο της ασυδοσίας, αλλά στο επίπεδο της ελευθερίας, να υπάρξει αξιοπρέπεια στον πολίτη. Υπάρχει πεδίο για την αριστερά. Όχι βέβαια για την κεντροαριστερά που πάνε να φτιάξουν τώρα κι αυτές τις σαχλαμάρες, επειδή έχουν σαν βάση αυτόν τον πολιτικό πολτό που ονομαζόταν πάντα «Κέντρο» στην Ελλάδα, κοτσάρουν και το «Αριστερά» που πουλάει από δίπλα, επειδή θέλει να ξανάρθει το ΠΑΣΟΚ με άλλη σημαία. Που ήδη αυτό κυβερνάει, οι άνθρωποι του Σημίτη από το 96.
Όχι βέβαια. Μακριά από εμάς οι κεντροαριστερές, οι μεσαίοι χώροι, οι μέσοι όροι, οι μέτριες καταστάσεις, οι μεσοβέζικες λύσεις, οι μετριότητες και όσα οδηγούν στην παρακμή.
O λόγος του Δημήτρη Ιατρόπουλου πάντως, μας κρατάει μακριά της.

Συνέντευξη που πετάχτηκε (χωρίς να είναι για πέταμα) στο living in the city

Νίκος Ζερβός: Ζω με εμμονές

Του έχω αδυναμία από τότε που είδα το Δράκουλα των Εξαρχείων. Για το αιρετικό του ύφος, το ανατρεπτικό του χιούμορ και τη διάθεση να τα κάνει όλα άνω κάτω. Οι περισσότερες ταινίες του Νίκου Ζερβού έχουν αυτή την άναρχη διάθεση για ό,τι να ‘ναι.
Αν και κάνει κάποια διαλείμματα, όπως και τώρα, που ετοιμάζει μία ανάλαφρη νεανική ταινία. Ο ίδιος πώς χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως σκηνοθέτη;

Δε θεωρώ ότι είμαι καλός σκηνοθέτης. Καταφερτζής είμαι. Κάνω το κέφι μου, την πλάκα μου, το χαβαλέ μου. Άμα ξεμείνω από λεφτά, επειδή δε γίνεται αλλιώς, πετάω και καμιά εμπορικούρα τύπου θηλυκό θηριοτροφείο. Για τότε έκανε πολλά εισιτήρια. Βέβαια πολλά εισιτήρια έκανε και ο Δράκουλας των Εξαρχείων που έγινε τελείως για το χαβαλέ. Με τον Πανούση είχαμε κάποιες σημειώσεις, τον καμβά. Ένας επιστήμονας, ο Τζούμας, που φτιάχνει σαν τον Φρανκεστάιν το τέλειο συγκρότημα και του βγαίνει κάτι σε Μαργαρίτης. Αυτό ήταν το πρόσχημα, αλλά αυτοσχεδιάζαμε πολύ. Ήταν μία ταινία αναρχίζουσα –όχι αναρχική- και έκανε τρελά εισιτήρια. Εγώ περίμενα να βγει σε τρία σινεμά, βγήκε σε τριάντα κι έσκισε. Κάναμε το κέφι μας, κάναμε αυτό που πιστεύαμε και πέτυχε.

Ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο επειδή ήταν αυτό που αγαπούσε. Το να βλέπει ταινίες είναι η αγαπημένη του συνήθεια, ενώ δεν κρύβει την αδυναμία του, σε βαθμό εμμονής, σε κάποιους σκηνοθέτες. Θα βρεθούν αντικαταστάτες
των σκηνοθετών της γενιάς του;
Αν η νέα γενιά είναι ο Λάνθιμος, η Τσαγκάρη κι αυτά τα παιδιά που κάνουν πειράματα που κι αυτά είναι κλεμμένα, είναι ασέβεια να τους συγκρίνω με σκηνοθέτες όπως ο Νικολαΐδης ή και ο Φέρρης. Κι ο Παναγιωτόπουλος είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης, αν και δε μου αρέσει που τα τελευταία χρόνια το έχει γυρίσει στην ομφαλοσκόπηση και τη μονομανία με τον Γκοντάρ σε σημείο να τον αντιγράφει. Θα μου πεις, έχεις γεράσει και δε σου αρέσει τίποτα.  Αλλά πιστεύω ότι η νέα γενιά σκηνοθετών δεν έχει καμία σχέση με αυτούς. Αν ο κυνόδοντας είναι ταινία, τότε εγώ είμαι ο Αγγελόπουλος. Με συμβολισμούς της πλάκας, ένα πράγμα υπερφίαλο, που προσπαθεί να πει τα πάντα και δε λέει τίποτα και οι κριτικοί το αναλύουν σε έξι σελίδες. Όλο αυτό είναι μια μπούρδα. Ποτέ δεν έχω πει μπούρδα ταινία του Αγγελόπουλου που δε μου άρεσε. Πάντως όλο και θα υπάρχουν αξιόλογοι.

Περιμένω για παράδειγμα να δω μεγάλη ταινία από τη Νάνσυ Σπετσιώτη, που έχει ενδιαφέρον αυτό που κάνει. Ο Νικολαΐδης ήταν μια πολύ ειδική περίπτωση, γνώστης της τεχνικής του σινεμά και δεν είχε μεγάλη διαφορά ικανότητας από τον Πολάνσκι.
Ο Πουλικάκος για να τον πειράξει τον έλεγε Πολάνσκι του Κεφαλαρίου. Εγώ είμαι προκατειλημμένος με το Νικολαΐδη.
Τι τον χαλάει τόσο με τον Αγγελόπουλο, τον οποίο συχνά σατίριζε;
Δε μου άρεσε ποτέ. Έκανε το παιχνίδι του πολύ καλά, έπαιξε ένα παιχνίδι με αργά πλάνα και μου έχει μείνει μια φράση, νομίζω την είχε γράψει η Σώκου, φανταστείτε να ήταν καλός σκηνοθέτης, είχαμε γελάσει όλοι τότε. Εμένα οι ταινίες του δε με ενδιέφεραν ποτέ. Του παραδέχομαι όμως μια εμμονή να κάνει αυτό το είδος κινηματογράφου, είτε του έκανε εισιτήρια είτε δεν του έκανε. Στο τέλος είχε ζήσει
κι ένα δράμα, βλέποντας ανθρώπους που τον έγλειφαν, στις τελευταίες του ταινίες να τον φτύνουν και να γράφουν πολύ άσχημα. Και ξέρω ότι του κόστισε. Αλλά παραδέχομαι το ότι ήταν σταθερός σ’ αυτό που έκανε, άσχετα αν εμένα δε μου πήγαινε.

Αφήνουμε τις εμμονές του Αγγελόπουλου, για να πάμε στις δικές του.
Εγώ ζω με εμμονέςΟ Γκοντάρ ας πούμε. Κάθε μέρα στο facebook, θα βάλω καμιά δεκαριά ταινίες του, παλιές και καινούργιες. Του παραδέχομαι ότι είναι 83 χρονών, που εγώ δεν ξέρω αν στην ηλικία του θα περπατάω με τη ζωή που κάνω, και κάνει ακόμη πειραματικές ταινίες. Τώρα του έχουν αφιέρωμα στην ταινιοθήκη. Θα πάω, κάνοντας εξαίρεση μόνο για τον Γκοντάρ, γιατί δε μου αρέσει εκείνο το μέρος. Όλη αυτή η μόδα με την Ιερά Οδό μού είναι απεχθέστατη και δε θέλω να πατάω. Άλλη εμμονή αυτή. Θα προτιμούσα να πάω στο αισχρό Κολωνάκι.


Δεν πάει εδώ, δεν πάει εκεί, πάει όμως στη Σαρωνίδα για διακοπές. Μόνο. Και καμιά φορά και Λαγονήσι.
Δεν είναι τυχαίο. Παίρνω ένα ωραίο αυτοκινητάκι που έχω και το λειτουργώ μόνο το καλοκαίρι –το χειμώνα κατεβάζω και την μπαταρία- πηγαίνω Αττική Οδό, μία ευθεία και βγαίνει εκεί. Βαριέμαι το οδήγημα, βαριέμαι την κίνηση, πολλοί με κοροϊδεύουν
γι’ αυτό, αλλά εντάξει, δεν αντέχω. Αυτός είναι ο πρακτικός λόγος. Κι ο άλλος είναι ότι βρήκα ένα μέρος με τέσσερα θερινά. Μου αρέσουν πολύ τα θερινά σινεμά και βλέπω εκεί όσες ταινίες δεν έχω δει το χειμώνα. Και μου φαίνεται πως έχει και καθαρές παραλίες.

Εντάξει, έχει πάει και αλλού. Κάποτε. Στη Μύκονο.
Πριν γίνει κοσμική, όταν ήμουν 20 χρονών πήγαινα κάθε καλοκαίρι. Οι κοσμικοί πήγαιναν στην Ψαρού που τότε ήταν πιο καλόγουστη. Έκανα παρέα και με κάποιους απ’ αυτούς, αλλά εγώ πήγαινα κυρίως Παράγκα, όπου έμενα ως χίπης, με κάτι συμπαθέστατους ξένους. Καμία σχέση με αυτό που είναι τώρα. Έβγαζες τα ρούχα σου, έκανες μπάνιο γυμνός και κανένας δε σε κοίταζε. Τώρα όλοι πάνε για να δούνε το φαινόμενο.

Πάμε πάλι στον κινηματογράφο. Υπήρξε μια εποχή που οι σκηνοθέτες, και γενικότερα οι άνθρωποι της τέχνης, ήταν μια παρέα και ο ένας στήριζε τον άλλον. Πώς ήταν η συνεργασία με ανθρώπους του χώρου του, ανταλλαγές, επιρροές;

Δεν είναι κακό να επηρεάζεσαι και να περνάς αυτό που πήρες; Ο Νικολαΐδης ήταν λίγο σαν πατέρας για μένα και μου έδειχνε πράγματα. Μου έλεγε ότι οι ταινίες μου ήταν λίγο αρκουδιάρικες, έπρεπε τα πλάνα να είναι πιο σωστά στημένα, ο φακός μου ήταν λάθος. Καθόμασταν στο εξοχικό που είχε με τη γυναίκα του στα Λεγρενά και μου έκανε μαθήματα για να με κάνει καλύτερο σκηνοθέτη. Βέβαια, καλύτερος δεν έγινα, αλλά κάτι πήρα από τα μαθήματα αυτά.
Εποχές, εμπειρίες και καταστάσεις που μετέφερε και στην ταινία Φωνές από το Υπόγειο του Γιάννη Χαριτίδη, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στο Μικρόκοσμο και αφορά στο underground της ελληνικής τέχνης.
Μιλάει ο Ρεντζής, ο Πουλικάκος, εγώ, αν και δε θεωρώ τον εαυτό μου underground γιατί δεν έζησα έτσι. Μπορείς να πεις ότι ο εξόριστος και ο δράκουλας ήταν underground. Είμαι μόνο αν το δεις ως κάτι που έκαναν άνθρωποι που δε νοιάζονταν
για τίποτα άλλο εκτός από το να εκφράσουν αυτό που πιστεύουν. Παράξενοι ήχοι, εικόνες, έχω κάποιες τέτοιες. Σαν όρος μπορεί να είναι και πολύ ευρύς και να μην περιορίζεται στα πλαίσια της ψυχεδέλειας. Νομίζω κι ο Χαριτίδης εκεί το πάει.
Στο ότι το underground κινείται σε όλες τις τέχνες και είναι αυτό που δεν είναι mainstream και δε στοχεύει στο εμπορικό κομμάτι. Ένα καλό παράδειγμα είναι ο Γουόρχολ που έσκισε εμπορικά, αλλά δεν ήταν αυτός ο σκοπός της τέχνης του.

