Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Ο λαός δεν ξεχνά;


Μου ήρθαν στο μυαλό κάτι κουκουέδικα συνθήματα, με μπόλικη αντιαμερικανιά, αντικαπιταλισμό και αντιιμπεριαλισμό. Με τα νέα δεδομένα, δεν ξέρω τι κάνει το κόμμα, εμείς πάντως τα ξεχάσαμε. Όπως ξεχάσαμε και το «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά». Αυτό ήταν πασοκικό σύνθημα, μην ξεχνιόμαστε. Ήρθαν τα πάνω κάτω. Το ΠΑΣΟΚ έγινε δεξιά, το ΚΚΕ έγινε μια τρυφερή ανάμνηση, η αριστερά διεκδικεί εξουσία κι εμείς ελπίζουμε να μην καταντήσει ΠΑΣΟΚ. Να παραμείνει αριστερά. Ή ό,τι εκφράζει αυτό που, μέχρι τώρα, είχαμε στο μυαλό μας ως αριστερά. Γιατί είναι καιρός να τοποθετήσουμε διαφορετικά τα πράγματα.
Επανέρχομαι στα συνθήματα που τα θεωρούμε ξεπερασμένα. Κούνια που μας κούναγε. Νομίζουμε ότι ο κακός της παρέας είναι η Γερμανία που δεν έπαψε να είναι ναζιστική. Όχι τα διεθνή οικονομικά παιχνίδια που παίζονται στην πλάτη μας. Νομίζουμε ότι η Αμερική μένει αμέτοχη. Δεν είναι αυτή που κάνει τη μάνα στο παιχνίδι. Κι ότι όλα αυτά γίνονται επειδή οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι μας ζηλεύουν, εμάς τους πολιτισμένους, και θέλουν να μας τσακίσουν. Όχι επειδή πρέπει πάση θυσία να επιβιώσει ο καπιταλισμός.
Όσοι δεν αποβλακωθήκαμε, βλέπουμε πως ο καπιταλισμός καταρρέει και προσπαθεί να πιαστεί από κάπου. Δεν είναι η πρώτη του κατάρρευση. Από τότε που έκανε την εμφάνισή του, συνεχώς χαλάει, πλακώνουν μηχανικοί και γιατροί, αισθητικοί και μασατζήδες, μοδίστρες και κομμώτριες, τον σενιάρουν και τον ξαναβγάζουν στο μεϊντάνι. Πάντα βρίσκουν τεχνάσματα για να τον κρατήσουν στη ζωή και να τον επαναφέρουν στη ζωή μας. Τη μια ήταν η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Καταλάβαμε μια και καλή ότι κάποια συστήματα είναι εντελώς ουτοπικά. Μόνο ο καπιταλισμός μπορεί να λειτουργήσει σωστά. Μας κατσικώθηκε για τα καλά. Και εξαπλώθηκε σκορπώντας τη φτώχεια και τους πολέμους στις νέες χώρες που εγκαταστάθηκε.
Αφού συνέτριψε τους κομμουνιστές αντιπάλους, πήρε τα πάνω του και επέστρεψε δριμύτερος. Βαφτίστηκε νεοφιλελευθερισμός. Έτσι μπορούσε άνετα να ξεγελάσει τους αδαείς, που δεν είναι και λίγοι. Αγάπη για την ελευθερία έκαναν πως πουλούσαν, καθώς οι υπήκοοι ψωμολυσσούσαν. Ελευθερία, έτσι γενικώς, αφήνουν να εννοηθεί. Δε γίνονται ποτέ συγκεκριμένοι. Αποφεύγουν να διευκρινίσουν πως πρόκειται για την ελευθερία της αγοράς κι ότι σε μια ελεύθερη αγορά επιβιώνει όποιος δεν έχει τσίπα. Όποιος πατάει στα περισσότερα πτώματα, προκειμένου να αναρριχηθεί και να κατακτήσει την ελευθερία του. Τα τσαλαπατημένα πτώματα όμως, πόσο ελεύθερα είναι; Δε θα μας το πει ο φιλελεύθερος. Αλλά εμείς ξέρουμε. Τόσο όσο χρειάζεται για να υπηρετούν αυτόν που τους πάτησε.
Τα αποτελέσματα τα ζούμε σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα, σε σχέση με άλλες χώρες, που δεν κρέμονται από τ’ αρχίδια του ΔΝΤ (αποκαλώ έτσι τα πρόσωπα, καθώς είναι γνωστό πως ένα ταμείο δε διαθέτει όρχεις), τα ζούμε πιο έντονα. Και, μην ακούς τι σου λένε. Φταίει ο καπιταλισμός. Στη νέα του μορφή. Που πάλι χάλασε και βάλθηκαν να τον μαστορέψουν. Τόσες φορές χάλασε και δε λέμε να ζήσουμε μια άλλη ουτοπία. Ανεχόμαστε να μας καταστρέφει. Πεταμένοι στο λάκκο με τα σκατά να προσπαθούμε να βγούμε, να πάρουμε ανάσα, κι αυτός να μας πατάει το κεφάλι να το χώσει κι αυτό μέσα. Μετά τον πνιγμό μας, θα φέρει ανθρωπιστικές οργανώσεις για να μας σώσουν. Έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός. Σκορπάει φτώχεια, πείνα, πόλεμο και αθλιότητα και μετά στέλνει τις οργανώσεις που αυτός δημιούργησε, να σώσουν τους αναξιοπαθούντες. Η κοκακόλα, στη νέα της διαφήμιση, μας μιλάει για την αξία της προσφοράς, για τη ζωή που είναι ωραία όταν φροντίζεις το διπλανό σου. Μας υποδεικνύει τα σωστά πρότυπα. Όπως την αξιότιμη κυρία του καπιταλισμού που, με δάκρυα στα μάτια, πρωτοστατεί στην προσπάθεια συγκέντρωσης της ανθρωπιστικής βοήθειας. Ο καπιταλισμός ξέρει από φιλανθρωπία. Κι αγνοεί την αλληλεγγύη. Μάλλον όχι. Τη φοβάται.
