Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

...το χάσαμε το πλοίο της γραμμής


Η Αλίκη δεν είχε λόγο να ξυπνήσει νωρίς, δεν είχε να πάει στη δουλειά, όπως άλλωστε δεν έχει να πάει στη δουλειά κάθε πρωί τον τελευταίο χρόνο, οπότε ξημερώθηκε ψάχνοντας αγγελίες, στέλνοντας βιογραφικά και χαλώντας τη διάθεσή της. Το χτύπημα του τηλεφώνου στις 9 το πρωί δεν ήταν το καλύτερο που μπορούσε να της συμβεί. Κατέβασε μερικά καντήλια, καθώς ευχόταν να μην είναι από εισπρακτική. Σταμάτησε αμέσως, σκεπτόμενη πως ίσως τα βιογραφικά να πιάσανε τόπο. Εκεί ξύπνησε και σχεδόν χαμογέλασε. Μετά, έπιασε το τηλέφωνο και είδε ποιος καλούσε. Η ξαδέλφη Μίνα. Πρωί-πρωί και μες στη μοίρλα. Χώρισε με τον Παύλο.
«Άντε, ετοιμάσου να πάμε μια βόλτα στα μαγαζιά, να πάμε για καφέ, για φαγητό, δεν μπορώ άλλο κλεισμένη μέσα. Πνίγομαι».
«Κι εγώ δεν μπορώ έξω. Δεν έχω μία».
Δεν υπήρχε πρόβλημα. Η Μίνα θα κερνούσε τα πάντα. Είχε να της πει και για τον Παύλο. Άλλωστε αυτή είχε το ζόρι (όχι πως το ζόρι της Αλίκης δεν είναι υπολογίσιμο) αυτή πήρε την πρωτοβουλία, αυτή την ξύπνησε… ε, εντάξει, δεν είναι και τόσο πρωί, σε μισή ώρα που θα περάσει να την πάρει, να έχει βγει έξω, γιατί δε λέει να ψάχνει να παρκάρει.
Η Αλίκη έσυρε το κουρασμένο της κορμί στο μπάνιο, το ξύπνησε με νερό και ετοιμάστηκε, χωρίς να έχει και τα τρελά τα κέφια για βόλτες. Αλλά οι άνθρωποι είμαστε για τις δύσκολες στιγμές. Δε θα την άφηνε έτσι.
Σε μισή ώρα βρισκόταν στο αυτοκίνητο με τέρμα τον Χατζηγιάννη να κλαψουρίζει για κάποια χαμένη του αγάπη. Σε μία ώρα βρισκόταν έξω από ένα δοκιμαστήριο όπου η Μίνα από μέσα δοκίμαζε το μισό εμπόρευμα του καταστήματος. Δεν τα πήρε όλα, αλλά πήρε αρκετά. Κι από κει κι από δυο μαγαζιά ακόμη. Από το τελευταίο πήρε κι ένα μπλουζάκι για την Αλίκη. Δεν ήταν αχάριστη. Τόσην ώρα τη συνόδευε χωρίς να το απολαμβάνει. Της το έδωσε όταν κάθισαν επιτέλους για καφέ. Εκεί άρχισε και η διήγηση περί της λήξεως της σχέσεως που είχε διαρκέσει δύο ολόκληρα χρόνια. Δυο χρόνια που όλα ήταν ρόδινα, δεν υπήρχε ούτε ένα συννεφάκι. Δύο χρόνια που όλα κυλούσαν ομαλά και οι δυο τους περνούσαν τέλεια. Δυο χρόνια γεμάτα κοινές φωτογραφίες στο φέισμπουκ κι από κάτω καρδούλες και σχόλια φίλων για το πόσο ταιριαστό ζευγάρι είναι, που τώρα θα πρέπει να σβήσει. Δυο χρόνια χαμένα. Αν ήξερε ότι θα αποτύχει, δε θα ξόδευε αυτά τα δύο πολύτιμα χρόνια από τη ζωή της. Θα έψαχνε να βρει κάποιον να της δώσει όσα χρειάζεται μια γυναίκα: Ασφάλεια και σιγουριά, δώρο καμιά τσάντα ή κάνα παπούτσι πού και πού (εντάξει, πιο συχνά από πού και πού), ένα συνοδό για τις σαββατιάτικες εξόδους, έναν πατέρα για τα παιδιά της στην τελική, βρε αδερφέ! Τριαντάρισε πια. Ενώ τώρα αφιέρωσε δυο χρόνια σε μια σχέση στάσιμη, που δεν οδήγησε πουθενά. Η Αλίκη αυτά τα άκουγε βερεσέ και προσπάθησε να της εξηγήσει.
«Άσε τον πατέρα των παιδιών σου στην άκρη. Αλλού είναι το θέμα της στασιμότητας: Μέχρι πού σε πήγε αυτή η σχέση;» τη ρώτησε, νομίζοντας ότι θα τη βάλει στη διαδικασία να σκεφτεί εσωτερικές διαδρομές, συναισθηματικές εξάρσεις, πνευματικά σκιρτήματα και τέτοια.
