Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Πάλης ξεκίνημα, νέος εμφύλιος


Η κατάσταση έχει ξεφύγει και μας παρασέρνει όλους. Φαινόταν εδώ και καιρό. Αντί να ενωθούμε, να συνεργαστούμε και να αντιμετωπίσουμε το τέρας, αποφασίσαμε να του μοιάσουμε. Ξεκινήσαμε με επιθετική συμπεριφορά ο ένας προς τον άλλον. Δε χάναμε ευκαιρία να του χωθούμε, λες και ήταν αυτός η πηγή του κακού που μας βρήκε. Και, ασφαλώς, ο άλλος μας επέστρεφε την επιθετικότητα. Μείναμε μόνοι αλλά νιώθαμε μοναδικοί. Κάποιοι είχαν μεγάλη ανάγκη να νιώσουν μοναδικοί, έστω κι έτσι. Έστω κι αν τα όρια ανάμεσα στο μοναδικό και τον τιποτένιο είναι αδιευκρίνιστα κι έτσι εύκολα περνάει κανείς από τη μια μεριά στην άλλη.
Βγήκαν λοιπόν οι τιποτένιοι που αισθάνονται μοναδικοί και απελευθερώνουν όλα όσα μάζευαν στη μίζερη ζωή τους. Βγαίνει η κυράτσα και κλοτσάει το ίσως ήδη κακοποιημένο παιδί, επειδή η παρουσία του χαλάει τη μόστρα στο μαγαζάκι της. Ούτε της πέρασε από το μυαλό ότι το μαγαζί της κινδυνεύει περισσότερο από τα χρέη που προκαλεί το success story που της ετοιμάζουν. Εκεί όμως δεν μπορεί να ρίξει κλότσους. Πάντα το ξέσπασμα γίνεται στον αδύναμο.
Εμείς, μπροστά στις οθόνες μας, σοκαριζόμαστε, αλλά δεν κουνιόμαστε. Μέχρι να βγει ο φασίστας στο δρόμο οπλισμένος και να αρχίσει τη σφαγή. Κι από δίπλα ο μπάτσος και φύλακας του φασιστικού συστήματος, να παρακολουθεί χαιρέκακα.
Όλα δείχνουν ότι η κατάσταση δεν ελέγχεται. Αυτό συμβαίνει όταν η καρέκλα της εξουσίας τρίζει αλλά εκείνη πρέπει πάση θυσία να μείνει στη θέση της. Οι εκπαιδευτικοί δίνουν τη χαριστική βολή στο σύστημα με τις κινητοποιήσεις τους. Όταν κι αυτοί έχουν πρόβλημα που τους οδηγεί στους δρόμους, σημαίνει πως η υπόλοιπη κοινωνία παραπαίει. Και η εξουσία καταρρέει. Ακόμη κι ο πιο ναρκωμένος εγκέφαλος, δέχεται δονήσεις. Οι πληβείοι κοντεύουν να ξυπνήσουν. Το καθεστώς πρέπει να δράσει άμεσα. Τώρα είναι που αναλαμβάνουν δράση τα μαντρόσκυλα. Φοβάμαι πως όσο πιο σοβαρά προβλήματα θα έχει να αντιμετωπίσει η εξουσία, τόσο πιο σοβαρά εγκλήματα θα κάνουν οι φασίστες. Τόσο τα μαντρόσκυλα του καθεστώτος θα το προστατεύουν.
Θα πάψουν πια να στρέφονται εναντίον των αδυνάτων. Θα χτυπάνε στοχευμένα. Θα «καθαρίζουν τον τόπο» από αντιφασίστες. Όπως τώρα. Τα φονικά θα γίνουν καθημερινότητα. Έτσι, σα καλά καθούμενα. Μέσα στον κόσμο. Μπροστά στους ΔΙΑΣ που θα παρακολουθούν το θέαμα αμέριμνοι. Κι εμείς, σοκαρισμένοι, θα παρακολουθούμε τα τραγικά γεγονότα και θα εκφράζουμε την αγανάκτηση, το θυμό και τον αποτροπιασμό μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και συχνά θα βγαίνει κάποιος που θα συνιστά ψυχραιμία, να ανάψουμε κάνα ρεσώ για την ψυχή του δολοφονημένου και να συνεχίσουμε κοιτώντας μπροστά.