Τρέμουν οι νεοφιλελέδες μην τύχει και αλληλοστηριχτούμε, μη συμβεί το αναπάντεχο και βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον να σταθεί στα πόδια του. Μας θέλουν τσαλαπατημένους, να δεχόμαστε ταπεινωμένοι την ανθρωπιστική βοήθεια που τόσο γενναιόδωρα μας προσφέρει η κυρία του. Την έχουν τη λύση. Τα ιδιωτικοποιούν όλα. Πόσο θα αντέξει ο φτωχός άμα δεν έχει πρόσβαση στην υγεία, επειδή δε θα υπάρχουν δημόσια νοσοκομεία ή επειδή θα τα καταστήσουν επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία; Πώς θα ξεστραβωθούν τα παιδιά του άμα δεν έχουν πρόσβαση στην παιδεία; Η μόρφωση θα γίνει προνόμιο των πλουσίων. Κι έτσι αμόρφωτοι όπως θα βγαίνουν, θα ξεχάσουν τι εστί αλληλεγγύη. Θα γνωρίζουν μόνο το νόμο της ζούγκλας. Θα φαγωθούν μεταξύ τους και θα στηρίζουν τους ευεργέτες τους.
Έχουμε ήδη ξεκινήσει να λειτουργούμε έτσι. Καταφέραμε να ιδιωτεύσουμε πριν καν αρχίσουν οι ιδιωτικοποιήσεις. Δεν ξέρω αν είναι μόνο το εκπαιδευτικό σύστημα που λειτούργησε ως εκκολαπτήριο τραγίλας και βοϊδίλας. Νομίζω ότι και πάλι έχουμε να κάνουμε με δημιούργημα του καπιταλισμού. Πιστεύω τελικά ότι αυτό το δημιούργημα είναι τα χρυσαύγουλα που ξεφυτρώνουν παντού. Τα ξαμόλησε για να παρασύρουν τους άσχετους. Για να τους κάνουν να πιστέψουν ότι για τη φτώχεια τους, φταίνε οι μετανάστες που τους παίρνουν τις δουλειές. Θεωρώντας τους μάστιγα και πηγή των δεινών μας, ανεχόμαστε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που προβλήθηκαν ως λύση. Ανεχόμαστε αυτά που έκαναν και οι ναζί. Αλλά όχι. Κανείς απ’ αυτούς δε θα παραδεχτεί πως κάνουν κάτι ναζιστικό. Αυτοί είναι φιλελεύθεροι. Αγαπούν την ελευθερία κι ανάβουν ρεσό για χάρη της. Πολιτισμένα πράγματα. Για να πάμε μπροστά. Να, αυτοί με τα μαύρα είναι οι νεοναζί. Αυτοί οι αγράμματοι, απολίτιστοι, ανορθόγραφοι, αγροίκοι. Οι θαυμαστές του Χίτλερ. Αυτοί είναι οι επικίνδυνοι. Δεν αγαπούν την ελευθερία αυτοί. Δεν ανάβουν ρεσό σε χαρούμενες μαζώξεις. Ορμάτε τους.
Από την άλλη, βλέπουμε τους τύπους με τα μαύρα να αντιμετωπίζουν με σεβασμό τα μεγάλα αφεντικά και με χλευασμό τους απολυμένους της ΕΡΤ. Χαριεντίζονται με μεγαλοεργολάβους και νεοφιλελέ κομματάρχισσες. Η σχέση τους με το νεοφιλελευθερισμό είναι τόσο στενή όσο η σχέση του μπράβου με το αφεντικό του. Πληρώνεται για να τον προστατεύει και μόλις τελειώνει η βάρδια του, πάει στους κολλητούς του και τον μπινελικώνει. Αν οι (δηλωμένοι) νεοναζί δεν είναι βαλτοί από το καπιταλιστικό σύστημα, τότε σίγουρα είναι το βούτυρο στο ψωμί του. Ή η σαντιγί στο παντεσπάνι του.