Περνάμε και στην ταινία που ετοιμάζει. Αυτήν την περίοδο κάνει το μοντάζ. Θα τη δούμε τον Οκτώβριο, έχει τίτλο «λύσσα κακιά», και διαφορετική από αυτές που έχουμε συνηθίσει.
Το σενάριο είναι της Ζωής Ζέρβα, που παίζει κι ένα ρόλο. Της είχα πει κάποτε να γράψει τις εμπειρίες της από τη δραματική σχολή, ήρθε η ώρα να γίνει ταινία. Είναι η πρώτη φορά που δεν έχουμε Πουλικάκο. Δεν του πάει και το έργο, κι εδώ που τα λέμε, κι εμένα δε μπορώ να πω ότι με εκφράζει ιδεολογικά. Κοριτσοπαρέες, ερωτικά, σχολή, εξετάσεις… είπα να κεράσω μια γρανίτα. Έχει και πολλή μουσική
και διασκευές του Παντελή Αμπαζή. Παραγωγός δεν είμαι εγώ, για δεύτερη φορά στη ζωή μου. Είναι ο Δημήτρης Γαλανόπουλος. Είναι μια ταινία που απευθύνεται σε μεγάλο κοινό. Γενικώς δε μου αρέσει αυτό που κάνουν ταινίες για λίγους. Άμα θέλεις
ταινία για λίγους, κάνε ένα βίντεο και δες το στο σπίτι σου.

Ξεχωρίζει κάποιες ταινίες του ή όλες είναι παιδιά του;
Ο εξόριστος στην κεντρική λεωφόροο δράκουλας των Εξαρχείων και στη σκιά του Λέμμυ Κώσιον. Μία ταινία αδικημένη. Είχαμε δικαστικές διαφορές με τον παραγωγό και κανείς δεν ασχολήθηκε και έγινε χάλια διανομή, σε ένα σινεμά μόνο. Ήταν μια αναφορά στονΓκοντάρ και τον Έντι Κονσταντίν, τον πρωταγωνιστή του Αλφαβίλ που είναι και η αγαπημένη μου ταινία. Από την άλλη δεν απορρίπτω καμία. Ακόμη και το show bitch που θεωρήθηκε αποτυχία, εμένα μου άρεσε γιατί ήταν μια ταινία για χαβαλέ, για το χώρο της σόουμπιζ. Προφανώς για να το κάνω, το αισθανόμουν, αλλά δε μου βγήκε. Η πιο προσωπική μου ταινία πάντως που με εκφράζει απόλυτα, ιδεολογικά και κινηματογραφικά, ήταν ο εξόριστος. Υπήρχε ένα σενάριο δικό μου, το πήγα στον Φέρρη που πρωταγωνίστησε και το ξαναγράψαμε μαζί, ενώ με βοήθησε και στο μοντάζ. Μετά απ’ αυτό το έριξα στο χαβαλέ. Το σινεμά είναι ένας τρόπος για να εκφράσεις τη σύγχυσή σου. Όσοι λένε ότι είναι κατασταλαγμένοι, λένε ψέματα. Το σινεμά είναι μια αντίδραση σε όσα συμβαίνουν, ακόμη κι ανάποδη. Όπως αυτό που κάνω τώρα, που μέσα στην κρίση κάνω μια ταινία ανάλαφρη.
Βέβαια, πριν τη λύσσα κακιά, είχε κάνει και μια ταινία για την κρίση. Σαπίλα ξεφτίλα και τεκίλα. Ένα κολάζ παλιών ταινιών δικών του και του Γιάννη Παρασκευόπουλου.

Το δέσαμε με κεντρικό άξονα το Γιάννη Μποσταντζόγλου, που ήταν ένας σκηνοθέτης που για να εμπνευστεί έμπαινε σε κάδους σκουπιδιών. Λίγο συμβολικό αυτό με τα σκουπίδια. Και είχαμε αρκετές σκηνές με τους τότε αγανακτισμένους.
Που μάλλον τους πέρασε η αγανάκτηση και τώρα είναι ικανοποιημένοι και μάλλον τελικά όλο αυτό ήταν μια μπλόφα.
Και τι να κάνουν;
Σίγουρα όχι αυτό που κάνουμε όλοι, το κάνω κι εγώ, που φωνάζουμε στο φέισμπουκ. Ούτε πιστεύω στα κόμματα, έχω πολύ κακή ιδέα για το ΣΥΡΙΖΑ και τις αντιφάσεις του που άλλα λέει ο ένας κι άλλα ο άλλος. Θα ήθελα η λύση να έρθει από νέους, αυτοί είναι που μπορούν να βγουν και στις διαδηλώσεις και να κάνουν πράγματα. Η λύση είναι φρέσκα μυαλά. Εμείς δεν τα καταφέραμε, ας δεχτούμε ότι χάσαμε.

Και, για να κλείσουμε ξεφεύγοντας από τα κινηματογραφικά, πώς είναι η ζωή του στην πόλη;

Αλεξάνδρας, βεράντα, χαζεύουμε από κει κάνα ματς του Παναθηναϊκού, Αυτόφωρο που το έχω και ως γραφείο και συναντώ κόσμο, το Αγορά εδώ πιο πάνω που πηγαίνω, και γενικά έχω γίνει ένας κλειστός και μονόχνοτος άνθρωπος. Καμιά φορά με παρασύρουν φίλοι και βγαίνουμε πιο έξω και το καλοκαίρι στη Σαρωνίδα που μου αρέσει να κολυμπάω. Δε βγαίνω, δεν πάω πουθενά. Υπάρχει κοπέλα που με χώρισε για αυτόν το λόγο. Πολλές ώρες στο φέισμπουκ και φιλοδοξώ να κάνω άλλη μία ταινία.

Εμείς περιμένουμε τη νέα του ταινία κι ας ξέρουμε πως θα είναι διαφορετική από αυτές που συνηθίσαμε.
Μέχρι τότε, λέμε να πάρουμε μια δόση από το underground που μας ενέπνευσε, μια και μας έβαλε σ’ αυτό το τριπάκι.