Αν αυτό δεν είναι εμφύλιος, τι μπορεί να είναι; Αν αυτό δεν είναι κάλεσμα για αφύπνιση, τι μπορεί να είναι; Κι αν δεν είναι το τέλος τους, τι μπορεί να είναι;
Ο εμφύλιος, όταν τα πράγματα ξεφεύγουν, δεν είναι απαραιτήτως κάτι κακό. Είναι ανάγκη. Είναι η επανάληψη ιστορίας, αυτό που πρέπει να ξαναζήσουμε, επειδή το αγνοήσαμε.
Τα γεγονότα διαμορφώνονται όπως τότε. Δεν παρατηρώ καμία αλλαγή σε ανθρώπους, καταστάσεις και πορεία. Γερμανική κατοχή, κυβέρνηση Τσοολάκογλου, δωσίλογοι, χίτες, ταγματασφαλίτες, φτώχεια, πείνα, μαυραγορίτες, η αστυνομία και η δικαιοσύνη είναι όργανα του καθεστώτος, κι εμείς μόνοι μας παλεύουμε με το τέρας.
Και τώρα έχουμε το πρώτο επίσημα καταγεγραμμένο θύμα του ναζιστικού καθεστώτος. Κανένας αστυνομικός από αυτούς που βρίσκονταν δίπλα δεν παρενέβη. Κανένα μέσο ενημέρωσης δεν μπήκε στον κόπο να μας πει τι συμβαίνει. Αφού δεν έπιασε το παραμύθι του πλακώματος των οπαδών που το φανατιλίκι για τις ομάδες τους τούς οδήγησε στο έγκλημα, κάνουν την πάπια. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις αναλαμβάνουν δράση οι καθεστωτικοί αρθρογράφοι που, κρατώντας ίσες αποστάσεις από τα "άκρα", γράφουν τα ορθολογικά τους άρθρα, καταδικάζοντας τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται και μας παρακινούν να τα αφήσουμε όλα πίσω και να κοιτάξουμε μπροστά, το success story που βρίσκεται έξω απ’ την πόρτα μας. Καμιά καθεστωτική δικαιοσύνη δεν περιμένουμε να δικαιώσει το πρώτο θύμα του εμφυλίου. Το πράγμα φωνάζει. Και μας καλεί. Εμείς πρέπει να αναλάβουμε.
Αν αυτό δε λέγεται εμφύλιος, ας το ονομάσουμε "πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες". Καλά κουράγια και αντοχές στον αγώνα που οφείλουμε να κάνουμε. Άμεσα γιατί ήδη είναι αργά.

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Λόλα, να ένα αγγούρι


Εμένα το σχολείο μού έχει αφήσει τραύματα. Και να φανταστεί κανείς ότι ξεκίνησα τη μαθητική μου καριέρα ως φυτό. Ένα βίτσιο με το διάβασμα από νήπιο. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να γλιτώσω από κάτι πληγές να –με το συμπάθιο- που μου προκάλεσε.
Στο σχολείο της εποχής μου, που λες, μαθαίναμε πατριδογνωσία. Τη μισή μας μέρα την αφιερώναμε σ’ αυτό το μάθημα. Εφιάλτης. Η δασκάλα μου στο δημοτικό έχει κατακτήσει μια θέση ανάμεσα στα πέντε πιο κακιασμένα άτομα που έχω συναντήσει. Ανάμεσα στους λόγους της βράβευσής της, είναι και η λύσσα με την οποία μας δίδασκε αυτά τα μαθήματα.