Κατά βάθος, δεν είναι οι τύποι με τα μαύρα ο μεγάλος κίνδυνος. Στην ουσία πρόκειται για ανθρωπάκια που, άμα συνειδητοποιήσουν την κακομοιριά τους, θα αυτοκτονήσουν. Γι’ αυτό έχουν ανάγκη από είδωλα, προερχόμενα από το ένδοξο παρελθόν της πατρίδος. Γι’ αυτό έχουν ανάγκη κάτι να τους κάνει να νιώσουν ανώτεροι. Γι’ αυτό μαζεύτηκαν και αποφάσισαν να πιστέψουν ομαδικώς στο μίσος για όσους δεν τους μοιάζουν. Όμως όσο κι αν θαυμάζουν τα ναζιστικά εγκλήματα, όσο κι αν ονειρεύονται να γίνουν οι συνεχιστές αυτής της πολιτικής, μοιάζουν με χαρούμενες αρσακειάδες που τραγουδούν τη Λιλιπούπολη, μπροστά στους επικίνδυνους για την ανθρωπότητα νεοφιλελέδες, που τρίβουν τα χέρια τους, αφού ο ναζισμός προχωράει, τρομοκρατεί, προκαλεί ανησυχίες κι έτσι κανείς δεν πρόκειται να δει τα δικά τους εγκλήματα.
Τα εγκλήματα του καπιταλισμού είναι καθημερινότητα. Συμβαίνουν τώρα. Δε θα σταματήσουν ποτέ. Και γίνονται με τόσο ύπουλο τρόπο, που οι κύριοι με τις γραβάτες έχουν τα χέρια τους καθαρά. Μόλις τους τα περιποιήθηκε η (κατά πάσα πιθανότητα δηλωμένη νεοναζί) μανικιουρίστα τους. 

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Τζαμπατζιλίκια


Διακοπές; Ποιες διακοπές; Πού; Πώς; Κι από τι; Από ποια δουλειά; Α, για να ξεσκάσω, να αλλάξω παραστάσεις, να βγω από το σπίτι και τέτοια. Όχι, δεν πήγα. Είχα μέρος να πάω και σπίτι για να μείνω, αλλά θα χρειαζόμουν και μια κατοστάρα για το πηγαινέλα. Κι εγώ με 100 ευρώ βγάζω το μήνα μου. Άσε που δεν παίζει να βρεθεί κανείς να με πάρει με το ιδιωτικό του αεροπλάνο, γιατί δε θα έχει κάτι να κερδίσει από μένα.
Εντάξει. Προσπαθώ να ξεγελάσω την κατάσταση. Να με πείσω πως μου αρέσει κι έτσι. Άρχισα να πηγαίνω για κάνα μπάνιο στη θάλασσα. Το δικαιούμαι, δε νομίζεις; Μπαίνω στο τραμ χωρίς εισιτήριο. Δεν έχω για εισιτήριο. Άμα δίνω τρία ευρώ κάθε μέρα για πηγαινέλα, δε θα μείνει μετά ούτε για ψωμί. Ναι, το ξέρω ότι όλο και θα βρεθεί κάποιος να μου πει ότι αυτός πληρώνει για μένα (που ποτέ δε θα καταλάβω πώς γίνεται), ότι ανά πάσα στιγμή κινδυνεύω να βρεθώ αντιμέτωπη με ελεγκτή που θα με προσβάλει -χέστηκα για το πρόστιμο, απλήρωτο θα μείνει όπως και τόσα άλλα που αδυνατώ να πληρώσω-, ότι όλο και κάποια συγγραφέας, που δεν έχει χρειαστεί να μπει σε ΜΜΜ, να βγει με πει τζαμπατζού. Ενώ, για παράδειγμα, ο βουλευτής που μετακινείται δωρεάν, όταν δε χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο που του παραχωρήθηκε επίσης δωρεάν, μαζί με όλα τα δωράκια που του κάναμε, είναι κοινωνικός λειτουργός.
Έχω βρει κι άλλους τρόπους ψυχαγωγίας και αποφυγής της τρέλας και της υστερίας που μπορούν να προκαλέσουν οι τέσσερις τοίχοι σε συνδυασμό με την ανέχεια, από αυτούς που κάποιοι θα τους έλεγαν τζαμπατζίδικους. Ψάχνω και βρίσκω πού περνάει η κάρτα ανεργίας για προσφορές, αναζητώ δωρεάν εκδηλώσεις, τρέχω ακόμη και σε πανηγύρια. Καλά να είναι κι η Ακρόπολη, η Πλάκα και τα πέριξ. Πάω και παριστάνω την τουρίστρια. Και αράζω κάπου εκεί γύρω και διαβάζω. Αυτό το διάβασμα είναι ένα θέμα. Τη βολεύω, δεν μπορώ να πω. Και ανταλλαγές βιβλίων κάνουμε και έχουν μείνει αδιάβαστα κάποια βιβλία που πήρα από τα παζάρια. Όμως, καμιά φορά, μπαίνω σε βιβλιοπωλείο να δω και καμιά καινούργια έκδοση και συνειδητοποιώ το πρόβλημα. Έχω διαβάσει βιβλία μέσα στα βιβλιοπωλεία. Εδώ, άμα θες, πες με και τζαμπατζού. Όχι για το βιβλιοπωλείο που δε θα εισπράξει, αφού συνήθως πρόκειται για αυτά τα σουπερμάρκετ που προωθούν ευπώλητες παπάρες και ελάχιστα ενδιαφέρονται για τους αναγνώστες. Αυτά που, εγώ, η φτωχάντζα, που στερούμαι το δικαίωμα στη γνώση, αρνούμαι να τα συντηρήσω. Νιώθω όμως άσχημα γιατί δεν μπορώ να αγοράσω βιβλίο κι έτσι χάνει το μικρό του ποσοστό κάποιος συγγραφέας ή μεταφραστής που του βγήκε η πίστη να το γράψει. Γιατί διαβάζω άλλα. Που δεν είναι ούτε ροζ, ούτε αυτών που έχουν γίνει κατεστημένο. Τα βαριέμαι. Βαριέμαι και τους ανθρώπους του πνεύματος και της διανόησης. Τον ακαδημαϊσμό και τον ελιτισμό τους. Το κενό τους. Αυτό που δεν τους δίνει τη δυνατότητα να ξεχωρίσουν τον τζαμπατζή από τον φτωχό. Τη ρεμούλα από την ανέχεια.