«Εντάξει, δε με πήγε και στην άκρη του κόσμου. Αλλά δεν έχω παράπονο. Και πού δε γυρίσαμε. Με πήγαινε κάθε Σάββατο απ’ το Γκάζι στο Μπουρνάζι κι από το Κολωνάκι στην Πανόρμου. Τις Κυριακές πηγαίναμε παραλία. Με πήγε πέρυσι διακοπές στην Πάρο –περάσαμε τέλεια- κι ένα τριήμερο στο εξοχικό του στη Νέα Μάκρη για πιο χαλαρή κατάσταση. Καλά περάσαμε, δεν μπορώ να πω. Να μην ξεχάσω και την εκδρομή στα Κιούρκα. Αχ, ωραία περάσαμε και στα Κιούρκα».
«Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ άμα σε πήγε ένα βήμα παραπέρα».
«Παραπέρα, πού; Στο Σχηματάρι;»
«Ξέχνα την Αττικοβοιωτία. Εγώ σου μιλάω για ταξίδι στα Κύθηρα».
«Στα Κύθηρα δε σκέφτηκα ποτέ να πάω. Είναι για κουλ φάση ή για ξεσάλωμα;»
Η Αλίκη είχε μεγάλο ταξίδι μπροστά της, με τη συζήτηση που άνοιξε. Έπρεπε να της το πάει από την αρχή. Να της εξηγήσει ότι ο σκοπός μιας σχέσης (μιας οποιασδήποτε σχέσης) είναι να μας ταξιδέψει με τρόπο διαφορετικό από αυτό που ξέρουμε. Να εξελιχθούμε σαν άνθρωποι, σαν χαρακτήρες, σαν προσωπικότητες, να εμπνευστούμε, να δημιουργήσουμε, να συγκρουστούμε, να διαλύσουμε για να στήσουμε κάτι καλύτερο, να ταραχτούμε, να ηρεμήσουμε, να νιώσουμε γεμάτοι αγγίζοντας ο ένας τον άλλον, να δώσουμε και να πάρουμε ενέργεια, αγάπη και στοργή. Εντάξει, και σεξ. Και μέσα από όλα αυτά, να γίνουμε καλύτεροι. Τη Μίνα πόσο καλύτερη την έκανε αυτή η σχέση; Μάλλον πέρασε από δίπλα της και δεν την ακούμπησε, οπότε καλύτερα που τελείωσε. Μάλλον το ίδιο συνέβη και με τον Παύλο. Δεν παίρνουμε όρκο πως τη χώρισε επειδή δεν το κατάλαβε. Μάλλον αποφάσισε να περάσει φάση ελεύθερο πουλί και «περιπέτειες» (είναι η λέξη που χρησιμοποιούν αυτοί που δε φαντάζονται ότι μπορούν να ζήσουν με τον άνθρωπό τους την πιο συναρπαστική περιπέτεια) ή ήρθε η ώρα να πάρει την εκλεκτή της μαμάς του. Ε, ως εκεί φτάνουν οι απαιτήσεις του από τη ζωή.
Αυτό με τις περιπέτειες και με την εκλεκτή της μαμάς του, προκάλεσαν μια αναστάτωση στη Μίνα και ξέχασε όλα τα δυσνόητα περί Κυθήρων.
«Πάμε. Θα αγοράσω τελικά εκείνες τις γόβες που είδαμε, θα τις φωτογραφίσω και θα τις ανεβάσω στο φέισμπουκ. Να δει αυτός ποιος ζει τις περιπέτειες».
Η Αλίκη ίσα που πρόλαβε να κατεβάσει άλλη μια ρουφηξιά από τον καφέ της, καθώς την τραβολογούσε. Προσπάθησε να της εξηγήσει πώς είναι η πραγματική περιπέτεια. Της θύμισε πώς πρόσεχε ο παππούς τους τη γιαγιά τους όταν έσπασε το πόδι της κι ήταν ένα μήνα τέζα. Το ότι δεν άφηνε κανέναν άλλο να τη φροντίσει, γιατί μόνο αυτός ήξερε. Τα λουλούδια που της έφερνε όταν έβγαινε από το σπίτι. Τις σοκολάτες που έκρυβε κάτω από το μαξιλάρι. Τις ατέλειωτες ώρες που περνούσε κοντά της προσπαθώντας να κάνει τη ζωή της πιο όμορφη, να την κάνει να νιώσει πως δε βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου, αλλά πως ταξιδεύει.
«Λοιπόν, το κατάλαβα. Για να μη χάσω χρόνο και με τον επόμενο και να έχει η σχέση ευτυχή κατάληξη, θα πρέπει να οργανώσω ταξίδι» είπε κάπως σκεπτική η Μίνα.
«Να το προσέξεις. Μπορείς να κάνεις στάσεις σε σταθμούς και να εξερευνήσεις ό,τι καινούργιο συναντάς, αλλά άμα υπάρχει κατάληξη, έστω και ευτυχής, το ταξίδι τελειώνει. Και αυτό είναι που αξίζει. Αν σε πάει μακριά, μείνε. Αν μένεις στάσιμη, μη χάνεις χρόνο. Τα Κύθηρα ποτέ δε θα τα βρείτε, το χάσατε το πλοίο της γραμμής».
«Θα το προσέξω αυτό με το ταξίδι και το χαμένο χρόνο. Κι εδώ που τα λέμε, την εκδρομή στα Κιούρκα δεν τη λες και ταξίδι. Στον επόμενο θα είμαι απαιτητική. Τα Κύθηρα θα είναι το πιο κοντινό ταξίδι που θα δεχτώ να με πάει».



Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Οι Πέρσες στην Επίδαυρο και οι ελληνικές ομορφιές παντού



Πέντε μήνες ήταν χαμένος από την παρέα ο Λευτέρης. Από αναβολή σε αναβολή το πήγαινε στις μαζώξεις για τσιπουροκατανύξεις. «Το καινούργιο γκομενάκι τον έχει βάλει στο βρακί του» ήταν το μόνιμο σχόλιο όταν μιλούσαν για αυτόν. Το γκομενάκι υπήρχε μόνο ως τηλεφωνική ομολογία στον Τάσο, τον κολλητό του. Ούτε καν αυτόν κατάφερε να συναντήσει από κοντά. Μέχρι σήμερα. Κι όπως ήταν φυσικό, το θέμα της συζήτησης ήταν το Σουλάκι. Ο Τάσος ήθελε να μάθει τα πάντα για τη γυναίκα που έκανε το φίλο του να εξαφανιστεί. Τη φανταζόταν, εκτός από θεόμουνο, τόσο έξυπνη και πνευματώδη, τόσο συναρπαστική, που προκάλεσε στο φίλο του εθισμό, αλλά χαλάλι του.
«Ε, δεν είναι ακριβώς έτσι. Εντάξει, είναι μία πολύ ωραία κοπέλα, ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα, με ωραίο σώμα, σφιχτό και σμιλεμένο στα γυμναστήρια…»
«Τι λες, ρε φίλε! Σαν αυτά τα ξανθοπουτανάκια με τα στητά τα κωλαράκια που χαζεύω στο γυμναστήριο απέναντι από το γραφείο στο οποίο ποτέ δεν αξιώθηκα να πάω να γραφτώ και να τα χαρώ από κοντά; Μπράβο, ρε μεγάλε! Άξιος!» βιάστηκε να σχολιάσει ο Τάσος.
«Ε, εντάξει, η κοπέλα μου είναι. Δεν τη λες και πουτανάκι, αλλά ναι, κάπως έτσι είναι. Τις είχα βαρεθεί πια αυτές τις έξυπνες, τις διαβασμένες, τις διανοούμενες, που όλα τα ήξεραν και για όλα είχαν γνώμη. Είχα βαρεθεί τους διαρκείς σχολιασμούς τους για ό,τι συνέβαινε. Μα για όλα να έχουν άποψη!»
«Καλά έκανες. Αμάν με τις έξυπνες παντού γύρω μας. Και άντε, να τη δούμε καμιά μέρα».
«Μόνο αν έρθεις στον Κορυδαλλό, γιατί το Σουλάκι δεν έρχεται στο κέντρο. Δεν της αρέσει ούτε στα Εξάρχεια, ούτε στο Κολωνάκι. Βρε, καλή μου, βρε, χρυσή μου, τίποτα αυτή. Της είπα να την πάω στα Πετράλωνα που είναι πιο λαϊκά, με τίποτα δεν το δέχτηκε. Μόνο με Γκάζι συμβιβάζεται, που έχει μεγάλες μουσικές σκηνές».
«Εννοείς κάτι Ρέμους και κάτι Νότηδες; Και πας εκεί για την γκόμενα;»
«Μέχρι τότε θα τη στρώσω. Κοίτα, έχω ήδη βγάλει εισιτήρια για να πάμε στην Επίδαυρο να δούμε τους Πέρσες. Νομίζω ότι άμα γνωρίσει το θέατρο, θα ξεχάσει τις σκηνές. Δε φταίει αυτή αν δεν είχε ευκαιρίες να αποκτήσει τέτοιες εμπειρίες. Δε φταίει αυτή αν οι μόνες ευκαιρίες ήταν αυτά τα ευκαιριακά μαγαζιά με τα άθλια τραγούδια».
Ο Τάσος σκέφτηκε ότι μέχρι μουστάκι θα τον βάλει να ξυρίσει και δεν πήγε ποτέ στον Κορυδαλλό. Η Σούλα όμως σε λίγες μέρες βρέθηκε στην Επίδαυρο. Είχε οργανωθεί τέλεια.
«Έχει θάλασσα η Επίδαυρος;» ρώτησε τη φίλη της τη Μαίρη, που ήταν η κουλτουριάρα της παρέας.
«Καλέ, ναι. Ο κόλπος της Επιδαύρου, το έχω ακούσει στην τηλεόραση. Να έρθω κι εγώ μαζί σας;»
Τι; Να μην έρθει; Τέλεια θα περνούσαν. Εξάλλου τόσο τη βοήθησε με τις γνώσεις της. Τώρα που ήξερε ότι στην Επίδαυρο έχει θάλασσα, θα έκανε τη σωστή ενδυματολογική επιλογή. Αγόρασε μια φούστα μάξι πλισέ, σε στυλ αρχαία Ελληνίδα Θεά και φρόντισε να έχει φακούς επαφής, νύχια και πέδιλα, στο ίδιο χρώμα, συνδυασμένα με λευκό αέρινο δαντελωτό μπλουζάκι.
Κάθισαν στο άνω διάζωμα και αυτό, πέρα από το ότι τη δυσκόλεψε στο σκαρφάλωμα με τις δίπατες πλατφόρμες που φορούσε, πρέπει να πούμε πως της κακοφάνηκε. Πάντα οι συνοδοί της την πήγαιναν πρώτο τραπέζι πίστα. Δεν το σχολίασε γιατί αποφάσισε να περιμένει γιατί ακόμη ήταν αρχή και δεν έπρεπε να κρίνει από αυτό αν ο Λευτέρης μπορεί να της προσφέρει αυτό που χρειάζεται. Εξάλλου, οι ηθοποιοί, εντάξει, δεν ήταν κι άγνωστοι, αλλά δεν ήταν κι ο Μπέζος, ούτε καν αυτοί που παίζανε στο Κάτω Παρτάλι, σειρά που παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον.
Οι πλατινόξανθες καλοχτενισμένες μπούκλες της πήγαιναν κι έρχονταν πάνω στους ώμους της καθώς κουνούσε το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, ψάχνοντας να βρει τη θάλασσα.