Συνέντευξη που πετάχτηκε (χωρίς να είναι για πέταμα) στο living in the city
Η πρώτη μου «ζωντανή» επαφή με την Ηρώ Σαΐα ήταν σε μια εμφάνισή της στο Παλλάς με τον Σταύρο Ξαρχάκο. Είδα ένα αερικό, ντυμένο με ένα καταπληκτικό κόκκινο φόρεμα και άκουσα μια φωνή που κι αυτή μόνο σε αερικό θα ταίριαζε. Ήταν ένα τραγούδι που το έχει σημαδέψει η Φλέρυ Νταντωνάκη. Ένα τραγούδι που, για να το πει άλλη, ή αφελής είναι ή ικανή να το σημαδέψει κι αυτή με το δικό της τρόπο. Το αερικό το σημάδεψε.
ΠΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΦΕ ΜΕ ΤΗΝ ΗΡΩ ΣΑΪΑ
Στη συνέχεια η επαφή προχώρησε και είδα ότι δεν είναι απλώς μια αιθέρια ύπαρξη με την ανάλογη φωνή. Είναι ένα κορίτσι μέσα σε όλα και μονίμως στον αγώνα. Ε, πώς να μην το εκτιμήσω; Πάει καιρός από τότε κι όλο λέμε να βρεθούμε κι όλο δε βρισκόμαστε. Η συνέντευξη ήταν η αφορμή. Και η συνάντηση τα είχε όλα. Τα σχετικά μιας συνεντεύξεως, γαρνιρισμένα από τα «δικά μας», από θέματα κοριτσίστικα, από σχόλια και χαλαρή κουβέντα, μέχρι επίσκεψη σε έκθεση.
«Με όλα αυτά τα τρεχάματα, μου έλειψε το να βγω να ασχοληθώ με εμένα, να ντυθώ, να στολιστώ, να βγω, να πάω για καφέ και να χαζογελάσω», μου λέει για να μου βάλει στη συνέχεια όλα τα τρεχάματα στη σειρά: Σπουδές, σπουδές και ξανά σπουδές και μέσα σ’ αυτές η προσπάθεια να στήσει μόνη της μια καριέρα, η οποία ξεκίνησε με το που πάτησε το πόδι της στην Αθήνα, όπου πρωτοήρθε για σπουδές. Ο πατέρας της ήθελε να γίνει γιατρός, αυτή είχε ήδη ξεκινήσει μαθήματα στο ωδείο. Ξεκίνησε στα 18 της για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει βοηθός οδοντιατρείου αλλά στο δρόμο, κάτι της άλλαξε το πρόγραμμα.
Ερχόμενη να γραφτώ στη σχολή στην Αθήνα, άκουσα στο γουόκμαν στον τότε Μελωδία, ενώ συγχρόνως είχα διαβάσει στο τότε Δίφωνο ότι ο Σταμάτης Κραουνάκης ξεκινάει σεμινάρια ερμηνείας τραγουδιού στο χοροθέατρο της Σοφίας Σπυράτου. Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, πήγα στο καρτοτηλέφωνο του ΚΤΕΛ και δήλωσα συμμετοχή. Μετά φτιάξαμε και την ομάδα και έμεινα. Οι σπουδές οι άλλες τελείωσαν και έμειναν εκεί που τελείωσαν. Ταυτόχρονα ξεκίνησα και το πανεπιστήμιο. Θα ήθελα να ξεκινήσω και πιάνο ή κιθάρα για να μπορώ να παίζω καθώς τραγουδάω. Δύο επαγγέλματα έχω ζηλέψει. Τις μπαλαρίνες και τους πιανίστες. Έχω κάνει λίγο χορό και θεωρώ ότι θα μπορούσα να το κάνω, αν ξεκινούσα στη σωστή ηλικία.
Σπούδασε ελληνικό πολιτισμό, τελείωσε και τη δραματική, ενώ παράλληλα την παρακολουθούσαμε να ασχολείται με το τραγούδι. Στο οποίο, όπως λέει, ήρθε η ώρα να προσηλωθεί.
Θεωρώ ότι ήδη αξιοποιούνται όσα πήρα από τη δραματική. Αυτή τη στιγμή δεν επιδιώκω να ασχοληθώ με το θέατρο, αλλά στο μέλλον δεν το αποκλείω. Είναι η πρώτη χρονιά που προσηλώθηκα στο τραγούδι. Από την πρώτη χρονιά που ξεκίνησα με τον Κραουνάκη, όλο και κάτι άλλο είχα. Σπουδές, συχνές πρόβες, συνεργασίες για να βιοποριστώ. Φέτος κοίταξα εμένα ως άτομο, χωρίς να ανήκω σε κάποια ομάδα, και έκανα το δίσκο μου. Τον έτρεξα με πολύ προσωπικό χρόνο και κόπο.  Όλα πέρασαν απ’ τα χέρια μου και αυτό είχε κόπο αρκετό, αλλά και αποτελέσματα. Είμαι ευχαριστημένη από τη χρονιά που πέρασε. Υπάρχουν συνάδελφοι που κάνουν καριέρα και έχουν μεγαλύτερη αναγνώριση αλλά ξεκίνησαν πριν από μένα. Εγώ στην ουσία, ξεκίνησα να χτίζω την καριέρα μου πριν από 4 χρόνια. Μέχρι τότε είχα συμμετοχές μόνο. Και ο πρώτος μου δίσκος, η γυναίκα τριαντάφυλλο, ήταν επανεκτελέσεις και ζωντανή ηχογράφηση. Έκανα το ντεμπούτο μου με κάτι που με ικανοποίησε πάρα πολύ γιατί ήταν δική μου επιλογή και το θεωρώ κάτι ιδιαίτερο και ως δίσκο και ως παράσταση. Γι’ αυτό και θα επαναληφθεί στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, για δύο επετειακές παραστάσεις τον Οκτώβρη.
Εγώ έχω ήδη κουραστεί με το πρόγραμμά της. Σπουδές, δίσκος, προβολή, εμφανίσεις, προγραμματισμοί για μελλοντικές εμφανίσεις. Και μόνη. Το αερικό έχει πάρει φωτιά, αλλά δεν το βάζει κάτω.
Είναι καλό να έχεις από πίσω ανθρώπους που οργανώνουν πράγματα για σένα. Εγώ στην ουσία ξεκίνησα φέτος. Και πάει καλά. Αν και δεν μπορώ να πω ότι εμφανίστηκα πολύ με τραγούδια του δίσκου μου. Πριν από το αφιέρωμα στον Τσιτσάνη έκανα κάποιες εμφανίσεις, συνεντεύξεις για το cd και ακόμη έχω δρόμο. Για ό,τι έκανα, χρειάστηκε να δαπανήσω αρκετό χρόνο και ενέργεια. Αυτό είναι και καλό. Είμαι πλέον πιο υποψιασμένη και ικανή από το να γράψω ένα δελτίο τύπου μέχρι το να στήσω κάτι μόνη μου. Το καλύτερο βέβαια για τον καλλιτέχνη είναι να μην έχει άλλη ευθύνη και έγνοια, παρά μόνο να βγει να τραγουδήσει. Δεν είμαι από αυτές τις περιπτώσεις. Είχα όμως και το Νεοκλή Νεοφυτίδη και τον Άρη Βλάχο που ήταν πολύ καλοί συνεργάτες.
Ωραία, βγήκε ο δίσκος, πάει καλά, και τώρα, τι; Δε σκοπεύει να αναζητήσει κάτι για τη συνέχεια; Δεν την αγχώνει ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να παρουσιάσει και κάτι καινούργιο; Δε βάζει χρονοδιαγράμματα, θα μου απαντήσει. Δουλεύει πάνω σ’ αυτό που έχει και αφήνει το επόμενο να έρθει μόνο του. Και πόσο σημαντικό είναι το cd για έναν καλλιτέχνη, όπως είναι σήμερα τα πράγματα στη δισκογραφία;
Πάντα είναι καλό να έχεις δικά σου τραγούδια. Τώρα το πώς θα τα επικοινωνήσεις, αν θα είναι με το cd ή με το ίντερνετ είναι και θέμα του καλλιτέχνη. Εγώ αγαπώ το cd όπως αγαπώ και το βιβλίο. Στο ίντερνετ τα συμπιεσμένα δεν έχουν καμία σχέση με την ποιότητα του δίσκου. Παρ’ όλα αυτά είναι ένα μέσον για να επικοινωνήσουμε τη δουλειά μας. Κάποιος που βγάζει ένα cd σήμερα δεν περιμένει και τις τρελές πωλήσεις. Δεν υπάρχουν καν δισκοπωλεία. Αλλάζουν τα πράγματα, αλλά πάντα θα υπάρχει μία μικρή μερίδα ανθρώπων που θα επιλέγουν το καλύτερο.
Με τον Ξαρχάκο τη βλέπουμε χρόνια τώρα. Πόσο μόνιμη είναι αυτή η συνεργασία και πώς προέκυψε;
Ξεκίνησε αρχικά με την ορχήστρα. Ήμουν με το Λουκιανό Κηλαηδόνη, όπου με σύστησε ο Δώρος Δημοσθένους. Από κει με έμαθε η ορχήστρα και στη συνέχεια ο Ξαρχάκος με πήρε σε συναυλίες στην Κύπρο, όπου έγινε η πρώτη γνωριμία. Είπα τα κομμάτια όπως ήθελε, θέλω να πιστεύω, και γι’ αυτό συνεχίστηκε η συνεργασία, έστω με κάποιες διακοπές. Τώρα ξεκινάμε με το Ζαχαρία Καρούνη και υπό τη διεύθυνση του Σταύρου Ξαρχάκου σε ένα πρόγραμμα με τραγούδια του Ξαρχάκου. Κι όποτε βρίσκω χρόνο κι έχω αποθέματα ενέργειας, παίρνω το Νεοκλή και κάποιους μουσικούς και πάμε όπου μπορώ και παρουσιάζω τα τραγούδια μου. Είναι μια μεγάλη περιοδεία, με έναρξη 16 Ιουνίου στο θέατρο βράχων, έχουν ήδη προγραμματιστεί 30 εμφανίσεις και προστίθενται κι άλλες.
Πρόγραμμα γεμάτο. Ο κόσμος ανταποκρίνεται; Πώς βλέπει τα πράγματα στην εποχή της κρίσης;
Τώρα ο άλλος αναγκάζεται να επιλέξει. Είναι καλό αυτό. Φέτος χάρηκα που πήρε παράταση αυτό που κάναμε. Δείχνει ότι ο κόσμος θέλει. Παρ’ όλα αυτά, επειδή μιλάμε για ένα μεγάλο μαγαζί και δύο τεράστια ονόματα, υπάρχουν και νέοι καλλιτέχνες που δυσκολεύονται πολύ, χωρίς να υστερούν σε καλλιτεχνική αξία. Πρέπει να έχεις κάτι να προτείνεις, να έχεις μια στρατηγική και βέβαια ταλέντο. Αλλά σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ταλέντο και δεν τους έχει ανακαλύψει κανείς. Δεν πρέπει να περιμένει κανείς να έρθει κάποιος να τον ανακαλύψει. Για μένα πέραν του ταλέντου, σημαντικό πράγμα είναι και η νοημοσύνη. Μία ωραία φωνή μπορεί να πάει μέχρι το περίπτερο ή μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου. Πάντα κάποιος θα ξεχωρίσει. Αυτές είναι οι εξαιρέσεις. Πρέπει να έχεις να προτείνεις, να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις επιλογές. Έχει τύχει να πάω σε εταιρεία και να σηκώνω τηλέφωνα, για να μην πάω να δουλέψω σε κάτι που δε με εκφράζει. Τι προτείνεις και τι θα μείνει από σένα στο τέλος. Βρες τι είσαι, τι είναι αυτό που προτείνεις και πάλεψέ το. Εγώ το παλεύω από τα 18 μου.
Αυτά για το χώρο. Και ποια πιστεύει πως είναι η λύση στα δύσκολα; Η ίδια επηρεάζεται από την κρίση;
Περνάμε δύσκολα, αλλά να φύγεις από δω και να πας πού; Όχι πως δε θα μου άρεσε να είχα την ευχέρεια να φύγω για ένα διάστημα και να ζήσω στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, έτσι για να ζήσω άλλα πράγματα, για την περιπέτεια. Από την άλλη μου αρέσει τόσο πολύ το σπίτι μου. Έβαλα κάτι κουρτίνες και γίνεται ένα κίτρινο φως το πρωί, βλέπω απ’ έξω τα λουλούδια και λέω πού θα φύγω και πού θα το βρω αυτό; Πού θα βρω τον κολλητό μου από δίπλα που έρχεται και πίνουμε τον καφέ μας το πρωί ή το ποτό μας το βράδυ; Πού αλλού θα ζήσω πολυτέλειες τέτοιου τύπου; Εμένα με έχει σώσει το γεγονός ότι δεν έχω καταλάβει την κρίση γιατί ποτέ δεν υπερέβαλα. Μόνο επειδή μου αρέσει το καλό το ντύσιμο, παίρνω καμιά φορά κανένα καλό ρούχο. Αυτές ήταν οι μικρές μου υπερβολές που τις έκανα όταν είχα χρήματα. Δεν υπερέβαλα και δε δημιούργησα καταναλωτικές υποχρεώσεις. Έτσι μπορώ να κάνω επιλογές στη δουλειά μου.
Πώς της φαίνονται οι εκπομπές που βλέπουμε καλλιτέχνες να χορεύουν, να μιμούνται και να διαγωνίζονται στην τηλεόραση; Θα δοκίμαζε να κάνει κάτι σε τέτοιες εκπομπές;
Δε με ενδιαφέρει να κάνω κάτι ή να μιμηθώ κάποιον άλλον. Να κάνεις κάτι που θα είσαι ο εαυτό σου. Δεν ξέρω τι μπορεί να προσφέρει στον καλλιτέχνη αυτό, πέρα από αναγνωρισιμότητα. Εγώ γενικώς θεωρώ ότι δεν κάνω οτιδήποτε για να την έχω. Θέλω κι εγώ την αναγνωρισιμότητα, θέλω να είμαι στα πράγματα, αλλά λέω και όχι. Έχει σημασία το πώς και για τι θέλεις να σε μάθουν. Πιέστηκα πρόσφατα να πάω σε εκπομπή και θεωρώ ότι δεν τραγούδησα όπως μπορώ να τραγουδήσω. Για να πάω σε μια εκπομπή θέλω να γίνεται με κάποια δεδομένα. Να κάνω την πρόβα μου όπως πρέπει, να έχω βρει το τραγούδι. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί κι ό,τι του πάει. Για να κάνω κάτι πρέπει να μου πάει και να μου αρέσει. Αλλιώς δεν το κάνω καλά.
Ξέρω καλά ότι είναι ένα κορίτσι της πόλης. Αλλά τη ρωτάω για να μου τα πει και για τις ανάγκες της συνέντευξης.
Λατρεύω την πόλη. Μου αρέσει η ίδια η πόλη, όχι μόνο να βγαίνω με τους φίλους μου και να κάνουμε πράγματα. Κάνω όλα αυτά τα ωραία που κάνουν οι περισσότεροι. Δεν ξενυχτάω ιδιαίτερα. Μόνο λόγω δουλειάς. Μ’ αρέσει να βγαίνω για ποτό, για φαγητό, ο ποδαρόδρομος. Κατεβαίνω συχνά από το σπίτι μου στους Αμπελόκηπους και να πηγαίνω στο κέντρο. Βγαίνω μέχρι τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου ή παίρνω τον κολλητό μου και πάμε Καισαριανή. Τα Εξάρχεια, η Πλάκα, γενικώς μου αρέσει η Αθήνα. Έζησα όλα τα συνειδητοποιημένα χρόνια της ζωής μου εδώ και αισθάνομαι πως αυτό είναι το σπίτι μου. Και τώρα, όπου και να πάω, δεν μπορώ να μείνω πάνω από πέντε μέρες. Θέλω να γυρίσω στην Αθήνα. Μου αρέσει η Αθήνα το Δεκαπενταύγουστο που είναι ο πιο μαγικός τόπος. Στους δρόμους βέβαια βρίζω, όταν οδηγώ. Θεωρώ ότι είμαι πολύ καλή οδηγός, προσέχω, δεν είμαι κότα, αλλά εκνευρίζομαι. Με ενοχλεί η βρομιά και η αγένεια. Που δε σέβονται και δεν αγαπούν τον τόπο τους.
Και τι την κάνει να ξεφεύγει από αυτήν την αγένεια; Τι είναι αυτό που διώχνει τον εκνευρισμό; Κι αυτό το ξέρω κι αν δεν το ήξερα θα το υποψιαζόμουν, αλλά είπαμε, για τις ανάγκες της συνέντευξης.
Μ’ αρέσει το σπίτι μου. Ακόμη κι όταν κάθομαι μόνη μου. Κάθομαι συχνά και σκέφτομαι πόσο πολύ μου αρέσει. Λέω, πως αν ποτέ μου παντρευτώ, δεν θα το αφήσω, για να επιστρέφω σ’ αυτό όποτε το έχω ανάγκη και θέλω τον δικό μου, προσωπικό μου χώρο, το καταφύγιό μου. Έχω πάρα πολύ ωραία βεράντα γύρω γύρω από το σπίτι. Δεν είναι μεγάλο. Ενώ είναι μέσα στο κέντρο είναι ήσυχο, είναι ψηλά και δε φτάνει ο θόρυβος. Έχω πολλά φυτά, ένα πράσινο μπαλκόνι. Αφιερώνω χρόνο όσο μπορώ και το απολαμβάνω. Τώρα που άνοιξε ο καιρός είμαι συνέχεια στο μπαλκόνι. Μόνο εκεί ησυχάζω, μόνο εκεί δουλεύω, μόνο εκεί μου έρχονται ιδέες.
Ειδικά αυτό με τα φυτά το ζήλεψα πραγματικά. Δε γλιτώνει. Θα της κάνω καμιά αρμένικη βίζιτα κάνα βράδυ για να μυρίζω τα δύο νυχτολούλουδά της. Το βάζω στο πρόγραμμα, μέχρι τις 16 Ιουνίου που ξεκινάνε οι εμφανίσεις της.
Ο καινούργιος δίσκος της Ηρώς Σαΐα με τίτλο Λευκό Χαρτί, κυκλοφορεί από την Phonograph και μέσα στην εβδομάδα θα κυκλοφορήσει το νέο της videoclip.