Δεν ξέρω ποιους εννοούσες όταν ρωτούσες πού είναι οι άνθρωποι του πνεύματος και της διανόησης. Έπρεπε να πάρουν θέση, λες και θα τους έβλεπε η ανάλγητη εξουσία και, υποκλινόμενη στο μεγαλείο του πνεύματος, αν όχι χεσμένη πάνω της απ’ το δέος, θα έβγαζε λιγότερη βαρβαρότητα πάνω μας. Τελικά η διανόηση καλύτερα να παρέμενε μουγκή, αραγμένη στον ελιτίστικο κόσμο της. Να άλλαζε κάθε μισή ώρα στάτους για να αναφερθεί στον καιρό, στις καλοκαιρινές διακοπές και σε άλλες ομορφιές, χάρες και χαρές της ζωής. Κι ας ζούμε σε εποχές που λίγοι χαίρονται τη ζωή τους. Όποιος θυμάται τους ανθρώπους του πνεύματος να στηρίζουν στα δύσκολα τους άλλους, τους μη προικισμένους με πνεύμα, είναι νοσταλγός μια γελοίας ρομαντικής εποχής, γελοίος κι ο ίδιος. Οι άνθρωποι του πνεύματος έχουν μεταλλαχτεί. Έχουν γίνει ένα με το τέρας. Από συγγραφείς που είναι έτοιμοι να σε στείλουν στο διάολο αν δεν τηρείς το βάρβαρο νόμο, μέχρι σκηνοθέτες που σκαρώνουν γλοιώδη στιχάκια για τον πρωθυπουργό, διασφαλίζοντας ίσως έτσι το χαβιάρι τους, οι άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων έχουν πάρει το δρόμο τους. Ένα δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα, τη στιγμή που οι υπόλοιποι κάνουμε ελιγμούς για να αποφύγουμε τα σκατά που μας έχουν πνίξει. Όπως βολεύεται ο καθένας.
Η διανόηση είναι μπερδεμένη. Στηλιτεύει την παρανομία, ακόμη κι αν οι νόμοι είναι εγκληματικοί. Σε αποκαλεί τζαμπατζή αν δεν έχεις να πληρώσεις εισιτήριο και δεν παίρνει πίσω τη λέξη της. Μόνο έρχονται άλλα μέλη αυτής της ελίτ για να μιλήσουν για λάθος λέξη. Δηλαδή λογοτέχνης χρησιμοποιεί λάθος λέξεις. Και τον διαβάζουμε. Αν είναι έτσι, όλο το λάθος είναι δικό μας. Αλλά δε βαριέσαι κυραλένα μου; Ένα παιδί χωρίς μέλλον ήταν, όπως τόσα και τόσα σ’ αυτή τη χώρα, που παρανομούν κάθε φορά δε χρησιμοποιούν εισιτήριο, άθλια κλεφτρόνια, μιάσματα της κοινωνίας. Άσε που δεν υπάρχει περίπτωση να διαβάσουν τα υψηλής διανόησης έργα σου (που αν έχουν κι αυτά λάθος λέξεις, να το κοιτάξεις). Δεν τα χρειαζόμαστε αυτά τα παιδιά. Ούτε τους γονείς που ανέθρεψαν αυτούς τους μικρούς λωποδύτες. Στο διάολο οι φτωχοί κι η μιζέρια τους. Χαλάνε την τάξη, την ευπρέπεια, την ελιτίστικη αισθητική μας. Να καθαρίσει ο τόπος, να μείνουν οι ευγενείς, οι νομοταγείς και οι φραγκάτοι που θα πουλάνε πνεύμα και διανόηση.
