Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Στην Κύπρο δεν έχει μόνο βίλες


Έχω κουραστεί. Δυο μέρες τώρα, κάνω να μπω στο φβ και μου έρχονται και μου τρίβονται στη μούρη κάτι κυπριακά αρχίδια να, με το συμπάθιο. Όλοι μιλάνε γι’ αυτά, με όλους τους τρόπους. Ναι. Για να ξέρουμε ότι δεν πάνε ασυνόδευτες οι διαβόητες βίλες τους (και ελπίζω να μην είναι τελείως άγνωστη η τελευταία κυπριακή λέξη).
Ένα πράγμα ακατανόητο με τους Έλληνες του διαδικτύου. Να λες «γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά, πατέρα». Γιατί είναι τόσο γελοίος που νομίζει πως πήρε το αίμα του πίσω. Ή πως θα σωθεί η Κύπρος και θα τον παρασύρει κι αυτόν στη σωτηρία. Ή για να κάνει το κομμάτι του και να τρίψει τα αρχίδια των Κυπρίων πολιτικών στους ευνούχους τους δικούς του.
Χαλαρώστε, πουλάκια μου. Το παιχνίδι με την Κύπρο μόλις άρχισε και θα γίνει κάτω από διαφορετικούς όρους. Γιατί, πολύ απλά, η Κύπρος δεν είναι Ελλάδα. Και όχι, το «όχι» το κυπριακό δεν ήταν τόσο γενναίο, σε αντίθεση με το ποταπό «ναι σε όλα» της Ελλάδας. Οι Κύπριοι είπαν, σ’ αυτή τη φάση, όχι, γιατί μπορούσαν.
Επαναλαμβάνω πως η Κύπρος δεν είναι Ελλάδα. Η οικονομία της δεν είναι σαν τη δική μας. Δεν είναι τόσο φούσκα. Είχε βάσεις. Κάποτε. Όταν ήταν μια χώρα με πραγματική ευημερία που προσέλκυε επενδυτές και καταθέτες. Όλοι έχουμε κάποιον γνωστό με οφσόρ ή καταθέσεις στην Κύπρο. Φαινόταν όμως, ακόμη και σε μένα την άσχετη, ότι κάτι δεν πάει καλά.
Εγώ λοιπόν, η άσχετη, πιστεύω πως, παρά τις «γενναίες αποφάσεις» τα προβλήματα τώρα αρχίζουν. Και λέω ότι ο κυπριακός λαός είναι χειρότερος από τον ελληνικό. Θυμάμαι όταν μπήκαμε στο ευρώ, που κάναμε χαρές γιατί θα γινόμασταν Ευρωπαίοι με τα ούλα μας, που απορούσα με τη βλακεία μας. Χωρίς να έχω ιδέα από οικονομία (τουλάχιστον αυτού του είδους την οικονομία που έχουμε, επειδή είμαι οπαδός οικονομίας άλλου τύπου) κάτι μου έλεγε ότι μια μέρα αυτό το ισχυρό νόμισμα θα μας δημιουργήσει προβλήματα. Μπορώ να κατανοήσω ότι τη χαρά μας την προκάλεσε αυτή η ισχύ του νομίσματος που μπροστά του η ταπεινή μας δραχμούλα κρυβόταν ντροπιασμένη. Τη χαρά των Κυπρίων όμως τι την προκάλεσε όταν έμπαιναν στο ευρώ, αφήνοντας στην άκρη την ισχυρή τους λίρα; Το ότι θα γίνουν Ευρωπαίοι με τα ούλα τους; Το ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, συγκινημένη από το δράμα του μέλους που τα έχει δώσει όλα, θα διευθετούσε το θέμα της Βόρειας Κύπρου; Σωθήκανε κι αυτοί, σαν εμάς.
Και για να τελειώνουμε, η πορεία της Κύπρου τα τελευταία χρόνια (τα ευρωπαϊκά) δείχνει ότι οι πολιτικοί της δεν είναι και τόσο γενναίοι. Μια χαρά προδότες είναι. Γι’ αυτό, μέσα σε λίγα χρόνια, κατάφεραν να διαλύσουν την οικονομία τους. Σε λίγο καιρό, αν δε δώσουν το ευρώ στους Ευρωπαίους να το βάλουν εκεί που ξέρουν, οι Κύπριοι θα γίνουν σαν εμάς. Φτωχοί και με τη φήμη των λαμογιών. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, για όλα θα φταίνε οι μετανάστες.