Συνέντευξη που πετάχτηκε (χωρίς να είναι για πέταμα) στο living in the city

Άλκης Παναγιωτίδης: Ξεμπέρδεψα πολύ νωρίς με το δυτικό πολιτισμό

Καμιά φορά, κάνουμε το λάθος να συνδέουμε ηθοποιούς με ρόλους. Για παράδειγμα ο Αρτέμης Μάτσας είναι εκείνος ο ελεεινός τύπος που επιμένει πως οι Γερμανοί είναι φίλοι μας. Άντε να το ξεπεράσεις και να τον δεις με άλλο μάτι. Το ίδιο που συμβαίνει και με τονν Άλκη Παναγιωτίδη, τον οποίο έχω συνδέσει με τον ρόλο με το ίδιο όνομα στην ταινία του Νικολαΐδη «τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα».
ΑΛΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ: "ΚΑΘΑΡΙΣΑ ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΔΥΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ"
Έναν αμετανόητο του rocknroll, που παίζει ντραμς αναπολώντας. Ε, κάπως έτσι είναι. Απλώς δε μένει στην αναπόληση, αλλά φροντίζει να ακολουθεί την εποχή του. Να μην ησυχάζει και να μη χάνει την ορμή του. Έτσι λοιπόν, δηλώνει οργισμένος μεσήλικας.
«Άλλοι στην ηλικία μου έχουν τα εγγόνια τους κι έχουν αράξει. Κι εγώ έχω εγγόνια αλλά είμαι ο οργισμένος της οικογένειας. Ο γιος μου είναι συντηρητικός και είναι αυτός που με φροντίζει, τρόπος του λέγειν. Οι νέοι δεν είναι οργισμένοι όσο θα έπρεπε. Πρέπει να έχει πέσει ευνουχισμός από το σπίτι. Και το ίντερνετ τους έκανε να μην ψάχνονται όπως ψαχνόμασταν εμείς. Τα έχουν όλα έτοιμα. Εγώ έκανα χιλιόμετρα για να δω πράγματα. Οργάνωνα του κόσμου τις κασκαρίκες ώστε να μπορέσω να επωφεληθώ. Και όλα αυτά πιστεύω με κάνανε καλύτερο. Γι’ αυτό αρχικά αρνήθηκα το ίντερνετ. Αλλά επέμενε ο γιος μου, που ζει στο Παρίσι, για να επικοινωνούμε. Τώρα πλέον έχω γίνει τιμητής του γιατί για τον ταξιδιώτη είναι χρήσιμο. Και μου αρέσει να χάνομαι και στη μουσική του».
Δεν καταλαβαίνω για πότε πάμε από το ένα θέμα στο άλλο. Ξεκινάμε να μιλάμε για την καταγωγή του από την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, την πόλη που μεγάλωσε, τον πατέρα του, σημαντικό ιεροψάλτη και συγχρόνως άθεο και αριστερό. «Είχα την τύχη να είμαι γιος αυτής της μεγάλης φυσιογνωμίας, τον οποίο όμως τον έπαυσαν γιατί έριχνε δέκα χριστοπαναγίες για να πιει τον καφέ του και έβριζε και τους δεσποτάδες» λέει, για να μιλήσουμε και για Μπουκόφσκι, ο οποίος θα του άρεσε αν δεν ήταν αντίθετος στις ουσίες. «Επειδή ήταν αλκοόλα του κερατά, είχε και ιδέες αγκαζέ. Θα προτιμούσα να είναι ανοιχτός. Οι πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να είναι ευέλικτοι και ανοιχτοί» υποστηρίζει, δηλώνοντας πως ο ίδιος, ως χίπης, έχει ασχοληθεί με τις ουσίες και αντιπαθεί το αλκοόλ. Περνάμε στην καθημερινότητά του, που περιλαμβάνει και το φέισμπουκ, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται στην Ασία όπου έχει ελεύθερο χρόνο. Τα ταξίδια στην Ανατολή, τα κάνει με την πρώτη ευκαιρία, αφού εκεί νιώθει ελεύθερος κι ευτυχισμένος.
«Στην Ασία βρέθηκα επειδή με γοήτευε η Ανατολή και λόγω του DNAΚαθάρισα πολύ νωρίς με το δυτικό πολιτισμό.Ξεκίνησα με την Ινδία. Την Ταϊλάνδη την είχα αποκλείσει επειδή είδα ένα ντοκιμαντέρ για ηρωίνες και ήταν πολύ εύκολο να βρεθεί κανείς μπλεγμένος, κι έτσι πήγα στηmysticIndia. Όμως βαρέθηκα τους Ινδούς, ενώ στο μεταξύ έμαθα ότι η Ταϊλάνδη σταμάτησε αυτή την ιστορία με την ηρωίνη, και ενώ ήταν πρώτη στην παραγωγή, τώρα πια δεν παράγει και ασχολείται με τον τουρισμό. Έτσι βρέθηκα στη sensualThailand. Ένας τόπος που με καταγοητεύει, παρ’ όλο που πέρυσι πέρασα άθλια, γιατί έκανε κρύο και είχα αρρωστήσει. Κάθε φορά που κοιτάω την ώρα, σκέφτομαι τι ώρα είναι εκεί. Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που ευχαριστιούνται με το τίποτα. Έχει παίξει μεγάλο ρόλο ο Βουδισμός, που σε αντίθεση με το Χριστιανισμό της τιμωρίας, είναι ανθρωποκεντρική θρησκεία και σκοπός τους είναι να είναι ελεύθεροι και ευτυχισμένοι. Αν και τους έχουμε χαλάσει. Το χρήμα και η ανάπτυξη δε φέρνουν την ευτυχία. Βλέπεις καλύβα και απ’ έξω υβριδικό αυτοκίνητο. Έχουν αλλάξει οι άνθρωποι, έχασαν το χαμόγελό τους και σε βλέπουν σαν εκατοσταδόλαρο. Είναι φτηνά, ανθρώπινα και τα έχεις όλα γύρω σου. Είναι το πιο ασφαλές μέρος να πάει μια γυναίκα, γιατί είναι όλα ελεύθερα».
Με αφορμή την αναφορά στο βουδισμό, τον ρωτάω για τη σχέση του με το Θεό.
«Έχω ελαφρά σχέση με το Βουδισμό, έχω κι ένα τατού βουδιστικό. Θα ήθελα να ασχοληθώ παραπάνω. Γενικώς υπάρχουν πολλά πράγματα που θα ήθελα να ασχοληθώ παραπάνω. Το τρελό του χαρακτήρα, το ότι δεν μπορώ να κάνω πολλά πράγματα… Δεν τα πάω μέχρι εκεί που θα ήθελα, είτε το Τάι Τσι είτε το Βουδισμό».
Η συζήτηση για την Ταϊλάνδη δεν έχει τελειωμό. Κοιτάζει πάλι την ώρα. «Τώρα θα έχει βραδιάσει εκεί» μου λέει.Και συνεχίζει την αφήγηση για τη ζωή του στην Ανατολή, τα τελευταία 15 χρόνια. Με την ευκαιρία των επισκέψεών του, είχε κάνει και ντοκιμαντέρ για τη Νοτιοανατολική Ασία. Προσπάθησε να τα προωθήσει στα ελληνικά κανάλια. Στο Megaδεν ενδιαφέρονταν για το είδος, στην τότε ΕΡΤ, του πρότειναν να αναλάβει παραγωγές, πράγμα που δεν μπορούσε να αναλάβει.
«Καθυστέρησε η ιστορία και έσκασε η βόμβα της ΕΡΤ. Ήθελα πάντως να το κάνω, μου άρεσαν τα γυρίσματα, είχαν κάτι καουμπόικο. Μου πήγαινε γιατί υπήρχε το απρόβλεπτο. Για παράδειγμα κάναμε γύρισμα με το συνεργάτη μου στην Τζακάρτα. Είχε πάθει κίτρινο πυρετό δυο τρεις φορές. Θα πηγαίναμε σε μέρη όπου ζουν φυλές που δεν έχουν ξαναπάει δυτικοί. Τώρα την εγκατέλειψα την ιδέα. Όχι όμως και την Ανατολή. Πάω εκεί,ξυπνάω στο ξενοδοχείο, ανοίγω τα μάτια και κοιτάω ότι όλα μου τα υπάρχοντα είναι ένα βαλιτσάκι. Αυτό είναι ελευθερία. Με την δουλειά μου δεν έχω κανένα απωθημένο. Είμαι πλήρης. Ό,τι σχεδίασα το έκανα.Αυτό το λίγο που έκανα, το πέτυχα σε μία χώρα όπου τα πράγματα λειτουργούν κομματικά και παρτουζιάρικα. Δε συμμετείχα ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Από δω και πέρα θέλω να γευτώ τη ζωή. Δε θέλω τον τίτλο του Έλληνα ηθοποιού. Δε αντέχω κι αυτό που κάνουν οι Έλληνες ηθοποιοί, που κουβαλούν τη δουλειά τους και στη ζωή τους. Δεν έχουν ζωή. Στην Αμερική τελειώνουν, βγαίνουν και ζουν. Εγώ έχω και πολλά ενδιαφέροντα. Μ’ αρέσει που δε με ξέρει κανείς. Είμαι ένας ξένος. Βλέπω μια κοπέλα και την πειράζω, βλέπω ένα περιστατικό και συμμετέχω. Με σορτς και σαγιονάρες και μπαντάνα στο κεφάλι. Η απόλυτη ελευθερία. Δεν μπορώ αυτή τη μιζέρια κι αυτόν τον ευνουχισμό, που ζητάνε και την ψήφο μας».
Πιάσαμε το καυτό θέμα. Εκλογές έρχονται, πολιτικές εξελίξεις ζούμε, ο ίδιος είναι πολιτικοποιημένος αλλά αποστασιοποιημένος και απογοητευμένος. Ή μάλλον, πάμε πάλι στον αρχικό χαρακτηρισμό: Οργισμένος.