Μας έπνιγε με τον πατριωτισμό στην τάξη και μετά μας έβγαζε στο προαύλιο για χορούς και τραγούδια. Τραγουδούσαμε: «Στης Θράκης μας τ’ απάτητα βουνά που η δόξα βασιλεύει… μπλα μπλα μπλα… Θρακιώτες και Θρακιώτισσες για τέτοια ένδοξη πατρίδα, γεια σας παιδιά! (η χαιρετούρα κρινόταν απαραίτητη για να νιώσουμε τη δόξα να κυλάει στο αίμα μας)… ξανά μπλα μπλα μπλα». Ε, εγώ μ’ αυτό το τραγουδάκι έτρωγα δοξασμένες φρίκες. Τέτοιες φρίκες που, τόσα χρόνια μετά, μου έχει καρφωθεί στο μυαλό πιο πολύ κι απ’ το αρνάκι άσπρο και παχύ. Χώρια ότι είχα την εντύπωση πως έλεγε για πατητά βουνά και καθόμουν μετά στο παράθυρο και παρατηρούσα τα βουνά της Ροδόπης για να διαπιστώσω αν όντως είναι πατητά στο σχήμα τους. Δεν ήταν. Κι εδώ που τα λέμε, ούτε απάτητα ήταν, όπως τα ήθελε η παραχάραξη της ιστορίας που μας πασάρανε οι νοσταλγοί της Χούντας. Η πραγματική ιστορία –αυτή που έμαθα αργότερα, εκτός σχολείου- τα ήθελε πατημένα από πολλούς και διάφορους που εναλλάσσονταν κατά καιρούς.
Το συγκεκριμένο τραγουδάκι το χορεύαμε σε καλαματιανό. Ούτε καν ζωναράδικο, συγκαθιστό, μπαϊντούσκα, κάτι θρακιώτικο, βρε αδερφέ. Μετά πιάναμε το «Μακεδονία ξακουστή» γιατί έπρεπε να χωνέψουμε πως όλοι οι τόποι της πατρίδας μας είναι δοξασμένοι.
Δεν ήταν μόνο οι χοροί και τα τραγούδια που μου σημάδεψαν τη ζωή. Ήταν και το κατηχητικό, απαραίτητο συμπλήρωμα του σχολείου. Το οποίο βρισκόταν εκεί για να καλύψει τις μεταφυσικές μου ανησυχίες με τραγουδάκια για το Χριστούλη που μας βλέπει από ψηλά. Οι γονείς μου ανησυχούσαν μην μπλέξω με παπαδαριά και θεούσες με μουστάκια. Δεν έμπλεξα. Δε θυμάμαι αν ήταν από τύχη, αν δούλεψε το μυαλό μου ή αν έφταιγε τελικά η άρνησή μου ν’ αφήσω μουστάκι.
Στο γυμνάσιο και στο λύκειο είχαν χαλαρώσει τα πράγματα. Ίσως επειδή οι νοσταλγοί της Χούντας όλο και κρύβονταν. Δε μας υποχρέωναν να είμαστε πατριώτες. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν ήταν ιδανικό, ωστόσο τρωγόταν, σε σχέση με το τωρινό. Έπαιρνες τη γνώση που χρειαζόσουν για να προχωρήσεις παραπέρα. Η γνώση δεν ήταν στείρα. Σου έδιναν τη δυνατότητα να σκεφτείς, να αναλύσεις, να κρίνεις. Όχι πως αυτός ήταν ο σκοπός τους, αλλά τουλάχιστον δεν το απαγόρευαν.