Σύντομα θα πάνε οι φτωχοί από κει που ήρθαν. Ήθελαν να έχουν και σπίτια. Τόλμησαν να γίνουν ιδιοκτήτες. Τελειώνουν αυτά. Σε λίγο θ’ αρχίσουν οι πλειστηριασμοί για να σωθούν οι τράπεζες. Σε λίγο, που θα σου πάρουν το σπίτι, ό,τι σου έχει απομείνει, μην ανησυχείς κι η διανόηση θα είναι εκεί. Για να σου πει πως δεν υπήρχε άλλη λύση, αφού, ως τζαμπατζής, δεν πλήρωνες το δάνειο και πως έτσι ταιριάζει στους τζαμπατζήδες. Θα τα βάλει με τους τζαμπατζήδες, αφήνοντας τους νταβατζήδες να αλωνίζουν. Ίσως βέβαια, να μην ακούσεις τις επιπλήξεις της για το σφάλμα σου. Ίσως να μη δεις το δάχτυλο που θα σου κουνάει για το παράπτωμά σου. Ίσως τότε να σκέφτεσαι ότι γλίτωσες. Ότι τώρα η τράπεζα θα πληρώνει φόρο ακίνητης περιουσίας, χαράτσια και άλλα νταβατζιλίκια που δεν μπορούσε να αντέξει η τσέπη σου. Ότι ίσως να μη σου ζητήσουν ποτέ να πληρώσεις χαράτσι για την παράγκα που θα στήσεις για να στεγαστείς.
Ίσως να σταματήσεις να κοιτάς τη ζωή σου από απόσταση και να περιμένεις να σε στηρίξουν άλλοι. Ίσως να πάρεις αποφάσεις. Να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου. Να ενώσεις τις δυνάμεις σου –όσες σου έχουν απομείνει- με άλλους σαν εσένα. Να ορίσετε τη μοίρα σας, να στήσετε μια κοινωνία που θα αγνοεί τους βάρβαρους νόμους. Που θα αγνοεί τους βάρβαρους ανθρώπους του πνεύματος. 

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Ο θάνατος του εμποράκου που ξέραμε


Κάποτε μ’ ένα φίλο μου, όποτε βαριόμασταν, πηγαίναμε να “mallακιστούμε”. Έτσι λέγαμε την επίσκεψή μας στο Mall. Μπουκάραμε στο εμπορικό κέντρο με ορμή δεκαπεντάχρονου και κάναμε πως τα κάναμε όλα, μέσα σ’ ένα χώρο που τα έχει όλα. Κάναμε πως ζούσαμε τη χαρά του καταναλωτισμού, μπαινοβγαίνοντας σαν χαζοχαρούμενα αμερικανάκια στα μαγαζιά, χωρίς απαραιτήτως να ψωνίζουμε. Κάναμε πως ψάχναμε να διαλέξουμε κάποια από τις ταινίες που έπαιζαν, ενώ στην πραγματικότητα θα μας ενδιέφερε μόνο αν έπαιζε ευρωπαϊκός κινηματογράφος, πράγμα που δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί εκεί μέσα. Στο τέλος, ενώ είχαμε ψοφήσει στο περπάτημα και λυσσάξει από την πείνα, κάναμε στάση για φαΐ πλαστικό κι έτσι φτάναμε στην κορύφωση του καταναλωτικού δράματος. Άλλοι κορύφωναν με έναν πανάκριβο καφέ, μέσα στη χλαπαταγή των χιλιάδων ευτυχισμένων καταναλωτών που έκαναν το ίδιο στα ατελείωτα τραπεζάκια που είχαν στηθεί στη σειρά. Υποτίθεται πως αυτόν τον καφέ τον απολάμβαναν όσο και τη θέα. Ευτυχώς, τέτοιες ανάγκες δεν είχαμε.
Η εμπειρία από αυτόν το χώρο, που με έχει σημαδέψει, είναι από μια παραμονή Χριστουγέννων. Πήγα μόνο γι’ αυτό. Για την εμπειρία του χριστουγεννιάτικου πνεύματος στο εμπορικό κέντρο. Εννοείται πως, ακόμη κι αν χρειαζόμουν κάτι, δε θα στηνόμουν στις ουρές των ταμείων, που έφταναν μέχρι έξω, για να το αποκτήσω. Το θεωρώ βλακώδες. Ούτε καν μαζοχιστικό. Κι όμως, είδα χιλιάδες άτομα να το κάνουν. Κι ύστερα, φορτωμένοι με τσάντες, να στήνονται σαν τα κοράκια γύρω από τα τραπέζια. Κι όταν άδειαζε κανένα απ’ αυτά, να ορμούν όλοι μαζί να το αρπάξουν. Ο τυχερός ήταν όποιος έριχνε τα περισσότερα κλοτσομπουνίδια στον άλλον. Αναρωτιόμουν αν γεννηθήκαμε ανώμαλοι ή αν μας έκαναν έτσι οι καταστάσεις. Δεν αναρωτιέμαι πια.
Τώρα μαθαίνω πως το κτίριο είναι αυθαίρετο και μάλιστα με δικαστική απόφαση και νιώθω να συνταράσσεται το είναι μου. Τι θα γίνει; Τι θ’ απογίνει; Τι θα γένουμε χωρίς mall; Το σύστημα αυτό ήτο μια κάποια λύσις. Πέρα από το κτίριο, αυτό το στολίδι του Αμαρουσίου, ήταν κι όλοι αυτοί οι ευτυχισμένοι καταναλωτές. Πώς θα τη βγάλουν από δω και πέρα; Θα αναγκαστούν να σκορπίσουν. Αλλού το ρουχάδικο, αλλού το τσαντάδικο, αλλού το βιβλιοπωλείο, αλλού ο σινεμάς… Αλλού γι’ αλλού η ζωή μας.