«Δε θα ψηφίσω, αλλά αν το έκανα, θα προτιμούσα τον Καμίνη και τον Μπουτάρη γιατί δεν είναι κομματικοί. Μισώ όλα τα κόμματα. Και αυτά που δεν έχουν κυβερνήσει. Και τον Τσίπρα, αν ήταν στο χέρι μου, θα τον καταδίκαζα μαζί με τους άλλους. Για εσχάτη προδοσία. Γιατί όταν η χώρα κινδυνεύει πρέπει να συνεργαστεί. Σε μία οικογένεια όταν υπάρχει κρίση, λέει ο πατέρας οικογενειακό συμβούλιο και συμμετέχουν όλοι για να βρουν λύση. Για μένα η λύση ήταν να γίνει μια κυβέρνηση εθνικής ανάγκης, είτε από τα κόμματα είτε από προσωπικότητες. Χάσαμε άλλη μία ευκαιρία. Η κρίση έπρεπε να είχε λειτουργήσει σαν θετική ιστορία για εμάς. Θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε πόσο μαλάκες είμαστε, το πόσα λάθη κάναμε, να ανασυνταχθούμε και να πάμε μπροστά. Δεν προχωράς όταν πολιτεύονται γερόντια. Κάθε ηλικίας. Φρεσκαδούρα θέλουμε. Φρέσκα μυαλά, τα οποία σίγουρα υπάρχουν αλλά δεν τα αφήνουν να βγουν μπροστά. Δεν έχουν γίνει σοβαρές νέες κινήσεις. Δε μιλάμε για Τζήμερο, ούτε για το ποτάμι που είναι σε διατεταγμένη αποστολή από τους εκδότες για να κάνει ζημιά στο ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο τρέμουν οι εκδότες επειδή υπάρχει ένα κομμάτι του που δεν το ελέγχει ούτε ο Τσίπρας. Καλά κι αυτός νομίζει ότι θα γίνει ο απελευθερωτής της Νότιας Ευρώπης».
Μα καλά, για κανέναν δεν έχει να πει κάτι καλό; Πουθενά δεν ελπίζει; Ούτε η δεξιά ούτε η αριστερά;
«Θυμώνω με την αριστερά, με την οποία είχα μπλέξει, αλλά ξέμπλεξα νωρίς. Δε θα τα έβαζα με τον Τσίπρα αν έλεγε βάλτε με να δουλέψω. Εγώ με αυτούς τα έχω. Με την αριστερά θυμώνω, όχι με τη δεξιά. Με αυτήν έτσι κι αλλιώς δεν έχω καμία σχέση».
Παρά την άρνησή του, είναι έντονα πολιτικοποιημένος. Δεν έψαξε κανείς να βρει σε ποιο χώρο ανήκει; Τα κόμματα δεν τον ανακάλυψαν;
«Τώρα πια έχω εκδηλωθεί: Δεν ανήκω πουθενά. Παλιά όλοι με παίζανε και μου ζητούσαν να πολιτευτώ. Τώρα είχα προτάσεις και από το ΣΥΡΙΖΑ και από την Ελιά αλλά τους είπα πως είμαι πολύ ακατάλληλος για κάτι τέτοια. Εγώ όλους τους βλέπω με βρόγχο στο λαιμό, ούτε καν με κολάκευσε η πρόταση, αντιθέτως ντράπηκα».
Το να ντρέπεται κανείς για κάποια πράγματα, είτε τα κάνει είτε όχι, δείχνει ότι έχει τσίπα. Το θέμα της ντροπής συνεχίζεται.
«Και το ότι βρέθηκα στο Εθνικό. Τι ντροπή! Πώς βρέθηκα εδώ από την ελευθερία της Ανατολής; Τι δουλειά έχω εγώ με το δημόσιο; Με παρέσυρε ο Μαστοράκης, που του έχω μεγάλη εκτίμηση και μεγάλο θαυμασμό και θα πήγαινα και στην κόλαση μαζί του. Με έχουν φωνάξει ήδη δύο φορές στο εθνικό και αρνήθηκα. Με το Νίκο δεν μπορούσα να αρνηθώ. Πάει κι αυτός στην Ασία σαν εμένα και έχουμε βίους παράλληλους, είχα καιρό να κάνω θέατρο γιατί μου κόβει από τα ταξίδια. Όμως ο φυσικός χώρος του ηθοποιού είναι το θέατρο. Το σταμάτησα επειδή αισθάνθηκα πλήρης και το έριξα στην τηλεόραση, επειδή για τα ταξίδια χρειάζομαι χρήμα. Αλλά δε με κολακεύει καθόλου όταν με σταματούν στο δρόμο και μου λεν ότι με είδανε σε κάποια σειρά. Τουναντίον είμαι πρόθυμος να τα κατεβάσω όταν μου λένε ότι είδανε παράσταση στο θέατρο. Το κίνητρο λοιπόν ήταν ο Μαστοράκης με τον οποίο είχα κάνει άλλες δύο καταπληκτικές δουλειές, οπότε πήγα. Πρόκειται για το Μεφίστο, ένα έργο που δεν έχει παιχτεί στην Ελλάδα, είναι αληθινή ιστορία, διηγείται την άνοδο του ναζισμού, είναι πολύ επίκαιρο και ανυπομονώ να το δω. Και με μεγάλη μου χαρά γνώρισα την Εθνική Ελλάδος των νέων ηθοποιών που με έχουν κατακτήσει με το ταλέντο και το χαρακτήρα τους. Αυτό ήταν η καλή έκπληξη για μένα».
Το θέατρο είναι ο χώρος του ηθοποιού, αλλά ο ίδιος, με 50 ταινίες στο ενεργητικό του, είναι από τις πιο σημαντικές παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Ο αγαπημένος ηθοποιός του Νίκου Νικολαΐδη, αλλά και άλλων σκηνοθετών της εποχής εκείνης, να μη μας πει δυο λόγια και για τον κινηματογράφο;
«Μεγάλωσα σε μια πόλη που μου αρνιόντουσαν τα πάντα. Ήθελα να μάθω και δεν μπορούσα, είχα και τη μάνα μου να λέει στον πατέρα μου «γιατί μας έφερες εδώ» και έφτασα στο σημείο αυτή τη χώρα να μην τη γουστάρω. Ό,τι έκανα, το έκανα στην τύχη. Ήθελα να κάνω καριέρα στην Αμερική. Ήδη είχα ξεκινήσει να κάνω δουλειές στο εξωτερικό, μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο και άλλαξε η ζωή μου. Όταν ήρθα, ήταν πια μεταπολίτευση και υπήρχε ένα κλίμα όπου όλοι κάτι θέλαμε να κάνουμε. Επειδή είχα αυτήν την καριέρα στο εξωτερικό, τα πράγματα ήταν εύκολα κι άρχισα να δουλεύω αμέσως. Κι έτσι βρέθηκε στο δρόμο μου ο Νικολαΐδης. Βέβαια, επειδή έχω μέσα μου το ανικανοποίητο, αν ξαναγεννιόμουνα θα προτιμούσα να μην ξαναγυρίσω. Και τώρα με την πρώτη ευκαιρία σηκώνομαι και φεύγω».
Στη μεταπολίτευση έγιναν όσα έγιναν. Τώρα, πώς τα βλέπει τα πράγματα;
«Με τον Νικολαΐδη είχα μια ξεχωριστή σχέση. Εκτιμώ και τον Νίκο τον Περάκη.  Δεν βλέπω νέους να πιάνουν το ύφος τους. Δεν υπάρχει ψυχή και συναίσθημα. Μου άρεσε η τελευταία ταινία του Νίκου Τριανταφυλλίδη που είναι επηρεασμένη από το σινεμά του Νικολαΐδη. Ο Λάνθιμος κάνει χειρουργικό σινεμά. Δε μου αρέσει. Δε μ’ ενδιαφέρει ούτε ο ρεαλισμός και η ελληνική πραγματικότητα. Δεν αντέχω τον Οικονομίδη. Όταν πάω στο σινεμά, πρέπει να μαγευτώ. Δε με έχει μαγέψει κάτι. Μπορεί και να υπάρχει, αλίμονο αν δεν υπάρχει. Και στην εποχή μας, δεν είναι δικαιολογία τώρα πια το «δεν έχω λεφτά, δεν κάνω ταινία». Βίντεο και τζάμπα. Είναι μία πολύ καλή περίοδος γιατί τις ταινίες τις μαθαίνεις κάνοντάς τες και όχι συζητώντας τες. Η τέχνη είναι διέξοδος. Ο κόσμος, η ανθρώπινη ψυχή έχει ανάγκη στα δύσκολα να ξεφύγει. Απόδειξη ότι τα θέατρα σκίζουν. Δεν είναι μόνο επειδή χαμήλωσαν τις τιμές. Ο κόσμος θέλει να έρθει κοντά στην τέχνη».
Είναι αρκετό το να ξεφεύγουμε με την τέχνη; Μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο για να ξεφύγουμε ή ακόμη και να φύγουμε από τις δυσκολίες; Είναι αισιόδοξος; Δεν είναι.
«Χάθηκε η ευκαιρία. Δεν είχαμε το θάρρος και τη μαγκιά να πιάσουμε την κατάσταση απ’ τα μαλλιά. Κάναμε μία μίμηση της Αργεντινής με τις κατσαρόλες, κατεβήκαμε στο Σύνταγμα, καλό ήταν, έγιναν κάποιες γνωριμίες, αλλά ως εκεί. Θα μπορούσε να γίνει πυρήνας και να προχωρήσουν πράγματα. Τελικά έγινε σαν τις κυρίες που βρίσκονται για τσάι. Πιστεύω ότι υπάρχουν και εξαιρετικοί νέοι, αλλά πολλοί μεγαλώνουν με άθλιους γονείς και καταλήγουν στη Χρυσή Αυγή. Υπάρχει κόλαση από κάτω και δε θέλω να συμμετάσχω».
Για ποιο θέμα δε μιλήσαμε; Για την πόλη του. Του αρέσει η Αθήνα;
«Η Αθήνα μου αρέσει. Εδώ και λίγα χρόνια δεν έχω αμάξι επειδή ταξιδεύω και δεν το χρειάζομαι. Αλλά όταν το είχα, ζούσα σαν τουρίστας. Μου αρέσει να ανακαλύπτω πράγματα. Αλλά ζούμε με τους ανθρώπους και αυτό είναι μεγάλη συζήτηση. Δε λέω ότι είμαι τέλειος. Είμαι ο χειρότερος. Αλλά έχω πολλά παράπονα».
Δε μιλήσαμε ούτε για τις γυναίκες. Θυμάμαι μια ατάκα στα κουρέλια, για τις γυναίκες με προδιαγραφές θανάτου. Έτσι πρέπει να είναι; Υπάρχουν τέτοιες γυναίκες;
«Νικολαΐδης, άλλες εποχές. Τώρα αλλάξανε αυτά, δεν ισχύουν. Ωραία ήταν, προσπαθώ να προσαρμοστώ σε κάποια πράγματα. Γενικώς μου αρέσει να συμμετέχω. Και ακόμη και στη μεγαλύτερη δυστυχία μου αρέσει να σκέφτομαι θετικά».
 Καταλήγουμε στη θετική σκέψη και στο νόμο της έλξης. Και μου μένει αυτό, παρά το ότι η κουβέντα συνεχίζεται και εξακολουθεί να μετακινείται από το ένα θέμα στο άλλο. Και αυτό λέω να γίνει τρόπος ζωής. Θετική σκέψη, αλλά και οργή. Προς τη σωστή κατεύθυνση.