«Κάπου εδώ γύρω είναι, και δεν τη βλέπουμε. Την είδαμε όμως στο δρόμο» της είπε με τρόπο η φίλη της.
«Έπρεπε να φορέσω κάτι πράσινο» απάντησε κι αυτή με τρόπο, για μην πάρει χαμπάρι ο Λευτέρης την αγωνία της.
Μόλις βρήκαν θέσεις και βολευτήκανε, άρχισε η φωτογράφηση σε όλες τις πόζες. Στημένη να κοιτάει προς το στέιτζ, καθισμένη φαρδιά πλατιά με φόντο το στέιτζ, με φόντο τις κερκίδες, όρθια με τη φούστα να ανεμίζει, με τη φούστα ελαφρώς σηκωμένη και το πόδι να κάνει βήμα να ανέβει, με το χέρι στο πηγούνι να μοιάζει πως κάτι σκέφτεται, αλλά να φαίνεται και το δαχτυλίδι με τη γαλάζια πέτρα… Ένα διάλειμμα για το ποστάρισμα στο φέισμπουκ στο άλμπουμ με τίτλο “arxaio theatro ephdavrou-shmvainh tora” και ξανά μανά πόζες. Μετά ακολούθησε ένα διάλειμμα για να δούνε την παράσταση. Κατέγραψε και λίγο από την παράσταση, να την ανεβάσει κι αυτήν στο φέισμπουκ, μη νομίσει κανείς ότι πήγε εκεί για τουρισμό. Μπορεί βέβαια να έπεσε εντολή να κλείσουν τα κινητά, αλλά όλοι τα είχαν ανοιχτά και κατέγραφαν. Αφού έσβησαν τα φώτα και το θέατρο ήταν ακόμη φωτισμένο.
Η Σούλα δεν καταλάβαινε και πολλά. Θα ρωτούσε μετά τη Μαίρη για να της εξηγήσει τι ήταν αυτό που έβλεπε. Ποτέ τον Λευτέρη, μην τη νομίζει για χαζή. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτό ήταν που τον γοήτευε. Εκεί που άρχισε να βαριέται, με κείνον τον τύπο που δε φορούσε ράσα και φορούσε στρατιωτική φόρμα (ο αγγελιοφόρος ήταν κανονικά, αλλά θα της το έλεγε μετά η Μαίρη) και μιλούσε ασταμάτητα, μόλις είπε «νυν υπέρ πάντων αγών» και όλοι χειροκρότησαν σαν άλλοι σαλαμινομάχοι, ξεχεριάστηκε κι αυτή στο χειροκρότημα και σχεδόν δάκρυσε από τη συγκίνηση, γιατί αυτήν την ατάκα την ήξερε από τον αδερφό της (καλά, αυτός περνιόταν και για Μακεδονομάχος και ντυνόταν Σπαρτιάτης και πήγαινε στα επετειακά ιβέντ στις Θερμοπύλες) που την είχε σαν αφίσα στο δωμάτιό του, μαζί με κάτι άλλα τέτοια αγωνιστικά αποφθέγματα, κάτι σήματα από τα ΛΟΚ που υπηρέτησε, την ελληνική σημαία, τη σημαία του ολυμπιακού και ένα μεγάλο σταυρό με φωτάκια που τον αγόρασε στο πανηγύρι των Ταξιαρχών.
Μετά συνέχισαν μέχρι το τέλος να μιλάνε και να μην τους καταλαβαίνει κανείς. Ευτυχώς το έργο ήταν μικρής διάρκειας και η ώρα που θα φωτογραφιζόταν ξανά, δεν άργησε να έρθει. Στο προφίλ της στο φέισμπουκ γινόταν ήδη χαμός. “arxaia ellinhda thea!!!!!” “ta spas!!!” “Ise genimenei protagonistreia” “MΠΡΑΒΩ ΑΔΕΡΦΕΙ ΜΟΥ ΕΤΣΗ ΤΕΡΙΑΖΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΙΛΥΝΝΕΣ” (αυτό το τελευταίο μάζεψε περισσότερα λάικ κι από τις φωτογραφίες της theas. Τους χάρισε και δεύτερη δόση φωτογραφιών, σχολιάζοντας πως η παράσταση ήταν υπέροχη και ότι “nikisame tous perses giati imastan geneoigeneoi san ellines!!!!”
Ο Λευτεράκης καμάρωνε την αθωότητα της καλής του. Ήμασταν γενναίοι σαν Έλληνες. Ήταν έτοιμη να γνωρίσει τον Εγγονόπουλο και τον Μπολιβάρ. Ναι, αυτό θα ήταν το επόμενο βήμα του στην εκπαίδευσή της. Τον ενθουσίαζε το γεγονός ότι της έδειχνε πράγματα κι αυτή ενθουσιαζόταν τόσο που τα έδειχνε στους φίλους της στο φέισμπουκ. Οι δικοί του φίλοι πάλι, δεν ενθουσιάζονταν καθόλου, αλλά σκέφτονταν ότι θα του περάσει.
Δεν του πέρασε. Πριν κλείσουν χρόνο, μετακόμισε στον Κορυδαλλό, στο σπίτι πάνω από το σπίτι της μαμάς της Σούλας, γιατί έπρεπε να έχει ένα δικό της άνθρωπο κοντά της. Πριν απ’ αυτό, να μην ξεχάσω να το πω και την περάσεις για καμιά παρδαλή, της έδωσε δαχτυλίδι με μια γκουμούτσα να, με το συμπάθιο. Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, έγινε κι ο γάμος που ήταν μια καλή ευκαιρία να πάνε οι φίλοι του στον Κορυδαλλό. Τα παιδιά τους δεν είχαν γαλάζια μάτια και ξανθά μαλλιά. 