Αλλά για ποιο ρουχάδικο μιλάω, ποιο τσαντάδικο, ποιο βιβλιοπωλείο, ποιο σινεμά; Ποιος πάει πια σ’ αυτούς τους χώρους; Βρέθηκα σε εμπορικό κέντρο του κέντρου και ήταν νεκρό. Εντελώς. Χωρίς καμιά ελπίδα να αναστηθεί. Του είχαν κάνει και τα σαράντα. Σχεδόν όλα τα μαγαζιά, κλειστά, φαίνεται και στις φωτογραφίες. Κι ο χώρος, που κάποτε, από την πιτσιρικαρία της περιοχής, γινόταν φωτεινός και θορυβώδης, πλέον είναι εφιαλτικός. Σκοτεινός, αραχνιασμένος και παρηκμασμένος.

Αυτοί οι χώροι συνήθως στήνονταν σε κτίρια γυάλινα, αστραφτερά και μεγαλοπρεπή. Υπήρχε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν κάτι σαν ναό. Ναό της υπερκατανάλωσης. Με αισθητική απολύτως ταιριασμένη στη λογική του "μπες και πάρε ό,τι άχρηστο σου γυαλίσει". Φως και λάμψη για να σε τυφλώνει, να μη βλέπεις ότι χάνεις την ποιότητα. Και θόρυβος για να μην ακούς ούτε τη σκέψη σου, αν αυτή υπήρχε κι αν τύχαινε να σου πει ότι… mallακίζεσαι εκεί μέσα.
Δεν ήταν εύκολο σε δύσκολους καιρούς, να σηκώσουμε το βάρος του εμπορικού κέντρου. Δεν ξέρω αν κατάφεραν να το αντιληφθούν όσοι προσπαθούσαν μέχρι την τελευταία στιγμή να θυσιάσουν και να βεβηλώσουν ελεύθερους χώρους, όπως στο Ελληνικό ή στον Ελαιώνα, για να στηθούν κι άλλοι παρόμοιοι ναοί της αισχροκέρδειας και του αίσχους. (Εδώ περιμένω να βγει ένας νεοφιλελές και να με κολλήσει στον τοίχο, τρίβοντάς μου στη μούρη πως δεν πρόκειται για αισχροκέρδεια αλλά για κανόνες της αγοράς). Και δεν ξέρω κι αν θέλουν να το αντιληφθούν, αφού άλλος είναι ο σκοπός τους και καμία σχέση δεν έχει με τη στήριξη του υγιούς εμπορίου.
Βλέπω μεγάλα μαγαζιά να κλείνουν και δε λυπάμαι. Ξέρω πως για κάθε πολυκατάστημα που κλείνει, θα ανοίξουν δέκα μικρά μαγαζάκια, από μικρομεσαίους που αγωνίζονται για να επιβιώσουν ή από απολυμένους που στήνουν συνεταιρισμούς. Θα σβήσουν οι απρόσωπες επιχειρήσεις και θα βγουν στην επιφάνεια οι παραγωγοί, οι οικοτεχνίες, αυτοί που σέβονται τον καταναλωτή, επειδή θέλουν να τον ξαναδούν και να έχουν προσωπική σχέση μαζί του. Ποτέ δε λυπήθηκα για μεγάλα βιβλιοπωλεία, που κλείνουν τα υποκαταστήματά του. Αν εξαιρέσουμε τους ανθρώπους που έχαναν τη δουλειά τους, οι επιχειρήσεις δεν ήταν κι οι πιο τίμιες. Μπορώ να ξεκινήσω από το ότι δεν πλήρωναν τους εργαζόμενους και να καταλήξω στον τρόπο που προωθούσαν βιβλία που δεν είχαν τίποτα να προσφέρουν πέρα από αποχαύνωση. Τελικά καλά έκανα. Μικρά βιβλιοπωλεία, φτιαγμένα από ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο, ίσως και κάποιους από αυτούς τους απολυμένους, ξεφυτρώνουν παντού. Τα πανάκριβα αστραφτερά καφέ-μπαρ, με όλη την καλά κρυμμένη φιλοσοφία που κουβαλάνε πίσω τους, συντηρούνται πλέον μόνο από αυτούς που κινούνται στην ίδια φιλοσοφία. Κι ο κόσμος ψάχνει να καθίσει σε μικρά, συμπαθητικά μαγαζάκια με καλές τιμές.
Δεν τελειώνει ο κατάλογος με τους χώρους που αλλάζουν και μαζί μ’ αυτούς αλλάζει και η νοοτροπία μας. Κι όταν όλα τα εμπορικά κέντρα κλείσουν και μετατραπούν σε ξενώνες αστέγων ή εκθεσιακοί χώροι ή παζάρια παραγωγών, ακόμη κι αν μείνουν έτσι, ως απολιθώματα της καταναλωτικής εποχής, κι όταν ο καταναλωτής έρθει σε επαφή με έμπορο που τον σέβεται, θα βγούμε κι απ’ την κρίση. Και δεν εννοώ την οικονομική.