Συνέντευξη που πέταξα (χωρίς να είναι για πέταμα) στο living in the city

Πασχάλης Τσαρούχας: Η κοινωνία δεν αξίζει τους επαναστάτες της

Δεν πιστεύω ότι πρέπει να κάνει κανείς ένα πράγμα για να το κάνει καλά. Θεωρώ πως κάποιος που είναι καλός στο ένα, είναι καλός σε πολλά. Γι’ αυτό μου αρέσουν οι άνθρωποι που καταπιάνονται με πολλά πράγματα. Που έχουν πολλά ενδιαφέροντα, πολλές δράσεις, που δεν ησυχάζουν και δεν επαναπαύονται.
ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΑΣ:Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΕΝ ΑΞΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΤΗΣ
Ένας από αυτούς είναι και ο Πασχάλης Τσαρούχας και ομολογώ ότι το ανακάλυψα πρόσφατα. Γι’ αυτό και, πηγαίνοντας να τον συναντήσω, στο Ρότα Art Coffee Community, ήμουν αποφασισμένη να τον μιλήσουμε μόνο για αυτές τις σχετικά πρόσφατες ανακαλύψεις μου. Και για άλλα.

Ποτέ δε θεώρησα ότι ήμουν ο καλύτερος.
Έχω μία πολύ ειλικρινή, καθαρή και μετρημένη σχέση με τα ΜΜΕ. Ενδεχομένως επειδή εξαρχής είχα μία πολύ συγκεκριμένη εικόνα και προς τα έξω αλλά κι εγώ ο ίδιος για τον εαυτό μου. Ποτέ δε θεώρησα ότι ήμουν το παιδί-θαύμα, ποτέ δε θεώρησα ότι ήμουν ο ωραιότερος ή ο καλύτερος. Τη δουλειά μας κάνουμε, δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Όπως κάθε πρωί όλοι πήγαιναν κάποτε στις δουλειές τους. Αυτό από κάποιους θεωρήθηκε ξενέρωτο, από κάποιους θεωρήθηκε κακό για την επαγγελματική μου εικόνα, ότι δε συντηρώ κάποιον μύθο.

(Ευτυχώς, γιατί παρατράβηξε ο μύθος με τον γόη, τον καρδιοκατακτητή, τον τηλεοπτικό σταρ, για την προσωπική ζωή του οποίου γνωρίζουμε τα πάντα, αλλά τίποτα για όσα κάνει, πιστεύει, πρεσβεύει, σκέφτεται. Του λέω για τη λάθος άποψη που είχα κάποτε και αναρωτιέμαι αν τον ενοχλεί και τον ίδιο η εικόνα που δημιουργούν για αυτόν τα ΜΜΕ).

Η δουλειά μου είναι να δημιουργώ.
Δε δημιουργείται για μένα, για όλους δημιουργείται. Δεν είμαι αυτό που θέλουν να βλέπεις. Αυτό τους εξασφαλίζει τον τρόπο να με έχουν στο μέσο όρο που θέλουν. Το τι είναι ο καθένας, το ξέρει ο ίδιος. Επίσης δεν είναι δική μου δουλειά να έχω αγωνία να δείχνω ποιο είναι το έργο μου. Η δουλειά μου είναι να δημιουργώ. Δε με ενδιαφέρει αν θα με δικαιώσει το σύγχρονό μου κοινό ή ο κριτικός του μέλλοντος. Με ενδιαφέρει να κάνω κάτι που νομίζω ότι κάπου βοηθάω, ότι κάτι προχωράω, τον εαυτό μου ίσως.

(Κι από ποιες δημιουργίες να ξεκινήσουμε;)

Τα βιβλία
Το πρώτο μου εκδόθηκε το 96, ένα θεατρικό παιδικό, η αρπαγή της πριγκίπισσας Αιώρας, που εκδόθηκε από τα Ελληνικά Γράμματα και έκτοτε ακολούθησαν άλλα 17, με τελευταίο το year book 2013 του Πανελληνίου Πρωταθλήματος Ταχύτητας Μοτοσυκλετών, που είναι καθαρά δημοσιογραφική δουλειά. Θα πρέπει να αφαιρέσουμε και –τώρα μπορείς να με σφάξεις- (έχει πάρει χαμπάρι τι κράξιμο ρίχνω στην παραλογοτεχνία) μια νουβέλα πολύ σκοτεινή και σημερινή και ένα ερωτικό έπος σε δεκαπεντασύλλαβο, εξαντλημένα. Θα τα ξαναβγάλω σαν Carousel, που είναι δική μου εκδοτική. Τα υπόλοιπα είναι παιδικά, παραμύθια και άλλα δύο που μετέτρεψα παραμύθια σε στίχους, τα μελοποίησε η Μάρω Θεοδωράκη, τα τραγουδήσαμε και έγινε βιβλιαράκι με cd και μας ευχαριστούν οι μαμάδες και οι μπαμπάδες που τα βάζουν και ακούν τα παιδιά το παραμύθι. Τα πάω καλά με τα παιδιά, γιατί τα πάω καλά με τον εαυτό μου.
(Και με το δικό του το παιδί τα πάει καλά. Το εκπαιδεύει στο καβάλημα της μηχανής, αλλά και στον τρόπο που θα βλέπει τη ζωή. Να είναι καλός άνθρωπος, υπεύθυνος, συνεπής, να μη σταματάει να παίζει. Σε αντίθεση με το μέσο νεοέλληνα γονιό που μαθαίνει στο παιδί του να βάζει στόχους διεκδικώντας την πρωτιά).
Να κάνει πράγματα για τα οποία δε θα έρθει η στιγμή να ντρέπεται…
…Να είναι βαθιά και ουσιαστικά ευγενικός με τον εαυτό του και με τους άλλους. Το να κατακτήσει κάποιος την κορυφή είναι υστερία και ένας στόχος που δεν πιάνεις ποτέ, αφού πάντα κάποιος θα υπάρχει που θα είναι καλύτερος από σένα ή το αξιολογικό σύστημα θα κατατάσσει πάντα κάποιον πάνω από σένα. Σα να κουβαλάς νερό με τρύπιο κουβά. Ζούμε μία τεράστια ανατροπή τα τελευταία χρόνια που μας δείχνει ότι ο ισχυρός τελικά δεν είναι τίποτα. Εδώ είναι που ισχύει το «οι έσχατοι έσσονται πρώτοι». Όσοι δεν είχαν τίποτα, καμία υποχρέωση, εξακολουθούν να μην έχουν. Ενώ οι υπόλοιποι τον ήπιαμε.