http://kats-woman.blogspot.com/2014/08/blog-post_28.html

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Η ωριμότητα είναι μισή λευτεριά


«Θυμάσαι τον Παπάρα Μαλακίδη;» με ρώτησε η φίλη μου σε μια κουβέντα ανταλλαγής νέων. «Την παντρεύτηκε τη Σκυλάρα Ζαμπλουτίδου. Κι η Κακομοίρα Ονειρομπόλογλου έμεινε να θυμάται πόσο λάμπει το πρόσωπό του κάθε φορά που τη βλέπει.
«Για έναν άντρα είναι πολύ φυσιολογικό να έχει την κυρά του που θα είναι μια Ζαμπλουτίδου και μια σπιτωμένη γκόμενα. Είναι θέμα κοινωνικής καταξίωσης» της απάντησα. Για να με στείλει αμέσως μετά λέγοντας:
«Εντάξει, αλλά κι εμείς πόσους συμβιβασμούς είμαστε ικανές να κάνουμε για να φουσκώσει η κοιλιά μας;»
Την κοίταξα καλά καλά. Κούνησα και το κεφάλι μου. Τσιμπήθηκα. Την ξανακοίταξα. Αυτή ήταν. Αυτή που πριν από κάτι χρόνια δεν μπορούσε να χωνέψει ότι η σχέση της με τον Γκουράδα Παπαρίδη, τον τελευταίο άξεστο χωριάτη (με την απολύτως κακή έννοια) έληξε άδοξα. Εγώ βέβαια, ως καλή φίλη, είχα χαρεί τότε. Αυτός ο τύπος μου καθόταν στο λαιμό. Ήθελα να ξεκουμπιστεί και να το αφήσει ήσυχο το κορίτσι μας. Της έπεφτε λίγος, ελάχιστος. Και ως προσωπικότητα και ως άνθρωπος.
Τότε η φίλη μου ήταν στα 30. Στην ηλικία που τα καμπανάκια της γυναίκας χτυπάνε υστερικά, τραγουδώντας της με στριγκιά φωνή: «Εσύ πότε θα γίνεις μάνα; Εσύ πότε θα γίνεις μάνα;». Αυτή η φωνή της τραγουδούσε κάθε μέρα κι εγώ από την άλλη της κελαηδούσα άλλο τροπάριο: Δεν είναι αυτός για σένα / βρες κάποιον που να σου ταιριάζει / ναι, εντάξει, δεν είναι εύκολο να δέσει το γλυκό με κάποιον και θα περάσεις από σαράντα κύματα μέχρι να βρεις αυτόν που σου κάνει, αλλά και με τον Παπαρίδη πόσο δεμένο ήταν / τράβα κάνε κάτι που σου αρέσει / ασχολήσου με το κέντημα, το πλέξιμο / όταν βγαίνεις έξω μην πας στα στέκια του, εξάλλου εσύ ποτέ πριν απ’ αυτόν δε σύχναζες σε χώρους που κάνουν λεζάντα τύποι σαν τον πρώην σου. Δεν μπορώ να πω ότι είχε απάντηση στα ατράνταχτα επιχειρήματά μου. Συμφωνούσε σε όλα. Εκτός του ότι έπρεπε να γίνει μάνα. Έτρεχε σε γάμους άλλων, ντυμένη και στολισμένη σα νυφούλα, είχε αγωνία αν σβήστηκε το όνομά της από το παπούτσι της νύφης, ορμούσε σαν τρελή να πιάσει την ανθοδέσμη και μαλλιοτραβιόταν με τις άλλες που τη διεκδικούσαν, και βέβαια τα βράδια κοιμόταν με τα κουφέτα στο μαξιλάρι.
Με τον καιρό το πάλεψε. Είδε και κάτι άλλα ζευγάρια της συμφοράς με φίλες της τριαντάρες που λυσσούσαν να γίνουν μάνες και τα κατάφεραν και πρόκοψαν, το έριξε στην εργασιοθεραπεία, έκανε ένα βήμα παραπέρα στις σπουδές της, βρήκε έναν ωραίο τύπο στα μέτρα της και εδώ και καιρό απολαμβάνει μαζί του όλα τα καλά της συντροφικότητας, χωρίς άγχη για το πότε θα γίνει μάνα. Αυτό το υποψιαζόμουν, βλέποντάς την πόσο απολαμβάνει τη ζωή της, το επιβεβαίωσα με το σχόλιό της.
Σκέφτηκα πως ήρθε η ώρα να την καλωσορίσω σε έναν άλλο κόσμο γυναικών. Αυτόν των «ώριμων». Αυτών που ξέρουν τι θέλουν. Έτσι λένε αυτοί οι ηλιθιότατοι νεαροί που τις κυνηγούν δηλώνοντας με έμφαση: «Μου αρέσουν οι ώριμες γυναίκες επειδή ξέρουν τι θέλουν» και στην πραγματικότητα εννοούν ότι τους αρέσουν οι ώριμες γυναίκες επειδή θα περάσουν μαζί τους καλά και δε θα τους ζητήσουν γάμο και παιδιά, δε θα τους ζαλίσουν τ’ αρχίδια στα τηλέφωνα τριάντα φορές τη μέρα πούείσαικαιτικάνειςκαιπότεθαπάμεγιαποτάκιβρεκουτσούνιμουνιάου, ενδεχομένως δε θα τους ζητήσουν καν δεύτερο ραντεβού. Βέβαια, ο φυγόπονος και πάντα ηλιθιότατος νεαρός δεν ξέρει ότι αυτό σημαίνει πως η ώριμη γυναίκα την άλλη μέρα που κατάλαβε ότι έγινε κάτι που τη στιγμή που γινόταν δεν το καταλάβαινε (μάντεψε γιατί, ηλιθιούλη μου), χτυπούσε το κεφάλι της για τη μαλακία που έκανε παρά την υποτιθέμενη ωριμότητά της. Η ηλιθιούλης δεν είναι σε θέση να καταλάβει ότι η ώριμη γυναίκα δε θέλει το προϊόν που παράγουν τ’ αρχίδια του για αναπαραγωγή, αλλά τα ίδια τ’ αρχίδια του (αρκεί να έχει) για διάφορες άλλες χρήσεις.
Η φίλη μου πλέον ανήκει στην κατηγορία των ώριμων γυναικών. Και ναι, ξέρει τι θέλει. Θέλει ό,τι της φέρει η ζωή, αρκεί να τη γεμίζει. Απελευθερώθηκε από ψυχαναγκασμούς, από το άγχος της κοινωνικής αποδοχής, από την επιδίωξη της κοινωνικής καταξίωσης. Δε νιώθει πλέον άβολα δίπλα στις παντρεμένες με παιδιά φίλες της, από τις οποίες προτιμάει αυτές που επέλεξαν αυτόν το ρόλο επειδή τις γέμιζε και τους τον έφερε η ζωή. Αυτό είναι ωριμότητα. Αυτό που μάλλον δε θα έχεις ποτέ τη χαρά να απολαύσεις, ηλιθιούλη μου.

Υ/Γ: Για τους ώριμους άντρες θα μιλήσουμε μια άλλη φορά. Δεν μπορώ όλα μαζεμένα.


Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Φεγγαράδα, όλοι αράδα

Υπάρχει μια παράδοση στην Αθήνα που όλοι τη σέβονται και την τηρούν πιστά. Αυγουστιάτικη πανσέληνος στην Ακρόπολη με στριμοκωλίδι, Δεκαπενταύγουστος οπουδήποτε αλλού με στριμοκωλίδι, Σεπτέμβριος στο κέντρο με το αυτοκίνητο, πάντα με στριμοκωλίδι. Τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε μια μεταφορά της αυγουστιάτικης πανσελήνου στο φέισμπουκ σε φωτογραφία, συνήθως από την Ακρόπολη, όχι απαραιτήτως πετυχημένη λήψη, συνοδευόμενη με πρωτότυπο άσμα τύπου έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία, γεγονός που μετέφερε ένα στριμοκωλίδι πανσελήνων στις αρχικές μας σελίδες.
Εγώ, να σου πω την αλήθεια, τα πάω καλά με την πανσέληνο, η νεραϊδοπαρμένη. Ειδικά την αυγουστιάτικη που είναι η πιο δυνατή (δεν εννοώ τη λάμψη της), και βγαίνουν στη γύρα οι νεράιδες, οι μοίρες, τα ξωτικά και άλλες δυνάμεις του σύμπαντος και να κάμνουν όλα άνω κάτω μέσα μας κι έξω μας.
Είναι ωραίο στην πανσέληνο να βρίσκεσαι σε ιερούς χώρους, στους οποίους κάποιοι κατά την αρχαιότητα την έχουν τιμήσει και τους έχει ποτίσει με την ενέργειά της. Είναι φρικτό να βρίσκεσαι εκεί μαζί με χιλιάδες άσχετους, πιστούς σε μια παράδοση που τους οδήγησε εκεί, αλλά δεν μπορούν να κατανοήσουν ούτε γιατί την ακολουθούν. Είναι εφιαλτικό να μην μπορείς να απολαύσεις το φως της πανσελήνου επειδή γύρω σου, πάνω σου, παντού, υπάρχουν κάποιοι που δεν κατανοούν γιατί βρίσκονται γύρω σου, πάνω σου, παντού.
Αποφασισμένη να μην ξαναζήσω και φέτος τη μανία του πανσεληνιασμένου του Αυγούστου, απομακρύνθηκα από το κέντρο και έφτασα σε παραλία με θέα στην Ανατολή. Έτσι για να παρακολουθώ και τη διαδρομή της. Αν έλειπε ο «πολιτισμός» από γύρω μου, θα ήταν καλύτερα, αλλά τον ανέχτηκα σκεπτόμενη ότι θα μπορούσε να βρίσκεται και πάνω μου. Απομακρύνθηκα όσο μπορούσα από αυτόν, πιάνοντας βραχάκι-μπαλκόνι πρώτη μούρη στη θάλασσα, με παφλασμό στα πόδια. Κανένας άσχετος δεν μπήκε ανάμεσα σε μένα και στο φως της πανσελήνου, ούτε και της αντανάκλασής της στη θάλασσα. Και τα σκατόπαιδα που φώναζαν εκεί γύρω, δεν πλησίασαν αρκετά. Καλά ήταν.
Μετά από λίγη ώρα, νεαρό ζεύγος πλησίασε σε παρακείμενο βραχάκι, εφοδιασμένο με έξυπνα κινητά τεραστίων διαστάσεων. Σε θήκη κουνελάκι η νεαρά, σε θήκη βιβλιαράκι ο νεαρός. Δεν τα βάλανε στην τσέπη τους ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Φωτογράφιζαν το φεγγάρι, το έδειχνε ο ένας στον άλλον. Ξαναφωτογράφιζαν το φεγγάρι, ξανά το έδειχνε ο ένας στον άλλον. Βγάζανε σέλφι με φόντο το φεγγάρι, το έδειχνε ο ένας στον άλλον. Ξανά σέλφι με φόντο το φεγγάρι, ξανά το έδειχνε ο ένας στον άλλον. Μετά έπεσαν με τα μούτρα στα κινητά τους, δείχνοντας πάντα κάτι ο ένας στον άλλον. Προφανώς ανέβαζαν φωτογραφίες στο φέισμπουκ, ενημερώνοντας τους φίλους τους ότι είναι ένα γαμάτο ζευγάρι που το φεγγάρι λούζει τον έρωτά τους, μην τους περνάνε και για τίποτα ξενέρωτους, μην τύχει και δεν τους ζηλεύουν για τη μαγεία που ζούνε.
Σκέφτηκα πως αυτά τα έξυπνα κινητά, είναι τόσο έξυπνα που δίνουν σε κάποιους από αφορμές για συζήτηση μέχρι και υπόσταση. Σκέφτηκα ότι αυτοί οι δύο ίσως να κάθονταν αμήχανα μπροστά στο φεγγάρι, ίσως να έπλητταν, να φεύγανε στα δέκα λεπτά, να πήγαιναν στα σπίτια τους ή να βρούνε κάποιον άλλον να τους διώξει την πλήξη. Ή μήπως θα τους περνούσε από το μυαλό να άγγιζε ο ένας τον άλλον, αντί να αγγίζουν τις οθόνες τους; Θα άντεχαν να περάσουν τόσο καλά; Ή μήπως η επαφή έχει γίνει κάτι ενοχλητικό;

Δεν μπήκα καθόλου στο φέισμπουκ το βράδυ της πανσελήνου. Δεν ήθελα να δω τι έγινε. Δεν ήθελα να ξέρω πόσοι από τους φίλους μου έχασαν τη φεγγαράδα για να βγάζουν φωτογραφίες στην αράδα. Πόσα αγγίγματα χάθηκαν, είτε από την πανσέληνο, είτε από κάποιο χέρι για να γίνουν τα αγγίγματα στην οθόνη, για να ανέβουν οι φωτογραφίες, να μαζευτούν τα λάικ, να γίνουν σχόλια, να γίνουν όλα όσα χρειάζονται για την εικονική μας ευχαρίστηση.