Πιστεύω πως, άμα θέλουν, μπορούν να γίνουν γενναίοι οι Κύπριοι πολιτικοί και ο λαός τους. Και να γίνει η Κύπρος όπως ήταν κάποτε. Και, ρε γαμώτο, πάντα ήθελα να γίνουμε Κύπρος και όχι το αντίθετο, που συμβαίνει τώρα. Όταν το (ξανα)πετύχουν, ας δείξουν και σε εμάς, τ’ αδέρφια τους, πώς γίνεται. Και στη Γιουροβίζιον θα ξηγηθούμε όπως πρέπει: Ντουζ πουάν.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Θέλω να κάνω επανάσταση


Βλέπω τον κόσμο έτοιμο να "αγανακτήσει" πάλι και ξεσηκώνομαι. Θέλω κι εγώ να κάνω επανάσταση. Αλλά δε θέλω να στηθώ στο Σύνταγμα και να ρίχνω μούντζες στη Βουλή. Ούτε να τη σημαδεύω με λέιζερ, φωνάζοντας "να καεί να καεί το μπουρδέλο η Βουλή". Δε θέλω να κάψω κανένα κτίριο, το οποίο, μόλις ξεθυμάνει η ορμή, θα ξαναφτιαχτεί και θα συνεχίσει το έργο του. Θέλω να κάψω το έργο που γίνεται εκεί μέσα. Δε θέλω να φωνάξω και κανείς να μη με ακούσει. Εξάλλου, αυτοί που πέτυχαν να μας εξοντώσουν, δεν το έκαναν με φωνές. Δε μας ειδοποίησαν καν. Το έκαναν, ενώ μας είχαν ποτίσει το ηρεμιστικό με το όνομα "φόβος για το άγνωστο". Έτσι θέλω να τους αντιμετωπίσω. Να τους δώσω ηρεμιστικό με το όνομα "κούνια που σε κούναγε", να τους κοιμίσω και να τραβήξω προς το άγνωστο.
Μπροστά στα όπλα προηγμένης τεχνολογίας που χρησιμοποιούν, τα δικά μας, τα ξεπερασμένα, τα σκουριασμένα και ξεχαρβαλωμένα, πρέπει να δουλευτούν με μαεστρία και στρατηγική. Για να νικήσεις το σύστημα, πρέπει να μπεις σ’ αυτό. Ή να φτιάξεις ένα άλλο, καλύτερο. Και ισχυρότερο.
Στην περίπτωσή μας, το σύστημα λέγεται καπιταλισμός και έχει χαλάσει. Παρά τα μερεμετιάσματα, τις επεμβάσεις, τα μπάι πας και τις τεχνητές αναπνοές που του γίνονται μέρα νύχτα, ο θάνατός του πλησιάζει. Και είναι τόσο εγωπαθές αυτό το σύστημα, που θέλει να πάρει μαζί του όσο πιο πολλούς μπορεί. Ε, ας βοηθήσουμε να πάρει τους φίλους του, να έχει καλή παρέα εκεί κάτω. Γι’ αυτό θέλω να κάνω επανάσταση, αλλά όχι σαν αυτήν που περιέγραψα.
Θέλω να κάνω επανάσταση με την ένταξή μου σε μια κολεκτίβα. Ή και πολλές. Οι περισσότεροι γνωστοί μου είναι άνεργοι ή ημιαπασχολούμενοι. Θα μπορούσαμε να μαζευτούμε και να στήσουμε συνεταιρισμούς ή ό,τι επιτρέπει η νομοθεσία σ’ αυτή τη χώρα (που θα νόμιζε κανείς ότι η αποστολή της είναι να εμποδίζει τον μικρό να σηκώσει κεφάλι). Να στήσουμε αυτές τις μορφές επιχειρήσεων που όσοι ασχολούνται με το ίδιο αντικείμενο, δεν τρώγονται για το ποιος θα υπερισχύσει, αλλά ενώνουν τις δυνάμεις τους και γίνονται ισχυροί με άλλο τρόπο. Πιο τίμιο. Που όσο πιο ισχυροί γίνονται, τόσο πιο πολύ στηρίζουν τις άλλες κολεκτίβες. Κι όσο η μια κολεκτίβα στηρίζει την άλλη, τόσο πιο δεμένη είναι η κοινωνία, τόσο αυξάνεται η συνοχή της (αυτό που δήθεν προσπαθούσαν μέχρι τώρα με τις επιδοτήσεις που έπεφταν για να μεγαλώσουν οι επιχειρήσεις που στην ουσία ποτέ δε μεγάλωναν) και τόσο πιο ευτυχισμένοι είναι οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι. Όχι οι πολίτες. Όχι οι μηχανές. Οι άνθρωποι που θα δουλεύουν για το σύνολο, για τους άλλους ανθρώπους, επομένως για τον εαυτό τους. Όχι για το αφεντικό τους.
Είπα για αφεντικό και θυμήθηκα το εστιατόριο της Θεσσαλονίκης που πήγε να κλείσει και το ανέλαβαν οι εργαζόμενοι. Κι από τότε είδαμε κι άλλες τέτοιες περιπτώσεις. Ε, αυτό πρέπει να γίνει παντού. Οι επιχειρήσεις να περάσουν στα χέρια των εργαζομένων, οι αποφάσεις να παίρνονται από τις συνελεύσεις τους, να δουλεύει ο καθένας για τον εαυτό του, ξέροντας ότι δε θα χάσει και τα κέρδη να μοιράζονται σ’ αυτούς, αντί να γίνονται σκάφη και βίλες.