(Γιατί φτάσαμε εδώ που φτάσαμε; Γιατί ήρθε η ώρα να τον πιούμε;)

Να καθίσουν εδώ και να πληρώσουν.
Είμαστε κι εμείς συμμέτοχοι. Θυμάμαι τον εαυτό μου να λέει σε συζητήσεις ότι αυτή η χώρα προχωράει από κεκτημένη ταχύτητα. Δε συμβαίνει τίποτα. Και δε φρόντισα να φυλαχτώ. Όλοι ήμασταν σ’ αυτήν την κατάσταση. Και όλοι φταίμε και είμαστε συνυπεύθυνοι. Αυτό δε σημαίνει βέβαια κι ότι μαζί τα φάγαμε. Τι ωραίο ήταν αυτό που είπε ο Πάγκαλος ότι θα φύγει; Αν και εγώ δε θέλω να φύγει. Δεν είμαι φαν του ελικοπτέρου. Θέλω να καθίσουν εδώ και να πληρώσουν. Να υποστούν όλες τις συνέπειες, που δε θα γίνει ποτέ, αλλά θα πρέπει να ζήσουν όπως ζει όλος ο κόσμος. Δε θα το αντέξουν. Γιατί δεν ξέρουν πόσο κάνει μια φρατζόλα ψωμί, ένα κιλό πιπεριές, δεν ξέρουν τι είναι η λαϊκή, τι είναι το περίπτερο, τι είναι πάω βάλω βενζίνη για να πάω να δουν τα παιδιά μου τη γιαγιά τους. Είναι κάτι πολύ εξωτικό για αυτούς  αυτό το πράγμα. Όπως όταν θέλει κάποιος να πάει να μείνει σε μια σουίτα με πισίνα, νομίζοντας ότι είναι ωραία. Θες όμως τρεις ώρες να πας από το ένα δωμάτιο στο άλλο, έχει υγρασία από την πισίνα… δεν είναι και τόσο ωραία, αλλά είναι εξωτικό.

(Θα το ζήσουμε αυτό; Είμαστε ικανοί να τους κάνουμε να πληρώσουν;)
Οι προδότες γίνονται δρόμοι.
Δεν πληρώνουν ποτέ. Γίνονται δρόμοι. Μεγαλώνοντας έχω ξεκαθαρίσει ότι η ιστορία μας είναι γεμάτη ψέματα. Άσχετα με τις Ρεπούσηδες κι αυτά που ασχολείται ο κόσμος. Μας έχουν πει ψέματα. Ότι είμαστε οι καλύτεροι, οι πιο προκομμένοι, οι πιο αδικημένοι, οι πιο φιλειρηνικοί, και προχωρώντας τα πράγματα και διαβάζοντας, συγκρίνοντας, βλέπεις ότι είσαι τα ίδια σκατά με τους υπόλοιπους. Βλέπεις ότι όλος αυτός ο ταγματασφαλιτισμός, ο δωσιλογισμός, ο μαυραγοριτισμός, όλο αυτό το πουλημένο σινάφι ανακυκλώνεται και στο τέλος γίνεται δρόμοι. Και βλέπεις τους δρόμους και δε βλέπεις συγγραφέα, καλλιτέχνη, δημιουργό. Όλοι οι δρόμοι, με πολύ μικρές εξαιρέσεις, είναι βαφτισμένοι με ονόματα εθνικών μειοδοτών και προδοτών. Τζωρτζ, Κάνιγγος, τι ήταν αυτοί; Περπατάς αυτόν το δρόμο από μικρός και το όνομά του τυπώνεται στο μυαλό σου. Και θεωρείς ότι είναι καλός και σου φτιάχνει ένα υπόβαθρο στο οποίο θα πατήσει ο μύθος που σου διδάσκουν στο σχολείο.

(Έχω σκυλιάσει. Αυτό ήθελα να το είχα σκεφτεί εγώ. Προσπαθώ να μη δείξω ότι αφρίζω. Κρύβω την οργή μου, χαμογελάω, κουνάω το κεφάλι «Ναι, ναι, δίκιο έχεις» και τέτοια. Και προσπαθώ να περάσω στην επόμενη ερώτηση, πράγμα δύσκολο, γιατί όταν εκνευρίζομαι αποσυντονίζομαι. Ας τον ρωτήσω αυτός, ως ηθοποιός, πώς βιώνει την κατάσταση. Είναι γνωστό ότι οι ηθοποιοί περνάνε μεγάλα ζόρια).

Δεν είναι ο κατάλληλος να σχολιάσει γιατί συνειδητά δεν είναι μόνο αυτό.
Φρόντιζα πάντα να μην αποκλείω τον εαυτό μου από τις επιθυμίες του, να είμαι πολυδιάστατος, να κάνω πολλά πράγματα, να μην επενδύω στον εαυτό μου σαν εικόνα μέσα από το επάγγελμα, πράγμα που στα χρόνια της κρίσης με έχει σώσει. Έχει σώσει την ψυχή μου. Γιατί για σκέψου έναν άνθρωπο ο οποίος θεωρεί ότι είναι μόνο ένα πράγμα και μέσα από αυτόν τον τρόπο υπάρχει και επιβεβαιώνεται. 4000 αυτοκτονημένοι ήταν τέτοιοι και βέβαια ήταν και η σχέση τους με το χρήμα. Όμως όλοι χρωστάμε. Θα πεθάνω εγώ επειδή χρωστάω; Να πεθάνει ο τραπεζίτης.
(Ζούμε για τα λεφτά; Για την καλοπέραση; Την άνεση και την ευκολία; Είχαμε καλομάθει;)

Έχουμε ταυτίσει το πουλί μας με τα λεφτά μας.
Όταν το πιστεύεις αυτό το πράγμα και ταυτίζεις το επάγγελμά σου με την ύπαρξή σου, βρίσκεσαι σε τραγική σχέση. Θα κάνω άλλα πράγματα, θα έχω λιγότερες απολαβές, ακόμη και το χειρότερο να συμβεί, πάντα υπάρχει ένας λόγος να ζήσεις και να ολοκληρώσεις αυτό που πιστεύεις ότι κάνεις υποφερτά.

(Τώρα αυτό το «υποφερτά» για να δώσεις θάρρος στον απεγνωσμένο το είπες; Σ’ αυτόν που τον έχει κουράσει ο αγώνας χωρίς αποτέλεσμα;)

Δουλειά
Μεγάλωσα με κούραση, μαθαίνοντας να κουράζομαι. Έχουμε κακομάθει. Ή μάλλον είμαστε ανώριμη σαν κοινωνία. Ο άλλος θέλει να γίνει τραγουδιστής, ηθοποιός. Αυτό έχει σπουδή από πίσω, έχει δουλειά, έχει σκάψιμο. Έχουμε μάθει να είμαστε ρηχοί κι ότι ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Δεν αρκεί ένα ωραίο χαμόγελο για να τραγουδήσεις. Γιατί δε θέλει ο καθένας να γίνει αρχιτέκτονας; Γιατί από τη φύση του έχει δουλειά αυτό. Πρέπει να σπουδάσεις για να το κάνεις. Αλλά είναι κι ένας τρόπος για να φτιάχνεις ωραίες πόλεις.

(Ε, ας μιλήσουμε και για αρχιτεκτονική, γιατί μόνο γι’ αυτό δε μιλήσαμε).

Στην Ελλάδα έχουμε κατασκευαστές
Καθηγήτρια αρχιτεκτονικής γνωστή μου, που της ζήτησα να παρακολουθήσω το μάθημά της, πίστεψε ότι δε με ενδιαφέρει γιατί επρόκειτο για διακόσμηση. Δεν είσαι στολιστής, είσαι αρχιτέκτονας. Αυτός που είναι πάνω απ’ όλους αυτούς που χτίζουν. Όμως στην Ελλάδα τη δουλειά την κάνουν οι κατασκευαστές. Όταν έφτιαχνα το σπίτι –αυτό που χρωστάω δηλαδή- είχα συμφωνήσει στα τούβλα και ήταν φτιαγμένο κάπως. Και τους είπα εγώ τι θα κάνουν. Το κατοχικό σύνδρομο δεν τους λέει ζήσε σε ένα όμορφο σπίτι, τους λέει βάλε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου.

(Εντάξει, είπαμε, τα κάνεις όλα, δεν είσαι μόνο ηθοποιός, αλλά ξέρεις κι από σπίτια; Άσε και κάτι να το ξέρει κάποιος άλλος). 

Συνεργασία
Έχω κάνει χρόνια στην οικοδομή με τον πατέρα μου, ο οποίος είχε και αρχιτεκτονικές ανησυχίες και πολιτικομηχανικές ανησυχίες και συχνά διόρθωνε τα σχέδια, χωρίς να έχει ανταγωνιστικές σχέσεις μαζί τους. Αυτό το πράγμα το έζησα, το πώς συνεργάζεται ο θεωρητικά ανώτερος με τον κατώτερο. Μεγάλωσα με αυτόν το διάλογο. Όπως θεωρώ φυσιολογικό να ρωτήσω την ταξιθέτρια αν της άρεσε μια σκηνή που έπαιξα.

(Με πας απ’ το ένα θέμα στο άλλο, αλλά τώρα θα σε πάω εγώ. Μιλάμε για ποιοι φτιάχνουν και πώς φτιάχνουν τα σπίτια και τις πόλεις και δε λέμε αν σου αρέσει η πόλη που ζούμε. Και στο κάτω κάτω, τι στο καλό living in the city είμαστε άμα δε μιλάμε για την πόλη;)

Από την πόλη στον Τσε και από την επανάσταση στους ανθρώπους
Η πόλη είναι η άνθρωποι. Με αυτή την έννοια δε μου αρέσει. Υπάρχει κίνδυνος να χαρακτηριστώ ως μισάνθρωπος ή θεωρών τον εαυτό του υπεράνθρωπο. Αλλά δε συμφωνώ με όλη αυτή τη χύμα ανοησία. Ακόμα. Έρχεσαι και παίρνεις ένα μάθημα σκληρό και δε θες να το ακούσεις, να το δεις. Μελετώντας ιστορία βλέπει κανείς ότι ο πολύς κόσμος πάντα έτσι ήταν. Εδώ μπαίνει και το ερώτημα: Όσοι έκαναν τις επαναστάσεις το έκαναν για τον κόσμο ή για τον εαυτό τους; Υπάρχει κάποιο σύστημα με το οποίο πρέπει να λειτουργούν τα πράγματα. Κάπως διοικούνται τα πράγματα. Αναγκαστικά μπαίνουμε στη διαδικασία της ανάληψης εξουσίας από κάποιους ανθρώπους. Επειδή όμως είμαστε πολύ βρόμικοι οι άνθρωποι και η εξουσία μπορεί να πεις κανείς ότι δεν είναι γλυκιά μόνο όταν την είχε και δεν την άσκησε, άρα δεν την είχε, όλοι πέφτουν θύματα αυτής της χρήσης της εξουσίας. Ελάχιστα παραδείγματα υπάρχουν που αρνήθηκαν την εξουσία. Ο Τσε, ας πούμε, που όντας υπουργός πήγαινε να μαζέψει ζαχαροκάλαμο. Ή ο Άρης, ο δικός μας, που επίσης θα μπορούσε να τα έχει τακτοποιήσει τα πράγματα. Εγώ νομίζω πως οι κοινωνίες δεν αξίζουν αυτούς τους ανθρώπους. Βέβαια είναι σημεία αναφοράς για εμάς πια.