Περνώντας τα χρόνια, το σύστημα άλλαξε. Το σχολείο ήταν εκεί για να δίνει πληροφορίες. Πολλές και συχνά άχρηστες. Ωστόσο εσύ έπρεπε να τις καταπιείς αμάσητες και, όταν ερχόταν η ώρα, να τις ξεράσεις στην κόλλα των εξετάσεων. Οι καθηγητές σου ήταν αδύνατο να σε βοηθήσουν στην κατάποση. Η αποστολή τους ήταν μόνο να σε μπουκώνουν. Γι’ αυτό δε γινόταν να καταπιείς τόση πληροφορία χωρίς φροντιστήριο. Το σχολείο αποδεικνυόταν άχρηστο, όπως πάντα υποψιαζόμασταν.
Αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, σύντομα το σχολείο θα είναι ακατάλληλο για παιδιά και νέους. Κι αν πάρουμε στα σοβαρά κι αν εφαρμοστούν προτάσεις σαν αυτή της κυρίας καθηγήτριας που ήδη έχει βάλει το χέρι της –με προτεταμένο το μεσαίο δάχτυλο- στην εξέλιξη της ελληνικής παιδείας, το κλείσαμε το μαγαζί. Λουκέτο από την πρωτοβάθμια. Για τα πανεπιστήμια δεν το συζητώ, είναι ήδη τελειωμένα.
Ομολογώ ότι δεν έμαθα αρχαία ελληνικά. Άλλο τραύμα κι αυτό. Ένας ελεεινός φιλόλογος, που φρόντισε να με χλευάσει με το που με αντίκρισε, καθόρισε την πορεία μου. Με έκανε να σιχαθώ το μάθημά του, επειδή δεν ήθελα να τον βλέπω, οπότε η ώρα που έμπαινε στην τάξη ήταν πολύ μαρτυρική για να ασχοληθώ και με αυτά που έλεγε. Αργότερα, προσπάθησα μόνη μου να διαβάσω Πλάτωνα, έχοντας από τη μια μεριά το πρωτότυπο κι από την άλλη τη μετάφραση. Δεν το έκανα επειδή επιθυμούσα να αναστήσω μια νεκρή γλώσσα, όπως ισχυρίζεται η κυρία καθηγήτρια, η οποία ωστόσο τα γνωρίζει καλύτερα τα αρχαία από μένα, τα οποία προφανώς τα έμαθε επειδή έτσι έπρεπε. Εγώ έμαθα αυτά τα λίγα, για λόγο συγκεκριμένο. Γιατί κατάλαβα πως γνωρίζοντας τη γλώσσα ενός λαού, αντιλαμβάνεσαι καλύτερα τη σκέψη του. Μπαίνεις στο μυαλό του.
Χωρίς να καταφέρω να μάθω καμιά γλώσσα καλά, φρόντισα να έρθω σε επαφή με πολλές. Από τούρκικα μέχρι καλιαρντά. Έτσι, για να γνωρίσω τον κόσμο. Να ξανοιχτώ σε άλλους κόσμους. Πώς θα γνωρίσουμε τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, άμα δεν καταλάβουμε πώς σκέφτονταν τότε; Πώς θα γνωρίσουμε τη σκέψη τους, αν δε γνωρίσουμε τη γλώσσα τους; Αναγκαστικά, θα καταλήξουμε σε εικασίες. Θα φανταστούμε κάτι που ποτέ δε συνέβη. Θα βγει για παράδειγμα ο χρυσαυγίτης και, με σπαστά (νέα) ελληνικά, θα ισχυριστεί ότι από κει βαστάει η σκούφια του κι ότι η σκέψη του είναι βασισμένη στα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Χωρίς να ξέρει πώς και γιατί.
Τώρα βέβαια, για να μην τα έχει καταλάβει αυτά η κυρία καθηγήτρια, ή είναι πολύ ρηχή η σκέψη της, ή κάποιο λόγο θα έχει. Και, αν και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το πρώτο, είναι πιο πιθανό το δεύτερο. Η παιδεία στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Κι αν υπάρχουν κάποια ίχνη της, πρέπει να σβηστούν άμεσα. Η μόρφωση θα απαγορευτεί. Θα την αντικαταστήσει η εκπαίδευση. Εκπαίδευση ανθρώπων, παρόμοια με αυτή των σκύλων. Τα παιδιά μας πρέπει από δω και πέρα να εκπαιδεύονται με τρόπο που θα εμποδίζει τη σκέψη και τη βούληση. Θα μάθουν να εκτελούν εντολές. Μια γλώσσα που, όταν μιλιόταν, προκαλούσε τη σκέψη, πρέπει να πεθάνει. Θα την εκτελέσουμε και θα την παρουσιάσουμε ως νεκρή.