Έχω φωτογραφίες δικές μου από την πανσέληνο του Αυγούστου, αλλά επειδή λέω να τις κρατήσω για μένα ως ενθύμιο, διάλεξα μία εντυπωσιακή κι επαγγελματική από το ίντερνετ. 

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Στην παραλία του ιδιώτη

Με χαλάει ο Αύγουστος. Φεύγουν όλοι και μένουμε μόνοι μας. Αυτό βέβαια είναι το καλό της υπόθεσης και η παρηγοριά μου. Με χαλάει όμως γιατί μου θυμίζει τις εποχές που πηγαίναμε διακοπές. Και τις καλύτερες στιγμές τους. Οι οποίες δεν ήταν το κωλοχτύπημα στα κλαμπ, δεν ήταν οι γκουρμεδιές στο ακριβό ρεστοράν, το τίγκα στους σελέμπριτις, δεν ήταν το άραγμα κάτω απ’ τον ήλιο με το μοχίτο στο χέρι πάνω στη χρυσοπληρωμένη ξαπλώστρα. Ήταν κάτι βράδια στην παραλία, με το φεγγάρι να σπάει το σκοτάδι, με αεράκι, παφλασμό, βαρκούλες, φώτα στο βάθος, μπίρες και πιτόγυρα.
Με αυτά τα δεδομένα, θα μπορούσα να πω πως πέρασα μια νύχτα διακοπών. Μέσα στην πόλη, στα τρεχάματα, στα ζόρια, στα άγχη, έκανα ένα διάλειμμα, σε απόσταση αναπνοής από το κέντρο της πόλης, σε παγκάκι δίπλα στη σκοτεινή θάλασσα της Γλυφάδας.
Όλα ήταν εξαιρετικά και ικανά να με πάνε αλλού. Μου έλειπε μουσική. Κάτι σε ρεμπέτικο, η φωνή του Παγιουμτζή ή της Παπαγκίκα, που θα ακουγόταν ίσως μέσα από μια βάρκα, σε χαμηλή ένταση, όσο χρειάζεται για να υπάρχει ένα μουσικό χαλί στην ευχάριστη στιγμή. Το αντίθετο με αυτό που συνέβη όταν ανέβηκε η ένταση της μουσικής (έτσι πρέπει να γίνεται τα βράδια) σε παρακείμενο μπαρ της παραλιακής. Για την ακρίβεια, από εκεί που υπάρχει μια περίφραξη (αυτή που σου υπενθυμίζει ότι η θάλασσα δεν είναι δημόσια), μπαίνεις με το αμάξι σου, πληρώνεις, περιμένεις στην ουρά για να σου το πάρει ο παρκαδόρος (και να το βάλει εκεί που ξέρει), μπαίνεις σε μία πολυτελή κατασκευή φτιαγμένη πλάι στο κύμα (το οποίο δε λέει να γίνει τσουνάμι και να την ξηλώσει), όπου χρυσοπληρώνεις την παρουσία σου εκεί, το ποτό σου και τη μουσική που σου παίρνει τα αυτιά, πληρώνεις για να ακουμπήσεις σε ξαπλώστρα (που έχει κάνει απόσβεση από την πρώτη μέρα που στήθηκε στην «ιδιωτική» παραλία), πληρώνεις και για τη χρήση της άμμου, της θάλασσας, της σκιάς του δέντρου, του αέρα που αναπνέεις.
Γενικώς, ένα ενοχλητικό μπιτ που καμιά φορά γινόταν αφρομπίτ ή ρέγκε (γιατί τους είπαν ότι είναι μουσικές από εκεί που είναι πάντα καλοκαίρι και όλοι τσιλάρουν χαλαρά,  και κανείς δεν τους ενημέρωσε πως πρόκειται για τραγούδια με κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο κι ότι μιλάνε για φτώχεια, για σκλαβιά και για καταπίεση από καταπατητές πρώην ελεύθερης και νυν ιδιωτικής γης) ερχόταν από την περιοχή όπου η πρόοδος και η ανάπτυξη δίνουν τον αγώνα τους, στο σημείο που κάποιοι επέλεξαν είτε να ψαρέψουν είτε να αράξουν με τρόπο υποανάπτυκτο.
Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, θα ήταν δεδομένη η ελεύθερη πρόσβαση στην παραλία. Χωρίς περιφράξεις, χωρίς παρκαδόρους, χωρίς πολυτελείς κατασκευές, χωρίς πολυτελείς ξαπλώστρες, χωρίς δυνατές μουσικές, χωρίς νταβατζήδες. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, θα υπήρχε σεβασμός στον τόπο και στο περιβάλλον. Οι πολίτες θα είχαν ιδέα από ποιοτική διασκέδαση και θα θεωρούσαν βαρβαρότητα αυτά τα υστερικά ντεσιμπέλ. Θα θεωρούσαν ιερή υποχρέωσή τους να μην πατήσουν το πόδι τους στον περιφραγμένο χώρο, να μην αφήσουν το χρήμα τους σ’ αυτόν που τους απαγορεύει την πρόσβαση σε κάτι που είναι δικό τους. Θα του υπεδείκνυαν με τον τρόπο τους το ακριβές σημείο στο οποίο μπορεί να τοποθετήσει τις ξαπλώστρες του.