(Είναι τα ινδάλματά του; Θα ακολουθήσει το παράδειγμά τους αν εκλεγεί;)

Πρέπει να ξεκινήσουμε από τα μικρά
Είμαι πολύ ρεαλιστής. Δε γίνονται αυτά. Στο δήμο στον οποίο ζω, της Παλλήνης, Γέρακα, Ανθούσας, οι γονείς στο δημόσιο σχολείο πληρώνουν μέχρι και τα χαρτιά υγείας. Πόσα γαμημένα λεφτά είναι τα χαρτιά υγείας και οι μαρκαδόροι; Εμένα με απασχολούν αυτά τα πράγματα. Που δεν είναι μικρά. Είναι αυτά από τα οποία πρέπει να ξεκινάει κανείς. Τα μικρά πράγματα φτιάχνουν τις πραγματικότητες και τα μεγάλα είναι τα αποτελέσματα  Να έχει πετρέλαιο το σχολείο και ας μην έχει το δημαρχείο, που πρέπει να μπεις με τα εσώρουχα μέσα γιατί πεθαίνεις από τη ζέστη.
(Πώς έτσι με την πολιτική; Παλιά ιστορία ή τώρα που είναι μόδα να βλέπεις διάσημους να στολίζουν ψηφοδέλτια;)

Πρώτα είμαι πολίτης.
Είμαι παλιός ρηγάς, κουβαλάω μια πορεία. Είμαι πολίτης. Όπως συμβαίνει παντού και τους παλιούς και τους καινούργιους και το καλό και το κακό προϊόν τα βάζουν στο ίδιο ράφι και σε τρώει η μαρμάγκα μέσα από αυτήν την πρακτική. Δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς. Επειδή έχουμε ανόητους πολιτικούς δεν πρέπει να ασχοληθούμε κι εμείς; Πώς θα αλλάξει αυτό το πράγμα; Πώς θα πάει παρακάτω;

(Και γιατί ο δήμος; Έχουν τη δυνατότητα οι δήμοι να μπορούν να κάνουν πράγματα και να αλλάξουν τα πράγματα;)

Μόνο οι δήμοι, οι γειτονιές και οι μικρές κοινωνίες.
Όταν έβγαλα τα παιδικά βιβλία, με τον Μπίλη Καντίλη, που έχουν να κάνουν με την οδική ασφάλεια και την οδηγική συμπεριφορά, άρχισε ο Αχιλλέας να κάνει ποδήλατο με κράνος. Άρχισε μετά και το παιδί από απέναντι. Σε λιγότερο από τρεις μήνες, όλος ο δρόμος και όλα τα πιτσιρίκια έκαναν με κράνος. Φόρεσαν και οι γονείς τους κράνος. Στο εξάμηνο έπαψαν να περνούν αυτοκίνητα κι έπαιζαν τα παιδιά μπάλα κι έκαναν ποδήλατο. Άμα συμβαίνει αυτό στο δικό μας το δρόμο, μπορεί να γίνει σε κάθε δρόμο. Αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι. Στην πραγματικότητα εγώ αποφάσισα ότι το δικό μου το παιδί πρέπει να είναι ασφαλές. Τα παιδιά κάνουν αυτό που βλέπουν. Και βλέπουν τους γονείς τους. Οι γονείς δείχνουν στα παιδιά τους τι θα κάνουν. Ο γονιός για το παιδί του είναι Θεός.

(Έχει σχέση με το Θεό;)

Πιστεύω στο Χριστό, όπως πιστεύω και στον Τσε. 
Δεν ξέρω αν υπάρχει Θεός. Δε θα αναφερθώ στο ότι αν ο Θεός είναι καλός γιατί υπάρχει αδικία στον κόσμο. Αν ένα πλάσμα είναι δίκαιο φροντίζει τα πράγματα δίκαια. Μπορεί και να υπάρχει Θεός. Αλλά με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι δίκαιος.

(Η ΑΕΚ είναι Θεός;)

Το ποδόσφαιρο είναι χώρος άσκησης εξουσίας.
Αυτή τη στιγμή έχει έναν πολύ καλό προπονητή που πρέπει να τον προστατεύσουμε γιατί είναι καθαρός, ο οποίος και την έχει πληρώσει αυτήν την καθαρότητα, αλλά και δικαιώθηκε. Ο χώρος του ποδοσφαίρου είναι κι αυτός ένας χώρος άσκησης εξουσίας και χειραγώγησης του πλήθους. Όπως έλεγε κι ο Γρηγόρης ο Ψαριανός κάποτε, όταν βλέπεις ένα καλό παιχνίδι, είναι σα να βλέπεις ένα έργο τέχνης. Τώρα δε μαθαίνουν να παίζουν ωραία, μαθαίνουν να είναι πρώτοι, όχι να είναι καλοί. Το «καλός» έχει μετατοπιστεί. Κάποτε είχε άλλη έννοια. Από πίσω συμβαίνει ό,τι πιο βρόμικο μπορεί να συμβεί για να χειραγωγούνται τα πλήθη, όπως ψεύτικες εντάσεις. Θα ήθελα να αλλάξουν όλα, να το πάμε απ’ την αρχή, να πηγαίνω στο γήπεδο όπως πηγαίναμε κάποτε και κάναμε πλάκα. Τώρα ταυτίζουν την ομάδα τους με το σπίτι τους. Μας έκαναν να πιστεύουμε ότι η ομάδα είναι ιδέα. Πρέπει να αλλάξουν οι άνθρωποι. Για να αλλάξουν, πρέπει να εκπαιδευτούν. Να αλλάξει ο τρόπος που εκπαιδευόμαστε και το αξιακό μας σύστημα. Κι αυτό να ξεκινάει από το σπίτι.

(Πράγμα που δε θα συμβεί ποτέ. Γιατί πόσο εύκολο είναι ο γονιός που έμαθε έτσι, να περάσει κάτι άλλο στο παιδί του;)

Δεν υπάρχει άδολη αγάπη.
Ο εκπαιδευτικός (υπάρχουν καλοί, κακοί, μέτριοι) έχει να διαχειριστεί τα 20 διαφορετικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα 20 διαφορετικά παιδιά. 20 προβλήματα που δεν είναι δικά του, πρέπει να τα λύσει. Πρέπει να εκπαιδεύσουμε εμείς τα παιδιά μας κι ο δάσκαλος να το πάρει και να το πάει πιο πέρα. Πρέπει να ασχοληθούμε εμείς με τα παιδιά μας γιατί τα παιδιά βλέπουν το μέλλον. Να παραδεχτούμε ότι τα πράγματα είναι έτσι όπως τα βλέπουν. Να παραδεχτούμε ότι παλιώνουμε και να τους δώσουμε την ευχέρεια να υπάρχουν, για να τη δώσουν και στα δικά τους τα παιδιά. Ό,τι πάρουν θα δώσουν και αντιστρόφως. Δεν ισχύει αυτό που λένε οι ανά τον κόσμο ερωτευμένοι ή η εκκλησία ότι η αγάπη είναι άδολη. Δε γίνεται να αγαπάς χωρίς να αγαπιέσαι.

(Από δω το πάμε, από κει το φέρνουμε, στον κοινωνικό προβληματισμό το γυρίζουμε. Δε μας λες και τι κάνεις αυτόν τον καιρό;)
Δε γλιτώνει από τη Θράκη.
Είναι να ανέβω πάνω (εμείς οι Θρακιώτες, όταν λέμε πάνω, εννοούμε τα χωριά μας) να κάνω μια ταινία μικρού μήκους. Η οποία είναι σε ντοπιολαλιά. Κάποια παιδιά είχαν κάνει ένα θεατρικό έργο, σε ντοπιολαλιά. Είναι τρεις Αμερσούδες (εντάξει, νομίζω ότι μπορούμε να αρχίσουμε να μιλάμε Θρακιώτικα μετά απ’ αυτό) που πάνε και θάβουν όλον τον κόσμο. Μου πρότειναν να το κάνουν σίριαλ και να παίξω, να το σκηνοθετήσω, δεν ήθελα. Βαρέθηκα να παίζω. Άσε που υπάρχουν δυσκολίες για να γίνει ένα σίριαλ. Τους πρότεινα να το κάνουν ταινία μικρού μήκους και να πάει σε φεστιβάλ, να διεκδικήσει βραβεία και να είναι κάτι δικό τους. Είναι μια τύπισσα που παντρεύεται δημάρχους. Γνωρίζει τον επόμενο όταν χάνει τον προηγούμενο.

(Εμένα αυτό μου θυμίζει μια Θρακιώτικη ιστορία που έγινε τραγούδι, δε λέω τη συνέχεια, ούτε βέβαια το τέλος, να πάτε να τη δείτε. Τον ρωτάω αν εκτονώνεται στο facebook, αν εκφράζεται μέσα από αυτό, αν είναι εξαρτημένος από αυτό).

Κάθε πρωί, τσιγάρο και facebook.
Καμιά φορά, μια φορά το μήνα μπορεί να τύχει να γράψω πέντε αράδες. Και στη δουλειά, έχω φτάσει σ’ ένα επίπεδο –δεν είναι απαραίτητα καλό ή κακό επαγγελματικά- που είμαι απ’ έξω από αυτό το πράγμα. Το βλέπω απ’ έξω και τον εαυτό μου μέσα σ’ αυτό. Είναι τόσο ανούσιο, τόσο μάταιο, τόσο ψεύτικο και τόσο κατευθυνόμενο όλο αυτό που συμβαίνει, που δεν έχεις λόγο να ασχολείσαι. Η αντανακλαστική αντίδρασή μου σ’ αυτό που συμβαίνει δεν είναι ο θυμός ή η χαρά, δεν έχει συναίσθημα. Σκέφτομαι τι είναι πίσω από αυτό. Ξαφνικά μπαίνει στο φβ ένας ιός. Τον έβαλαν για να καταστρέψουν τον κόσμο; Κάτι μετράνε μ’ αυτό το πράγμα. Την εξάρτησή μας. Ο κόσμος όμως αντιδρά με πανικό. Η ζωή μας είναι το φβ. Το κάνω κι εγώ. Το πρωί τσιγάρο και facebook. Είναι και αυτή μία επαφή με τον κόσμο. Μπαίνω και βλέπω τι κάνουν οι φίλοι μου και οι δικοί μου άνθρωποι. Αυτό είναι το καλό κομμάτι. Το άλλο είναι η εξάρτηση.
Όλοι είμαστε εξαρτημένοι από κάποια πράγματα. Το ζητούμενο είναι να ορίζουμε και να επιλέγουμε και την εξάρτησή μας και πότε θα απεξαρτηθούμε.

Δε ρωτάω άλλα για να μην ξημερωθούμε (αν και η συνάντηση έγινε πρωί). Νομίζω πως δεν είπαμε τελικά τίποτα για όλα αυτά που κάνει. Μια άλλη φορά, θα οργανώσουμε μια ολονυχτία, και θα μιλήσουμε και για τις μηχανές, το θέατρο και το τραγούδι.

Δουλειά που πέταξα (χωρίς να είναι για πέταμα) στο living in the city