Να καλλιεργούμε τις ποικιλίες που καλλιεργούσαν οι παππούδες μας, να φοράμε, να τρώμε και να πίνουμε ό,τι φτιάχτηκε από τους ανθρώπους μιας κολεκτίβας. Να στηρίζουμε τα μαγαζάκια και τα προϊόντα που παράγονται σε μικρές επιχειρήσεις. Να μην καταναλώνουμε προϊόντα πολυεθνικών ή μεγάλων επιχειρήσεων, να μη στηρίζουμε μεγάλες επιχειρήσεις. Μέχρι να κλείσουν κι αυτές απ’ τον καημό τους. Ή να μετακομίσουν. Ή να γίνουν κι αυτές κολεκτίβες. Κι όπως είπε κι ο μακαρίτης ο Τσάβες –καλή του ώρα εκεί που βρίσκεται- μπορούμε και χωρίς κοκακόλα.
Να αλλάξει μορφή η οικονομία μας. Να αποκτήσουμε οικονομία δωρεών για τη στήριξη των αδυνάτων, ώστε να σταθούν στα πόδια τους, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουν να στηρίξουν και τους υπόλοιπους. Να στηρίξουμε την ανταλλακτική οικονομία, και τις τράπεζες χρόνου. Τράπεζες είπα; Να γίνουν και οι τράπεζες κολεκτίβες. Κι αν δεν μπορούν, να φτιάξουμε καινούργιες. Και νόμισμα που θα χρησιμοποιούμε στις μεταξύ μας συναλλαγές. Μέσα σε μια χώρα, να υπάρχουν δύο οικονομίες. Εμείς και οι άλλοι. Και να δούμε ποιος θα χάσει.
Να γίνουν καταλήψεις σε όλα τα νεκρά, παρατημένα κρατικά κτίρια και να οργανωθούν εκεί μέσα δράσεις. Δράσεις για την οικονομία και για τον πολιτισμό. Να κάνουμε τέχνη που θα τους ρίχνει χλαπάτσες στα μούτρα. Όσο μας τσαλαπατάνε, τόσο να δημιουργούμε και να τους τρίβουμε στη μούρη όσα τα μίζερα -γαμώ τα- υπουργεία τους δεν άφησαν να δημιουργηθούν. 
Να παρανομούμε. Να αγοράζουμε και να πουλάμε αγαθά και υπηρεσίες μεταξύ μας χωρίς παραστατικά. Να πολεμάμε με τα ίδια όπλα το κράτος που από τη μια μας κλέβει κι από την άλλη μας παρακινεί να γίνουμε ρουφιάνοι του.
Κάτω απ’ τη μύτη μιας κυβέρνησης που θα κάνει τα δικά της, στήνοντας τα οπίσθιά της στους δανειστές και τα παλούκια της στα δικά μας οπίσθια, θα στήσουμε μια ύπουλη επανάσταση. Τόσο ύπουλη, όσο αυτοί που θα την έχουν προκαλέσει. Όσο τα μέτρα που λένε πως ποτέ δε θα πάρουν και πάντα παίρνουν.
Οι δηλωμένοι άνεργοι ξεπέρασαν το εκατομμύριο. Αυτοί που δουλεύουν για το ξεροκόμματο σε κάτεργα και κάτω από συνθήκες που θυμίζουν μεσαίωνα, είναι άλλοι τόσοι. Αυτοί που τρέμουν μη χάσουν τη δουλειά τους, είναι ακόμα περισσότεροι. Τι περιμένουμε; Ζούμε τον απόλυτο εξευτελισμό και το ανεχόμαστε; Ή νομίζουμε ότι ρίχνοντας μια μούντζα θα λυθούν όλα;
Τώρα θα μου πεις ότι όλα αυτά δε γίνονται, ζούμε στην Ελλάδα και του Έλληνα ο σταρχιδισμός (και ο αρχιδισμός) δεν έχει όμοιό του, χώρια ότι θέλει πάντα να είναι αυτός ο αρχηγός και πώς να αντέξει σε μια συλλογικότητα. Έτσι είναι. Όλα αυτά είναι ουτοπικά. Αλλά, εφόσον, διαπιστωμένα πλέον, μέχρι και ο ρεαλιστικός καπιταλισμός τα κακαρώνει, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Είναι καιρός να στήσουμε την ουτοπία μας και να ζήσουμε σ’ αυτήν. Η ουτοπία δεν είναι φανταστική, αν το θελήσουμε. Κι όλα αυτά μπορούν να συμβούν. Ναι, με άλλους, διαφορετικούς ανθρώπους. Όμως κάτι μου λέει ότι αυτοί οι διαφορετικοί είναι πολλοί και δεν υπάρχουν μόνο στη φαντασία μου.