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Κράξιμο


Ανακάλυψα το μυστικό της επιτυχίας της χώρας μας στον τουρισμό (χαμός πάλι φέτος, το βλέπουμε όλοι), καθώς έπινα έναν απαίσιο, ακριβό καφέ σ’ ένα απαίσιο, ακαλαίσθητο -με αισθητική του ’90, το χειρότερο στυλ έβερ- τουριστικό μαγαζί της Αθήνας. Το μυστικό λοιπόν είναι οι κράχτες. Αυτοί κάνουν όλη τη δουλειά. Οι ανυποψίαστοι τουρίστες τούς ακολουθούν τυφλά, για να ολοκληρωθεί ο μαζοχισμός τους εντός του χώρου.
Είχα βρεθεί με μια παρέα και ψάχναμε να δούμε πού θα πάμε να πιούμε καφέ. Έπεσε σαν ιδέα το τουριστομάγαζο που δούλευε μια φίλη που είχα κάτι χρόνια να τη δω. Δε μας ενθουσίασε σαν ιδέα, αλλά -μεγάλη η χάρη της- πήγαμε.
Έξω από το μαγαζί είχε τραπέζια και στο ένα κάθονταν κάτι τύποι από αυτούς που δε θέλουμε και πολλά μαζί τους. Κυρίως ο ένας, ο όρθιος, με την μπουκλέ τη χαίτη, το ανοιχτό πουκάμισο με τη χρυσή καδένα να λάμπει στο δασύτριχο στέρνο  και το παντελόνι το αεράτο, αυτό που χωράνε άλλοι δώδεκα. Χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί, ένα αόρατο χέρι μας απομάκρυνε από το μαγαζί. Αντί να μπούμε και να αναζητήσουμε τη φίλη μας, αντί να καθίσουμε σε ένα από τα υπόλοιπα τραπέζια που ήταν άδεια, κάτι μας έσπρωχνε στην απέναντι πλευρά του πεζοδρόμου και μας έκανε να περπατάμε γρήγορα με τα κεφάλια στραμμένα από την άλλη, μπας και ξεφύγουμε, μπας κι αποφύγουμε την επαφή με το αρπακτικό με τις μπούκλες. Δεν ήταν εύκολο. Ο τύπος μας κυνηγούσε ανελέητα, μέχρι που περάσαμε το δρόμο και πλησιάσαμε στην απέναντι γωνία. Εκεί έκανε πίσω γιατί είχε περάσει στα χωρικά ύδατα άλλου μαγαζιού. Εμείς, από την αγωνία μας να ξεφύγουμε, το καταλάβαμε αργά. Όταν άλλος ένας αδίστακτος, χωρίς μπούκλες, αλλά με την ίδια ορμή μας πρότεινε να καθίσουμε στο μαγαζί του. (Παρεμπιπτόντως, τα υπόλοιπα μαγαζιά της περιοχής βρίσκονται σε λιγότερο κομβικά σημεία, δεν έχουν κράχτες και είναι πάντα γεμάτα κόσμο).
Νιώσαμε σαν τα ποντίκια στη φάκα. Για λίγο. Γιατί δε μασάμε. «Είμαστε για απέναντι, πάμε να δούμε μια φίλη μας». Του βγήκε μια ευγένεια. «Α, ωραία είναι απέναντι, έχει κι ωραία θέα. Κι εμείς όταν κλείνουμε εκεί πάμε». Για όποιον δεν κατάλαβε, η φίλη μας δούλευε στο μαγαζί που μαζεύει τους ξενύχτηδες της Αθήνας –πουτάνα ανεργία. Δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος που δεν ευχαριστιόταν τη δουλειά της. Βρισκόταν σε ένα χώρο όπου το μόνο που τον στήριζε ήταν οι κανόνες της νύχτας, εφαρμοσμένοι τη μέρα. Κανείς δεν ήξερε να φτιάχνει καφέ, για παράδειγμα. Αυτά είναι για τις πρωινές δουλειές. Κι ο τύπος που άρπαζε τον κόσμο από το δρόμο, ήταν λέει επαγγελματίας του είδους χρόνια τώρα και γούσταρε τρελά αυτό που έκανε. Μάλιστα, με τον απέναντι ήταν σε μεγάλη κόντρα και μετρούσαν ποιος θα αρπάξει πιο πολλούς. Πάντως, οι δύο συνάδελφοι φέρονταν πολιτισμένα. Στα διαλείμματα της δουλειάς κάνανε πλακίτσα μεταξύ τους, ενώ όταν το θήραμα περνούσε από τη υφαλοκρηπίδα, δεν επιχειρούσε ο ένας να μπει στα νερά του άλλου. Πολιτισμός, βρε παιδί μου.