Θυμήθηκα μια άλλη βόλτα στην παραλία πριν από λίγο καιρό, όπου κάποιο πολυτελές κατάστημα από αυτά που είναι φυτρωμένα πάνω στην άμμο, είχε κλείσει με δικαστική νομίζω απόφαση (δεν έψαξα να βρω το λόγο) και το φυλούσε σεκιουριτάς ο οποίος απαγόρευε να πατάς και στο ξύλινο δάπεδο που είχε βάλει πάνω στην άμμο. Στην άμμο ΜΟΥ. Στην άμμο ΜΑΣ. Πήγα να τσεκάρω την κατάσταση και στα περιφραγμένα. Σεκιουριτάδες-αμοιβάδες παντού, σε μία έκταση αρκετών στρεμμάτων, έτοιμοι να σε πάρουν σηκωτό και να σε πετάξουν έξω, αν τολμήσεις να παραβιάσεις την ιδιωτικότητα της παραλίας που κλήθηκαν να προστατεύσουν.
Με φαντάστηκα σε θέση δικτάτορα, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να επιβληθεί αυτό που θα κατέβαινε στη συνέχεια στο μυαλό μου, αφού όταν παίρνονται αποφάσεις με δημοκρατικές διαδικασίες για να οριστεί ο τρόπος χρήσης κάποιων χώρων, όλο και κάποιος εμφανίζεται με κολλητιλίκια με μεγαλοπαράγοντες και με συμφέροντα για τσέπες καρχαριών, πιράνχας και τρωκτικών.
Θα επέβαλλα, δια ροπάλου και κωλοδάχτυλου, ξήλωμα οποιασδήποτε κατασκευής εμποδίζει την ελεύθερη διέλευση των ανθρώπων στις παραλίες, αλλά και οποιασδήποτε κατασκευής δε σέβεται και δεν είναι απολύτως προσαρμοσμένη στο περιβάλλον. Θα επέβλεπα αυτοπροσώπως τις εργασίες ξηλώματος, και για την καύλα και τη συγκίνηση που θα μου χάριζε το θέαμα, αλλά και επειδή θα φοβόμουν ενδεχόμενη εξαγορά του μπουλντοζιέρη (τι πιο φυσικό στην Ελλάδα που ζούμε) από τους ανθρώπους των συμφερόντων που λέγαμε.
Όταν θα είχαν γίνει όλα λαμπόγυαλο, θα ακολουθούσε η διαμόρφωση του χώρου. Με απόλυτη αυστηρότητα, θα κατασκευάζονταν παραλιακές διαδρομές χωρίς τέλος και χωρίς διακοπή, οι οποίες θα δίνανε τη δυνατότητα στον περιπατητή να διακόψει όπου του κάνει κέφι και να ρίξει μια βουτιά ή να καθίσει σε ένα παγκάκι ή να αράξει σε μια σκιά, ή να φάει, να πιει τον καφέ του, το ποτό του, σε κάποιον από τους χώρους που θα υπάρχουν, οι οποίοι θα είναι με την ίδια αυστηρότητα προσαρμοσμένοι στο περιβάλλον. Και ως κατασκευές και ως ήχοι και ως φιλοσοφία. Και οι σεκιουριτάδες-αμοιβάδες, θα προγραμματίζονταν έτσι ώστε να πατάσσουν όποιον υπερβαίνει τα όρια της απλότητας, της σεμνότητας και του σεβασμού στο περιβάλλον.
Μα, θα μου πεις, εδώ αγωνιζόμαστε για την ανάπτυξη. Για να έρθουν οι τουρίστες και να καταναλώσουν, για να ξεδώσει ο ντόπιος, για να ξεπλύνει… εεε, συγνώμη, λάθος, για να κερδίσει ο επιχειρηματίας και να μοιράσει μεροκάματα στους εργαζόμενους. Όχι για να πάμε 100 χρόνια πίσω.
Και ποιος σου λέει ότι θέλω να απαγορεύσω την κατανάλωση; Την ασυδοσία θέλω να απαγορεύσω. Τη μανία για υψηλό κέρδος και χαμηλή ποιότητα. Και να προωθήσω την εκπαίδευση του πολίτη να αναγνωρίζει την ποιότητα. Την ικανότητά του να αναζητά το ωραίο, το αξιόλογο, να σέβεται και να απαιτεί σεβασμό. Πράγμα δύσκολο για τον αρχοντοχωριάτη Έλληνα που μέχρι χτες νόμιζε ότι είναι βασιλιάς.
Και είμαι σίγουρη πως οι τουρίστες δεν πάνε στην παραλία για να ακούσουν υστερικούς ήχους. Αυτούς τους ακούν μέσα στις πόλεις. Άσε που οι ανυποψίαστοι έχουν άλλα πράγματα στο μυαλό τους για την ελληνική κουλτούρα (εντάξει, λέμε και κανένα αστειάκι) και όχι αυτόν τον κανιβαλισμό που συναντούν.
Καιρός να αλλάξουμε. Και σκέψη και φιλοσοφία και κουλτούρα και να πάψουμε να κακοποιούμε τον τόπο μας, να πάψουμε να χέζουμε εκεί που τρώμε, να σεβαστούμε το περιβάλλον, να αγωνιστούμε για να το σεβαστεί κι ο διπλανός, να απαιτήσουμε σεβασμό, να μην πληρώνουμε τους σοδομιστές του τόπου μας, τους σοδομιστές μας. Όταν τα καταλάβουμε όλα αυτά, θα γίνει ο τόπος μας καλύτερος. Αλλά επειδή είμαστε τόσο αποχαυνωμένοι, δεν υπάρχει ελπίδα.
Αυτή η διαπίστωση με έκανε και ξύπνησα. Τέτοιο μεγαλειώδες όνειρο πήγε χαμένο εξαιτίας μιας κωλοφάρας ηλιθίων που αποτελώ κομμάτι της. Το δυνατό ρυθμικό γκιουμ-γκιουμ που ακουγόταν από το βάθος, ένιωθα να χτυπάει στο στομάχι μου και να μου ανακατώνει το πιτόγυρο. Ούτε τις διακοπές μας στην πόλη δεν μπορούμε να απολαύσουμε με τους κανιβάλους γύρω μας.


Φωτογραφία δεν είχα δική μου. Αλλά βρήκα αυτήν από εδώ που πρέπει να είναι από το ίδιο παγκάκι.