Ό,τι και να λέει η κυρία καθηγήτρια, δεν υπάρχουν νεκρές γλώσσες. Ειδικά οι γλώσσες που παράγουν σκέψεις, έννοιες, ιδέες, κάθε άλλο παρά νεκρές είναι. Κι όλα αυτά, τα έχουμε ανάγκη στην εποχή μας περισσότερο από ποτέ. Εξάλλου αυτό είναι παιδεία. Κι όχι η στείρα γνώση που μας πετάνε στα μούτρα.

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Γενέθλια, κηδείες και άλλες ιστορίες


Παρακολούθησα με ενδιαφέρον τον εορτασμό των γενεθλίων του ΠΑΣΟΚ στο facebook. Δεν κρύβω πως συμμετείχα κι εγώ. Θυμήθηκα βέβαια πως κάποτε το γιορτάζαμε διαφορετικά. Τότε που η φαντασία κάλπαζε και ονειρευόταν μια Ελλάδα νέα, φαντασιωνόμασταν την αλλαγή  και άλλα τέτοια ρομαντικά. Κι η αλλαγή ποτέ δεν ήρθε, γιατί κι εμείς ποτέ δεν αλλάξαμε.
Πολλοί ήταν αυτοί που κατηγόρησαν όσους κάποτε έκαναν πάρτι για το ΠΑΣΟΚ και τώρα στους τοίχους τους του κάνανε κηδεία. Σωστά. Πολλοί, πάρα πολλοί, το ψήφιζαν, είχαν όφελος από αυτό και τώρα έμειναν απ’ έξω και τους έχει πιάσει λύσσα. Ήταν αυτοί που πάνε όπου φυσάει ο άνεμος. Και τώρα, ναι, ο άνεμος φυσάει στο ΣΥΡΙΖΑ και εκεί θα τους συναντήσουμε.
Σκέψου όμως και πόσοι είναι οι πραγματικά απογοητευμένοι. Και οι αφελείς. Που πάνε εκεί που νομίζουν ότι υπάρχουν σωτήρες. Και με την ευκαιρία θα κάνω και την αυτοκριτική μου.
Κατάγομαι από πασοκοοικογένεια. Η οποία επί Χούντας υπέστη διώξεις και αντιμετώπισε προβλήματα. Ο πατέρας μου δηλαδή. Η μάνα μου προέρχεται από παραδοσιακή κομμουνιστική οικογένεια. Και τη θυμάμαι κάποτε να λέει στον πατέρα της ότι θα ψηφίσει ΠΑΣΟΚ για να φύγει η ΝΔ κι εκείνος να νιώθει το εγκεφαλικό να πλησιάζει επειδή η κόρη του έχασε τις αξίες της και τα ιδανικά της. Ο πατέρας μου ήταν συνειδητοποιημένος σοσιαλιστής. Τον κομμουνισμό τον έβρισκε σκληροπυρηνικό και τους νεοδημοκράτες τους θεωρούσε φασίστες. Είδε σοσιαλιστικό κίνημα και τσίμπησε. Και ποιος δεν τσίμπησε το ’81; Και ποιος μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθήσει;
Μέσα σε ένα σπίτι έντονα πολιτικοποιημένο, όπου μόνο πολιτικά βιβλία (εκτός από τα δικά μου) και εφημερίδες κυκλοφορούσαν, λογικό ήταν να μπω στο κλίμα. Και, μεγαλώνοντας, να αποκτήσω κρίση και άποψη. Και να δω ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι τόσο σοσιαλιστικό, όσο σοσιαληστρικό. Απαρνήθηκα την ιδιότητα του πολίτη και δεν