Μείναμε στα χωρικά ύδατα του απέναντι μαγαζιού, αφού ο κράχτης του είχε πάψει πια να μας τραβολογάει. Έπρεπε να βρούμε το θάρρος να πάμε στο μαγαζί που δούλευε η φίλη μας. Το αρπακτικό ήταν εκεί και μας κοιτούσε. Αρχίσαμε τα «εσύ πήγαινε μπροστά» «όχι, εσύ να πας» και να σπρώχνει ο ένας τον άλλον και, καθώς σπρωχνόμασταν, φαίνεται περάσαμε τη νοητή γραμμή και βρεθήκαμε στα νερά του μπουκλάτου. Όρμησε πάνω μας με τα νύχια προτεταμένα. «Εντάξει, σε σας θα έρθουμε» είπε ένας από την παρέα και μας γλίτωσε από τα χειρότερα με το θάρρος και την ανδρεία του. Ο μπουκλάτος έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα στο συνάδελφό του από απέναντι. Ότι αυτός μας έψησε. Μαγκιά του.
Πήγαμε και καθίσαμε στο τραπέζι που βρισκόταν στην άλλη άκρη, για να κρατάμε αποστάσεις ασφαλείας και παρακολουθήσαμε όλο το παιχνίδι της αρπαγής του διαβάτη. Την πάρλα την ανελέητη, το στρίμωγμά του στη γωνία, το πιάσιμο από τον ώμο και το σπρώξιμό του στο τραπέζι. Εντυπωσιάστηκα με ένα ζεύγος γερόντων που τους έβαλε να καθίσουν για να μην κουράζονται και να έχει όλη την άνεση να τους ψήσει για το πόσο ωραίο είναι το μαγαζί. Καθώς τους έψηνε στο ακριανό τραπέζι, είχε και την άνεση να αρπάζει τους περαστικούς, αφού μέχρι να σηκωθούν ο παππούς με τη γιαγιά και να την κοπανήσουν, ο ευκίνητος κράχτης θα έχει γυρίσει πίσω και θα τους ξαναστριμώξει.
Θυμάμαι κάποτε, όταν δεν υπήρχε κρίση, αυτά τα μαγαζιά είχαν άτομο στην πόρτα να διώχνει κόσμο. Συχνά ο λόγος ήταν ανύπαρκτος. Δεν άρεσαν τα παπούτσια του πελάτη στον πορτιέρη και δεν τον έμπαζε μέσα. Τόσο απλά, τόσο προκλητικά. Ο πελάτης δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα γιατί θα πλάκωναν οι φουσκωτοί να τον τουλουμιάσουν. Έφευγε με κατεβασμένα τα αφτιά και κομμένα τα φτερά και την επόμενη φορά πήγαινε με σκαρπίνι των 500 ευρώ, ντυμένος στην τρίχα και κύριος. Ο όρος «κυριλέ» ήταν κυρίαρχος, ήταν τρόπος ζωής της εποχής που ο τύπος ο μπουκλάτος κουβαλάει μέσα του κι έξω του. Τώρα υπάρχουν τσούρμο αρπακτικά στην πόρτα. Άλλος για να σε αρπάξει, άλλος για να σε κατευθύνει μέσα στο χώρο, άλλος για να σου κάνει τεμενάδες, καμιά γκόμενα με ντεκαπάζ-μίνι-ξώβυζο-ψηλοτάκουνα μπας και τσιμπήσει καμιά μπακουροπαρέα. Στη γειτονιά μου μάλιστα, όπου υπάρχει, έτσι στο ξεκάρφωτο, μπαράκι αναλόγου αισθητικής, έχω τύχει αρπακτικό να βγαίνει στο δρόμο, πάνω στη στροφή, και να σταματάει αυτοκίνητα. Ευτυχώς δεν έχουν φτάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, το οποίο συνηθίζω να χρησιμοποιώ, κι ας είναι να ξαναπεράσω απέναντι για να πάω στο σπίτι μου.
Δεν αντέχω άλλο κράχτες. Ούτε μαγαζιά με κράχτες. Ξέρω ότι αν πάω σ’ αυτά, θα έρθω αντιμέτωπη με κακή ποιότητα, τιμές στα ύψη, αγενείς υπαλλήλους, συνήθως όλα αυτά μαζί. Κι ένα κακό μαγαζί κάνει τον τουρίστα να μην ξανάρχεται και να επιστρέφει με τις χειρότερες εντυπώσεις, τις οποίες μεταφέρει και στους φίλους του. Το αρπακτικό που υπάρχει έξω από το μαγαζί, φωνάζει πως εκεί μέσα είναι φωλιά αρπακτικών. Πως άμα μπεις, το λιγότερο που θα σου συμβεί, είναι να απλώσουν τα νύχια τους και να σε γδάρουν. Πρέπει να αλλάξει η κουλτούρα της προσέγγισης του υποψηφίου πελάτη. Κι αυτό που θα τον προσελκύει να είναι η δυνατότητα να μάθει για το μενού και τις τιμές. Να νιώσει ότι εκεί μέσα τον σέβονται.
Ανάμεσα στα παραδοσιακά ελληνικά επαγγέλματα που χάνονται, πιστεύω πως πρέπει να χαθεί και το επάγγελμα του κράχτη και μαζί μ’ αυτόν όλοι οι επαγγελματίες της αρπαχτής. Και, επιτέλους, να δώσουμε βάση στην ποιότητα και τη διαχρονικότητα. Αν δε θέλουμε να χάσουμε και τα λίγα που μας έμειναν.