έβγαλα εκλογικό βιβλιάριο. Έμεινα για αρκετά χρόνια έτσι, αρνούμενη να συμμετάσχω στο παιχνίδι που παιζόταν. Μεγαλώνοντας, αστικοποιήθηκα. Άρχισα να ψηφίζω. Ομολογώ τα εγκλήματα που έκανα στην κάλπη: ΠΑΣΟΚ για να φύγουν οι φασίστες της ΝΔ. ΝΔ για να φύγουν τα λαμόγια του ΠΑΣΟΚ. ΚΚΕ, Συνασπισμό ή μικρά αριστερά κόμματα για να βγουν ενισχυμένα και να αντιμετωπίσουν τη λαίλαπα του δικομματισμού. Το 2009 δεν ψήφισα αλλά χάρηκα που βγήκε το ΠΑΣΟΚ κι έτσι θα γλιτώναμε από την κατρακύλα. Τόσο αφελής, τόσο ανόητη, τόσο μαλάκω. Αφού κατά βάθος ήξερα πως και το ΠΑΣΟΚ τα ίδια σκατά ήταν.
Πόσοι χαρήκαμε τότε, όχι επειδή θα είχαμε πρόσβαση στην πασοκική εξουσία, αλλά επειδή ελπίζαμε πως θα απαλλαγούμε από το χάλι της ΝΔ; Πόσοι τέτοιοι βλάκες κυκλοφορούμε σ’ αυτή τη χώρα; Πόσοι ψηφίσαμε ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές για να γλιτώσουμε από τις πολιτικές που μας οδήγησαν εδώ που είμαστε τώρα; Και πόσοι θα το ξανακάνουμε; Πόσοι αφελείς θα αναζητήσουμε σωτήρες για τη χώρα μας; Πόσοι θα βασιστούμε στο μονόφθαλμο για να μη μας οδηγούν οι τυφλοί;
Ζούμε ανάμεσά σας και είμαστε πολλοί. Δεν είμαστε οι περισσότεροι, ούτε οι χειρότεροι, αφού τα λαμόγια είναι πιο επικίνδυνα και περισσότερα από εμάς, τους ανόητους ρομαντικούς. Ωστόσο υπάρχουμε. Και ψηφίζουμε. Όχι με βάση το προσωπικό όφελος, αλλά ελπίζοντας πάντα να απαλλαγούμε από ό,τι μας καταστρέφει. Μας κυβερνούν οι αλήτες, επειδή το μυαλό μας το κυβερνά η βλακεία. Αν δεν απαλλαγούμε απ’ αυτήν, θα συνεχίσουμε να παίζουμε το παιχνίδι τους και λαμόγια θα εναλλάσσονται στην εξουσία, αφήνοντάς μας με την απορία του ηλιθίου που θα ψάχνει να βρει το λάθος του.
Και επειδή θα βγουν πολλοί και θα πούνε, όπως πάντα, «τι προτείνεις;», προκαταβολικά δηλώνω πως δεν προτείνω τίποτα. Γιατί δε γίνεται να παρέμβω στο χαρακτήρα του άλλου. Γιατί, για να γίνει το θαύμα, πρέπει να αλλάξουμε χαρακτήρα. Να αλλάξουμε στάση. Να αποφασίσουμε να χάσουμε και την τελευταία μας ελπίδα. Να καταλάβουμε πως όποιος έχει εξουσία τώρα, δε διαφέρει σε τίποτα από αυτόν που είχε εξουσία χτες ή αυτόν που θα την έχει αύριο. Να αναλάβουμε εμείς την ευθύνη για τον εαυτό μας. Και να το γυρίσουμε στην αυτοοργάνωση. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δε θα την αναλύσω εγώ. Όχι εδώ και όχι τώρα.